← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστάκη, Αρ. Yπόθεσης: 15244/18, 19/9/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστάκη, Αρ. Yπόθεσης: 15244/18, 19/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B154 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 15244/18 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού εναντίον XXXXX Χριστάκη Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κ. Αλ. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Πολυχρόνης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Η παρούσα υπόθεση παραπέμφθηκε νωρίτερα σήμερα προς εκδίκαση ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. Μετά την παραπομπή της υπόθεσης ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία που κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου. Έρεισμα για την εισήγηση του κύριου Μανώλη αποτέλεσε η θέση του ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, καθώς επίσης και κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων. Προς υποστήριξη της εισήγησης του ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε σε μια προηγούμενη καταδίκη με την οποία βαρύνεται ο κατηγορούμενος, παρουσιάζοντας προς τούτο και αντίγραφο του ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ ο κατηγορούμενος στις 25/10/2017 στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 1809/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καταδικάστηκε για τη διάπραξη του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης. Επιπρόσθετα, ο κ. Μανώλη αναφέρθηκε και στην υπόθεση υπ' αριθμόν 7373/18 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, στην οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για αδικήματα παρόμοιας φύσης με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Αναφέρθηκε ότι η προαναφερόμενη υπόθεση καταχωρήθηκε στις 14/8/2018 και ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος με συγκεκριμένους όρους. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής συνάντησε την ένσταση του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου, ο οποίος αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου εστιάζοντας ιδιαιτέρως στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος σε σχέση με το οποίο ο κ. Πολυχρόνης προσκόμισε και σχετική ιατρική βεβαίωση, η οποία και κατατέθηκε ως Τεκμήριο Δ. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει αποκαλυφθεί οτιδήποτε, το οποίο να καταδεικνύει ότι υπάρχει ροπή του κατηγορούμενου προς το έγκλημα επισημαίνοντας ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου λεπτομέρειες σε σχέση με την υπόθεση που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας. Όσον αφορά δε το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου η εισήγηση του κυρίου Πολυχρόνη είναι ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου καθώς η καταδίκη του στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 1809/17 έχει παραγραφεί και ο κατηγορούμενος έχει αποκατασταθεί. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος κράτησης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, οι οποίες έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις εν λόγω καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορούμενου θα πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου κ.ά

(2001)2 Α.Α.Δ 373 αναφέρθηκε ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα επομένως γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα όμως η νομολογία υποδεικνύει ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 176/17, ημερομηνίας 20/9/2017 Σάββα v. Αστυνομίας καταγράφηκαν με αναφορά στην προγενέστερη νομολογία οι λόγοι στη βάση των οποίων εξετάζεται το ενδεχόμενο κράτησης ενός υπόδικου με ιδιαίτερη μνεία στον κίνδυνο μη προσέλευσης. Ειπώθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Από το απαύγασμα της νομολογίας μας σε σχέση με την κράτηση ενός κατηγορουμένου εκκρεμούσης της δίκης του προκύπτει ότι το ερώτημα αν θα παραμείνει υπό κράτηση δυνάμει του αρθ.157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 εξετάζεται με αναφορά: (Ι) στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο (ΙΙ) στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (ΙΙΙ) στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά δύνανται, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση. Έχει δε επίσης καθιερωθεί νομολογιακά ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσης καθορίζεται από: (α) τη σοβαρότητα του αδικήματος (β) την πιθανότητα καταδίκης και (γ) την ποινή που πιθανό να επιβληθεί Βεβαίως, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, μεγαλύτερο και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του. Ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών πιο πάνω αντικειμενικών κριτηρίων λαμβανομένων όμως υπόψη και των προσωπικών δεδομένων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο. Όπως τονίστηκε στη Φλεριανού ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B136, Ποιν. Έφ.13/16 ημερ. 3.3.2016 και στη Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ. 114/16 ημερ. 7.7.2016, οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας.» Όπως έχω ήδη αναφέρει η Κατηγορούσα Αρχή έχει στηρίξει το αίτημα της σε δύο λόγους και συγκεκριμένα στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ξεκινώντας από το ζήτημα του κινδύνου φυγοδικίας σημειώνω ότι αυτός αποτιμάται με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην ποινή η οποία είναι δυνατό να επιβληθεί. Το πρώτο επομένως στοιχείο που εξετάζεται είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά είναι ως εκ της φύσεως τους σοβαρά αδικήματα και αυτό αντικατοπτρίζεται τόσο στις προβλεπόμενες ποινές, όσο και στη νομολογία. Για τα αδικήματα σημειώνω, τα οποία σχετίζονται με την κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως A' προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου, ενώ για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως A' η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι 12 έτη. Έχει τονιστεί στη νομολογία ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο αφορά την πιθανότητα καταδίκης εξετάζεται στη βάση του μαρτυρικού υλικού, το οποίο παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Β. Όπως έχει τονιστεί στην Θεοδωρίδης κ.ά ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 139 το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση του. Η αντικειμενική θεώρηση του μαρτυρικού υλικού καταδεικνύει ότι σε κατάθεση, η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο Β και αριθμείται με αύξων αριθμό 12A, υπάρχει μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο με τα επίδικα αδικήματα. Δεν παραβλέπω αυτό, το οποίο τόνισε ο κ. Πολυχρόνης ότι στη συγκεκριμένη μαρτυρία κατονομάζεται κάποιο πρόσωπο XXXXX Κρητικός, ενώ το όνομα του κατηγορούμενου όπως εμφαίνεται και στο Κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης είναι XXXXX Χριστάκης. Επαναλαμβάνω όμως ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν προχωρά σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, αλλά περιορίζεται απλώς σε αντικειμενική θεώρηση του. Ως εκ των ανωτέρω χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και χωρίς ασφαλώς να αποφαίνομαι για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορούμενου θεωρώ ότι το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αποκαλύπτει στην όψη του πιθανότητα καταδίκης, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του κατηγορούμενου. Αναφορικά τώρα με την ποινή που μπορεί να επιβληθεί για αδικήματα αυτής της φύσης η νομολογία αποκαλύπτει ότι επιβάλλονται αυστηρές ποινές και δη ποινές φυλάκισης. Παραπέμπω ενδεικτικά και μόνο στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Marcos Alexander dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ 297, ΝΑΖΙΠ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6/14, ημερ. 21/11/2014 αλλά και στην Mohsen JOKARBOZORGI ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 726. Τα προαναφερόμενα αντικειμενικά δεδομένα, δηλαδή η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης και η ποινή που πιθανόν να επιβληθεί θα πρέπει να συνεκτιμώνται και με τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων. Στην Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 130 τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη, θα πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορουμένου, οι δεσμοί του με την Κύπρο, κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί όμως αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης.» Στις συνεκδικαζόμενες εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου
(2008)2. Α.Α.Δ 319 λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης, αλλά εξετάζονται ως προς το κατά πόσο ανατρέπουν τις σκέψεις του κατηγορούμενου να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου παρατηρώ ότι δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Στοιχεία σχετικά με τις προσωπικές του περιστάσεις έχουν δοθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και δεν έχουν τύχει οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Σύμφωνα δε με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία, είναι πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών, νυμφευμένος και διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία με τη σύζυγο του και τα τρία τους παιδιά. Περαιτέρω, είναι λήπτης δημόσιου βοηθήματος λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, όπως αυτά εμφαίνονται στο Τεκμήριο Δ, και ένεκα των οποίων δεν μπορεί να εργαστεί. Όσον αφορά τα προβλήματα υγείας, όπως ήδη έχω αναφέρει πιο πάνω, έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο σχετική ιατρική βεβαίωση ως Τεκμήριο Δ και από αυτήν προκύπτει ότι όντως τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά προβλήματα για τα οποία απαιτείται ιατρική παρακολούθηση. Στη βάση επομένως των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου όπως αυτές έχουν εκτεθεί πιο πάνω και επαναλαμβάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι οι προσωπικές συνθήκες του καταδεικνύουν ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Επαναλαμβάνω ότι ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία, είναι νυμφευμένος και πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών και αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας λόγω του οποίου αδυνατεί να εργαστεί και λόγω του οποίου λαμβάνει δημόσιο βοήθημα. Όλα τα πιο πάνω κατά την κρίση μου ανατρέπουν την οποιαδήποτε σκέψη στον κατηγορούμενο για να αποφύγει την εκδίκαση της υπόθεσης του και να μην παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 22 τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Η κρίση εξυπακούει συνειδητή αντίληψη των προσωπικών δεδομένων και της σημασίας τους και ουσιαστικό συσχετισμό τους προς τον κίνδυνο μη προσέλευσης και προς συγκεκριμένες εναλλακτικές ρυθμίσεις που μπορεί να προσφέρονται για διασφάλιση της παρουσίας στη δίκη. Πάντοτε δε, με σταθερό σημείο αναφοράς ότι το ζητούμενο είναι ο περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας ώστε η κράτηση να διατάσσεται ως εξαίρεση στον κανόνα και όχι αντιστρόφως.» Σχετικά επίσης είναι όσα αναφέρθηκαν και στην υπόθεση Μαρίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 350 σε σχέση με τη συστάθμιση των δεσμών του Εφεσείοντα με την Κύπρο. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα δεν συζητούνται, σ' αυτό το πλαίσιο, ως λόγος για τον οποίο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος εάν κατά τα άλλα δικαιολογείται η κράτησή του. Συζητούνται ως στοιχεία για να φανεί αν συντρέχει ή όχι λόγος κράτησής του. Εν προκειμένω, κίνδυνος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη. Και ήταν ακριβώς το επιχείρημα του κ. Δημητρίου πως σε μια υπόθεση με μαρτυρία αυτής της φύσης όσο και αν δεν μπορεί να υποστηριχτεί πως δεν είναι πιθανή η καταδίκη, δεν μπορεί και να υποστηριχτεί πως είναι εύλογο για τον εφεσείοντα να προσδοκά στην αθώωσή του. Και πως ακριβώς ενόψει τούτου αλλά και των στενών στην πραγματικότητα δεσμών του με την Κύπρο θα έπρεπε να ήταν αρνητική η απάντηση σε σχέση με τον κίνδυνο μη προσέλευσή τους κατά τη δίκη. Συμφωνούμε πως στη βάση του κανόνα ότι, κατά το τεκμήριο της αθωότητας, δεν κρατείται υπόδικος εκτός εάν συγκεκριμενοποιείται παραδεκτός λόγος για την κράτηση, δεν είχε τεκμηριωθεί στην περίπτωση κίνδυνος μη προσέλευσης του εφεσείοντα που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με την κράτησή του.» Επιπρόσθετα, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα ''Ποινική Δικονομία στην Κύπρο'' του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, όπου στη σελίδα 83 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τους δεσμούς ενός υπόδικου με την Κύπρο: «Οι δεσμοί του υποδίκου με την Κύπρο συνιστούν σημαίνοντα παράγοντα για την κράτηση ή μη υποδίκου. Η πιθανότητα διαφυγής του υποδίκου επαυξάνεται όταν αυτός είναι αλλοδαπός.» Τέλος, σημειώνω ότι όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 538 η συνεκτίμηση των στοιχείων για τον κίνδυνο μη προσέλευσης υποδίκου στη δίκη του θα πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και επιείκειας, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Όπως ήδη αναφέρθηκε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στήριξε το αίτημα του και στο ότι υπάρχει κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Προς τούτο ο κ. Μανώλη αναφέρθηκε στην προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, αλλά και στην υπόθεση που αντιμετωπίζει στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας με αριθμό 7373/
  1. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, όπως αυτή εμφαίνεται στο Τεκμήριο Γ, δεν οδηγεί κατά την κρίση μου σε συμπέρασμα ότι υπάρχει ροπή προς το έγκλημα. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Γ πρόκειται για ένα από τα ελαφρύτερα αδικήματα του Ποινικού μας Κώδικα, αδίκημα εντελώς διαφορετικής φύσεως σε σχέση με τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τόσο στην παρούσα υπόθεση, όσο και στην 7373/18 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας. Συνεπώς, το σημείο αυτό θεωρώ ότι δεν μπορεί να εξασκήσει οποιανδήποτε επίδραση στην πιθανολόγηση διάπραξης άλλων αδικημάτων. Δεν παραβλέπω την εισήγηση του κ. Πολυχρόνη ότι το αδίκημα που εμφαίνεται στο Τεκμήριο Γ δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου καθώς, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Πολυχρόνης, ο κατηγορούμενος με βάση τον Νόμο 70/1981 έχει αποκατασταθεί. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε εις βάθος θεώρηση των όσων έχει αναφέρει ο κ. Πολυχρόνης περιορίζομαι να αναφέρω ότι και με βάση τον Νόμο 70/1981 και ακόμα και αν γίνει δεκτή η θέση του ότι ο κατηγορούμενος έχει αποκατασταθεί διότι έχει παρέλθει ένα έτος, σημειώνω ότι με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν το ένα έτος δεν έχει παρέλθει εφόσον η ημερομηνία καταδίκης ήταν η 25.10.
  2. Στη Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 130 η πιθανολόγηση διάπραξης άλλων αδικημάτων τέθηκε ως εξής. «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μία πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις.» Αναφορικά με τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στην Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ227 τονίστηκαν τα ακόλουθα. «Είναι γεγονός ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη από τον εφεσείοντα, μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε ακόμα και από το γεγονός ότι εναντίον του εφεσείοντα εκκρεμούν προς εκδίκαση ή προς καταχώρηση, άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. [Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130]. Το γεγονός της εκκρεμότητας άλλων υποθέσεων σε σχέση με διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων μπορεί, υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, να θεωρηθεί ότι αναδεικνύει μια συμπεριφορά και τάση του εφεσείοντα η οποία κλίνει προς την πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων αν αυτός αφεθεί ελεύθερος. [Βλ. Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567]. Η πλήρης απόδειξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν είναι ούτε και θεωρητικά δυνατή. Το Δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντοτε ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά στο μέλλον, βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του εφεσείοντα ή σε άλλες περιστάσεις [Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)].» Στην προκειμένη περίπτωση καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την υπόθεση με αριθμό 7373/18 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας σε σχέση με την οποία τα μοναδικά στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου είναι ότι η εν λόγω υπόθεση αφορά αδικήματα παρόμοιας φύσης με τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα. Σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου το κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης, ούτε και δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην υπόθεση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας και ιδιαιτέρως δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες όσον αφορά την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην υπόθεση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας. Στην απουσία αυτής της πληροφορίας θεωρώ ότι είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχει ροπή προς το έγκλημα και επομένως κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων. Τα μοναδικά στοιχεία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο είναι αυτά τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν προ ενός περίπου έτους και συγκεκριμένα περί τις 10/10/
  1. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να σχολιαστεί και η δήλωση του κυρίου Πολυχρόνη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του την προηγούμενη προσέλευση του κατηγορούμενου στην προαναφερόμενη υπόθεση, εφόσον δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε με τους όρους που τέθηκαν στην υπόθεση με αριθμό 7373/18 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας. Καταληκτικά όσον αφορά το ζήτημα το οποίο εγέρθηκε για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εν όψει του ότι το πρόσωπο που φέρεται ότι κατονομάζει τον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει άλλη παρόμοιας φύσεως υπόθεση στα πλαίσια της οποίας έχει αφεθεί ελεύθερος, σημειώνω ότι αποκτά θεωρητική και μόνο σημασία. Περιορίζομαι ωστόσο να επισημάνω ότι η αρχή της ισότητας προσδιορίζεται με αναφορά στην ομοιογένεια των υποκειμένων του δικαίου και όχι σε απλή αριθμητική εξίσωση τους και επομένως στην απουσία των όποιων περιστάσεων στη βάση των οποίων το Δικαστήριο στα πλαίσια της άλλης υπόθεσης αποφάσισε όπως επιβάλει συγκεκριμένους όρους δεν θα μπορούσε να εξεταστεί ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια και έχοντας υπόψη μου και τους όρους που έχουν προταθεί από πλευράς της Υπεράσπισης για να παραμείνει ελεύθερος ο κατηγορούμενος μέχρι την εμφάνιση του ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου στις 21/11/2018 ο κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος υπό τους πιο κάτω όρους:
  2. Το όνομα του να καταχωρηθεί στον κατάλογο προσώπων, των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Δημοκρατίας.
  3. Ο κατηγορούμενος να παραδώσει το διαβατήριο του και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα τυχόν κατέχει στην Αστυνομία.
  4. Να καταθέσει σε μετρητά το ποσό των €40.
  5. Να υπογράψει επιπρόσθετα προσωπική εγγύηση ύψους €50.000 με έναν αξιόχρεο εγγυητή της έγκρισης του Πρωτοκολλητή.
  6. Να παρουσιάζεται καθημερινά στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας μεταξύ των ωρών 07:00 με 10:00 το πρωί.
  7. Να δώσει πλήρη στοιχεία της διεύθυνσης του περιλαμβανομένου αριθμό τηλεφώνου στις Αστυνομικές Αρχές και σε περίπτωση αλλαγής των πιο πάνω στοιχείων να ενημερώσει άμεσα τις Αστυνομικές Αρχές. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.