Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωκράτους, Αρ. Υπόθεσης: 2427/16, 28/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B157 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2427/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον ΧΧΧΧΧ Σωκράτους Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2018 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μάριος Κουτσόφτας Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τελικά τρεις κατηγορίες, καθ΄ ότι η τέταρτη κατηγορία έχει διακοπεί σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και συνεπώς η μαρτυρία που προσκομίστηκε και που αφορά την τέταρτη κατηγορία, ο ουσιώδης χρόνος της οποίας είναι μεταγενέστερος των κατηγοριών 1 έως 3, θα αγνοηθεί. Η πρώτη κατηγορία αφορά την καταδίωξη θηράματος κατά την διάρκεια της κλειστής περιόδου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 48
(1)
(4)και 88 του περί Προστασίας και Διαχείρισης άγριων πτηνών και θηραμάτων Νόμου 152
(1)/2003 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 1ην Ιουλίου 2013 στην τοποθεσία ΄΄ΤΖΗΛΑΟΣ΄΄ περιοχή του χωριού Παραμύθα της επαρχίας Λεμεσού, καταδίωκε θήραμα κατά τη διάρκεια της κλειστής περιόδου. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την φόνευση θηράματος κατά την διάρκεια της κλειστής περιόδου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 48
(1)
(4)και 88 του περί Προστασίας και Διαχείρισης άγριων πτηνών και θηραμάτων Νόμου 152
(1)/2003 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 1ην Ιουλίου 2013 στην τοποθεσία ΄΄ΤΖΗΛΑΟΣ΄΄ περιοχή του χωριού Παραμύθα της επαρχίας Λεμεσού, φόνευσε θήραμα κατά τη διάρκεια της κλειστής περιόδου. Η τρίτη κατηγορία αφορά την άσκηση σκύλων σε μη επιτρεπόμενη περιοχή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 27
(1)(ζ)
(3)του περί Προστασίας και Διαχείρισης άγριων πτηνών και θηραμάτων Νόμου 152
(1)/2003 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 1ην Ιουλίου 2013 στην τοποθεσία ΄΄ΤΖΗΛΑΟΣ΄΄ περιοχή του χωριού Παραμύθα της επαρχίας Λεμεσού, μετέφερε για τρεις σκύλους για άσκηση σε μη επιτρεπόμενη περιοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, η τέταρτη κατηγορία διακόπηκε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και συνεπώς όποιαδήποτε μαρτυρία προσκομίστηκε προς απόδειξη αυτής της κατηγορίας, που αποτελεί ξεχωριστό ουσιώδη χρόνο και τόπο από τις υπόλοιπες τρεις κατηγορίες θα αγνοηθεί. Ο Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά σε καταθέσεις που έχουν προβεί συνάδελφοι του, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, ως οι επί μέρους καθέσεις τους, ο κατηγορούμενους εκπαίδευε σκύλλους και εντοπίστηκε ένας λαγός, ο οποίος παραδώθηκε στον μάρτυρα, κάνοντας επίσης αναφορά στο τι λέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στην λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και τους ισχυρισμούς που προέβαλε και που αφορούν τους λόγους της παρουσίας του στην περιοχή, ως επίσης και τις προθέσεις που είχε αναφορικά με τον λαγό. Ακολούθησε η γραπτή κατηγορία και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Ακολούθησε επί τόπου επίσκεψη του μάρτυρα μαζί με άλλους συναδέλφους του, όπου εντοπίστηκε σε χάρτη το σημείο όπου εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος και βρίσκεται περίπου στο κέντρο της απαγορευμένης περιοχής, στην οποία υπάρχουν και οι ανάλογες σημάνσεις. Ολοκληρώνοντας την κατάθεση του αναφέρθηκε στην διακίνηση του λαγού ως τεκμηρίου και τις ενέργειες που έγιναν για αυτό. Προφορικά και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, ως τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο και η απάντησε που έδωσε ο κατηγορούμενος, καθώς επίσης ως τεκμήριο 4 τον χάρτη της επίδικης περιοχής, περιγράφοντας επίσης, στην έκταση που μπορούσε, την επίδικη περιοχή, το σημείο όπου σημειώθηκε στον χάρτη ως το σημείο που ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε, διευκρινίζοντας ότι όταν παρέλαβε τον λαγό αυτός ήταν νεκρός, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα αφηνόταν ελεύθερος. Στην αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να απαντήσει τι φυλή, χρώμα, φύλο και ηλικία είχαν τα σκυλιά του κατηγορουμένου, επικαλούμενος το περιορισμένο της εμπλοκής του στην παρούσα υπόθεση, παραππέμποντας ουσιαστικά στα εμπλεκόμενα άτομα της Υπηρεσίας Θήρας και το ίδιο έπραξε και για το κατά πόσο ο λαγός ήταν ζωντανός όταν παραλήφθηκε. Η Μ.Κ. 2, αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως κτηνιατρικός λειτουργός στις κτηνιατρικές υπηρεσίες, διορισμένη στο επαρχιακό κτηνιατρικό γραφείο Λεμεσού και ανάμεσα στα καθήκοντα της εμπίπτει η εξέταση θηραμάτων, αναγνωρίζοντας και υιοθετώντας ταυτόχρονα το τεκμήριο 5, ως την έκθεση που έχει συντάξει η ίδια και που αφορά την εξέταση και νεκροψία του επίδικου λαγού που διενήργησε σε αυτόν, όπου δεν έφερε κανένα εξωτερικό κάταγμα και από εξέταση που έγινε στην περιοχή του λαιμού, εντοπίστηκαν πολλαπλά κατάγματα στους αυχενικούς σπονδύλους, τα οποία πολύ πιθανό να προκάλεσαν και το θάνατο του λαγού, διευκρινίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να πει με βεβαιότητα εάν αυτά τα κατάγματα θα μπορούσαν να έχουν ως αιτία την αρπαγή του λαγού από σκύλους, λόγω ακριβώς ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες που μπορεί να σπάσει ένας αυχένας, ήτοι από οτιδήποτε, σίγουρα όμως από βίαιο τρόπο και όχι από φυσιολογικά αίτια, θα μπορούσε να ήταν και από ανθρώπινο χέρι ή ακόμα και από αρπαγή σκύλου, παρόλο που δεν έχει βρει κάποιο δάγκωμα στον λαγό, χωρίς να θέλει η μάρτυρας να τοποθετηθεί πιο είναι το πιο πιθανό σενάριο, ήτοι από ανθρώπινο χέρι ή από αρπαγή σκύλου, λόγω του χρόνου που παρήλθε. Στην σύντομη αντεξέταση της, όπου περιορίστηκε σε μια ερώτηση, ανέφερε ότι ο λαγός δεν έφερε οποιοδήποτε εξωτερικό τραύμα και συνεπώς περιορίστηκε στην δήλωση που ανέφερε στην έκθεση της. Ο Μ.Κ. 3 αναφέρθηκε σε νεκροψία που διενήργησε σε λαγό, ήτοι το τεκμήριο 6 και που αφορά την τέταρτη κατηγορία που έχει διακοπεί σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας ως πιο πάνω αναφέρθηκε και συνεπώς η μαρτυρία του έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και αποδεικτικής βαρύτητας πλέον, διότι δεν συνδέεται με τον ουσιώδη χρόνο και τόπο των πρώτων τριών κατηγοριών. Ο Μ.Κ. 4 ανέφερε ότι κατά την επίδικη ημέρα, ανέλαβε καθήκον και μαζί με άλλο άτομο πήγαν για περιπολία στην προσωρινά απαγορευμένη περιοχή κυνηγιού στην τοποθεσία ΤΖΙΗΛΑΟΣ, έδαφος του χωριού Παραμύθα. Η εν λόγω περιοχή δεν εμπίπτει στις απαγορευμένες περιοχές που ρυθμίζονται με διάταγμα και επιτρέπει την εκπαίδευση κυνηγετικών σκύλλων. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 07:00, εντόπισε τρεις σκύλλους στο κέντρο περίπου της εν λόγω απαγορευμένης περιοχής και στη συνέχεια πρόσεξε τον κατηγορούμενο, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, να είναι κοντά στους σκύλλους σε απόσταση περίπου στα 100 με 200 μέτρα από τον ίδιο και να εκπαιδεύει τους σκύλλους του. Ενώ ο κατηγορούμενος εκπαίδευε τους σκύλλους του που ιχνηλατούσαν, πρόσεξε τον κατηγορούμενο να παίρνει από το στόμα ενός από τους σκύλλους και να λέει προς τον σκύλλο ΄΄Μπράβο μάνα μου , μπράβο΄΄ Από την απόσταση που ο μάρτυρας βρισκόταν, υπολόγισε ότι πιθανόν να επρόκειτο για λαγό. Λόγω της μορφολογίας του εδάφους, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προσεγγίσει τον κατηγορούμενο, όμως σε κατοπινό στάδιο ανέκοψε τον κατηγορούμενο, στο όχημα του οποίου διενήργησε έρευνα με την συγκατάθεση του κατηγορουμένου, όπου και βρήκε ένα λαγό ζωντανό, ο οποίος φαινόταν τραυματισμένος, εντόπισε επίσης και τρεις σκύλλους. Ο λαγός κατά την μεταφορά στον αστυνομικό σταθμό απεβίωσε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκπαίδευε σκύλλους και πιο συγκεκριμένα είχε μαζί του τρεις σκύλλους οι οποίοι ιχνηλατούσαν κάτω στο έδαφος και αυτό ονομάζεται εκπαίδευση κυνηγετικών σκύλλων. Αναγνώρισε το τεκμήριο 4, λέγοντας ότι είναι η απαγορευμένη περιοχή με πινακίδες όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο και καθόρισε το σημείο όπου περίπου εντόπισε τον κατηγορούμενο. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κλειστή περίοδος για κυνήγι και ως προς την ηλικία των σκύλλων ανέφερε ότι δεν μπορεί μεν να πει την ηλικία τους, όμως σίγουρα πρέπει να είναι κάποιος τουλάχιστον 10 μηνών για να πιάσει λαγό. Διευκρίνισε όμως ότι ο κατηγορούμενος δεν κυνηγούσε, αλλά εκπαίδευε τους σκύλλους του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποια φυλή ήταν οι σκύλλοι του κατηγορουμένου και γενικά τα χαρακτηριστικά τους, ήταν όμως σκύλλοι για το θήραμα και δεν ήταν κατοικίδια. Ο λαγός που παραδόθηκε ήταν ζωντανός, απαγορεύεται όμως η κατοχή του είτε ζωντανού, είτε νεκρού. Περιέγραψε την σκηνή όπου έχει εντοπίσει τον κατηγορούμενο και την απόσταση που αυτός βρισκόταν και τόνισε το γεγονός ότι ο λαγός ήταν στην κατοχή του κατηγορουμένου στο αυτοκίνητο του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα η κατηγοορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Ως προς την πρώτη κατηγορία, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος α) καταδίωκε θήραμα β) κατά την διάρκεια κλειστής περιόδου, στην δεύτερη κατηγορία ότι α) φόνευσε θήραμα β) κατά την διάρκεια κλειστής περιόδου, στην τρίτη κατηγορία ότι ο κατηγορούμενος α) εκπαίδευε σκύλλους β) οι σκύλλοι να έχουν την έννοια που ορίζει ο περί Σκύλλων νόμος που παραπέμπει ευθέως ο υπό εξέταση και επίδικος νόμος που αναγράφεται στην έκθεση των αδικημάτων και γ) αυτό να έγινε σε μη επιτρεπόμενη περιοχή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 1 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Το ότι υπήρξε στην παρούσα περίπτωση θήραμα, αυτό αποτελεί κοινό έδαφος και παραδεκτό γεγονός, ήτοι ότι υπήρξε ένας λαγός, καθ΄ ότι αυτό διαφαίνεται μέσα από τις δηλώσεις και των δύο πλευρών, καθώς επίσης και μέσα από το τεκμήριο 8, το οποίο εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Το ότι υπήρξε κλειστή περίοδος αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που έχει αμφισβητηθεί είναι η καταδίωξη και η φόνευση του θηράματος, καθώς επίσης και κατά πόσο οι σκύλλοι είχαν την έννοια που αναφέρθηκαν πιο πάνω και επιφανειακά αμφισβητήθηκε το κατά πόσο ήταν μη επιτρεπόμενη περιοχή και συνεπώς η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί σε αυτά τα σημεία που τελούν υπό αμφισβήτηση. Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να παραθέσει τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς να διστάσει να παραδεχθεί εάν κάτι δεν το γνώριζε, παραπέμποντας στα αρμόδια πρόσωπα της Υπηρεσίας Θήρας που έχουν εμπλακεί, χωρίς επομένως να μετουσιώσει τον εαυτό του σε αυτόπτη ή αυτήκοο μάρτυρα στην επίδικη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο ότνα ήταν εκεί ο κατηγορούμενος και οι αρμόδιοι της Υπηρεσίας Θήρας, διότι αυτό δεν ίσχυε. Δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό ή οποιαδήποτε μεροληψία εκ μέρους του μάρτυρα υπέρ ή εναντίον της κατηγορούσας αρχής ή του κατηγορουμένου ως ανακριτής και συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 2 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διακρίνει ότι οι μάρτυρας χωρίς περιστροφές και αμφιταλαντεύσεις, έδωσε την δική της εξήγηση και ερμηνεία ως προς τα ευρήματα της μέσα από την εξέταση που διενήργησε στον λαγό και δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα εκ μέρους της μάρτυρος να αποφύγει να πει την αλήθεια ή να αποκρύψει κάτι από το Δικαστήριο ή να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε και αυτό φαινόταν ξεκάθαρα από την αρχή με την σύνταξη της έκθεσης της, αλλά και την μετέπειτα επεξήγηση της, όπου δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δεν είναι σε θέση να πει με βεβαιότητα τι προκάλεσε την θανάτωση του λαγού, πείθοντας το Δικαστήριο για τις εξηγήσεις της, ως επίσης και τις πιθανές αιτίες πρόκλησης των πολλαπλών καταγμάτων στον αυχένα του λαγού, παραμένοντας ταυτόχρονα σταθερή και μη αποκλίνουσα στα όσα ανέφερε στην έκθεση της . Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 4 άφησε επίσης πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αυθεντικότητα και αντικειμενικότητα της μαρτυρίας του, ήταν άμεσος, πηγαίος, ευκρινής και δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν γνώριζε επακριβώς, όπως π.χ. τα χαρακτηριστικά των σκύλλων του κατηγορουμένου, έπεισε όμως ότι μέσα από την μακρόχρονη υπηρεσία του, μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ήταν σκύλλοι άνω των 10 μηνών για να μπορεούν να πιάσουν λαγό και ότι ήταν για το θήραμα, ήτοι για το κυνήγι και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως απόλυτο λογικό και πειστικό. Έπεισε ο μάρτυρας απόλυτα για το ορθό και ενδεδειγμένο των ενεργειών του και για το πως εντόπισε και ακολούθως ανέκοψε τον κατηγορούμενο, στην κατοχή του οποίου ανευρέθηκε ένας λαγός. Δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης ή εμμονής του μάρτυρα εναντίον του κατηγορουμένου. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος προέβη, ως ήταν και δικαίωμα του, σε ανώμοτη δήλωση, η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτολεξεί. Ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν τη βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης, με βάση την απόφαση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 91/14, ημερ. 22.6.16 ο έντιμος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως ήταν τότε κ. Γ. Ερωτοκρίτου, ανέφερε τα εξής: «Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει τη ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης» Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την αξιολόγηση μιας ανώμοτης δήλωσης και έχοντας υπ΄ όψη το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να αποδοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι με την ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος αρνείται και αντικρούει τις εναντίον του κατηγορίες και που εν πάση περιπτώση αποτελεί άλλωστε υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος για προηγούμενη αναστολή ποινικής δίωξης, επίσης δεν έχουν οποιανδήποτε βαρύτητα, διότι αποτελεί Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να προχωρεί ή όχι σε αναστολή μιας ποινικής δίωξης και η ενέργεια του αυτή με βάση και την πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ελέγχεται Δικαστικά. Επίσης, τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην αγόρευση του ότι προσπαθούσε να σώσει τον λαγό, αυτό δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία και ούτε καν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας. Το ότι το όλο συμβάν επεσυνέβη σε απαγορευμένη περιχή, αυτό προκύπτει αβίαστα μέσα από το τεκμήριο 4 και τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ. 1 και 4, οι μαρτυρίες των οποίων έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο ως αληθινές και αξιόπιστες. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, προκύπτουν αβίαστα τα πιο κάτω συμπεράσματα. Από την στιγμή που ο ίδιος ο Μ.Κ. 4, ο οποίος ήταν και ο αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας στην επίδικη σκηνή όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο και τα σκυλιά του, ανέφερε ευκρινώς και ξεκάθαρα στην σελίδα 24 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 29/8/2018 στην 13η γραμμή ότι ο κατηγορούμενος δεν κυνηγούσε, αλλά εκπαίδευε τους σκύλλους του, καταρρίπτονται αυτόματα οι κατηγορίες 1 και 2, διότι δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καταδίωκε και τελικά φόνευσε τον λαγό, ο οποίος είναι θήραμα εν τη εννοία του νόμου. Υπάρχουν επίσης και άλλα στοιχεία που καταρρίπτουν τις κατηγορίες 1 και
- Συγκεκριμένα, η Μ.Κ. 2 ευκρινώς και ξεκάθαρα ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν τα πολλαπλά κατάγματα στον αυχένα του λαγού προήλθαν από αρπαγή σκύλλου, αφήνοντας έτσι το πρώτο παράθυρο αμφιβολίας και σε αυτό συντείνει το γεγονός ότι δεν βρέθηκε δάγκωμα σκύλλου στον αυχένα, αφήνοντας πλέον ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα για το πως θανατώθηκε ο λαγός, ο οποίος μάλιστα όταν βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου ήταν ζωντανός, αλλά αυτός ο λαγός απεβίωσε κατά την μεταφορά του στον αστυνομικό σταθμό. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί εάν ο σκύλλος του κατηγορούμενου ευθύνεται για τον θάνατο του λαγού και εν πάση περιπτώση, ο ίδιος ο Μ.Κ. 4, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο κατηγορούμενος δεν κυνηγούσε. Ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πήρε από το στόμα του σκύλου του τον λαγό, έχοντας υπ΄ όψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε, θα μπορούσε να ισοδυναμούσε με καταδίωξη θηράματος, διότι με την καταδίωξη απαιτείται πιο ενεργή δράση, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε, σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία του Μ.Κ.
- Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1 και 2, ήτοι της καταδίωξης και της φόνευσης του θηράματος, ήτοι του λαγού από τον κατηγορούμενο. Μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, προκύπτει αβίαστα ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, διότι αποδείχθηκε μέσα και από το τεκμήριο 4 ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε μη επιτρεπόμενη περιοχή, ότι ο κατηγορούμενος εκπαίδευε σκύλλους και πιο συγκεκριμένα αυτοί ιχνηλατούσαν και ότι οι σκύλλοι του κατηγορουμένου ήταν ηλικίας άνω των 3 μηνών που είναι το κατώτατο όριο ηλικίας που ορίζει ο περί Σκύλλων νόμος που παραπέμπει ευθέως ο υπό εξέταση και επίδικος νόμος που αναφέρεται στην έκθεση του αδικήματος. Η ηλικία των σκύλλων προκύπτει από την αναφορά του Μ.Κ. 4, ο οποίος με βεβαιότητα ανέφερε ότι για να πιάσει ένας σκύλλος εναν λαγό, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει τουλάχιστον να είναι ηλικίας 10 μηνών, ήτοι υπερκαλύπτει το κατώτατο όριο ηλικίας που έθεσε ο νομοθέτης. Αυτή η αναφορά του μάρτυρα έπεισε, λόγω της μακρόχρονης υπηρεσίας του στην Θήρα, ως επίσης έπεισε η αναφορά του ότι οι σκύλλοι του ήταν για το θήραμα, ήτοι κυνηγετικοί και αυτή η αναφορά του μάρτυρα δεν έχει κλονιστεί με οποιανδήποτε άλλη αντίθετη μαρτυρία από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε να προσκομίσει σχετικά πιστοποιητικά, που να καταδεικνύουν ότι οι σκύλλοι του ήταν κάτω από τριών μηνών και αυτό θα μπορούσε να το πράξει εύκολα, λόγω ακριβώς ότι οι σκύλλοι ήταν δικοί του και ήταν στην κατοχή του, πλην όμως δεν το έπραξε. Συνεπώς, η τρίτη κατηγορία αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επιπρόσθετα όμως, μέσα από την πιο πάνω αξιολόγηση και ειδικότερα και επιπρόσθετα μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, προκύπτει ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν καταδίωκε και δεν φόνευσε τον λαγό, προκύπτει όμως ότι αυτός κατείχε θήραμα, ήτοι τον λαγό και πιο συγκεκριμένα μέσα στο αυτοκίνητο του, ο οποίος λαγός μέχρι εκείνη την ώρα ήταν ζωντανός. Δηλαδή αποδείχθηκε το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 59
(1)του περί προστασίας και διαχείρισης άγριων πτηνών και θηραμάτων, αδίκημα για το οποίο δεν υπάρχει στο κατηγορητήριο. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταδικαστεί για αυτό το αδίκημα. Ως προς αυτήν την δυνατότητα, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατη-γορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.΄΄ Η αθώωση του κατηγορούμενου στις κατηγορίες, που περιλαμβάνονταν αρχικά στο κατηγορητήριο, δεν δημιουργεί δεδικασμένο (autrefois acquit), για τις κατηγορίες, που το Δικαστήριο προσ-θέτει και στις οποίες τον καταδικάζει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85
(4)Κεφ. 155 (βλέπε σχετικά, Shail ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2014, ημερ. 08.07.2016) Από το λεκτικό του άρθρου 85
(4)προκύπτει, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, είναι οι εξής (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία, πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος, που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, (β) Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να υπόκεται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης, που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί, αν καταδικαζόταν, βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου και (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν πρέπει να επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του βλέπε σχετικά, Leonidou ν. The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 458, Πουλλάουας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, Τμήμα Δασών ν. Ττοφιά, Ποινική Έφεση Αρ. 223/12, ημερ. 20.12.2014, Shail ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2014, ημερ. 08.07.2016 Στην Κυριάκου (ανωτέρω) το Εφετείο, παρόλο που το θέμα δεν είχε εγερθεί ενώπιόν του, παρατή-ρησε ότι, στο βαθμό, που οτιδήποτε έχει λεχθεί στην υπόθεση The Attorney General of the Republic ν. Kyriacos Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, στις σελ. 221 και 222, αναφορικά με την ερμηνεία της φράσης «an offence or offenses not contained in the charge or information» μέσα στο κείμενο του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, είναι δυνατό να θεωρηθεί, ότι δε συνάδει με το σκεπτικό της παρούσας υπόθεσης ή της υπόθεσης Sammy Imbrahim Issa and Another ν. Republic
(1989)2 C.L.R. 39), δε συνιστά ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, με το σκεπτικό, ότι, εν όψει του σκοπού του νομοθέτη, κατά τη θέσπιση του άρθρου 85
(4), η ερμηνεία που δόθηκε, είναι υπέρ-μετρα αυστηρή και περιοριστική. Κρίθηκε, ως εκ τούτου ότι, χάριν της βεβαιότητας του δικαίου, η απόφαση στην υπόθεση Kyriacos Kyprianou (ανωτέρω) πάνω στο επίδικο θέμα της ερμηνείας του άρθρου 85
(4), δεν αντανακλά το ισχύον δίκαιο. Στην Charalambous ν. Municipality of Nicosia
(1965)2 C.L.R. 63 αποφασίσθηκε, ότι η πιθανό-τητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί, όπου υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών της υφιστάμενης κατηγορίας, σε σύγκριση με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, που προστίθεται από το Δικαστήριο (βλέπε σχετικά, Παφίτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 762, στην οποία αποφασίσθηκε, ότι δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο). Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 315 ο εφεσείων αντιμετώπισε κατηγορία, βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε πως αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα και τον κάλεσε σε απολογία. Αυτός επέλεξε να μην πει τίποτα και δεν κάλεσε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, που δημιουργεί το άρθρο 210. Εφάρμοσε όμως τις διατάξεις του Άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, προσθέτοντας στο κατηγορητήριο κατηγορία για αμελή οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, στην οποία και καταδίκασε τον εφεσείοντα. Στην έφεση ένα από τα παράπονα του δικηγόρου του εφεσείοντα ήταν, ότι επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του από την απόφαση για προσθήκη στο κατηγορητήριο της κατηγορίας για αμελή οδήγηση και της καταδίκης του σε αυτή. Επεξηγώντας τη θέση του είπε, πως όταν κλήθηκε ο εφεσείων σε απολογία στην κατηγορία, βάσει του άρθρου 210, δεν ήταν δυνατό να προβλέψει, σ' εκείνο το στάδιο, πως το Δικαστήριο θα πρόσθετε στο τέλος της υπόθεσης κατηγορία για αμελή οδήγηση. Το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης, επισήμανε, ότι η πιο πάνω επιχειρηματολογία του δικηγόρου του εφεσείοντα δεν προωθούσε τη θέση του για επηρεασμό της υπεράσπισης του. Όπως αναφέρθηκε, ο ίδιος είχε επιλέξει, καθώς ήταν δικαίωμά του, να μην προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είχε ήδη προσαχθεί, ενώ ο δικηγόρος ήταν ασφαλώς ενήμερος των διατάξεων του άρθρου 85
(4). Στην Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, το Εφετείο, κρίνοντας, ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 (και ο μη δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης) και ασκώντας τις εξουσίες, που έχει από το υπ' αναφορά άρθρο και το άρθρο 145
(1)(γ) του Κεφ. 155, τροποποίησε το κατηγορητήριο, με την προσθήκη νέας κατηγορίας, πανομοιότυπης με την υφιστάμενη (για την οποία έκρινε, ότι δεν είχε αποδειχθεί και ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση) στην οποία αυτό που άλλαξε ήταν η περιγραφή του θύματος της επίθεσης. Κάτι ανάλογο, με καθοδήγηση από την Κυριάκου, είχε αποφασίσει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Παφίτης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση. Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, διότι ο κατηγορούμενος δεν έχει αμφισβητήσει αυτήν την κατοχή και επίσης δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με οποιανδήποτε μεγαλύτερη ποινή και ούτε διαπιστώνει το Δικαστήριο ότι θα βλάπτονταν τα συμφέροντα του και ούτε θα βρισκόταν σε δυσμενή θέση, αφού η θέση που προβλήθηκε περί πρόθεσης του να σώσει τον λαγό έχει προβληθεί μόνο στο στάδιο της αγόρευσης και που δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα και ούτε έχει υποβληθεί στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Εν πάση περιπτώση όμως, το γεγονός ότι επιβράβευσε ο κατηγορούμενος τον σκύλλο του που έπιασε τον λαγό όπως προκύπτει μέσα από την αποδεχθείσα μαρτυρία του Μ.Κ. 4, καταδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ανέφερε ο κατηγορούμενος περί πρόθεσης διάσωσης του λαγού, καταδεικνύοντας έτσι και την ηθελημένη αποδοχή και κατοχή του πιο πάνω θηράματος, η οποία κατοχή διακόπηκε μόνο με την ανακοπή του κατηγορουμένου. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του δεν υποστηρίχθηκαν ενόρκως από τον ίδιο και συνεπώς δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Συνεπώς προστίθεται η πιο κάτω κατηγορία ως πέμπτη κατηγορία: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. κατηγορίας 5 Απαγόρευση κατοχής θηράματος, κατά παράβαση του άρθρου 2, 59
(1)και 88 του περί Προστασίας και Διαχείρισης άγριων πτηνών και θηραμάτων Νόμου 152
(1)/2003 όπως τροποποιήθηκε ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 1ην Ιουλίου 2013 στην τοποθεσία ΄΄ΤΖΗΛΑΟΣ΄΄ περιοχή του χωριού Παραμύθα της επαρχίας Λεμεσού, κατείχε θήραμα, ήτοι ένα λαγό. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν την κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 1 και 2 και κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 3 και 5. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο