← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 1312/17, 28/9/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 1312/17, 28/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Απο

surance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι η Μ.Κ. 2 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Ο Μ.Κ. 3, είναι ιατρός, τα προσόντα και οι εμπειρίες του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί, και συνεπώς η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί και από αυτό το πέπλο, ο οποίος προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Με φάρο και οδοδείκτη τις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ξεχωριστά, για να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα. Κατ΄ αρχήν, ως προς το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, αυτό παρέμεινε ως τέτοιο και δεν κατέστη κανονικό τεκμήριο και συνεπώς το περιεχόμενο αυτού, καθώς επίσης ότι λέχθηκε για αυτό, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Αναμφίβολα, δεν αποτελούν επίδικα θέματα και δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες στις καταθέσεις τους και που επεκτάθηκαν εν μέρει προφορικά και που έχουν σχέση με τους λόγους που οδήγησαν στην κατάρρευση του γάμου μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονουμένης, τα περί προηγούμενων προστριβών και προβλημάτων μεταξύ τους, τα περί απόκτησης της κατοχής ενός αυτοκινήτου από πλευράς της παραπονουμένης και της πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος, τα περί μεταφοράς των παιδιών στο εξωτερικό από την παραπονούμενη. Επίσης δεν έχει οποιαδήποτε βαρύτητα το περιστατικό που έγινε την ίδια ημέρα έξω από το σπίτι της παραπονουμένης, διότι το επίδικο συμβάν έγινε στο σπίτι που διέμενε ο κατηγορούμενος με τους γονείς του. Ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης είναι απλός. Τα τραύματα της παραπονουμένης είναι παραδεκτά, ήτοι το κτύπημα στο κεφάλι και η συρραφή του τραύματος της με τρεις ραφές στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Αυτό που αμφισβητείται είναι η αιτία πρόκλησης της και η αιτιώδης συνάφεια και πιο συγκεκριμένα, κατά πόσο αυτό προήλθε αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο κτυπώντας την στον τοίχο ή ακόμα και σε άλλες επιφάνειες, ως ήταν η εκδοχή της παραπονούμενης, ή κατά πόσο ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αμυνθεί από την παραπονούμενη και να απομακρυνθεί από αυτήν που τον κρατούσε σφικτά την έσπρωξε, με αποτέλεσμα να κτυπήσει σε παρακείμενη πόρτα, ως ήταν η εκδοχή του κατηγορουμένου. Το τραύμα στο χέρι δεν προωθήθηκε από την παραπονούμενη ως τραύμα που προήλθε από την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, πασιφανώς λόγω της ίδιας της παραδοχής της ότι χαστούκισε τον κατηγορούμενο και επί αυτού του ζητήματος υπάρχει μια διαφορετική εκδοχή, διότι η παραπονούμενη μεν παραδέχεται ότι χαστούκισε τον κατηγορούμενο, ο δε κατηγορούμενος ανέφερε ότι δέχθηκε γροθιά από την παραπονούμενη και αυτός ήταν ο λόγος που μαύρισε το μάτι του, την οποία θέση αυτή η παραπονούμενη αρνήθηκε. Η χρήση των ποδιών από τον κατηγορούμενο αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών, ήτοι της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, διαφέρει όμως ο σκοπός της χρήσης τους και πιο συγκεκριμένα, η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος την κλώτσησε, ο δε κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι χρησιμοποίησε το πόδι του για να έχει κράτημα για να σπρώξει την παραπονούμενη για να την αποφύγει από τα κτυπήματα της και γενικά να απεμπλακεί από αυτήν, έχοντας υπ΄ όψη ότι τον κρατούσε σφικτά από το σακάκι/γιλέκο που φορούσε. Έχοντας λοιπόν υπ΄ όψη τον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης ως πιο πάνω έχει αποκρυσταλλωθεί, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ως προς την ανακρίτρια της υπόθεσης, ήτοι την Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο δεν έχει αντιληφθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, καθ΄ ότι το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της η μάρτυρας τήρησε ίσες αποστάσεις, χωρίς να έχει οποιανδήποτε προκατάληψη ή μεροληψία υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε από τα εμπλεκόμενα μέρη και γενικά έλαβε τις καταθέσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη με αντικειμενικότητα. Ούτε κατά την ακροαματική διαδικασία έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει πλημμελή ή μεροληπτική εκτέλεση των καθηκόντων της. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη. Αναμφίβολα οι μάρτυρες - κλειδιά στην παρούσα υπόθεση, είναι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος, που ήταν οι άμεσα εμπλεκόμενοι στο επίδικο επεισόδιο. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι υπήρχαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες, ήτοι οι Μ.Υ. 1 και 2, ήτοι οι γονείς του κατηγορουμένου. Όμως, το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται αμέσως πιο κάτω, κρίνει ότι οι μαρτυρίες τους δεν παρέχουν στο Δικαστήριο εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο έτσι ώστε να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα από το Δικαστήριο για το τι πραγματικά έγινε και που σχετίζεται άμεσα με τον ουσιώδη χρόνο και τόπο του περιστατικού. Επουσιώδη ζητήματα, όπως η περιποίηση της πληγής της παραπονούμενης από την μητέρα του κατηγορουμένου και η μεταφορά της παραπονουμένης στο σπίτι της από τον πατέρα του κατηγορουμένου, ζητήματα για τα οποία δεν υπήρχε αμφισβήτηση απο πλευράς κατηγορούσας αρχής, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι αυτά ακολούθησαν του επίδικου περιστατικού. Ο Μ.Υ. 1 υπήρξε σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του μη κατατοπιστικός και τελούσε σε αμηχανία και σύγχυση, μη μπορώντας να αποδώσει στο Δικαστήριο μια στερεή και συμπαγή εκδοχή και γενικά εικόνα στο Δικαστήριο για το τι πραγματικά έγινε κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αποδώσει τι πραγματικά έγινε, διότι ενώ στην κατάθεση του τοποθετεί τον εαυτό του ως αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα στην επίδικη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, στην σελίδα 15 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/8/2018, αναφέρει ότι ΄΄ίσως εκεί να γίνηκε το χτάρμα΄΄ και ακολούθως να λέει ότι ΄΄υπολογίζω 99 τοις εκατό έγινε εκεί΄΄. Βεβαίως και δεν απαιτείται η πλευρά της υπεράσπισης να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με μαθηματική ακρίβεια την αθωότητα της, κάθε άλλο, είναι η κατηγορούσα αρχή που έχει το βάρος να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτές οι αναφορές του μάρτυρα όμως δεν είναι οι μόνες που αφήνουν ερωτηματικά για την αξιοπιστία του μάρτυρα. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας στην κατάθεση του, αναφέρει ότι η παραπονούμενη κτύπησε όταν ο κατηγορούμενος κατάφερε να ξεφύγει από την παραπονούμενη, θέτοντας μια σαφή εκδοχή, ενώ στην σελίδα 15 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/8/2018, αλλά και στην επόμενη σελίδα, ο μάρτυρας εμπλούτισε την θέση του με αμφιβολίες, διότι από την μια αναφέρει ότι ήταν παρών και από την άλλη να αναφέρει ότι νομίζει και υπολογίζει πως η παραπονούμενη γλίστρισε και έπεσε και τότε ήταν που κτύπησε, θέση που ούτε καν ο κατηγορούμενος την προώθησε, ήτοι ο κατηγορούμενος δεν προώθησε την θέση ότι η παραπονούμενη γλίστρησε και κτύπησε, αλλά η θέση του ήταν άλλη, ως πιο πάνω αποκρυσταλλώθηκε στα κρίσιμα επίδικα ζητήματα και θέσεις. Ένα ακόμα στοιχείο που αφήνει ερωτηματικά για την αξιοπιστία του μάρτυρα, αποτελεί και το γεγονός ότι παρόλο που η χρήση των ποδιών του κατηγορουμένου είναι κοινό έδαφος και των δύο εμπλεκόμενων προσώπων, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, με εξαίρεση βέβαια τον σκοπό της χρήσης τους, ο μάρτυρας αυτός αντεξεταζόμενος, στην σελίδα 18 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/8/2018, ανέφερε ότι δεν είδε καν τον κατηγορούμενο να κάνει μια τέτοια χρήση όταν η παραπονούμενη τραβούσε τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του παιδιού του, δηλαδή του κατηγορούμενου και κατ΄ επέκταση η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τα ίδια ισχύουν και για την περίπτωση της μητέρας του κατηγορουμένου, ήτοι την Μ.Υ. 2, η οποία και αυτή με την σειρά της προώθησε την θέση ότι η παραπονούμενη όταν άφησε το σακάκι του κατηγορούμενου, άρχισε να πηγαίνει προς τα πίσω, κτυπώντας το κεφάλι της προς την πόρτα, δηλαδή προώθησε ουσιαστικά την θέση ότι η παραπονούμενη από μόνης της κτύπησε στην πόρτα, θέση την οποία ούτε καν ο κατηγορούμενος προώθησε ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ακολούθως στην αντεξέταση της ανέφερε κάτι διαφορετικό, ήτοι ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ΄΄την πήρε μαζί του και κτύπησε στην πόρτα΄΄ ήτοι προώθησε την θέση ότι ο κατηγορούμενος παρέσυρε την παραπονούμενη μαζί του, θέση την οποία δεν προώθησε επίσης ο κατηγορούμενος, με αποκορύφωμα σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας της, ήτοι στην σελίδα 28 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/8/2018, ανέφερε ότι ΄΄ας πούμε΄΄ εκείνη την ώρα κτύπησε η παραπονούμενη, ήτοι την ώρα που ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος την πήρε μαζί του. Ένα ακόμα στοιχείο που αφήνει επίσης κάποια ερωτηματικά, είναι και η αναφορά της μάρτυρος ότι από την μια να τοποθετεί τον εαυτό της ως αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα της όλης σκηνής και το πως κτύπησε η παραπονούμενη και από την άλλη, όπως φαίνεται και στην σελίδα 23 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/8/2018, να αναφέρει ότι δεν κατάλαβε ότι κτύπησε η παραπονούμενη και ότι άκουσε τον θόρυβο. Ως προς την χρήση των ποδιών του κατηγορουμένου, ισχύουν τα ίδια και για αυτήν την μάρτυρα με αυτά που αναφέρθηκαν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ. 1, αφού και αυτή με την σειρά της στην σελίδα 26 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/8/2018, ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να κάνει χρήση των ποδιών του. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτή η μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του παιδιού της, δηλαδή του κατηγορούμενου και κατ΄ επέκταση η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο εισέρχεται στο κρισιμότερο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και που δεν είναι άλλο αυτό της αξιολόγησης των δύο πρωταγωνιστών του επίδικου συμβάντος, ήτοι της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου και θα γίνεται ειδική παραπομπή και συσχέτιση με την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί ως ιατρού - εμπειρογνώμονα και ως τέτοιος γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο, το ίδιο και η μαρτυρία του, η οποία μαρτυρία του επικεντρώθηκε στην περιγραφή των τραυμάτων της παραπονούμενης, τα οποία επίσης είναι παραδεκτά, ως επίσης και η περιποίηση των τραυμάτων και οι οδηγίες που δόθησαν και που οι δύο πλευρές του υπέβαλαν διευκρινιστικές και θεωρητικές απαντήσεις για το πως θα μπορούσαν να προκληθούν τα τραύματα της παραπονούμενης, ξεκαθαρίζοντας ο ίδιος ότι δεν είναι ιατροδικαστής. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο θα κρίνει κατά πόσο το τραύμα στο κεφάλι της παραπονούμενης προήλθε με τον τρόπο που περιέγραψε η παραπονούμενη ή ο κατηγορούμενος. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του Μ.Κ. 3 κρίνεται από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, προερχόμενη από ένα ανεξάρτητο, αντικειμενικό και αμερόληπτο εμπειρογνώμονα - μάρτυρα, χωρίς να διακατέχεται από οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης ή μεροληψίας υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε, ως έχει καταδείξει ο μάρτυρας κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τόσο την παραπονούμενη, όσο και τον κατηγορούμενο, με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι ήταν οι πρωταγωνιστές του επίδικου περιστατικού. Ο κατηγορούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι ήταν πιο κατατοπιστικός, πιο πειστικός, πιο λεπτομερειακός και η δική του εκδοχή παρουσίαζε στοιχεία λογικής, συνοχής και συνέχειας και επί μέρους ζητήματα που έθεσε επιβεβαιώνονται από εν μέρει και από τους Μ.Κ. 2 και 3, οι μαρτυρίες των οποίων έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Δεν υπέπεσε σε ασάφειες, υπερβολές ή αντιφάσεις που να κλονίζουν την αξιοπιστία του, αλλά απεναντίας υπήρξε σταθερός στην εκδοχή του, για την οποία το Δικαστήριο έχει πειστεί, ήτοι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι δέχθηκε κτυπήματα από την παραπονούμενη και ότι τον κρατούσε σφικτά και ότι τον γρονθοκόπησε στο μάτι, με αποτέλεσμα να μαυρίσει το μάτι του και αυτό το μαύρισμα επιβεβαιώθηκε και από την Μ.Κ. 2, η μαρτυρία της οποίας έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ενώ η παραπονούμενη, ήταν κατηγορηματική επί αυτού του θέματος, ήτοι στην σελίδα 9 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 15/6/2018, απέρριψε κάθετα την θέση ότι μαύρισε το μάτι του κατηγορουμένου. Αυτή η αναφορά της παραπονουμένης κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια προσπάθεια της να μετριάσει την θέση της, προβάλλοντας την θέση ότι απλά χαστούκισε τον κατηγορούμενο και ότι δεν τον γρονθοκόπησε, θέση την οποία απορρίπτει το Δικαστήριο. Η παραπονούμενη προώθησε αρχικά την θέση, περιγράφοντας το επίδικο περιστατικό για το πως κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο, ως η εκδοχή της και όπως φαίνεται στην σελίδα 5 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 11/6/2018, ότι ο κατηγορούμενος της έπιασε από τον λαιμό και την κτυπούσε προς τον τοίχο, κάνοντας χαρακτηριστικά μια κίνηση προς τα πίσω για να δείξει την φορά της όταν δεχόταν τα κτυπήματα από τον κατηγορούμενο. Όμως αυτή η θέση, η οποία και προωθήθηκε και μέσα από την κατάθεση της, δεν έχει έρεισμα στην λογική, διότι το τραύμα της είναι στον αριστερό της κρόταφο μπροστά και συνεπώς δεν έχει τραύμα πίσω στο μέρος της κεφαλής όπου κτυπήθηκε το κεφάλι της στον τοίχο, ως η θέση που αρχικά προώθησε. Η παραπονούμενη διαισθανόμενη προφανώς αυτην την ανακολουθία, στην σελίδα 6 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 11/6/2018, ανέφερε ότι δεν ήταν μόνο ο τοίχος και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ΄΄είχε και άλλο τόπο΄΄ και όταν ερωτήθηκε σε ποια επιφάνεια άλλη κτύπησε, αρκέστηκε να αναφέρει ότι δεν θυμάται. Η αναφορά αυτή της παραπονούμενης ότι δεν θυμάται άλλη επιφάνεια, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι απλά μια λεπτομέρεια που θα μπορούσε να είναι φυσικό να μην θυμάται με την πάροδο του χρόνου, αλλά ένα σημαντικό στοιχείο για το οποίο η παραπονούμενη απέφευγε να δώσει μια σαφή απάντηση, ακριβώς για να αποκρύψει το γεγονός ότι τελικά κτύπησε όταν αναγκαστικά σπρώχθηκε από τον κατηγορούμενο για να απεμπλακεί από την ίδια και τα κτυπήματα της, έχοντας υπ΄ όψη μάλιστα το γεγονός ότι η μάρτυρας για όλα τα ζητήματα ήταν σε θέση να θυμάται πρόσωπα και καταστάσεις. Όταν μάλιστα ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της, όπως φαίνεται στην σελίδα 9 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 15/6/2018 υπό τύπο υποβολής, ήτοι ότι κτυπήθηκε στην πόρτα, η παραπονούμενη υπήρξε κάθετα αρνητική, απορρίπτοντας κάθετα ότι κτυπήθηκε στην πόρτα, χωρίς να προβάλει την θέση ότι κτυπήθηκε στην πόρτα από τα κτυπήματα του κατηγορουμένου και όχι από το σπρώξιμο του κατηγορουμένου για να αποφύγει τα κτυπήματα του, αφήνοντας έτσι ασαφές η παραπονούμενη σε ποια άλλη επιφάνεια κτύπησε και αυτή η ασάφεια κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είχε τον ίδιο σκοπό που αναφέρθηκε πιο πάνω, ήτοι για να αποκρύψει το γεγονός ότι τελικά κτύπησε όταν αναγκαστικά σπρώχθηκε από τον κατηγορούμενο για να απεμπλακεί από την ίδια και τα κτυπήματα της. Η θέση που προώθησε ότι δέχθηκε κλωτσιές από τον κατηγορούμενο και ότι αυτό το ανέφερε η ίδια στον Μ.Κ. 3, καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, ο οποίος επί αυτού του θέματος υπήρξε κάθετος και κατηγορηματικός, λέγοντας ότι εάν η παραπονούμενη του έλεγε κάτι τέτοιο θα το εξέταζε και θα το κατέγραφε, θέση δηλαδή του Μ.Κ. 3 η οποία κρίνεται από το Δικαστήριο ως λογική και πειστική κατ΄ επέκταση η αντίθετη θέση της παραπονούμενης δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη δεν φέρει οποιοδήποτε τραύμα στα πόδια της, αλλά η πιο πάνω αναφορά της παραπονούμενης, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι τέθηκε σε μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού του Δικαστηρίου και να παραποιήσει την πραγματικότητα που ήταν αυτή της χρησιμοποίησης των ποδιών του κατηγορουμένου για να μπορεί να απωθήσει την παραπονούμενη, έχοντας υπ΄ όψη ότι κρατιόταν από την παραπονούμενη σφικτά και για να μπορέσει να έχει μια σταθερότητα για να την σπρώξει και να την απωθήσει, εξ΄ ου και δεν υπάρχει τραύμα στα πόδια και συνεπώς η εκδοχή του κατηγορουμένου έχει κάποια λογική. Ένα άλλο στοιχείο που αφήνει κάποια ερωτηματικά με την εκδοχή της παραπονούμενης, είναι το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι θα αναμενόταν η παραπονούμενη να είχε σημάδια στο λαιμό την ημέρα της εξέτασης εάν κάποιος την κρατούσε με βία από το λαιμό, ενώ τέτοια σημάδια η παραπονούμενη δεν είχε. Μέσα λοιπόν από την αξιολόγηση των μαρτυριών της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος, τελώντας σε άμυνα από τα κτυπήματα που δεχόταν από την παραπονούμενη και την γροθιά που δέχθηκε στο μάτι και το οποίο μαύρισε από την γροθιά, χρησιμοποίησε τα πόδια του για να έχει σταθερότητα και ήταν κοντά στα πόδια της παραπονούμενης και την έσπρωξε για να απεμπλακεί από αυτήν, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να κτυπήσει στην πόρτα και να έχει το τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής στον αριστερό κρόταφο, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να γίνει συρραφή με τρεις ραφές στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Το ερώτημα τώρα που τίθεται είναι το εξής: υπήρχε υπέρβαση άμυνας; Υπήρχε δυσανάλογη ζημιά στην παραπονούμενη με αυτήν του κατηγορουμένου με το μαύρισμα στο μάτι του; Επί αυτού του ζητήματος, το Δικαστήριο παραπέμπει στο σύγραμμα του αείμνητου Κώστα Σατολιά με τίτλο ΄΄Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα, σε σχέση με τον κανόνα του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154: Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 17 Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΠΟΥ ΑΙΡΕΙ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ Στο άρθρο 17 προνοείται ότι: «Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε». Η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι κάτω από ορισμένες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Η θεώρηση αυτή λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Βλ. Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.ΑΔ. 251, στην οποία υιοθετήθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις R. ν. Wheeler
(1967)3 All E.R. 829, 830 και Lobell
(1957)1 Q.B.D. 547. To ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσο η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ένας κατηγορούμενος ήταν εύλογα αναγκαία. Μεταξύ των περιστάσεων εξετάζεται και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Βλ. Μαραγκός (πιο πάνω), Miliotis ν. Police
(1971)2 C.L.R 292, Maifoshis ν. Police
(1978)2 C.L.R 9, R. ν. Julien
(1969)2 All E.R. 856, Palmer v. R.
(1971)55 Cr. App. R. 223, R. v. Shannon
(1980)71 Cr. App. R. 192, Δημακόπουλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 170. To θέμα της αυτοάμυνας όπως προνοείται στο άρθρο 7.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και στη Νομολογία, ως αναφερόμενο σε ενέργεια προς αποφυγή ανάλογης και άλλως αναπότρεπτης συνέπειας, εξετάστηκε σε έκταση από τη Ανώτατο Δικαστήριο στη Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου και άλλος V Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482 εκτενή αποσπάσματα της οποίας καταγράφονται στη συνέχεια. «Εκ των πραγμάτων, η έννοια της "εύλογα" αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι, αφού ο ίδιος ο όρος "εύλογα" εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Επειδή όμως ακριβώς το θέμα αφορά κρίση επί των γεγονότων, και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζομένου ότι ευρέθη στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα, μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα. Όχι όμως ασφαλώς υπό τη μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπ' όψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - "... that which was reasonable

the light of the circumstances as they reaonably appeared to the accused ...", όπως το διατύπωσε o Edmund Davies, L.J. (ως ήτο τότε), στην Mclnnes [1969] 55 Cr. App. R. 551, o. 562, στην οποία ακολουθήθηκε από το Court of Appeal η Julien [1969] 53 Cr. App ,R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από τον Lord Morris στην Palmer ν. R. [1971] A.C. 814 (P.C.), στις σελίδες 831-832: "

their Lordships' view the defence of self-defence is one which can be and will be readily understood by any jury. It is a straightforward conception. It

volves no abstruse legal thought. It requires no set words by way of explanation. No formula need be employed

reference to it. Only common sense is needed for its understanding. It is both good law and good sense that a man who is attacked may defend himself. It is both good law and good sense that he may do, but may only do, what is reasonably necessary. But everything will depend upon the particular facts and circumstances. Of these a jury can decide. It may

some cases be only sensible and clearly possible to take some simple avoiding action. Some attacks may be serious and dangerous. Others may not be. If there is some relatively minor attack it would not be common sense to permit some action of retaliation which was wholly out of proportion to the necessities of the situation. If an attack is serious so that it puts someone

immediate peril then immediate defensive action may be necessary. If the moment is one of crisis for someone

imminent danger he may have to avert the danger by some

stant reaction. If the attack is all over and no sort of peril remains then the employment of force may be by way of revenge or punishment or by way of paying off an old score or may be pure aggression. There may no longer be any link with a necessity of defence. Of all these matters the good sense of a jury will be the arbiter. There are no prescribed words which must be employed

or adopted

a summing up. All that is needed is a clear exposition,

relation to the particular facts of the case, of the conception of necessary self-defence. If there has been no attack then clearly there will have been no need for defence. If there has been attack so that defence is reasonably necessary it will be recognised that a person defending himself cannot weigh to a nicety the exact measure of his necessaiy defensive action. If a juiy thought that

a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and

stinctively thought was necessary that would be most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken. A jury will be told that the defence of self-defence, where the evidence makes its raising possible, will only fail if the prosecution show beyond doubt that what the accused did was not by way of self-defence. But their Lordships consider,

agreement with the approach

the De Freitas case [1960] 2 W.I.R. 523, that if the prosecution have shown that what was done was not done

self-defence then that issue is eliminated from the case. If the jury consider that an accused acted

self-defence or if the jury are

doubt as to this then they will acquit. The defence of self-defence either succeeds so as to result

an acquittal or it is disproved

which case as a defence it is rejected.

a homicide case the circumstances may be such that it will become an issue as to whether there was provocation so that the verdict might be one of manslaughter. Any other possible issues will remain. If

any case the view is possible that the

tent necessary to constitute the crime of murder was lacking then that matter would be left to the jury." Ο συσχετισμός του αντικειμενικού κρμηρίου προς τις περιστάσεις συνοψίζεται και από τον Lord Diplock στην Reference under s 48A of the Criminal Appeal (Northern Ireland) Act 1968 (No 1 of 1975) [1976] 2 All E.R. 937 στη σ. 947, σε συνάρτηση προς την ανάλογη υπεράσπιση της χρήσης εύλογα αναγκαίας βίας για την αποτροπή εγκλήματος: "The form

which the jury would have to ask themselves the question

a trial for an offence against the person

which this defence was raised by the accused, would be: are we satisfied that no reasonable man (a) with knowledge of such facts as were known to the accused or reasonably believed by him to exist (b)

the circumstances and time available to him for reflection (c) could be of opinion that the prevention of the risk of harm to which others might be exposed if the suspect were allowed to escape, justified exposing the suspect to the risk of harm to him that might result from the kind of force that the accused contemplated using? H Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192, όχι μόνο δεν διαφοροποιεί τη θέση αυτή αλλά την ακολουθεί. Όπως παρατήρησε ο Ormrod, L.J. σχολιάζοντας το απόσπασμα από την απόφαση του Lord Morris στην Palmer ν. R στις σελίδες 195-196: "The whole tenor of this statement of the law is directed to the distinction which has to be drawn between acts which are essentially defensive

character and acts which are essentially offensive, punitive, or retaliatory

character. Attack may be the best form of defence, but not necessarily

law. Counter-attack within limits is permissible; but going over to the offensive when the real danger is over is another thing." Και το κριτήριο για τη διαπίστωση εκείνη παραμένει, στο τέλος της ημέρας, αντικειμενικό, ως προς το εύλογο της βίας που χρησιμοποιήθηκε, λαμβανομένων υπ' όψη όλων των περιστάσεων. Η καταδίκη στη Shannon παραμερίσθηκε μόνο και μόνο διότι η καθοδήγηση του δικαστή προς τους ενόρκους κρίθηκε ελαττωματική αφού δεν περιείχε αναφορά στο σύνολο των περιστάσεων, όπως αναπτύχθησαν στην Palmer ν. R., περιλαμβανομένης της αντίληψης του κατηγορούμενου ως προς την, απεγνωσμένη, κατάσταση στην οποία θεώρησε ότι εβρίσκετο. Η R. ν Clegg [1995] 1 A.C. 482 δείχνει ακριβώς το κριτήριο και το όριο της αυτοάμυνας, έχει δε ισχυρή αναλογία προς την προκειμένη υπόθεση, αφού εκρίθη εκεί από το Court of Appeal

Northern Ireland (η έφεση στο House of Lords αφορούσε άλλο και ακόλουθο νομικό σημείο) ότι, αν και οι τρεις πρώτοι πυροβολισμοί κατά του αυτοκινήτου ερίφθησαν στα πλαίσια αυτοάμυνας, ο τέταρτος - και θανατηφόρος - πυροβολισμός ο οποίος ερίφθη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ενώ αυτό απεμακρύνετο δεν ήταν στα πλαίσια αυτοάμυνας αφού συνιστούσε υπερβολική και δυσανάλογη χρήση βίας. Στην απόφαση της Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης στην υπόθεση Kelly ν. United Kingdom, 17579/90, 13.1.1993, η Επιτροπή παρατήρησε κατ' αρχή την αυστηρότητα του ενιαίου κριτηρίου "absolutely necessary" που αναφέρεται στη χρήση επιτρεπτής βίας στα πλαίσια του άρθρου 2.2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αντιστοιχεί προς το άρθρο 7.3(β) και το οποίο προνοεί: "2. Deprivation of life shall not be regarded as

flicted

contravention of this Article when it results from the use of force which is no more than absolutely necessary: a.

defence of any person from unlawful violence; b.

order to effect a lawful arrest or to prevent the escape of a person lawfully detained; c.

action lawfully taken for the purpose of quelling a riot or

surrection." Όπως το έθεσε στις σελίδες 41-42: "As a preliminary remark, the Commission would emphasise that the situations where deprivation of life may be justified are exhaustive and must be narrowly

terpreted. The use of force which has resulted

a deprivation of life must have been shown to have been "absolutely necessary" for one of the purposes set out

the second paragraph. The Commission has held that the test of necessity

cludes an assessment as to whether the

terference was proportionate to the legitimate aim pursued and that the qualification of the word "necessary" by the adverb "absolutely"

dicates that a stricter and more compelling test of necessity must be applied than

the context of other provisions of the Convention. More specifically, the Commission considered that: '... Article 2 para. 2 permits the use of force for the purposes enumerated

sub-paragraphs (a), (

  1. b)and (
  2. c)subject to the requirement that the force used is strictly proportionate to the achievement of the permitted purpose.

assessing whether the use of force is strictly proportionate, regard must be had to the nature of the aim pursued, the dangers to life and limb

herent

the situation and the degree of the risk that the force employed might result

loss of life. The Commission's examination must have due regard to all the relevant circumstances surrounding the deprivation of life» (No. 10044/82, Dec. 10.7.84, D.R. 39 pp. 162, 171).' Εφαρμόζοντας την αρχή αυτή στην ενώπιον της υπόθεση, επεσήμανε ότι (σ. 42): "... the Commission is satisfied that the shooting

this case was for the purpose of apprehending the occupants of the stolen car, who were reasonably believed to be terrorists,

order to prevent them carrying out terrorist activities. Accordingly, the action of the soldiers

this case was taken for the purpose of effecting a lawful arrest within the meaning of Article 2 para. 2(b) of the Convention.......................................... The Commission has therefore examined whether the force used

pursuit of the above aim was "absolutely necessary",

particular whether it was strictly proportionate, having regard to the situation confronting the soldiers, the degree of force employed

response and the risk that the use of force could result

the deprivation of life. " Παρατηρώντας δε ότι ο μόνος τρόπος να σταματήσουν το αυτοκίνητο ήταν πυροβολώντας εναντίον του όπως έκαναν, τόνισε ότι (σ. 43): "Their conduct must also be assessed against the background of the events

Northern Ireland, which is facing a situation

which terrorist killings have become a feature of life.

this context the Commission recalls the judge's comments that, although the risk of harm to the occupants of the car was high, the kind of harm to be averted (as the soldiers reasonably thought) by preventing their escape was even greater, namely the freedom of terrorists to resume their dealing

death and destruction." Η υπόθεση Kelly δεν αποφασίζει ότι η οποιαδήποτε βία είναι επιτρεπτή αν μόνον έτσι μπορεί να επιτευχθεί η σύλληψη. Αυτό που αποφασίζει είναι ότι, δοθείσας της πολύ περιορισμένης έκτασης της υπεράσπισης του άρθρου 2.2, η χρήση της απολύτως αναγκαίας βίας είναι επιτρεπτή μόνον όπου είναι ανάλογη του συγκεκριμένου σκοπού τον οποίο επιδιώκει, ο οποίος στην περίπτωση εκείνη ήταν να συλληφθούν από τις δυνάμεις ασφαλείας, και όχι από οποιοδήποτε ιδιώτη, άτομα τα οποία λογικά εκρίθησαν ότι ήσαν απεγνωσμένοι τρομοκράτες ώστε vc εμποδισθούν να συνεχίσουν τις τρομοκρατικές ενέργειες τους λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπ' όψη την επικρατούσα κατάσταση πραγμάτω1 στη Βόρειο Ιρλανδία. Ανάλογη αντίκρυση διακρίνεται και στην απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση Stewart ν. United Kingdom, 10044/82, 10.7.1984, η οποία, αν και δεν αφορούσε τη χρήση βίας για σκοπούς σύλληψης δυνάμει του άρθρου 2.2(b) όπως η Kelly αλλά τη χρήση βίας προς το σκοπό καταστολής εξέγερσης δυνάμει του άρθρου 2.2(c), τονίζει το ενιαίο και το περιορισμένο του κριτηρίου της απόλυτα αναγκαίας βίας του άρθρου 2.2. Όπως αναφέρεται στις σελίδες 134-136: "11. The Commission's approach to the

terpretation of Article 2 must be guided by a recognition that it constitutes one of the most important rights

the Convention, from which no derogation is permissible, even

times of public emergency (Article 15 par. 2). 12. Article 2 requires that the right to life 'shall be protected by law', and sets limits to the circumstances and conditions,

which the taking of life by a public authority may be permitted. Four different sets of situations are enumerated

which deprivation of life is not to be regarded as a violation of the right to life. The first is found

the second sentence of paragraph 1, and the remaining three are enumerated

paragraph

  1. These situations, where deprivation of life may be justified, are • exhaustive and must be narrowly

terpreted, being exceptions to, or

dicating the limits of, a fundamental Convention right 16. As regards the

terpretation of the concept 'absolutely necessary', guidance can be sought

the Court's and Commission's jurisprudence.

the Handyside Case (judgment of 7.12.76, Eur. Court H.R. Series A No. 24, par. 48) the Court stated the following

the context of Article 10 par. 2: 'The Court notes at this juncture that, whilst the adjective 'necessary' within the meaning of Article 10 par. 2, is not synonymous with '

dispensable' (cf.

Article 2par.

2 and 6 par. 1, the words 'absolutely necessary' and 'strictly necessary' and,

Article 15par.

1, the phrase 'to the extent strictly required by the exigencies of the situation'), neither has it the flexibility of such expressions as 'admissible', 'ordinary' (cf. Article 4 par. 3), useful' (cf. the French text of the first paragraph of Article 1 of Protocol No. 1), 'reasonable' (cf. Article 5 par. 3 and 6 par. 1) or 'desirable'.1 17. The Court has reaffirmed that 'necessary' implies a 'pressing social need'

the Sunday Times Case (judgment of 26.4.79, Series A No. 30, par. 59) - also

the context of Article 10 par. 2 - and

the Dudgeon Case (judgment of 22.10.81, Series A No. 45, par. 51)

the context of Article 8 par.

  1. Above all, the test of'necessity'

cludes an assessment as to whether the

terference with the Convention right was proportionate to the legitimate aim pursued (Sunday Times Case, loc. cit., par. 62, p. 38). Finally, the qualification of the word 'necessary'

Article 2par.

2 by the adverb 'absolutely'

dicates that a stricter and more compelling test of necessity must be applied. 19. Having regard to the above, the Commission thus considers that Article 2 par. 2 permits the use of force for the purposes enumerated

sub-paragraphs (a), (

  1. b)and (
  2. c)subject to the requirement that the force used is strictly proportionate to the achievement of the permitted purpose.

assessing whether the use of force is strictly proportionate, regard must be had to the nature of the aim pursued, the dangers to life and limb

herent

the situation and the degree of the risk that the force employed might result

loss of life. The Commission's examination must have due regard to all the relevant circumstances surrounding the deprivation of life." Εγκρίνοντας τη χρησιμοποιηθείσα στην ενώπιον της υπόθεση βία ως απόλυτα αναγκαία υπό τις περιστάσεις, η Επιτροπή τόνισε ότι (σ. 137): "27.

assessing this question, the Commission must also bear

mind that the events took place

Northern Ireland which is facing a situation of continuous public disturbance that has given rise to much loss of life (see e.g. Case of Ireland v. The United Kingdom, Series A, Vol. 25). Moreover, rioting of the kind which occurred

the present case is a frequent occurrence and gives rise to the apprehension, as adverted to by Lord Justice Jones, that the disturbance will be used as a cover for sniper attack, although no claim has been made

the present case that the patrol actually came under such attack.

  1. It recalls that the group of soldiers were confronted with a hostile and violent crowd of 150 persons who were attacking them with stones and other missiles, and, further, that the soldier's aim was disturbed at the moment of discharge when he was struck by several missiles." Αντίθετα, στην υπόθεση Farrell, 9023/80, 11.12.1982, η οποία μάλιστα αφορούσε, όπως και η Kelly, τη χρήση βίας για σκοπούς σύλληψης δυνάμει του άρθρου 2.2(β), η υπόθεση εκρίθη παραδεκτή (δεν εκδικάσθηκε τελικά αφού διευθετήθηκε) και δεν έγινε αποδεκτή η θέση ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν αποδεδειγμένα απόλυτα αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Η υπόθεση αφορούσε θάνατο προερχόμενο από πυροβολισμούς που ερίφθησαν από στρατιώτες στη Βόρειο Ιρλανδία εναντίον τριών ανδρών τους οποίους εύλογα εξέλαβαν ότι αποπειράθησαν να τοποθετήσουν βόμβα. Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πραγματεύεται τις παραμέτρους του άρθρου 2.2 στην απόφαση του στην υπόθεση McCann and others ν. United Kingdom, 27.9.1995, series A, volume
  2. Στις σελίδες 45-46 αναφέρει: "
  3. The Court's approach to the

terpretation of Article 2 must be guided by the fact that the object and purpose of the Convention as an

strument for the protection of

dividual human beings requires that its provisions be

terpreted and applied so as to make its safeguards practical and effective (see,

ter alia, the Soering v. the United Kingdom judgment of 7 July 1989, Series Ano. 161, p. 34, § 87, and the Loizidou v. Turkey (Preliminary Objections) judgment of 23 March 1995, Series Ano. 310, p. 27, §72). 147. It must also be borne

mind that, as a provision which not only safeguards the right to life but sets out the circumstances when the deprivation of life may be justified, Article 2 ranks as one of the most fundamental provisions

the Convention -

deed one which,

peacetime, admits of no derogation under Article

  1. Together with Article 3 of the Convention, it also enshrines one of the basic values of the democratic societies making up the Council of Europe (see the above-mentioned Soering judgment, p. 34, §88). As such, its provisions must be strictly construed.
  2. The Court considers that the exceptions delineated

paragraph 2

dicate that this provision extends to, but is not concerned exclusively with,

tentional killing. As the Commission has pointed out, the text of Article 2, read as a whole, demonstrates that paragraph 2 does not primarily define

stances where it is permitted

tentionally to kill an

dividual, but describes the situations where it is permitted to "use force" which may result, as an unintended outcome,

the deprivation of life. The use of force, however, must be no more than "absolutely necessary" for the achievement of one of the purposes set out

sub-paragraphs (a), (

  1. b)or (
  2. c)(see application no. 10044/82, Stewart v. the United Kingdom, 10 July 1984, Decisions and Reports 39, pp. 169-71). 149.

this respect the use of the term "absolutely necessary"

Article 2

§ 2

dicates that a stricter and more compelling test of necessity must be employed from that normally applicable when determining whether State action is "necessary

a democratic society" under paragraph 2 of Article 8 to 11 of the Convention.

particular, the force used must be strictly proportionate to the achievement of the aims set out

sub-paragraphs 2 (a), (

  1. b)and (
  2. c)of Article 2. 150.

keeping with the importance of this provision

a democratic society, the Court must,

making its assessment, subject deprivations of life to the most careful scrutiny, particularly where deliberate lethal force is used, taking

to consideration not only the actions of the agents of the State who actually administer the force but also all the surrounding circumstances

cluding such matters as the planning and control of the actions under examination." Η υπόθεση αφορούσε το θάνατο τριών ατόμων από πυροβολισμούς στρατιωτών οι οποίοι εύλογα (αν και λανθασμένα), θεώρησαν ότι οι τρεις, που ήσαν μέλη του IRA, επρόκειτο άμεσα να προκαλέσουν την έκρηξη αυτοκινήτου-βόμβας στο κέντρο του Γιβραλτάρ. Η Επιτροπή είχε κρίνει ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν τέτοια και τόση ώστε να καθίστατο απόλυτα αναγκαία για την προστασία της ζωής των πολλών ανθρώπων που θα κινδύνευαν να σκοτωθούν αν δεν απετρέπετο η δράση την οποία ανέμεναν στα πλαίσια του άρθρου 2.2(a). Το Δικαστήριο (αν και ουσιαστικά διχασμένο, με πλειοψηφία 10 προς 9) ήχθη σε διαφορετική απόφαση επί των γεγονότων, αποφαινόμενο ότι (σ. 62): "... having regard to the decision not to prevent the suspects from travelling

to Gibraltar, to the failure of the authorities to make sufficient allowances for the possibility that their

telligence assessments might,

some respects at least, be erroneous and to the automatic recourse to lethal force when the soldiers opened fire, the Court is not persuaded that the killing of the three terrorists constituted the use of force which was no more than absolutely necessary

defence of persons from unlawful violence within the meaning of Article 2 § 2(a) of the Convention." Η κατάληξη αυτή τονίζει την αυστηρότητα με την οποία, ακόμα και σε ακραίες περιπτώσεις όπου τα ίδια τα εντεταλμένα ειδικά όργανα του νόμου προβαίνουν σε ενέργειες που αποσκοπούν στον μέγιστο σκοπό της προστασίας της ζωής, πολλών μάλιστα ανθρώπων, το κριτήριο της απόλυτης αναγκαιότητας της χρησιμοποιηθείσας βίας σε συνάρτηση προς κάθε παράμετρο παραμένει ισχυρό». Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να τελούσε σε άμυνα, αλλά απεναντίας ο κατηγορούμενος έπεισε το Δικαστήριο ότι τελούσε σε άμυνα. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρησιμοποίηση της βίας από τον κατηγορούμενο, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη και αναγκαία και περιορίστηκε στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να απεμπλακεί από την παραπονούμενη. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη με το θλαστικό τραύμα που υπέστη και την συρραφή που δέχθηκε, είχε έναν τραυματισμό κάπως σοβαρότερο από το μαύρισμα στο μάτι του κατηγορουμένου, όμως αυτό το τραύμα δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως δυσανάλογο έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι υπήρξε δυσανάλογη ζημιά και υπέρβαση άμυνας από τον κατηγορούμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.