Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αριστείδου, Αρ. Υπόθεσης: 4403/15, 6/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B153 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4403/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον XXXXX Αριστείδου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 06.09.2018 Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Α. Μανώλη μαζί με κ.Π. Αβρααμίδη Για τον κατηγορούμενο : κ. Α. Δημητρίου μαζί με κα. Χ.Χριστοφή και κ. Μ.Καούλλα (η κα. Χ.Χριστοφή για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει δύο
(2)κατηγορίες και συγκεκριμένα : 1η κατηγορία : για κλοπή υπό Δημόσιου Λειτουργού, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 14ην Μαΐου 2014 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν Δημόσιος Λειτουργός, δηλαδή ο Αστυφύλακας με αριθμό XXX9, έκλεψε κρατική περιουσία, δηλαδή, την πιστοποίηση που έκδωσε και υπέγραψε ο Δημόσιος Κατήγορος XXXXX Αργυρού προς την κα XXXXX Διαμαντή, ότι από τις 17/03/14 μέχρι τις 13/05/14 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 10604/11, άγνωστης αξίας, περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Δημόσιου Κατηγόρου της Νομικής Υπηρεσίας XXXXX Αργυρού από τη Λεμεσό. 2η κατηγορία : για κατάχρηση εξουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 105 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 14ην Μαΐου 2014 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν Δημόσιος Λειτουργός, δηλαδή ο Αστυφύλακας με αριθμό XXX9, κατά κατάχρηση εξουσίας που αναγόταν στα καθήκοντα του, ενήργησε αυθαίρετη πράξη που παράβλαπτε τα δικαιώματα του Δημόσιου Κατηγόρου της Νομικής Υπηρεσίας XXXXX Αργυρού από τη Λεμεσό, δηλαδή, άρπαξε από τον πιο πάνω XXXXX Αργυρού την πιστοποίηση που έκδωσε και υπέγραψε ο ίδιος προς την κα XXXXX Διαμαντή, ότι από τις 17/03/14 μέχρι τις 13/05/14 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 10604/11 και ακολούθως ενώ του ζητήθηκε από τον XXXXX Αργυρού να την επιστρέψει για να τη δώσει στην κα XXXXX Διαμαντή, αυτός αρνήθηκε και την κράτησε χωρίς εύλογη αιτία. Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο
(2)μάρτυρες, ενώ σημειώνεται ότι η κατάθεση του Λοχ.χχ2 (τεκμ.15) κατατέθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτή. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Ήδη από το σημείο αυτό αναφέρεται πως η επιλογή του δικαιώματος σιωπής από τον κατηγορούμενο ήταν απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης παρουσίασε στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση του, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι συνήγοροι και αρκούμαι εδώ ν' αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Α) Εκ συμφώνου κατατεθείσα - Η Κατάθεση του Λοχ.XX2 XXXXX Γαβριήλ, ημερ.03/03/2015 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 15 : " Σταθμεύω στο Αρχηγείο Αστυνομίας (Τμήμα Α') και υπηρετώ στο Γραφείο Ανθρωπίνου Δυναμικού, όπου φυλάσσονται οι προσωπικοί φάκελοι και τα ηλεκτρονικά ατομικά δελτία των μελών της Αστυνομίας. Απ' ότι φαίνεται τόσο από τον προσωπικό φάκελο όσο και το ηλεκτρονικό ατομικό δελτίο, ο Αστ.XXXX9 XXXXX Αριστείδου, διορίστηκε στην Αστυνομία στις 12/11/1997 και από την ημερομηνία εγγραφής του υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσίες. Από τις 09/07/2007 μέχρι σήμερα, υπηρετεί στο Τμήμα Γ' του Αρχηγείου - Γραφείο καταπολέμησης αδικημάτων κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και παράνομων στοιχημάτων. Όσον αφορά την ημερομηνία 14.5.2014 αυτός υπηρετούσε στο ως άνω γραφείο του Τμήματος Γ' Αρχηγείου". Εδώ σημειώνω και τη δήλωση, με την οποία συνοδεύτηκε η κατάθεση του τεκμ.15, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος από τον Ιανουάριο 2018 υπηρετεί στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας. Β) Διά ζώσης ΜΚ1 Λοχ. XX2 XXXXX Χαραλάμπους Στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε κατ' αρχήν την κατάθεση του ημερ.30/10/14, τεκμ.1, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εις αυτήν αναφέρεται στην κατάθεση που έδωσε ο ΜΚ2 στις 14/05/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου μετέβη με τον Υπαστυνόμο Ι.Σωτηριάδη, Υπεύθυνο του ΤΑΕ Λεμεσού και στην κατάθεση που έλαβε αργότερα την ίδια μέρα από τον εδώ κατηγορούμενο, ο οποίος παρέδωσε και τη βεβαίωση που αφορούσε την παρουσίαση της XXXXX Διαμαντή στην ποινική υπόθεση 10604/
- Στις 15/05/14 ο ΜΚ2 προέβη σε συμπληρωματική κατάθεση και παρέδωσε την Εφημερίδα Πολίτης ημερ.15/05/14, φύλλο 5443, εις την οποία υπήρχαν δημοσιεύματα για την υπόθεση. Επίσης, την 04/06/14 παρέλαβε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τα πρακτικά της υπόθεσης 10604/11 και στις 30/10/14 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Ακολούθως κατέθεσε τη βεβαίωση ημερ. 14/05/14 που αναφέρει στην κατάθεση του ως τεκμήριο 2, την εφημερίδα Πολίτης ημερ.15/05/14 ως τεκμήριο 3 (σχετικές είναι οι σελίδες 1 και 28), τα πρακτικά της υπόθεσης 10604/11 ως τεκμήριο 4, την κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 14/05/14 ως τεκμήριο 5 και την γραπτή κατηγορία ημερ.30/10/14 ως τεκμήριο
- Στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι η XXXXX Διαμαντή, με βάση τα πρακτικά τεκμ.4 (σελ.51-94), στις 03/04/14 μαρτύρησε και τελείωσε. Στη συνέχεια είπε ότι δεν ελήφθη κατάθεση από την XXXXX Κλεόπα, την οποία ο ΜΚ2 είπε ότι έπιασε τηλέφωνο, ούτε από τον XXXXX Κυριάκου, Υπαρχηγό της Αστυνομίας, γιατί έκρινε ότι δεν χρειάζεται. Επίσης δεν ελήφθη κατάθεση από την XXXXX Νεοφύτου εις την οποία γίνεται αναφορά στις καταθέσεις. Ακόμη δεν ελήφθη κατάθεση από τον Λοχία XXXXX, που ήταν παρών και εις τον οποίο ο ΜΚ2 λέει ότι έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες, γιατί δεν χρειαζόταν. Τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο κατηγορούμενος ανάφεραν ότι ο Αριστείδου πήρε τη βεβαίωση, η βεβαίωση κατέληξε κοντά του και δεν θα πρόσθετε τίποτε. Έκρινε ότι δεν χρειαζόταν. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν έπιασε κατάθεση ούτε από την Μαρία Δαμιανού, που σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ2 του έστειλε την βεβαίωση από την Εισαγγελία, αλλά ούτε από την Υπαστυνόμο της εισαγγελίας Λεμεσού XXXXX Νικολάου, την οποία ο ΜΚ2 λέει ότι ενημέρωσε. Ακόμη είπε ότι δεν ελήφθη κατάθεση από τον XXXXX Χαραλάμπους, προϊστάμενο του κατηγορούμενου, τον οποίο αναφέρει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του. Κατάθεση δεν λήφθηκε ούτε από τον XXXXX Σωτηριάδη του ΤΑΕ. Η XXXXX Διαμαντή που αναφέρεται στο τεκμ.2 αναζητήθηκε στις 18/05/14 αλλά απουσίαζε. Δεν μπόρεσε να την αναζητήσει πιο νωρίς. Στις 14/05/14 που ήρθε στο Δικαστήριο δεν την είδε, ούτε την ήξερε. Δεν μπόρεσε να την πάρει τηλέφωνο στις 14/05/14 γιατί έπιανε κατάθεση του ΜΚ2 και είχε άλλα πράγματα να κάνει. Δεν θυμάται αν ρώτησε τον ΜΚ2 για το τηλέφωνο της κοπέλας αυτής. Στις 18/05/14 θα την έβρισκε. Είναι Αστυνομία και έχουν τρόπους να βρίσκουν πρόσωπα. Την ημέρα αυτή μίλησε με τον πατέρα της. Ούτε από τον Ε/Αστ.5545, τον οποίο αναφέρει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, λήφθηκε κατάθεση και ούτε από τον κ.Κουσιουμή που λέει ο ΜΚ2 στην κατάθεση του ότι τον πήρε τηλέφωνο. Ως προς την αναφορά στο τεκμ.2 ότι «η παρουσία της ήταν απαραίτητη ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση», είπε ότι δεν ξέρει και δεν μπορεί ν' απαντήσει αν η κα XXXXX Διαμαντή χρειαζόταν παραπάνω μέρες, πέραν της 03/04 που έδωσε τη μαρτυρία της. Με βάση τα 24 χρόνια του στην Αστυνομία δεν θεωρεί φυσιολογικό να τελειώνει η μαρτυρία της 03/04 και να της δοθεί βεβαίωση για ακόμα 1,5 μήνα, αλλά πρέπει ν' απαντήσει εκείνος που έκανε τη βεβαίωση. Για τη λέξη «απαραίτητη» δε είπε ότι σημαίνει «αναγκαία». Σε κάποιο σημείο συμφώνησε ότι η XXXXX Διαμαντή ήταν φοιτήτρια στο εξωτερικό, νομίζει στην Κρήτη, που είναι μία ώρα με το αεροπλάνο. Συμφώνησε στη συνέχεια για τη διαδικασία που τηρείται στην Αστυνομία για άσκηση ποινικής δίωξης και αναφερόμενος στη σύσταση του XXXXX Χαραλάμπους, Αστυνομικού Διευθυντή Τμήματος Γ' προς τη νομική υπηρεσία είπε ότι αυτή ήταν ότι δεν προέκυψε αδίκημα από τον ΜΚ2 και όσον αφορά τον κατηγορούμενο ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν η αρμόζουσα αφού ενήργησε βεβιασμένα, όμως δεν διαπιστώνεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος. Είπε δε ότι ως επί το πλείστον, σε ποσοστό 99%, οι εισηγήσεις τους είναι σύμφωνες με της νομικής υπηρεσίας. Όταν εισηγείται η αστυνομία να μην διωχθεί κάποιος ποινικά κατά 99% δεν διώκεται. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν έπιασε από το Γενικό Λογιστήριο ή τις αρχές της Δημοκρατίας καμία έκθεση για την αξία αυτής της κόλλας (τεκμ.2), ενώ η βεβαίωση που παρέδωσε ο ΜΚ2 κατατέθηκε ως τεκμ.
- Το πρωτότυπο της βεβαίωσης (τεκμ.2) το είχε πιάσει ο κατηγορούμενος και η βεβαίωση τεκμ.8 εστάλη του ΜΚ2 πάνω στο φαξ από την εισαγγελία. Σε άλλο σημείο συμφώνησε ότι με βάση τις οδηγίες που δίνονται στην αστυνομική ακαδημία, κάποιος αστυνομικός, όταν κάποιος διαπράττει αυτόφωρο αδίκημα, μπορεί να μην τον συλλάβει αφού λάβει υπόψη του κάποια κριτήρια, όπως ποιος είναι ο άνθρωπος αυτός, αν είναι εισαγγελέας κλπ. Συμφώνησε ακόμη ότι όταν ένας αστυνομικός εύλογα διαπιστώνει στο μυαλό του ότι διαπράττεται αυτόφωρο αδίκημα μπορεί να προβεί σε κατάσχεση τεκμηρίων σύμφωνα με την ποινική δικονομία. Αφού ανέφερε ακόμη ότι δεν λήφθηκε κατάθεση ούτε από τον κύριο XXXXX Καλαϊντζή εν σχέση με το δημοσίευμα (στην εφημερίδα Πολίτης), είπε ότι δεν γνωρίζει αν υπήρξε κάποια σύνδεση από μαρτυρία μεταξύ του δημοσιεύματος και του κατηγορούμενου, ούτε διερεύνησε έτσι θέμα. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 2 και 8, συμφώνησε ότι εις αυτά φαίνεται να είναι διαφορετική η υπογραφή και έχει και διαφορετική ώρα. Με δεδομένη δε την αναφορά του ΜΚ2 στην κατάθεση του ημερομηνίας 14/05/14, τεκμ.10 (βλ. τελευταία σελίδα, 7 γραμμές από το τέλος), ότι παραδίδει φωτοαντίγραφο του εντύπου το οποίο του έχει αποσπάσει ο κατηγορούμενος, συμφώνησε ότι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι το αντίγραφο του Τεκμηρίου 2 και πρόσθεσε ότι μπορεί να εννοεί ότι του έδωσε αντίγραφο της ίδιας βεβαίωσης. Και ακολούθως είπε ότι το τεκμ.8 είναι άλλη βεβαίωση που έπιασε ο ΜΚ2 μετά και διαφέρει απλώς η ώρα αποστολής. Επίσης είπε ότι ο κατηγορούμενος έπιασε το πρωτότυπο (τεκμ.2) για να καταγγείλει τον ΜΚ2 στην Αστυνομία και ο ΜΚ2 έδωσε την κατάθεση του στο Δικαστήριο. Οι οδηγίες δε για να μεταβεί στο Δικαστήριο του δόθηκαν γύρω στις 10:30 νομίζει αλλά δεν θυμάται ακριβώς την ώρα. Με δεδομένα δε τα πιο πάνω και την αναφορά του ΜΚ2 στο τεκμ.10 ότι το επεισόδιο εξελίχθηκε μετά τις 11:30, του τέθηκε ότι δεν ευσταθεί αυτό που είπε προηγουμένως ότι μετά το συμβάν έκανε ακόμα μια βεβαίωση και την υπόγραψε για να τη φέρει στην Αστυνομία έχοντας υπόψη την ώρα που αναγράφεται στο Τεκμήριο 8 (10:24). Απάντησε ότι δεν σημαίνει ότι το φαξ έχει σωστά την ώρα πάνω. Μπορεί να έχει λάθος τη ρύθμιση, μπορεί να είναι και τούτη η εξήγηση. Δεν έχει όμως καμία μαρτυρία ότι το φαξ δούλευε λανθασμένα. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ξέρει τη δουλειά του κατηγορούμενου και συμφωνεί ότι είναι αξιοπρεπής και καλός αστυνομικός. Συμφώνησε επίσης ότι σε υποθέσεις όπου ένας αστυνομικός συλλαμβάνει κάποιον, εκτελεί ένα ένταλμα σύλληψης ή τον συλλαμβάνει για αυτόφωρο, παραλαμβάνει Τεκμήρια, πολλές φορές τα Δικαστήρια κηρύσσουν ως παράνομη την έρευνα για διάφορους νομικούς λόγους. Το ίδιο πράττει και το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνει εντάλματα, ενέργειες Αστυνομικών μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους δυνάμει certiorari. Και είπε ότι δεν έχει υπόψη του μετά από απόφαση Δικαστηρίου που λέει ότι κακώς συνελήφθηκε ένας άνθρωπος ή κακώς κατασχέθηκαν Τεκμήρια ή κακώς εκδόθηκε ένα ένταλμα, να γίνεται ποινική υπόθεση εναντίον των αστυνομικών. (Σε επόμενη ημερομηνία, συνεχίστηκε η αντεξέταση του μάρτυρα για ένα σημείο μόνον και συγκεκριμένα για το θέμα του φαξ ήτοι κατά πόσο τον επίδικο χρόνο αυτό λειτουργούσε ορθά και ήταν σωστές οι ώρες του). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το φαξ που βρίσκεται εγκατεστημένο στο γραφείο των δημοσίων κατηγόρων στο χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με αριθμό XXXXX5121, σύμφωνα με τον κατάλογο της αστυνομίας, ελέγχθηκε η συσκευή και πρόκειται για ένα μάρκας Samsung SF 565P με serial number 8F37BACL712336P. Κλητεύθηκε ο Αστυφύλακας XX4 υπεύθυνος του κλάδου τηλεπικοινωνιών της ΑΔΕ Λεμεσού ο οποίος έλεγξε τη συγκεκριμένη συσκευή και ανέφερε ότι η ώρα που εμφανίζει είναι λανθασμένη. Στις 22.3.18, ενώ η πραγματική ώρα ήταν 11:25, η συσκευή έδειχνε 12:13, δηλαδή υπήρχε διαφορά 48 λεπτών. Ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη μνήμη της συσκευής και τον παρέπεμψε σε τεχνικό της εταιρείας του τμήματος τηλεπικοινωνιών του αρχηγείου αστυνομίας. Είχε επικοινωνία με την κα XXXXX Μολέσκη της νομικής υπηρεσίας στις 22.3.18 η οποία του ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη συσκευή την αγόρασαν από την εταιρεία Multitech στη Λευκωσία 25.10.
- Κατόπιν τούτου στις 23.3.18 μετέφερε τη συγκεκριμένη συσκευή στην εταιρεία Multitech όπου εξετάστηκε από τεχνικό, επιβεβαίωσε τη διαφορά της ώρας, διαφορά 48 λεπτών μπροστά από την κανονική. Όπως του ανέφερε αυτή η αλλαγή στην ώρα δεν γίνεται μόνη της, είναι χειροκίνητη αλλαγή. Έκανε εκτύπωση της μνήμης της συσκευής, η παλαιότερη ημερομηνία που φαίνεται να παρέλαβαν οποιοδήποτε έντυπο σύμφωνα με τη μνήμη ήταν 23.2.18, ώρα 11.34 και η τελευταία αποστολή που φαίνεται στη μνήμη ήταν 12.3.
- Σύμφωνα με τον τεχνικό η μνήμη της συσκευής είναι περιορισμένη και δεν έχει οποιοδήποτε αρχείο για το έτος
- Από τον εν λόγω τεχνικό, XXXXX Καμηλάρη, έχει ληφθεί κατάθεση (τεκμ.9). Ο τεχνικός δεν ετοίμασε οποιαδήποτε έκθεση και ανέφερε τα ευρήματα του στην κατάθεση του. Το 2014 γνωρίζει ότι το φαξ, λειτουργούσε, αλλά δεν μπορεί ν' αναφέρει για τις ώρες. Όπως έχει αναφέρει η συσκευή δεν κρατά μνήμη για το
- Κατά την επανεξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι την κατάθεση του XXXXX Χαραλάμπους, Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση, την είδε για πρώτη φορά κατά την προηγούμενη εμφάνιση στο Δικαστήριο, ενώ συμφώνησε ότι όταν κάποιος αστυνομικός προβεί σε γραπτή κατάθεση που αφορά κάποια υπόθεση, θα πρέπει να ενημερώσει τον ανακριτή της υπόθεσης και ο ίδιος να μεριμνήσει για να μπει στο φάκελο της υπόθεσης. Τέλος, συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος είχε κρατήσει αντίγραφο της κατάθεσης του και της βεβαίωσης που του έχει παραδώσει. ΜΚ2 XXXXX Αργυρού Κατ' αρχήν ο μάρτυρας ανέφερε πως το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση είναι η πρώτη κατάθεση που έχει δώσει στις 14/5/14 και υιοθετεί το περιεχόμενο της ως αληθινό. Η εν λόγω κατάθεση δε έγινε το Τεκμήριο
- Επίσης αναγνώρισε τη δεύτερη κατάθεση που έχει δώσει, την επομένη 15.5.14, και έχει σχέση με το δημοσίευμα που είχε τεθεί στην εφημερίδα «Πολίτης» ημερ. 15.5.14, το περιεχόμενο της οποίας επίσης υιοθέτησε. Η κατάθεση αυτή έγινε Τεκμήριο 11 (σημειώνονται τα δύο τυπογραφικά λάθη που ανέφερε ο μάρτυρας κατά την ανάγνωση δηλ. : (α) στη 2η σελίδα στην 1η γραμμή, εκεί που αναφέρεται «στις» το ορθό είναι «στην» και (β) στην 3η σελίδα στην 3η γραμμή, το τελικό «ς» στη λέξη «εξηγήσεις» είναι εκ του περισσού και είναι «εξηγήσει» το ορθό). Όσον αφορά το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι θέλει να πιστεύει πως είναι αυτό που κλάπηκε την επίδικη ημερομηνία. Είναι η υπογραφή του, ο τίτλος του και είναι η πρώτη φορά που παραλαμβάνει το εν λόγω Τεκμήριο από τη μέρα που κλάπηκε, από τις 14/5/14, έχει σχεδόν 4 χρόνια. Το Τεκμήριο 3 δε είπε πως είναι η έκδοση της εφημερίδας Πολίτης ημερομηνίας 15/5/14, την επόμενη μέρα που κλάπηκε το έγγραφο του, στην οποία δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο τύπο κάτω δεξιά «Ο κατήγορος έκανε χάρες» και στη σελίδα 28 του εν λόγω φύλλου σε σμίκρυνση παρουσιάζεται το κλαπέν έγγραφο του. Πάνω αριστερά με σβησμένα τα στοιχεία της κοπέλας τα οποία είχε θέσει στο έγγραφο αυτό και αφήνοντας το υπόλοιπο μέρος ακάλυπτο σε σχέση με τα στοιχεία του, τον τίτλο του, την υπογραφή του και την σφραγίδα του. Και από κάτω είναι το άρθρο του εν λόγω αρθρογράφου στο οποίο κάνει αναφορά στη δεύτερη κατάθεση στην οποία εξήγησε τις ανακρίβειες, αναλήθειες και ψέματα που παρουσιάζει. Για το τεκμήριο 7 ανέφερε ότι είναι η υπόθεση 10604/11 και είναι γι' αυτήν την υπόθεση στην οποία είχε εκδώσει τη βεβαίωση στην μάρτυρα 3 στην εν λόγω υπόθεση XXXXX Διαμαντή στην οποία ήταν μάρτυρας κατηγορίας μαζί με τον μάρτυρα 1 στο κατηγορητήριο XXXXX Κλεισαρχάκη και αυτή ολοκληρώθηκε 13.5.
- Παράλληλα με αυτή την υπόθεση εκδικαζόταν ενώπιον του κ. Φυλαχτού όπου ήταν δημόσιος κατήγορος η υπόθεση 10602/11 στην οποία ο XXXXX Κλεισαρχάκης ΜΚ1 στην εν λόγω υπόθεση με αριθμό 10604, ήταν κατηγορούμενος και υπήρχε vice versa παράπονο και ανέφερε ότι στο τέλος της μέρας και οι δύο υποθέσεις περατώθηκαν στις 13.5.
- Το Τεκμήριο 8 έχει την υπογραφή του από πίσω, την μονογραφή του από πίσω, είναι το έντυπο φωτοαντίγραφο που είχε δώσει στους δύο ανακριτές του ΤΑΕ Λεμεσού όταν τον επισκέφθηκαν στο γραφείο των δημόσιων κατηγόρων στο Δικαστήριο Λεμεσού την ίδια μέρα μετά από κάποια ώρα. Μετά που ο αστυφύλακας του είχε αρπάξει το έγγραφο αυτό, μετά από όλες τις ενέργειες που έγιναν, τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εκείνη τη μέρα, τα δύο άτομα είχαν παραμείνει εντός του γραφείου του, τόσο ο Κλεισαρχάκης όσο και η άλλη μάρτυρας η οποία ανέμενε κάποιο πιστοποιητικό. Αυτό είναι ένα φωτοαντίγραφο το οποίο είχε δώσει στην αστυνομία όταν ήλθε και έδωσε κατάθεση. Επίσης αναφέρει άλλο παρόμοιο με τούτο είχε ζητήσει από την Εισαγγελία και του απέστειλε νέο το οποίο είχε υπογράψει εκ νέου και το είχε δώσει στην μάρτυρα και αποχώρησε με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο. Το τεκμήριο 2 είναι το κλαπέν έγγραφο και το τεκμήριο 8 είναι το έγγραφο το οποίο είχε δώσει στον ανακριτή όταν ήλθε στο γραφείο των δημόσιων κατηγόρων στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια αφού αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση Τεκμήριο 10, τον Αστυφύλακα 1039 Αριστείδου, το οποίο αρπάζει από το χέρι του το Τεκμήριο 2, είπε εν σχέση με σχετική αναφορά στην κατάθεση του ότι μετά που βρήκε το χρόνο και την ηρεμία έκανε έρευνα στο αρχείο Εισαγγελίας και σε φάκελο της μέρας εκείνης και διαπίστωσε ότι ο εν λόγω αστυφύλακας τη μέρα εκείνη προσήλθε στο Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση 23678/12 ενώπιον του κ. Φυλαχτού που ήταν και τότε Επαρχιακός Δικαστής, σε υπόθεση που αφορούσε προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, στην οποία ο κατηγορούμενος ήταν μάρτυρας 1 στο κατηγορητήριο. Το αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης 23678/12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης αναφέρθηκε στην έρευνα που έκανε σε σχέση με το παράπονο που εξέφρασε ο κατηγορούμενος στο γραφείο ότι ένταλμα σύλληψης που είχε εκδώσει και εντάλματα σύλληψης μόνο ο ίδιος του εκδίδει. Διαπίστωσε ότι στην υπόθεση 13018/12 που πάλι ήταν ενώπιον του κ. Φυλαχτού την επίδικη περίοδο στην οποία ήταν δημόσιος κατήγορος μαζί με την συνάδελφο του κα XXXXX Δανιηλίδου, υπήρχε μία συνεχής και σωρεία έκδοση ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν είτε από τον ίδιο είτε από την κα XXXXX Δανιηλίδου ως προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου αστυφύλακα, στην οποία υπόθεση με αριθμό 13018/12 με κατηγορούμενη την XXXXX Αναστασίου που αφορούσε προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας το εν λόγω πρόσωπο βρισκόταν ως μάρτυρας κατηγορίας. Έχει φωτοτυπήσει την πρώτη σελίδα της εν λόγω υπόθεσης καθώς επίσης αυτή τη σκούρα σελίδα που είναι το πίσω μέρος του φακέλου της αστυνομίας στην οποία υπάρχουν γράμματα δικά του και γράμματα της κας Δανιηλίδου (τεκμ.13). Εξήγησε δε με βάση αυτά πότε εκδόθηκαν εντάλματα και ποια ήταν η εξέλιξη τους μετά. Πρόσθεσε ότι στον εντοπισμό του εν λόγω φακέλου με αριθμό 13018/12 είχε εντοπίσει και δύο σημειώσεις που επισυνάπτονται. Η πρώτη είναι αριθμός 3 στο Τεκμήριο 13 και αναγράφει «SOS να ειδοποιηθεί ο ΜΚ1 (δηλ. ο κατηγορούμενος) να είναι παρών για έλεγχο W/A στις 13.12.13». Είναι μία αναφορά που έκανε ο δημόσιος κατήγορος προς την εισαγγελία. Δηλαδή η εισαγγελία μπαίνει στη διαδικασία να αναγκάζεται να του τηλεφωνήσει για να είναι παρών, να εκτελέσουν τα εντάλματα σύλληψης. Στην τελευταία σελίδα η οποία αυτή φέρει και την υπογραφή του αναγράφει «SOS M1 να τηλεφωνηθεί από εισαγγελία ή από XXXXX (ο οποίος είναι λοχίας της εισαγγελίας). Έχουν εκδοθεί επανειλημμένα W/A (εντάλματα σύλληψης δηλαδή) και έχουν ακυρωθεί». 14.4.14, ένα μήνα πριν την επίδικη, αναφέρει «XXXXX» και η υπογραφή του. Άρα προσπάθησαν τον εν λόγω αστυφύλακα να τον φέρουν Δικαστήριο και με τηλεφωνήματα. Ο κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη ημερομηνία, 14.5.14, όταν ο ίδιος μπήκε στο γραφείο, ήδη βρισκόταν στη γωνιά του γραφείου του και καθόταν και κάποια στιγμή μπαινόβγαινε αλλά αντιλαμβάνεται, βάσει του προηγούμενου εγγράφου που έχει δώσει και έγινε Τεκμήριο, η παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν γιατί ήταν μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση της κας Δανιηλίδου την επίδικη ημερομηνία και ακολούθησε μία στιχομυθία πριν να του αρπάξει το έγγραφο. Ακολούθως, αφού επανέλαβε ότι στο Δικαστήριο ήταν παρών εκτός από το Λοχία XX2 που έλαβε την κατάθεση και ο υπαστυνόμος Σωτηριάδης, είπε, ερωτώμενος για την κατάθεση του Αστυνόμου Β XXXXX Χαραλάμπους, ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε από τον XXXXX Σωτηριάδη είτε εκείνη τη μέρα ή οποιαδήποτε άλλη μέρα ότι έχει λάβει ενημέρωση ή ειδοποίηση από οποιοδήποτε προϊστάμενο ή αστυνομικό αξιωματικό του αρχηγείου ότι έχει δώσει οδηγίες ή οτιδήποτε άλλο. Ανέφερε δε ότι αυτό θα ήταν αδύνατο τουλάχιστον μέσα στο Δικαστήριο να το πράξει ο αστυφύλακας δηλαδή να πάρει οδηγίες από τον προϊστάμενο καθότι την στιγμή που εξήλθε του γραφείου του κρατώντας στα χέρια του το χαρτί, το έγγραφο, αμέσως σήκωσε το τηλέφωνο, έξω ακριβώς από το γραφείο του και είπε ότι κρατά το εν λόγω χαρτί που είναι ψευδής δήλωση. Αποκλείεται να έπιασε τηλέφωνο εκείνη την ώρα στο εν λόγω άτομο. Όμως οπωσδήποτε σίγουρα ο κ. Σωτηριάδης ούτε εκείνη τη μέρα ούτε οποιαδήποτε άλλη μέρα του έχει πει οτιδήποτε. Σήμερα το γνωρίζει για πρώτη φορά αυτό το πράγμα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε για το Τεκμήριο 13 και τα εντάλματα σύλληψης που είχαν ακυρωθεί, ότι δεν θυμάται μεν τον λόγο αλλά προκειμένου να ακυρωθούν είχαν κριθεί ικανοποιητικές από το Δικαστήριο οι εξηγήσεις που δόθηκαν και αν δεν κάνει λάθος δεν είχε κατασχεθεί οποιαδήποτε εγγύηση. Στη συνέχεια δε συμφώνησε ότι με βάση το Τεκμήριο 4, που είναι τα πρακτικά της υπόθεσης 10604/11 και συγκεκριμένα στη σελ. σελίδα 108, φαίνεται ότι ο παραπονούμενος, ο οποίος ήταν ο XXXXX Κλεισαρχάκης, να σηκώνεται πάνω και λέει «Δεν έχω οποιοδήποτε παράπονο». Ακολούθως, είπε ότι με βάση τα πρακτικά φαίνεται στη σελίδα 94 ότι η μάρτυρας κα Διαμαντή περατώνει τη μαρτυρία της και ότι δεν υπήρχε επανεξέταση της. Αυτό στις 03/04/
- Σε άλλο σημείο, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και αφού του διαβάστηκαν οι κατηγορίες της υπόθεσης 10604/11 (βλ. τεκμ.7) οι οποίες αφορούν όλες αδικήματα σε βάρος του XXXXX Κλεισαρχάκη, πλην της 3ης κατηγορίας εναντίον της XXXXX Νικολάου, ερωτήθηκε αν λέει ψέματα στην κατάθεση του τεκμ.11 ότι η Διαμαντή στις 13/05/14 συμμετείχε ενεργά στο Δικαστήριο στη διαδικασία κλπ και του τέθηκε ότι έχει καταγράψει εσκεμμένα στην κατάθεση του ότι η XXXXX Διαμαντή ήταν παραπονούμενη, κάτι που προσκρούει τόσο στο κατηγορητήριο Τεκμήριο 7 όσο και στα πρακτικά Τεκμήριο
- Απάντησε ότι δεν συμφωνεί καθόλου με αυτή τη σκέψη καθότι σε σχέση με την υπόθεση 10604/11 και ο Κλεισαρχάκης και η κα Διαμαντή XXXXX ήταν μάρτυρες κατηγορίες 1 και 3 στο κατηγορητήριο και ο συνήγορος υπεράσπισης προσπαθεί με δικό του συλλογισμό να πει ότι η κα Διαμαντή XXXXX δεν ήταν παραπονούμενη. Όμως το βλέπει με τη δική του σκοπιά και τη στενή έννοια του όρου. Στην υπόθεση 10604/11 παραπονούμενοι με «οι» ήταν ο Κλεισαρχάκης και η κα Διαμαντή XXXXX. Μπορεί στα πρακτικά να φαίνεται ότι βασικός παραπονούμενος, εκείνος που έφαε το ξύλο ήταν ο Κλεισαρχάκης αλλά παράπονο γι΄ αυτή την υπόθεση είχε και η αρραβωνιαστικιά του κα Διαμαντή XXXXX και προσπαθεί ο συνήγορος υπεράσπισης με δικό του συλλογισμό να πει ότι είπε ψέματα που δεν είπε ψέματα. Παραπονούμενοι με την ευρεία έννοια του όρου ήταν και οι δύο. Το ξύλο το έφαε ο Κλεισαρχάκης. Η κα Διαμαντή ήταν αυτόπτης μάρτυρας και κατέθετε υπέρ της θέσης του Κλεισαρχάκη, ήταν παραπονούμενοι και οι δύο με «οι» και αυτά που έγραψε είναι 100% αληθή. Με βάση τα πρακτικά φαίνεται ότι παραπονούμενος με τη στενή έννοια του όρου ήταν ο κ. Κλεισαρχάκης. Παρούσα όμως στη διαδικασία ήταν και η κα Διαμαντή XXXXX η οποία και αυτή μετά που είχε γίνει διευθέτηση και με τις δύο υποθέσεις είχαν ζητήσει οι μεν και οι δε συγνώμη στους άλλους και γι' αυτό λέει στο Τεκμήριο 11 ότι δέχθηκε τη συγνώμη και η κα Διαμαντή και ο κ. Κλεισαρχάκης που ήταν στα πρακτικά αναφερόμενοι παραπονούμενοι με «οι». Επίσης, με παραπομπή στα υπηρεσιακά του ημερολόγια του 2013 και του 2014 αναφέρθηκε στις ημερομηνίες που ήταν ορισμένες οι υποθέσεις 10604/11 και 10602/
- Επανέλαβε δε ότι η κα XXXXX Διαμαντή και ο κ. Κλεισαρχάκης ήταν μάρτυρες κατηγορίας στην 10604/
- Στις 7/5 ήταν και οι δύο υποθέσεις μαζί στο πινάκιο εκείνη τη μέρα όπως και στις 13/5, που ήταν η τελευταία δικάσιμος, και ο λόγος που ήταν μαζί ήταν λόγω των προσπαθειών που γίνονταν μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να υπάρξει αμοιβαία διευθέτηση και των δύο υποθέσεων. Η κα Διαμαντή από τις 17/3/14 που είναι η πρώτη ημερομηνία μέχρι τις 13/5/14 βρισκόταν στην Κύπρο και είχε επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικά τόσο πριν να μαρτυρήσει όσο και μετά που περάτωσε τη μαρτυρία της, άρα αυτό που ανέφερε ότι από 17/3 και πιστοποιείται από τις παρουσιάσεις μέχρι 13/5/14 η κα Διαμαντή βρισκόταν στην Κύπρο και τις πλείστες φορές, αν όχι όλες, βρισκόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπως και στις 14/5 που ήταν παρούσα όταν ο κατηγορούμενος του άρπαξε το δημόσιο έγγραφο από τα χέρια του. Για την υπόθεση 10602 με κατηγορούμενο τον XXXXX Κλεισαρχάκη, αρραβωνιαστικό της XXXXX Διαμαντή, δεν είναι σίγουρος αν μάρτυρες εναντίον του ήταν όλοι οι κατηγορούμενοι στην 10604 αλλά κάποιοι από αυτούς πρέπει να ήταν μάρτυρες κατηγορίας, αν όχι όλοι. Αποκλείεται όμως να ήταν μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του αρραβωνιαστικού της και η κα Διαμαντή. Αυτή ήταν μάρτυρας κατηγορίας στην 10604/11 και βρισκόταν από 17/3/14 μέχρι 13/5/14 στο Δικαστήριο Λεμεσού. Ερωτώμενος αν από τις 3/4 που διεκπεραιώθηκε η μαρτυρία της η παρουσία της Διαμαντή ήταν απαραίτητη για να στηρίζει ψυχολογικά τον αρραβωνιαστικό της είπε ότι αυτό που ξέρει είναι ότι η κα Διαμαντή περάτωσε τη μαρτυρία της στις 3/4, όμως παρέμεινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο όχι ως μάρτυρας αφού είχε περατώσει αλλά παρέμεινε εκτός του ότι ήταν αρραβωνιαστικιά του Κλεισαρχάκη και θα έφευγαν μαζί, είχε παραμείνει γιατί βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία για την υπόθεση 10602/11 στην οποία ήταν ενεργή, με ποια έννοια, όταν γινόταν προσπάθεια με τον κ. Κλεισαρχάκη να βρουν μία συμβιβαστική λύση στις δύο υποθέσεις και να κλείσουν μαζί από τις 13/4 και εντεύθεν μέχρι να αποχωρήσει 13.5 που ολοκληρώθηκε η διαδικασία βρισκόταν στην Κύπρο. Δεν είπε ότι από τις 4/4 μαρτυρούσε. Είπε ότι παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ως μάρτυρας ήταν απαραίτητη γιατί γίνονταν διαβουλεύσεις με την άλλη πλευρά, τον κ. Κονναρή, να κλείσουν οι δύο υποθέσεις. Ότι έχει αναφέρει στο Τεκμήριο 2, κάθε λέξη, είναι προσεκτικός και την γράφει και μάλιστα όπως βλέπουμε στον τίτλο γράφει «Για κάθε νόμιμη χρήση». Θα ήταν αφελής αν όχι υπόλογος στο νόμο αν έκανε κάτι παράνομο και που κάτω να γράφει «Για κάθε νόμιμη χρήση». Θα ήταν αμελητέα νοηματική κατάσταση. Με δεδομένη την αναφορά κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του ότι μπήκε στο γραφείο της Εισαγγελίας και ο κατηγορούμενος καθόταν σε μία γωνιά στο γραφείο, ενώ στην κατάθεση του Τεκμήριο 10 είπε στην πρώτη σελίδα ότι εισήλθε εντός του γραφείου κάποιο πρόσωπο και του ανάφερε αν είχε κάτι μαζί του κλπ, ανέφερε πως η αλήθεια είναι ότι όταν εισήλθε και ήταν μαζί με τα άτομα που ανέφερε προηγουμένως βρισκόταν στη γωνιά δεξιά το εν λόγω άτομο και μπαινόβαινε αλλά προηγήθηκε η συνομιλία που είχε και έχει αναφέρει στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος ήταν μέσα, καθόταν στη καρέκλα δεξιά δίπλα από το καλοριφέρ, εξήλθε και μπήκε και μπαινόβγαινε και δεν έχει καμία διαφορά με τη γραπτή του δήλωση. Ως προς τις οδηγίες του για ανακοπή του αστυνομικού δηλ. του κατηγορούμενου (βλ. τεκμ.11, 14η γραμμή), του τέθηκε ότι είναι ποινικό αδίκημα να δώσει οδηγίες ως δημόσιος κατήγορος σε αστυνομικό να ανακόψει ή να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια και απάντησε ότι ο κατηγορούμενος εκείνη τη μέρα διέπραξε ποινικό αδίκημα, την κλοπή δημόσιου εγγράφου, και όχι μόνο μπορούσε να δώσει οδηγίες στον αστυφύλακα τον XXXXX να τον συλλάβει, μπορούσε να τον συλλάβει και ο ίδιος με βάση τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο. Όμως επειδή ήταν επιθετικός και εκείνη τη στιγμή ήταν και ο ίδιος εκτός πολλής ψυχραιμίας, είναι αντιληπτό τι θα γινόταν στο γραφείο του και εκτός του γραφείου του, ο κατηγορούμενος να του κρατά την κόλλα και να προσπαθεί να φύγει και ο ίδιος να προσπαθεί να τον συλλάβει, που έπρεπε ο κατηγορούμενος να του κάνει caution ή να τον συλλάβει στο γραφείο που τη στιγμή που διαπίστωσε ότι έχει διαπράξει αδίκημα. Πόσο μάλλον να δώσει οδηγίες στον αστυφύλακα της υπηρεσίας του, ασφάλειας, να πιάσει ένα κλεμμένο δημόσιο έγγραφο. Είχε κάθε δικαίωμα να δώσει οδηγίες. Εν συνεχεία σε περαιτέρω ερωτήσεις απάντησε ότι δεν είναι προϊστάμενος του (κατηγορούμενου) και δεν είναι αξιωματικός της αστυνομίας. Ως προς την εξουσία του να δώσει οδηγίες είπε ότι αυτό έγινε βάση του Νόμου, χωρίς όμως να παραπέμψει σε συγκεκριμένη νομοθεσία. Και όταν του τέθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 της Ποινικής Δικονομίας μόνο ο Δικαστής έχει το δικαίωμα να δώσει οδηγίες κάποιου να κάνει ενέργειες ή να συλλάβει, είπε ότι είναι δημόσιος κατήγορος και αυτή είναι η επίσημη του ιδιότητα. Δεν είναι Δικαστής. Όμως τη στιγμή εκείνη που του έκλεψε που τα χέρια του δημόσιο έγγραφο, ούτε Δικαστής έπρεπε να ήταν και πολίτης να ήταν δικαιούταν να τον συλλάβει. Όσο αφορά τον αστυφύλακα έχουν οδηγίες οι αστυφύλακες της Εισαγγελίας Λεμεσού στο Δικαστήριο να λαμβάνουν οδηγίες από τους δημόσιους κατηγόρους. Αφού αναφέρθηκε στα πρόσωπα με τα οποία μίλησε εκείνη τη μέρα τηλεφωνικώς μετά το συμβάν, είπε αναφορικά με το Τεκμήριο 8, δηλ. τη βεβαίωση που έδωσε στην Αστυνομία, ότι είχε ζητήσει από τη συνάδελφο, την κυρία Δαμιανού στο τηλέφωνο και του ξανάστειλε ακόμα μια φορά αντίγραφο της επιστολής που του είχε πάρει ο κατηγορούμενος, την υπόγραψε και την έδωσε του κύριου Σωτηριάδη. Αυτό έγινε πριν να ολοκληρώσει την ανακριτική του κατάθεση και ήταν το τρίτο στη σειρά χαρτί που έβγαλε. Προηγουμένως είχε δώσει άλλη πιστοποίηση στην κα Διαμαντή, η οποία εκείνη τη ημέρα και μετά το περιστατικό εξακολουθούσε να βρίσκεται στο γραφείο του. Αναφερόμενος δε στο επεισόδιο με τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν χρονολογικά ως εξής : στο γραφείο του βρίσκονταν τα δύο άτομα ακόμη στα δεξιά του στον σκάμνο του γραφείου, ο κατηγορούμενος μετά που έπιασε το χαρτί και βγήκε έξω από την αίθουσα 55 (το γραφείο), είπε αυτά που είπε στο τηλέφωνο και κατευθύνθηκε σ' ένα Δικαστήριο γεμάτο προς την έξοδο. Εκείνη τη στιγμή τον ακολούθησε, μαζί με τον κύριο XXXXX, εις την έξοδο, έγινε αυτό που έγινε που τον απείλησε ότι «Αν με αγγίξεις θα σε καταγγείλω για επίθεση». Επέστρεψε πίσω στο γραφείο του ενώ ο κατηγορούμενος εξήλθε του Δικαστηρίου, δεν ξέρει πού πήγε, στην αυλή. Ζήτησε από την κυρία Δαμιανού νέα πιστοποίηση, νέο χαρτί, του την έστειλε με το φαξ, την υπόγραψε, την έδωσε στην κοπέλα και εξήλθαν. Τα άλλα όλα έγιναν μετά και έκανε τα τηλέφωνα. Το μόνο που δεν θυμάται είναι πότε ζήτησε το τρίτο φαξ, το οποίο είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο (αρ.8). Τούτο το συμβάν από την ώρα που βγήκαν από την αίθουσα 55 (το γραφείο του) μέχρι να πάνε κάτω και ο χρόνος που μεσολάβησε, διέρρευσε, στην εξώπορτα εκεί που είναι το γυαλί, διήρκησε 5‑7 λεπτά. Και ήρθε πίσω στο γραφείο του. Μετά έκανε τα τηλέφωνα που αναφέρει και στην κατάθεση του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 2 και 8 και του τέθηκε ότι κάτι δεν πάει καλά και δεν λέει την αλήθεια αφού το Τεκμήριο 2 που είναι το τεκμήριο που παρέδωσε ο κατηγορούμενος εις την Αστυνομία φέρει ώρα φαξ 10:13 και το τεκμήριο 8 που είναι το τεκμήριο που παράδωσε εις την Αστυνομία φέρει ώρα φαξ 10:24, δηλαδή 11 λεπτά μετά έδωσε την τελευταία βεβαίωση, ενώ με κάποιους συντηρητικούς υπολογισμούς η διαδικασία που περιέγραψε πριν να εκδώσει την τρίτη βεβαίωση υπερβαίνει τα 30 λεπτά. Είπε ότι τα γεγονότα έχουν γίνει όπως ακριβώς τα έχει πει και δεν ξέρει τι λέει το φαξ. Δεν λέει ότι το φαξ έχει λάθος. Αυτό που λέει είναι ότι όπως έχουν γίνει ακριβώς τα γεγονότα και χρονικά ένα περίπου όπως είπε έτσι έχουν γίνει. Το τι κατέγραψε το τηλεομοιότυπο, είτε το Α τεκμήριο είτε το Β τεκμήριο, το Γ τεκμήριο, είναι θέμα δικό του μηχανήματος. Δεν ξέρει αν ήταν σωστό ή λάθος οι ημερομηνίες ή οι ώρες του. Δεν λέει ψέματα. Αν θέλουν να ελέγξουν ή να έλεγχαν από τότε το 2014 το φαξ, έπρεπε να το έκαναν από τότε. Ως προς την αναφορά στην κατάθεση του τεκμ.10 (τελευταία σελίδα) ότι παραδίδει φωτοαντίγραφο του εντύπου το οποίο του έχει αποσπάσει ο κατηγορούμενος, ενώ στη μαρτυρία του ενόρκως είπε ότι εξέδωσε νέα βεβαίωση, εξήγησε ότι όταν λέει «φωτοαντίγραφο» εννοεί το νέο που πήρε από την κυρία Δαμιανού, το τρίτο στη σειρά και το έδωσε στον αστυφύλακα. Γιατί για τον ίδιο το πρώτο είναι το πρωτότυπο. Τα άλλα που υπέγραψε, τόσο στην κυρία Διαμαντή όσο και το τεκμήριο που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου που είχε δώσει στον κύριο Σωτηριάδη, τα θεωρεί φωτοαντίγραφα. Και σε περαιτέρω ερωτήσεις ανέφερε ότι αν ήταν κατ' αρχήν φωτοαντίγραφο του πρώτου, αυτού που ο κατηγορούμενος του έκλεψε από τα χέρια του, έπρεπε να έχει και τη σφραγίδα του πάνω, που σφραγίδα πάνω δεν υπήρχε σε αυτό που έχει δώσει στον κύριο Σωτηριάδη. Εν πάση περιπτώσει, για να γράφει «φωτοαντίγραφο», είναι ότι έκδωσε ξανά με το ίδιο περιεχόμενο 1, 2, 3 πράγματα. Το θεωρεί φωτοαντίγραφο. Αν έκαμε λάθος σε σχέση με την ερμηνεία του κύριου Μπαμπινιώτη, απολογείται στον κύριο Μπαμπινιώτη. Εν σχέση με βεβαιώσεις για πολίτες είπε ότι αν θέλει κάποιος πολίτης να πάρει βεβαίωση ότι ήταν παρών στο Δικαστήριο την ημέρα εκείνη, εάν γνωρίζει καλά πάει μαζί με τον κλητήρα του Δικαστηρίου, μαζί με τον φάκελο του Δικαστηρίου στον Πρωτοκολλητή και εκδίδεται βεβαίωση. Σε σχέση με τη δική του την βεβαίωση, θα μπορούσε να την εκδώσει και ο ίδιος. Στη συνέχεια κατατέθηκε δείγμα βεβαίωσης ως Τεκμήριο 14 και ερωτήθηκε αν για τους αστυνομικούς που έρχονται και μαρτυρούν στο Δικαστήριο, δίδεται αυτή η βεβαίωση μετά από απαίτηση του Αρχηγού της Αστυνομίας, για να είναι βέβαιος ότι έρχονται πρώτα απ' όλα και δεύτερο να πληρώνονται τα ημερομίσθια τους. Απάντησε ότι δεν γνωρίζει για ποιον λόγο εκδίδεται αυτή η βεβαίωση Τεκμήριο
- Εξήγησε δε τη συνήθη πρακτική και γιατί θεωρεί πως κακώς εκδίδεται η εν λόγω βεβαίωση. Ερωτώμενος από πού πηγάζει η εξουσία του να εκδώσει βεβαίωση στην κα Διαμαντή είπε ότι δεν ξέρει πού το λέει. Είναι πρακτική όχι μόνο του ίδιου αλλά και άλλων συναδέλφων του. Έχει 24 χρόνια που ασκεί τα καθήκοντα του και πάρα πολλές φορές έβγαλαν βεβαιώσεις σε πολλούς. Δεν ξέρει αν αυτό μάλιστα αντιβαίνει στις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αλλά είναι η πρακτική που ακολουθείται εδώ και χρόνια πολλά. Ο μάρτυρας απάντησε βεβαίως σε πολλές άλλες ερωτήσεις και υποβολές, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις δικές του θέσεις και εκδοχή. Να σημειώσω δε εδώ ότι σε αρκετά σημεία επανέλαβε τη θέση του ότι ο λόγος που το έκαμε αυτό ο κατηγορούμενος ήταν για να τον εκδικηθεί, λέγοντας σε κάποιο σημείο ότι αυτό φαίνεται από τη στιχομυθία που είχαν προηγουμένως, ότι δηλ. είχε παράπονο μαζί του στην ουσία επειδή του έκδωσε πολλά εντάλματα σύλληψης και μόνο αυτός εκδίδει εντάλματα σύλληψης και ότι φάνηκε με το ότι του άρπαξε το χαρτί, του φωνασκούσε μέσα το γραφείο έξω που είναι η πόρτα, γεμάτη η αίθουσα με δικηγόρους, Εισαγγελείς και άλλον κόσμο, κατηγορούμενους, εφώναξε και κάτω στην πόρτα. Μάλιστα κατά τον ίδιο υπάρχει εύλογη υποψία δική του, ότι αυτός το διοχέτευσε εις τον Πολίτη και η εκδίκηση του κύριου Καλατζή μέσω του κύριου Αριστείδου, ήταν να μειώσει το κύρος του σαν ανθρώπου και σαν δημόσιου κατηγόρου για τους δικούς τους σκοπούς. ΜΥ1 Ανώτερος Αστυνόμος XXXXX Χαραλάμπους Είναι ο Αστυνομικός Διευθυντής Μόρφου, ενώ στις 14/05/2014 ήταν ο Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής του Τμήματος Γ' Αρχηγείου. Το Τμήμα Γ' Αρχηγείου ήταν το τμήμα, η υπηρεσία, η οποία διαχειριζόταν όλες τις ποινικές υποθέσεις για Δικαστήριο στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Ήταν ο προϊστάμενος τότε στο τμήμα αυτό και κυρίως ασχολούνταν με όλα τα CID Παγκύπρια, αλλά και τους Αστυνομικούς Σταθμούς, είχε δε το βαθμό του Αστυνόμου Α'. Στη συνέχεια αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στις 14/08/2015, Τεκμήριο 16, και ανέφερε ότι είναι το ίδιο με το Τεκμήριο Α για αναγνώριση, το οποίο και έγινε Τεκμήριο 16Α. Ακολούθως ανέφερε ότι υπηρετεί στην αστυνομία για 35 χρόνια και ως προς την εμπειρία του είπε ότι έχει εργαστεί πέραν των 20 χρόνων σε αστυνομικούς σταθμούς, στο CID Λευκωσίας όπου ήταν και υπεύθυνος, υπεύθυνος του CID Αρχηγείου και Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής Επιχειρήσεων στο πρώην Τμήμα Γ'. Περίπου 20 χρόνια δηλαδή ασκεί το αντικείμενο του ανακριτή ή επιβλέπει ανακριτές για ποινικές υποθέσεις και ως Αστυνόμος Α' που ήταν προχωρούσε ο ίδιος στη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων. Εν σχέση με την κατάθεση του πιο πάνω τεκμ.16 είπε ότι την έδωσε στον Μάριο Αριστείδου - κατηγορούμενο μετά που το ζήτησε ο ίδιος, από τη στιγμή που ανέφερε ότι διερευνάτο υπόθεση και ο λόγος που δίνουν μια κατάθεση είναι για να δει είτε ο ανακριτής είτε το Δικαστήριο τα γεγονότα πως έχουν γίνει σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, για να πάρουν τις ανάλογες αποφάσεις. Ο μάρτυρας επίσης ρωτήθηκε αν με βάση την πείρα του, την εμπειρογνωμοσύνη του, αλλά και το γεγονός ότι προΐστατο του Τμήματος Γ' θεωρεί φυσιολογικό το γεγονός ότι στην παρούσα δεν λήφθηκαν καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες του συμβάντος ημερ. 14/05/2014, όπως ήταν ο Δημήτρης ο αστυνομικός, ακόμα ένας ειδικός αστυφύλακας ο XXX5, ο XXXXX Κλεισαρχάκης, η XXXXX Διαμαντή και η XXXXX Νεοφύτου, δικηγόρος, αλλά ούτε από άλλα πρόσωπα που ο ΜΚ2 ανέφερε ότι επικοινώνησε. Η απάντηση του ήταν ότι από τη στιγμή που έγινε ένα γεγονός και έγιναν και καταγγελίες και εφόσον το γεγονός αυτό διερευνάτο τι ακριβώς ήταν, όφειλαν να ληφθούν καταθέσεις σχετικά με το όλο γεγονός για να εξαχθεί το συμπέρασμα πώς έγιναν τα γεγονότα. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν ξέρει τις περιστάσεις λήψης κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και εκείνο για το οποίο είχε δώσει οδηγίες ήταν ο κατηγορούμενος να μεταβεί, όπως και μετέβηκε, στο ΤΑΕ Λεμεσού, στον υπεύθυνο του CID και να καταγγείλει το γεγονός το οποίο του ανέφερε. Με τον κύριο Σωτηριάδη μίλησε εκείνη τη μέρα, στις 14/05/2014, όπως μίλησε και σήμερα μαζί του. Τότε του είχε πει τηλεφωνικώς ότι αναφέρει στην κατάθεση του. Για τη σημερινή τους επικοινωνία είπε ότι πήρε τηλέφωνο τον κύριο Σωτηριάδη, τον οποίο γνωρίζει όπως γνώριζε όλους τους υπεύθυνους του CID, σχεδόν όλα τα μέλη του CID τα γνωρίζει και τον ρώτησε αν θυμάται την περίπτωση που έστειλε τον Μάριο Αριστείδου να καταγγείλει μια υπόθεση σχετικά με ένα έγγραφο και του απάντησε "βεβαίως, θυμούμαι την περίπτωση". Ως προς την κατάθεση του ανέφερε πως αυτή είναι η πραγματικότητα και δεν είπε ψέματα. Για την ώρα που αναγράφεται στην κατάθεση του δε ανέφερε ότι με τον χρόνο που πέρασε, πιθανόν να μην είναι ακριβώς εκείνη η ώρα. Μπορεί να είναι κάποια λεπτά λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα. Για τον κατηγορούμενο, ως προιστάμενος του, ανέφερε ότι είχε άριστες γνώσεις σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας, σε θέματα ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών και dreambox και διερεύνησε πολύ σοβαρές υποθέσεις και μάλιστα, θυμάται ότι του ζητούσαν από την Ευρώπη να αντιπροσωπεύει την Κύπρο σε διεθνή συνέδρια πάνω στο αντικείμενο το οποίο ασχολείτο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι για να ευρίσκεται σήμερα στο Δικαστήριο ως μάρτυρας πήρε κλήση από το δικηγορικό γραφείο Αντώνη Δημητρίου (βλ. τεκμ.17). Για την κλήση επικοινώνησε μαζί του ο κύριος Δημητρίου και στη συνέχεια ο επιδότης τον οποίο συνάντησε και του έδωσε την κλήση. Ανέφερε δε ότι είχε αντιληφθεί ότι θα ερχόταν ως μάρτυρας υπεράσπισης σε ποινική υπόθεση. Ερωτώμενος αν ενημέρωσε τον Αρχηγό της Αστυνομίας ανέφερε ότι η κλήση εκδόθηκε από το Δικαστήριο και είναι ανοικτός σε οποιονδήποτε να τον ρωτήσει οτιδήποτε σε σχέση με την υπόθεση την οποία βρίσκεται σήμερα ενώπιον σας. Δεν ενημέρωσε τον Αρχηγό Αστυνομίας και μπορεί να τον ενημερώσει και σήμερα και αύριο, αλλά έχει την αίσθηση ότι από τη στιγμή που υπάρχει κλήση Δικαστηρίου, θα πρέπει να παρευρεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Για το κατά πόσο είθισται ένας αστυνομικός να κάνει μια κατάθεση και να παραδίδει το πρωτότυπο σε κατηγορούμενο είπε ότι όταν έδιδε την κατάθεση, ήταν βάσει των οδηγιών που έδωσε στον κατηγορούμενο και στην περίπτωση αυτή, τότε ο κατηγορούμενος ήταν μάρτυρας δεν ήταν κατηγορούμενος. Η ημερομηνία 14/08/2015 που φέρει η κατάθεση του τεκμ.16 είναι η ημερομηνία που την έχει καταγράψει. Ήταν έναν χρόνο και τρεις μήνες μετά τα γεγονότα της 14/05/14 και ως προς το πόσο καλή ήταν η μνήμη του ώστε να τα καταγράψει ανέφερε ότι είναι πολύ λίγα τα γεγονότα που ανέφερε και αυτά από τη στιγμή που ένα γεγονός είναι πραγματικότητα, δεν το ξεχνάς με τίποτε. Αυτά είναι τα οποία έχει καταγράψει, την πραγματικότητα. Εξήγησε στη συνέχεια με περισσότερες λεπτομέρειες με τι ασχολείται το Τμήμα Γ' του Αρχηγείου και είπε ότι μια υπόθεση για παράδειγμα η οποία διερευνάται από το ΤΑΕ Λεμεσού, διαβιβάζεται πρώτα στο Τμήμα Γ', γίνεται μελέτη του φακέλου, καταγράφεται η άποψη του Αρχηγού Αστυνομίας, του Τμήματος Γ' δηλαδή, με εισηγήσεις και διαβιβάζεται στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Ανέφερε επίσης ότι από το από το Τμήμα Γ' μετατέθηκε τον 6ο του 2014 ως Αστυνομικός Διευθυντής του Τμήματος Τροχαίας Αρχηγείου. Απ' ότι θυμάται τον αντικατέστησε στο Τμήμα Γ' ο XXXXX Αρναούτης. Στις 07/08/2014 Αστυνομικός Διευθυντής Τμήματος Γ' ήταν ο XXXXX Μαυρής. Ο αστυφύλακας XXX9 δηλ. ο κατηγορούμενος τον 8ο του 2014 νομίζει ήταν ακόμα στο Τμήμα Γ' αλλά δεν θυμάται. Για το κατά πόσο του έχει τύχει ως υπεύθυνος του Τμήματος Γ' ή Βοηθός Υπεύθυνος του Τμήματος Γ' οποιανδήποτε άλλη φορά εκτός από τη συγκεκριμένη περίπτωση, να διαβιβαστεί κοντά του για οδηγίες φάκελος ποινικής υπόθεσης στην οποία να εμπλέκεται μέλος του τμήματος του δηλ. του Τμήματος Γ' είπε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί και περαιτέρω ότι σε τέτοια περίπτωση θα ακολουθήσουν τις συγκεκριμένες οδηγίες που ακολουθούν πάντοτε σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις. Γίνεται μελέτη και διαβιβάζεται στον Αρχηγό Αστυνομίας κάποιες φορές για τις δικές του απόψεις και πάλι πάνε στον Γενικό Εισαγγελέα. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα ο φάκελος φαντάζεται πρέπει να ήρθε και από κοντά τους, από το Τμήμα Γ', πριν καταλήξει εκεί που κατέληξε. Πιθανόν να έδωσε και ο ίδιος οδηγίες αναφορικά με τη συνέχεια αλλά δεν θυμάται, πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα. Ανέφερε δε ότι ήταν ο πλέον αρμόδιος για να δώσει οδηγίες. Δεν διερεύνησε την υπόθεση για να είναι εμπλεκόμενος, είναι άλλοι που τη διερεύνησαν, αλλά θεωρεί ότι θα πρέπει να ήταν ο πλέον αρμόδιος για να δώσει οδηγίες. Δεν θυμάται όμως τι οδηγίες έχει δώσει. Αναφορικά με τον χρόνο καταγραφής της κατάθεσης του τεκμ.16 είπε ότι μόλις του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανέφερε ότι διερευνάται υπόθεση, την κατέγραψε. Τότε αντιλήφθηκε ότι θα έπρεπε να έκανε κατάθεση για να δείξει τα γεγονότα όπως έγιναν. Συμφώνησε ότι οι καταθέσεις λαμβάνονται από τον ανακριτή της υπόθεσης, αλλά πρόσθεσε αν κάποιος άλλος ο οποίος έχει κάποια σχέση και θα σου αναφέρει ότι πρέπει τα γεγονότα να αναφερθούν ως έγιναν, τότε θα πρέπει να κάμεις την κατάθεση σου. Δεν επικοινώνησε καθόλου με τον ανακριτή της υπόθεσης για να του παραδώσει την κατάθεση και δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Αυτόν που γνωρίζει είναι ο Γιαννάκης Σωτηριάδης αλλά ούτε με αυτόν επικοινώνησε για να του παραδώσει την κατάθεση του. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης ο οποίος ετοιμάστηκε μετά και την ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου, διαβιβάστηκε από τη Λεμεσό στο Αρχηγείο Αστυνομίας στις 08/12/2014 και την ίδια μέρα στάλθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα. Η υπόθεση επίσης, επιστράφηκε στις 04/02/2015 από τον Γενικό Εισαγγελέα και στις 05/02/2015, την επόμενη, στάλθηκε πίσω στη Λεμεσό. Δηλ. μέχρι τις 05/02/2015 είχαν δοθεί οδηγίες από το Τμήμα Γ'. Δεν ξέρει, δεν ήταν τότε εκεί. Με βάση τα πιο πάνω του τέθηκε ότι την κατάθεση του την οποία έκανε 14/08/2015, δεν την έκανε για να φανούν τα γεγονότα, αλλά μετά που δόθηκαν οδηγίες μ' έναν και μόνο σκοπό δηλ. να βοηθήσει τον αστυφύλακα XXX
- Απάντησε ότι η κατάθεση αυτή έγινε γιατί είναι μια πραγματική κατάθεση και αναφέρθηκαν τα γεγονότα ως έχουν γίνει, μετά που του ζητήθηκε από τον ίδιο τον Αριστείδου, για να τοποθετηθεί στην υπόθεση και να γίνουν γνωστά τα γεγονότα. Η κατάθεση του δόθηκε σε μάρτυρα μετά που του έδωσε οδηγίες να κάμει καταγγελία. Αυτό ήταν που είχε υπόψη μου. Τέλος έγιναν στον μάρτυρα διάφορες υποβολές και επανέλαβε τις δικές του θέσεις. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ήτοι το τεκμ.15, δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και το άρθρο 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα σημειώνω ότι είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Λοχ. XX2 XXXXX Χαραλάμπους Ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και δέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες και τις εξετάσεις του. Βεβαίως δεν έχουν διαφύγει του Δικαστηρίου όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρει εν σχέση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 και εν τέλει το ερώτημα του κατά πόσο οι ανακριτικές αρχές και η Νομική Υπηρεσία ενήργησαν αμερόληπτα και σεβάστηκαν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Τα ερωτήματα προκύπτουν όπως αντιλαμβάνομαι (βλ. σελ.19-20 της τελικής γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης) ως εκ της μη λήψης καταθέσεων από μάρτυρες, αυτόπτες του επεισοδίου και άλλους, αλλά και επειδή στις οδηγίες για καταχώρηση της υπόθεσης μέσα στο φάκελο της υπόθεσης υπήρχε tippex (διορθωτικό υγρό). Ευθέως όμως αναφέρω ότι η εισήγηση περί μη δίκαιης δίκης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Και εξηγώ. - Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι με βάση τη Νομολογία το θέμα του κατά πόσο ο κατηγορούμενος έτυχε ή όχι δίκαιης δίκης κρίνεται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και με βάση τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ford κ.α. (Αρ.2)
(1995)2 ΑΑΔ 232 και Hani Abdul Ghani Kabbara v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177). - Στην παρούσα υπόθεση εκ των πιο πάνω δεν προκύπτει μη δίκαιη δίκη. Ο ΜΚ1 θεώρησε ικανοποιητική τη μαρτυρία του ΜΚ2 και δεν έλαβε άλλες καταθέσεις. Με βάση τη μαρτυρία αυτή δε κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ο οποίος έδωσε την απάντηση του. Ο κατηγορούμενος επίσης είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει τους ΜΚ1 και 2, ενώ ακολούθως επέλεξε να μην καταθέσει ως μάρτυρας, τηρώντας το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε τον μάρτυρα που επιθυμούσε για την Υπεράσπιση του. - Δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρχαν και κάποια άλλα πρόσωπα παρόντα στο επεισόδιο ή σε μέρος αυτού, ενώ ήταν γνωστή η θέση του ΜΚ2 μέσα από τη μαρτυρία του ότι μίλησε τηλεφωνικώς με συγκεκριμένα πρόσωπα. Τα πρόσωπα αυτά ήταν χωρίς αμφιβολία όλα γνωστά στην υπεράσπιση και ως προς τούτο παραπέμπω στη μαρτυρία και συγκεκριμένα στην αντεξέταση των ΜΚ1 και
- Παρά ταύτα ουδεμία ενέργεια έγινε από την Υπεράσπιση προς το σκοπό παρουσίασης τους στο Δικαστήριο, ούτε και κλήθηκε από την Υπεράσπιση οιοσδήποτε εκ των μαρτύρων αυτών για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Εάν θεωρούσε η Υπεράσπιση ότι η μαρτυρία αυτή ήταν υποστηριχτική της θέσης της, κάτι που ουδέποτε εν πάση περιπτώσει ισχυρίστηκε ο συνήγορος με την αγόρευση του, γιατί δεν τους κάλεσε; Γιατί δεν τους κλήτευσε όπως έπραξε με τον ΜΥ1; - Ως προς το θέμα της ύπαρξης οδηγιών στο φάκελο της υπόθεσης πάνω στις οποίες υπήρχε διορθωτικό υγρό, οφείλω να πω ότι δεν κρίνεται ορθό να συμβαίνει κάτι τέτοιο διότι ακριβώς δίνεται το έναυσμα για εισηγήσεις όπως εδώ. Όμως η ουσία θεωρώ είναι πως δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ότι ο Γενικός Εισαγγελέας με βάση αυτές τις οδηγίες αποφάσισε τελικά την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, κάτι που επιμαρτυρείται εν πάση περιπτώσει και από τις δύο εξουσιοδοτήσεις, μία για κάθε κατηγορία, που επισυνάπτονται στο κατηγορητήριο της παρούσας και οι οποίες είναι ξεκάθαρες. Ίσως εκ του περισσού αναφέρεται επίσης εδώ ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση το θέμα του ότι ανεξάρτητα του ποιά ήταν η εισήγηση του Τμήματος Γ του Αρχηγείου τον τελικό λόγο τον έχει πάντα ο Γενικός Εισαγγελέας. - Συνεπώς όσα αναφέρει η υπεράσπιση, ενόψει των ανωτέρω, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα μη δίκαιης δίκης, ούτε και διαπιστώνεται πρόκληση οιασδήποτε αδικίας, έχοντας κατά νου και τον τρόπο που επέλεξε η Υπεράσπιση να παρουσιάσει την υπόθεση της. Στο σημείο αυτό θα σημειώσω με την ευκαιρία επίσης ότι ούτε εκ των όσων αναφέρονται στις σελ.36-41 της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης προκύπτει κάτι που να διαφοροποιεί την κατάληξη του Δικαστηρίου πιο πάνω. Οι αποφάσεις δε στις οποίες κάνει αναφορά ο συνήγορος αποφασίστηκαν με βάση τα δικά τους δεδομένα. Για παράδειγμα: Στην υπόθεση 9599/2015, Δημοκρατία v. Άθως Ευθυμίου, ημερ.03/11/16, διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο ύπαρξη κενών ως προς ουσιώδεις πτυχές μίας πολύ σοβαρής υπόθεσης και «..ο δίσκος που λήφθηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και αποτελούσε σημαντικό τεκμήριο σε ποινική υπόθεση, αντί να φυλαχθεί από την Αστυνομία σε ασφαλισμένο χώρο, δόθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής στο συνήγορο υπεράσπισης. Το τεκμήριο αυτό ουδέποτε παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο.....». Επιπλέον αναφέρεται στην απόφαση ότι «Εξίσου σημαντική ήταν και η παράλειψη της Αστυνομίας να παραλάβει τον δίσκο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που βρισκόταν στο υποστατικό του Δημήτρη Φράγκου (ΜΚ2), το περιεχόμενο του οποίου θα μπορούσε να ρίξει άπλετο φως σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν την 28.10.2013 και αφορούν το αδίκημα της κατηγορίας
- Καμία θετική μαρτυρία έχει προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή για να δικαιολογήσει την πιο πάνω παράλειψη, πλην κάποιων εικασιών που προέβαλε ο ΜΚ 2, ότι η Αστυνομία πιθανόν να μην ζήτησε να ελέγξει τις κάμερες καθότι αυτές αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα.». Με αυτά υπόψη, στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση διαπιστώθηκαν ουσιώδεις παραλείψεις της κατηγορούσας αρχής και επηρεασμός του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Η απόφαση είναι βεβαίως Πρωτόδικη, αλλά με βάση τα δεδομένα της κρίνω ότι ορθά απεφάνθη το Δικαστήριο. Ουσιώδης κυρίως μαρτυρία που θα μπορούσε να φωτίσει συγκεκριμένες πτυχές της υπόθεσης δεν παρουσιάστηκε και έμειναν σοβαρά κενά. Ενώ, στην Δημοκρατία v. Θεωρή, Αρ. Υποθ. 1109/09, ημερομηνίας 3.3.2010, στη βάση του ότι διεγράφη το περιεχόμενο ψηφιακού δίσκου, ενόσω βρισκόταν στην κατοχή της αστυνομίας, μέσα από το οποίο θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί το άλλοθι του κατηγορούμενου ή η ενοχή του αποφασίστηκε ότι «..έστω κι αν αξιολογώντας τα υπόλοιπα στοιχεία θα μπορούσε να τείναμε προς καταδίκη, δεν θα μπορούσαμε να αισθανθούμε ασφαλείς για την ορθότητα τέτοιας καταδίκης, εφόσον θα παρέμενε στο μυαλό μας μια υποβόσκουσα αμφιβολία. Υπενθυμίζουμε την αναφορά του δικαστή Macfarlan από την υπόθεση Mckenna, (ανώτ.) ότι η αμφιβολία μπορεί να προκαλείται, είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει, είτε από την απουσία μαρτυρίας. », ενώ σε άλλο σημείο, κατόπιν παράθεσης αυθεντιών / νομολογίας, ότι περαιτέρω παραβιάζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη ως εκ της μη παρουσίασης όλης της ουσιώδους μαρτυρίας. Εν πάση περιπτώσει καταλήγοντας επί του συγκεκριμένου θέματος και επαναλαμβάνοντας όσα είχα αναφέρει πιο πάνω σημειώνω ότι ως εκ της μη λήψης κατάθεσης ειδικότερα από συγκεκριμένα πρόσωπα δεν παραμένει οποιοδήποτε κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, ενόψει και της αξιολόγησης της λοιπής μαρτυρίας κατωτέρω, ώστε να γεννάται θέμα απόκλισης της Κατηγορούσας Αρχής από το καθήκον να προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη μαρτυρία αναφορικά με τα επίδικα θέματα της δίκης (βλ. Νίκος Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). ΜΚ2 XXXXX Αργυρού Έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του αναφέρω ότι αυτός σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Οι απαντήσεις του δίνονταν άμεσα και με φυσικότητα. Δεν έχω καμία αμφιβολία δε ότι αυτός ήταν ειλικρινής και κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα και τα έζησε. Δεν μου έχει διαφύγει βεβαίως ότι ήταν σε κάποια σημεία επιθετικός έναντι του δικηγόρου του κατηγορούμενου όταν τον αντεξέταζε, όμως έχω αντιληφθεί, κατόπιν προσεκτικής μελέτης και του συνόλου της μαρτυρίας του, ότι τούτο δεν έγινε για άλλο λόγο παρά μόνον γιατί πράγματι ένιωθε έντονα για την υπόθεση και θιγμένος από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου αλλά και το περιεχόμενο δημοσιεύματος στην εφημερίδα Πολίτης ημερ.15/05/
- Εδώ όμως θέλω να σημειώσω το εξής. Η θέση που εξέφρασε ότι ο κατηγορούμενος δεν ειδοποίησε τον προϊστάμενο του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ενόψει της μαρτυρίας του ΜΥ1, που ως εμφαίνεται κατωτέρω γίνεται αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει αυτή ήταν η πεποίθηση που του δημιουργήθηκε με βάση όσα ανέφερε και δεν μπορούσε σε κάθε περίπτωση να γνωρίζει με ποιόν μίλησε ο κατηγορούμενος στο τηλέφωνο είτε έξω από το γραφείο του είτε ακόμη έξω από το κτίριο του Δικαστηρίου αλλά πάλιν στο χώρο του Δικαστηρίου Λεμεσού. Δεν εντοπίζω όμως στη μαρτυρία του «τα ψεύδη, τις δικαιολογίες, τις αντιφάσεις, τις αναλήθειες και τις ανακρίβειες» στις οποίες αναφέρεται ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του. Ο μάρτυρας έδωσε ομολογουμένως πειστικές και λογικές εξηγήσεις αναφορικά με τα θέματα που ρωτήθηκε και δεν εντοπίζω οιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Και οι εξηγήσεις αυτές καλύπτουν προσθέτω βεβαίως και το θέμα της συμπλήρωσης της πιστοποίησης τεκμ.2 με τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναγράφονται. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας εξήγησε επαρκώς υπό ποια έννοια ήταν απαραίτητη η παρουσία της Διαμαντή ως μάρτυρα στην υπόθεση κατά την αναφερόμενη στο τεκμ.2 περίοδο και δεν είναι αποδεκτή η θέση της υπεράσπισης περί συμπερίληψης στο τεκμήριο αυτό ψευδών στοιχείων. Γίνεται πολλής λόγος στην τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Υπεράσπισης για το θέμα του φαξ και συγκεκριμένα για τη διαφορά της ώρας στα τεκμ. 2 και 8 σε αντιπαραβολή με τη μαρτυρία του ΜΚ
- Βεβαίως ήταν ένα θέμα στο οποίο στάθηκε ιδιαίτερα ο κ.Δημητρίου κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Ευθέως όμως αναφέρεται πως δεν εντοπίζω οτιδήποτε που να «καταρρίπτει» τη μαρτυρία του, ως εισηγείται δηλαδή η υπεράσπιση. Κατ' αρχήν θα πρέπει να πω ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία για το κατά πόσο η ώρα στο φαξ τον επίδικο χρόνο ήταν ορθή. Με βάση την μαρτυρία Καμηλάρη, τεκμ.9, που όπως εμφαίνεται κατωτέρω γίνεται αποδεκτή, η συσκευή του φαξ δεν έχει μνήμη για το
- Ανεξάρτητα τούτου όμως με βάση το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει πως η ώρα δεν ήταν ορθή. Η λογική λέει ότι ήταν πίσω από την πραγματική ώρα. Εν πάση περιπτώσει όμως τούτο δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Από εκεί και πέρα δεν βρίσκω τι είναι τούτο που προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ2 ώστε το πιο πάνω να ανάγεται σε μείζον θέμα. Ο ΜΚ2 περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος του άρπαξε το έγγραφο τεκμ.2 από το χέρι και τι ακολούθησε μέχρι που επέστρεψε στο γραφείο του. Ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι την επιστροφή στο γραφείο του ήταν 5-7 λεπτά, ακολούθησε τηλεφώνημα του στην κα Δαμιανού για να του στείλει νέα πιστοποίηση και τα λοιπά τηλεφωνήματα. Το γεγονός ότι μεταξύ τεκμ.2 και τεκμ.8 υπάρχει μια διαφορά 11 λεπτών συνάδει με την μαρτυρία του και εν πάση περιπτώσει η ώρα που του εστάλη δεν σημαίνει ότι είναι και η ακριβής ώρα που την υπόγραψε και την έδωσε στον ΜΚ1 και τον κ.Σωτηριάδη που μετέβησαν στο Δικαστήριο για να του λάβουν κατάθεση. Η ουσία εν πάση περιπτώσει για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα βρίσκεται στη μαρτυρία του ΜΚ
- Επίσης η υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο ΜΚ2 λέει ψέματα ως εκ της αναφοράς στην μαρτυρία του ότι μπήκε στο γραφείο της Εισαγγελίας και ο κατηγορούμενος καθόταν σε μία γωνιά στο γραφείο, εν σχέση με όσα λέει στην κατάθεση του Τεκμήριο 10 και συγκεκριμένα ότι εισήλθε εντός του γραφείου κάποιο πρόσωπο και του ανάφερε αν είχε κάτι μαζί του κλπ. Ο μάρτυρας εξήγησε καθ' όλα πειστικά ότι ο κατηγορούμενος ήταν μέσα, καθόταν στη καρέκλα δεξιά δίπλα από το καλοριφέρ, εξήλθε και μπήκε και μπαινόβγαινε και δεν έχει καμία διαφορά με τη γραπτή του δήλωση. Όμως ο λόγος που κάνω αναφορά στο σημείο αυτό, το οποίο καλύπτεται ούτως ή άλλως από την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ2 έδωσε πειστικές και λογικές εξηγήσεις για τα θέματα που τέθηκαν, είναι γιατί πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και αντίφαση να θεωρηθεί ότι υπάρχει, που δεν υπάρχει, αυτή δεν είναι ουσιαστική ώστε ν' ανατρέψει την εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο γενικότερα για το συγκεκριμένο μάρτυρα και τις διαπιστώσεις του πιο πάνω. Διότι ακριβώς η ουσία δεν έγκειται θεωρώ στο αν ο κατηγορούμενος αρχικά ευρισκόταν στο γραφείο και καθόταν ή αν μπήκε αμέσως μετά. ΜΥ1 Ανώτερος Αστυνόμος XXXXX Χαραλάμπους Έχω πεισθεί ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και κατέθεσε ότι γνώριζε. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Όσον αφορά την κατάθεση του κατηγορούμενου τεκμ.5, ημερ.14/05/14, ν' αναφέρω κατ' αρχήν ότι αυτή κατατέθηκε χωρίς ένσταση και χωρίς ποτέ, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να γίνει αναφορά για μη θεληματικότητα της για οποιοδήποτε λόγο. Με αυτά υπόψη αναφέρω πως έχω ικανοποιηθεί κατ' αρχήν για τη θεληματικότητα της κατάθεσης αυτής (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13). Ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης του κατηγορούμενου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Από την εξέταση λοιπόν της κατάθεσης καταλήγω κατ' αρχήν ότι θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά τα σημεία εκείνα που επιβεβαιώνονται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία και συγκεκριμένα : Ότι υπηρετεί στο αρχηγείο αστυνομίας και είναι αποσπασμένος στο γραφείο καταπολέμησης αδικημάτων κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και παράνομων στοιχημάτων και στις 14/05/14 μετέβη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ως μάρτυρας στην υπόθεση 23678/
- Επίσης ότι σε κάποια στιγμή ο ΜΚ2 ήταν στο γραφείο της εισαγγελίας μαζί με μια κοπέλα και ένα άντρα και συνομιλούσαν, ότι είχε γίνει αναφορά από τον κατηγορούμενο για ένταλμα που εκδόθηκε εναντίον του σε άλλη ποινική υπόθεση, ότι ο ΜΚ2 μίλησε με κάποιο πρόσωπο στο τηλέφωνο για μια βεβαίωση που αφορούσε την κοπέλα πιο πάνω, σε κάποια στιγμή του εστάλη στο φαξ η βεβαίωση και είχε κάποιο λάθος, πήρε πάλι τηλέφωνο το πρόσωπο που του την έστειλε και ζήτησε να διορθωθεί, του απέστειλαν ξανά την επιστολή/βεβαίωση την οποία υπόγραψε και σφράγισε. Σε κάποια στιγμή πήρε στα χέρια του την βεβαίωση αυτή και ο ΜΚ2 του ζητούσε να του τη δώσει, ενώ ο ΜΚ2 ζήτησε από τον αστυφύλακα Δημήτρη να πάρει τα στοιχεία του κατηγορούμενου. Ακόμη ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να απομακρύνεται προς την έξοδο του Δικαστηρίου και ο ΜΚ2 τον ακολούθησε μαζί με τον Αστ. Δημήτρη, ζητώντας πίσω τη βεβαίωση, ενώ σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος είπε στον ΜΚ2 να μην τον ακουμπήσει γιατί αυτό συνιστά επίθεση. Τέλος, ότι ο κατηγορούμενος βγήκε από την έξοδο, ενημέρωσε τον ΜΥ1 και ακολούθως μετέβη με οδηγίες του τελευταίου στα γραφεία του ΤΑΕ όπου ετοίμασε την κατάθεση του, την οποία παρέδωσε μαζί με το πρωτότυπο έγγραφο στον ΜΚ
- Όσον αφορά τα υπόλοιπα που αναφέρει δεν γίνονται αποδεκτά αφού δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως για να μπορεί να αξιολογηθεί η αξιοπιστία του, ενώ περαιτέρω μέσα από αυτά παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Είναι δε το κατάλληλο σημείο εδώ θεωρώ για ν' αναφέρω ότι ενόψει της μη κατάθεσης ενόρκως του κατηγορούμενου και της αξιολόγησης της μαρτυρίας πιο πάνω, στην ουσία το Δικαστήριο έχει ενώπιον του όσον αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της 14ης/05/14 μία μοναδική εκδοχή δηλ. αυτή του ΜΚ
- Πριν αφήσω την αξιολόγηση έρχομαι σε μία κατάθεση, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ1 και το πρόσωπο που την έδωσε δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Πρόκειται για την κατάθεση του XXXXX Καμηλάρη ημερ.23/03/18, τεκμ.
- Ανεξάρτητα βεβαίως της αποδοχής της για κατάθεση, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό καλείται ν' αποφανθεί για τη βαρύτητα που θα προσδώσει σ' αυτή την εξ' ακοής μαρτυρία (βλ. άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Ο Καμηλάρης είναι τεχνικός στην εταιρεία που εισάγει τα φαξ μάρκας Samsung και αναφέρεται στην εξέταση που προέβη στις 23/03/18 στο συγκεκριμένο φαξ, κατόπιν που το παρέλαβε από τον ΜΚ
- Η συσκευή είχε λάθος ρύθμιση στην ώρα αφού έδειχνε 48 λεπτά μπροστά. Επίσης ότι άλλο έχει σημασία ν' αναφερθεί από την κατάθεση του είναι πως η μνήμη της συσκευής είναι περιορισμένη και η συσκευή δεν έχει μνήμη για το έτος
- Ας σημειωθεί ότι η ανάγκη για λήψη της κατάθεσης αυτής προέκυψε στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΚ1 και κατόπιν που ζητήθηκε από τον τελευταίο να διευκρινιστεί το θέμα των ωρών στο φαξ κατά τον επίδικο χρόνο. Με βάση αυτά, το γεγονός ότι μιλούμε προφανέστατα για έναν ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος αναφέρεται απλά στην εξέταση του μηχανήματος φαξ υπό την ιδιότητα που ανέφερε και δεν έχει καμία προσωπική γνώση των γεγονότων που έλαβαν χώρα την επίδικη ημέρα, ούτε και κάνει οποιαδήποτε αναφορά επί της ουσίας και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η υπεράσπιση δεν υπέβαλε ποτέ αίτημα για να κλητευθεί προκειμένου να αντεξεταστεί (βλ. άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9), καταλήγω να κάνω αποδεκτό το περιεχόμενο της κατάθεσης τεκμ.
- ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής : Ο ΜΚ2 εργάζεται στη Νομική Υπηρεσία και είναι τοποθετημένος ως δημόσιος κατήγορος στο επαρχιακό γραφείο Λεμεσού. Στις 14/05/14 και ώρα 11:30 περίπου, ο ΜΚ2 εισήλθε στο γραφείο δημόσιων κατηγόρων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, συνοδευόμενος από τους XXXXX Διαμαντή και XXXXX Κλεισαρχάκη. Τα δύο αυτά πρόσωπα ήταν αρραβωνιασμένα μεταξύ τους, ήταν δε μάρτυρες κατηγορίας στην ποινική υπόθεση αρ.10604/11, η οποία ολοκληρώθηκε στις 13/05/14 με την καταδίκη και επιβολή χρηματικής ποινής στον εκεί 1ο κατηγορούμενο. Προηγουμένως οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση 10604/11 είχαν ζητήσει συγνώμη και απολογήθηκαν στα εν λόγω πρόσωπα, ενώ ο Κλεισαρχάκης, που ήταν το πρόσωπο που στο επεισόδιο που αφορούσε η υπόθεση δέχτηκε τα κτυπήματα, είχε δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο. Σημειώνεται ότι ο ρηθείς Κλεισαρχάκης την ίδια στιγμή ήταν κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση 10602/11, η οποία αφορούσε το ίδιο επεισόδιο και ανεστάλη με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα στις 13/05/
- Εκεί στο γραφείο καθόταν σε καρέκλα ένα πρόσωπο, που όπως διαφάνηκε αργότερα ήταν ο κατηγορούμενος, εξήλθε και ξαναμπήκε και ρώτησε τον ΜΚ2 αν έχει κάτι μαζί του γιατί σε παλαιότερη υπόθεση είχε ζητήσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Απ' ότι αντιλήφθηκε ήταν αστυνομικός γιατί ήταν με πολιτική περιβολή. Τότε του εξέφρασε παράπονο ότι μόνον αυτός εκδίδει ένταλμα σύλληψης και ότι όλα τα εντάλματα σύλληψης που είχε εναντίον του ζητήθηκαν απ' αυτόν. Ο ΜΚ2 του εξέφρασε την έκπληξη του και άγνοια του για το θέμα και του ανέφερε ότι πράγματι στο παρελθόν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, μετά που ζητήθηκε από τον ίδιο και είναι συνήθης πρακτική που εφαρμόζεται για μάρτυρες που δεν παρουσιάζονται στο Δικαστήριο, παρότι έχουν κληθεί ή δεν παρουσιάζονται στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος μπαινόβγαινε στο γραφείο έχοντας βλοσυρό ύφος και βλέποντας περίεργα τον ΜΚ
- Να σημειωθεί ότι η αναφερόμενη πιο πάνω Διαμαντή είναι φοιτήτρια σε σχολή στην Κρήτη, όπου διαμένει και ζήτησε κάποια πιστοποίηση για να παρουσιάσει στη σχολή της και να δικαιολογήσει την απουσία της από τις εξετάσεις που είχε. Ο ΜΚ2 δε ζήτησε μέσω τηλεφώνου από την υπάλληλο της Νομικής Υπηρεσίας Λεμεσού κα XXXXX Δαμιανού και του απέστειλε μέσω φαξ σχετικό έντυπο, που αφορούσε ουσιαστικά την περίοδο που χρειάστηκε να είναι παρούσα στα πλαίσια της υπόθεσης 10604/11, αλλά και της 10602/11 ως εκ των προσπαθειών που γίνονταν για εύρεση συμβιβαστικής λύσης μεταξύ των εμπλεκομένων στις 2 υποθέσεις. Όταν του εστάλη διαπιστώθηκαν κάποια λάθη και ζητήθηκε διόρθωση τους ως και έγινε. Το διορθωμένο έντυπο που του εστάλη υπεγράφη και σφραγίστηκε από τον ΜΚ2 και στην προσπάθεια του να το δώσει στην Διαμαντή, ο κατηγορούμενος που τη στιγμή εκείνη εισήλθε στο γραφείο άρπαξε το έντυπο από το χέρι του ΜΚ2 και του ανέφερε ότι είναι αστυνομικός στο CID Αρχηγείου, ότι διέπραξε ψευδή δήλωση και ότι θα κρατούσε το έντυπο για να τον καταγγείλει. Ο ΜΚ2 του ζήτησε να πει τα στοιχεία του, δεν του τα έλεγε και ζήτησε από τον υπεύθυνο ασφαλείας τον Αστυφύλακα Δημήτρη να ζητήσει τα στοιχεία του και να παραδώσει το έντυπο, το οποίο κρατούσε, πριν εξέλθει του χώρου του Δικαστηρίου. Αυτός αρνήθηκε και κατευθύνθηκε προς το χώρο της εξόδου ακολουθούμενος από τον Αστυφύλακα τον Δημήτρη και τον ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος πριν εξέλθει του Δικαστηρίου μίλησε στο κινητό του τηλέφωνο και ανέφερε ότι παρέλαβε έντυπο από τον δημόσιο κατήγορο XXXXX Αργυρού, τον οποίο θα καταγγείλει γιατί προέβη σε ψευδή δήλωση σε έγγραφο. Στην έξοδο του Δικαστηρίου ο ΜΚ2 προσπάθησε να πείσει τον κατηγορούμενο να επιστρέψει το έντυπο, ο κατηγορούμενος δε του ανέφερε «μην με αγγίξεις, θα σε καταγγείλω για επίθεση» και αποχώρησε. Ο ΜΚ2 επέστρεψε στο γραφείο του, όπου συνέχισαν να βρίσκονται η Διαμαντή και ο Κλεισαρχάκης και αφού επικοινώνησε εκ νέου με την κα Δαμιανού του απέστειλε εκ νέου την πιστοποίηση, την οποία υπόγραψε και την έδωσε στη Διαμαντή. Από έρευνα που έκανε ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκείνη τη μέρα είχε παρουσιαστεί ως μάρτυρας κατηγορίας για την υπόθεση 23678/
- Κατόπιν των ανωτέρω ακολούθησαν τα τηλεφωνήματα του ΜΚ2 στα πρόσωπα που ανέφερε στη μαρτυρία του και σε κάποια στιγμή στο Δικαστήριο έφτασε ο ΜΚ1 μαζί με τον Υπαστυνόμο Ι.Σωτηριάδη, υπεύθυνο του ΤΑΕ Λεμεσού. Ο ΜΚ2 τους έδωσε κατάθεση και παρέδωσε το έντυπο που έπιασε ο κατηγορούμενος, το οποίο έλαβε από την κα Δαμιανού μέσω φάξ και το υπέγραψε. Ως προς το παράπονο του κατηγορούμενου στον ΜΚ2 για τα εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν εναντίον του διαπιστώθηκε ότι στα πλαίσια της υπόθεσης 13018/12, εις την οποία ήταν μάρτυρας κατηγορίας, εκδόθηκαν επανειλημμένως εντάλματα σύλληψης εναντίον του είτε κατόπιν αιτήματος του ΜΚ2 είτε κατόπιν αιτήματος συναδέλφου του, τα οποία στην πορεία ακυρώθηκαν κατόπιν των εξηγήσεων που είχαν δοθεί στο Δικαστήριο που χειριζόταν την υπόθεση. Τέλος, να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος ευρίσκεται στις τάξεις της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου από τις 12/11/1997 και κατά τον ουσιώδη χρόνο πιο πάνω υπηρετούσε στο Τμήμα Γ' του Αρχηγείου Αστυνομίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει σχετικά πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
- Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
- Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Το αδίκημα δε της κλοπής υπό δημόσιου λειτουργού, που αφορά η 1η κατηγορία, προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 267 του Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 267 του Κεφ.154 : "
- Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι δημόσιος λειτουργός, αυτό που κλάπηκε είναι κρατική περιουσία ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου από τη θέση την οποία κατέχει, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. " Άρα πέραν των αναφερόμενων πιο πάνω συστατικών του αδικήματος της κλοπής, θα πρέπει προς στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου αδικήματος να πληρούνται και τα εξής στοιχεία : - O κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός. - Η περιουσία που κλάπηκε να είναι κρατική περιουσία ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου από τη θέση την οποία κατέχει. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται με καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η θέση νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: - Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. - Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. - Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). - Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση R. v. Bernhard υιοθετήθηκε στην Savva v. The Police
(1973)2 C.L.R. 331, στα πλαίσια της υπεράσπισης του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, όπου προβλέπεται ότι αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώµατος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Ως εκ του ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, ανήκε στις τάξεις της Αστυνομικής Δύναμης της Δημοκρατίας, κάτι που είναι παραδεκτό μέσα από την μαρτυρία (βλ. μεταξύ άλλων και το τεκμ.15), σε συνδυασμό με την ερμηνεία της έννοιας «δημόσιος λειτουργός» στο άρθρο 4 του Κεφ.154, συνάγεται ότι αυτός ήταν δημόσιος λειτουργός. Από εκεί και πέρα θ' αναφέρω ότι ως προκύπτει με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ενήργησε κατά έναν απαράδεκτο τρόπο, αρπάζοντας από το χέρι του ΜΚ2, το έγγραφο που προσπάθησε να δώσει στην Διαμαντή και το οποίο είχε προηγουμένως σφραγίσει με την προσωπική του σφραγίδα, εις την οποία εκτός από το όνομα και την ιδιότητα του αναγράφεται «για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας», και υπογράψει. Ο κατηγορούμενος, χωρίς θεωρώ να έχει ενώπιον του οιαδήποτε στοιχεία που να του δημιουργούν εύλογη υποψία για τη διάπραξη οιουδήποτε αδικήματος, ως είναι η θέση του, ενήργησε βεβιασμένα, παράνομα και προφανώς εκδικητικά σε βάρος του ΜΚ2, για το λόγο που ο τελευταίος εξήγησε και που μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία ξεκάθαρα προκύπτει. Μάλιστα, ούτε πριν αρπάξει το έγγραφο από το χέρι του ΜΚ2 αλλά ούτε μετά προέβη σε οποιαδήποτε επίστηση της προσοχής του ΜΚ2 στο Νόμο αναφορικά με τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος. Με αυτά υπόψη και έχοντας κατά νουν όλα τα δεδομένα που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκω πως έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στο ΤΑΕ όπου έδωσε κατάθεση και παρέδωσε το έγγραφο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και με οδηγίες άλλου δηλ. του ΜΥ1, δεν μπορεί θεωρώ να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Το αδίκημα δε της κατάχρησης εξουσίας του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, που αφορά η 2η κατηγορία, έχει ως εξής : " 105. Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. " Μελέτη του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός· (β) η πράξη να συνιστά κατάχρηση της εξουσίας του· (γ) η πράξη να είναι αυθαίρετη· και (δ) η πράξη να παράβλαψε τα δικαιώματα άλλων. (βλ. Ποιν.Εφ.5949 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοχάρης Κέλβερη
(1996)2 Α.Α.Δ. 103) Ότι ο κατηγορούμενος, τον ουσιώδη χρόνο, ήταν δημόσιος λειτουργός έχει ειπωθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω. Άρα το συστατικό στοιχείο υπό (α) έχει αποδειχθεί. Από εκεί και πέρα ως προς τις υπόλοιπες έννοιες θα πρέπει να ερμηνευθούν υπό τη φυσική τους σημασία. «Αυθαίρετη» σημαίνει πράξη που δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο το οποίο προβλέπουν οι νόμοι αλλά σύμφωνα με προσωπικές επιθυμίες και προτιμήσεις ή κατά παράβαση συγκεκριμένων οδηγιών. «Κατάχρηση» σημαίνει την υπέρβαση των καθηκόντων κάποιου, δηλαδή της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας του. «Εξουσία» σημαίνει το δικαίωμα ή εξουσιοδότηση ή άδεια που έχει κάποιος να ενεργεί εκ μέρους κάποιου άλλου. «Παραβλάπτει» σημαίνει προκαλεί ζημιά σε άλλον, βλάπτει, ζημιώνει τα δικαιώματα άλλου. Η λέξη «δικαιώματα» σημαίνει τις ελευθερίες και δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το νόμο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ενεργούν προς ικανοποίηση των συμφερόντων τους και σε ένα δεύτερο επίπεδο αυτά τα οποία δικαιούται κάποιος. (βλ. και Δημοκρατία v. Ερωτοκρίτου κ.α., αρ. υπόθεσης 9208/15, ημερ.08/02/17) Ο κατηγορούμενος ενήργησε με τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω, καθ' υπέρβαση θεωρώ των καθηκόντων και της εξουσίας του, αλλά και κατά παράβαση του νόμου ή και του άρθρου 25 του Κεφ.155 που επιβάλλει την ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα για έρευνα και κατάσχεση οιουδήποτε εγγράφου ή πράγματος χωρίς ένταλμα. Θεωρώ συνεπώς ότι τα συστατικά υπό (β) και (γ) πιο πάνω έχουν αποδειχθεί. Από εκεί και πέρα όμως θεωρώ πως πληρούται και το τελευταίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι το (δ) πιο πάνω. Ο ΜΚ2 ως εκ της θέσης του / της ιδιότητας του και των καθηκόντων του είχε θεωρώ δικαίωμα, εφόσον του ζητήθηκε από την αναφερόμενη πολίτη της Δημοκρατίας, να εκδώσει την βεβαίωση και η ενέργεια του κατηγορούμενου έπληξε το δικαίωμα του αυτό. Συνεπώς αποδείχθηκε κατά την κρίση μου και η 2η κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όσα αναφέρθηκαν κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάση λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 2 εναντίον του κατηγορούμενου, εις τις οποίες τον κρίνω ένοχο. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Κλοπή υπό δημόσιου λειτουργού / Κατάχρηση εξουσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο