Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. WASAIM, Αρ. Υπόθεσης: 8468/18, 24/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B162 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8468/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ WASAIM Κατηγορούμενου ------------------------------------ Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για Κατηγορούμενο: κα. Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-tempore) Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 08 Οκτωβρίου του 2017 στη Λεμεσό, έκλεψε το αυτοκίνητο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, περιουσία του παραπονούμενου, αξίας 500 ευρώ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο μάρτυρας κατηγορίας 1 κατάθεσε το Τεκμήριο 1 που είναι η κατάθεση του, όπου προφορικά ξεκαθάρισε ότι αφορά άλλο αδίκημα και όχι το υπό εξέταση. Ήταν ο μάρτυρας που έλαβε και τύπωσε τις φωτογραφίες, δηλαδή το Τεκμήριο 2, όπου περιέγραψε και ανέλυσε τι απεικονίζουν οι εν λόγω φωτογραφίες, όπου στη φωτογράφηση ήταν παρών και ο κατηγορούμενος και άλλοι συνάδελφοι του μάρτυρα, υπήρχαν εντός του αυτοκινήτου και διάφορα άλλα εργαλεία, που υπήρχε ισχυρισμός ότι το αυτοκίνητο έχει κλαπεί, αλλά τα εν λόγω εργαλεία δεν έχουν κλαπεί. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι τις φωτογραφίες τις έλαβε με υπόδειξη συναδέλφου του, αλλά ο παραπονούμενος δεν ήταν παρών στη φωτογράφηση, ανάφερε ότι δεν υπήρχε κλειδαριά στο αυτοκίνητο και ότι λογικά θα ξεκινούσε με τα καλώδια, συμφωνώντας ότι το γυαλί του αυτοκινήτου ήταν σπασμένο. Ο μάρτυρας κατηγορίας 2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 3, στην οποία κάνει αναφορά ότι την επόμενη ημέρα της καταγγελίας, λήφθηκε πληροφορία ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν έξω από το Κοινοτικό Συμβούλιο κοινότητας της Επαρχίας Λεμεσού και πήγε στο μέρος, όπου τέθηκε το αυτοκίνητο υπό διακριτική παρακολούθηση και με την άφιξη του στη σκηνή, εντόπισε το αυτοκίνητο, σταθμεύοντας το αστυνομικό όχημα πίσω από αυτό, πλησίασε το αυτοκίνητο, όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο στη θέση του οδηγού και στη θέση του συνοδηγού ήταν η σύζυγός του, προέβηκε σε σχετική ενημέρωση και έλαβε οδηγίες, όπως ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του, αλλά και το αυτοκίνητο μεταφερθούν στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής. Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πήρε το αυτοκίνητο από τον παραπονούμενο, ο οποίος είναι εξάδελφος του και δεν ήξερε ότι το πήρε και εκ λάθους το κατάγγειλε ως κλοπιμαίο, πράγμα που έγινε, δηλαδή η καταγγελία έγινε μία ημέρα πριν. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως επίσης και το επίδικο αυτοκίνητο, δεν ήρθε σε οποιανδήποτε επικοινωνία με τον παραπονούμενο, τονίζοντας ότι τα καθήκοντα του ήταν αυτά που ανάφερε στην κατάθεση του και μέλημα του ήταν να μεταφερθεί το αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό για τα περαιτέρω, κάνοντας επίσης αναφορά στο τι του είπε ο κατηγορούμενος, στην έκταση που ο κατηγορούμενος του ανάφερε και ήταν σε κατοπινό στάδιο που ενημερώθηκε για την εκδοχή του παραπονούμενου. Ο μάρτυρας κατηγορίας 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 6, στην οποία κάνει αναφορά στη λήψη της κατάθεσης του παραπονούμενου για την κλοπή του αυτοκίνητου στις 08 Οκτωβρίου του 2017, καθώς επίσης την επόμενη ημέρα στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, στη σύλληψη του κατηγορουμένου, στις κατηγορίες που του απάγγειλε, όπου για το υπό εξέταση αδίκημα απάντησε μη παραδοχή, αλλά παραδέχθηκε άλλες τροχαίες παραβάσεις που δεν είναι αντικείμενο εξέτασης της παρούσας υπόθεσης. Κατάθεσε στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ως τεκμήρια τη γραπτή και ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, αλλά και τη γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο. Ανάφερε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και αναγνώρισε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου στο Τεκμήριο 2, περιγράφοντας επίσης τις σχετικές φωτογραφίες που περιέχονται σ' αυτό. Αφού λήφθηκε η κατάθεση του παραπονούμενου, στάλησαν μηνύματα για να εντοπιστεί το αυτοκίνητο, όπως και έγινε την επόμενη ημέρα. Επίσης διευκρίνισε ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν παρών στη φωτογράφηση, αναφέρθηκε στη σύλληψη του κατηγορουμένου και τη μεταφορά του στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής και εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τη σύλληψή του είχε στην κατοχή του κινητό τηλέφωνο. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στη χρονική σειρά μεταξύ των λήψεων καταθέσεων από τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο αντίστοιχα, στην ενημέρωση του παραπονούμενου για την ανεύρεση του αυτοκινήτου και την απαγγελία κατηγορίας στον κατηγορούμενο και μετά από αυτά ο παραπονούμενος ανάφερε ότι δεν έχει πλέον παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου, όμως η υπόθεση προχώρησε και δεν ήταν ο αρμόδιος για να κρίνει αν η υπόθεση θα έκλεινε, ως η έκφραση του, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις περί μη διενέργειας πράξεων για να μην προχωρήσει η παρούσα υπόθεση. Έδωσε τη δική του ερμηνεία και εξήγηση ως προς την ερμηνεία της κλοπής στην παρούσα υπόθεση, δίνοντας επίσης, στην έκταση που γνώριζε ή μπορούσε, αναφορικά με την κατάσταση και τη λειτουργία του αυτοκινήτου, μέσα και από τις φωτογραφίες που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας κατηγορίας 4 είναι ο παραπονούμενος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, όπου στην μεν χρονικά πρώτη, δηλαδή το Τεκμήριο 14, κάνει αναφορά ότι το πρωί της 08 Οκτωβρίου του 2017 δεν εντόπισε το αυτοκίνητό του, όπου το είχε αφήσει έξω από τη οικία του. Στη δεύτερη χρονικά κατάθεσή του, δηλαδή στο Τεκμήριο 12, που λήφθηκε την επόμενη ημέρα, σε αυτήν κάνει αναφορά ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο για κάποιους μήνες και ότι δούλευαν παλιά μαζί και ότι αν και δεν του είχε πει ποτέ να πάρει το αυτοκίνητο, εντούτοις δεν έχει παράπονο και δεν επιθυμεί να κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος, ούτε επιθυμεί την ανάμειξη της Αστυνομίας. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο, το αυτοκίνητο του μέσα από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, λέγοντας ότι στο αυτοκίνητο δεν υπήρχε μπαταρία και ότι απλά το χρησιμοποιούσε για να τοποθετεί εντός αυτού τα εργαλεία του και ξεκίνησε το αυτοκίνητο σε παρελθόντα χρόνο με τη βοήθεια μηχανικού, με τη χρήση καλωδίων. Όταν εργαζόταν με τον κατηγορούμενο, χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο και υπήρχαν τα κλειδιά, τα οποία απώλεσε σε κατοπινό στάδιο, χωρίς να θυμάται ακριβώς, εντός του αυτοκινήτου υπήρχαν και εργαλεία, τα οποία δεν απωλέσθηκαν. Με τον κατηγορούμενο εργάστηκαν μαζί και είχε ο ένας τον αριθμό τηλεφώνου του άλλου, αλλά δεν επικοινωνούσαν μετά τη συνεργασία τους. Αναφέρθηκε επίσης και σε τηλεφώνημα που δέχθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο σε κατοπινό στάδιο, όπου ο κατηγορούμενος του είπε ότι αναγκάστηκε να οδηγήσει το αυτοκίνητο, διότι ο γιος του είναι άρρωστος. Αντεξεταζόμενος, περιέγραψε το αυτοκίνητο και τη λειτουργία του και γενικά περιέγραψε το αυτοκίνητο του και εξέφρασε τις απόψεις και τις θέσεις του σε υποβληθείσες θέσεις, που είχαν ως επίκεντρο την πρόθεση του κατηγορουμένου να μην αποστερήσει μόνιμα το αυτοκίνητο και ότι απλά ο κατηγορούμενος το δανείστηκε. Αναφέρθηκε επίσης στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο και ότι ανάφερε στον κατηγορούμενο πως ήταν αυτός που ενημέρωσε την Αστυνομία, κάνοντας επίσης αναφορά στην άρση του παραπόνου του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κλήθηκε ο κατηγορούμενος σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε άλλους μάρτυρες. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και που είχε ως επίκεντρο ότι θα επέστρεφε το αυτοκίνητο στον παραπονούμενο, προβάλλοντας ουσιαστικά τη θέση του ότι δεν είχε πρόθεση για μόνιμη αποστέρηση του αυτοκινήτου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το υπό εξέταση αδίκημα, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα (
- ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του ΚΕΦ.154. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο.΄ Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και τον τρόπο που αυτή αξιολογείται, στην υπόθεση Α.Δ. εναντίον Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/14 ημερομηνίας 22 Ιουνίου 2016, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου κ. Γιώργος Ερωτοκρίτου, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης». Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Ο μάρτυρας κατηγορίας 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθά εκτέλεσε τα καθήκοντά του ως ο φωτογράφος στην παρούσα υπόθεση και πείστηκε το Δικαστήριο ότι ανάφερε όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς το Δικαστήριο να εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό ή το επιλήψιμο, είτε στη μαρτυρία του είτε στη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Το ότι το τεκμήριο 1 αφορούσε άλλη υπόθεση, αυτό έχει αναφερθεί ότι πρόκειται περί καλόπιστου λάθους και ότι αυτό αφορούσε άλλη υπόθεση που δεν επηρεάζει όμως την όλη του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση ως φωτογράφου. Με την πιο πάνω διευκρίνιση το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ΜΚ 2 και αυτός άφησε με τη σειρά του καλή εντύπωση στο Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ήταν ο μάρτυρας που εκτέλεσε τα καθήκοντα του ως αστυφύλακας στην ανεύρεση του αυτοκινήτου, στην αναζήτηση των στοιχείων του κατηγορουμένου και τη μεταφορά του κατηγορουμένου, της συζύγου του και του αυτοκινήτου στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό ή το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτός ο μάρτυρας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας κατηγορίας 3 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, και το Δικαστήριο παρακολουθώντας με προσοχή τον μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω και αυτής του της ιδιότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό ή το επιλήψιμο και το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του ότι δεν ήταν πλέον αρμόδιος να κρίνει αν θα έκλεινε η υπόθεση μετά την άρση του παραπόνου από τον παραπονούμενο. Ένδειξη περαιτέρω αξιοπιστίας του μάρτυρα, αποτελεί και το γεγονός ότι δεν έχει μετουσιώσει τον εαυτό του σε εμπειρογνώμονα μηχανικό ως προς τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου αυτοκινήτου. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του μάρτυρα ως ανακριτή και δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Κρίνω ότι έχει εκτελέσει ο μάρτυρας αυτός αντικειμενικά, ανεξάρτητα και αμερόληπτα τα καθήκοντα του ως ανακριτής. Ο ΜΚ 4 είναι ο παραπονούμενος. Το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω της ιδιότητας του ως παραπονούμενος και ως μάρτυρας‑κλειδί στην παρούσα υπόθεση. Μέσα από τη μαρτυρία του παραπονούμενου, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος πήρε το αυτοκίνητο του, χωρίς να τον ρωτήσει στις 08 Οκτωβρίου του 2017 τα μεσάνυχτα, δηλαδή τις πρώτες πρωινές ώρες στις 08 Οκτωβρίου του 2017 και το κρατούσε μέχρι την επόμενη ημέρα, όπου και ανακόπηκε από την Αστυνομία. Αυτό πασιφανές καταδεικνύει κλοπή, διότι δεν ρώτησε καν τον παραπονούμενο και παρόλο που είχε το τηλέφωνο του, εντούτοις δεν τον ενημέρωσε, αφού πέρασε όλη η ημέρα της 08ης Οκτωβρίου του 2017, καθώς επίσης και το μισό περίπου της 09ης Οκτωβρίου του 2017 και μόνο με την ανακοπή της Αστυνομίας επιστράφηκε το αυτοκίνητο στον παραπονούμενο και όχι με οποιανδήποτε άλλη ενέργεια του κατηγορουμένου, καταδεικνύοντας έτσι την πρόθεση του κατηγορουμένου για μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας του παραπονούμενου, δηλαδή του αυτοκινήτου, διότι δεν μπήκε καν στη διαδικασία να τηλεφωνήσει ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο σε όλο αυτό το διάστημα, αν και είχε ο κατηγορούμενος τον αριθμό του τηλεφώνου του παραπονούμενου και ο παραπονούμενος είχε στην κατοχή του το τηλέφωνο του, αφού δούλευαν μαζί στο παρελθόν, ως η αποδεχθείσα αναφορά του παραπονούμενου. Η αναφορά του παραπονούμενου ότι δέχθηκε σε κατοπινό στάδιο τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο και του είπε ότι αναγκάστηκε να το πάρει για τον λόγο ότι ο γιος του είναι άρρωστος, δεν μεταβάλλει το πιο πάνω εύρημα του Δικαστηρίου ως προς την πρόθεση μόνιμης αποστέρησης κατά τη στιγμή της κλοπής και εν πάση περιπτώσει, ούτε αποδείχθηκε με αποδέκτη και αξιόπιστη μαρτυρία αυτή η αναφορά και ισχυρισμός του κατηγορουμένου και εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αυτή η θέση του κατηγορουμένου, διότι το λογικό θα ήταν ο κατηγορούμενος να ενημέρωνε τον παραπονούμενο έγκαιρα και ιδίως την πρώτη ημέρα, δηλαδή στις 08 Οκτωβρίου του 2017 και όχι να το κατακρατεί μέχρι την επόμενη ημέρα, δηλαδή μέχρι την ανακοπή του από την Αστυνομία. Δεν είναι νοητός ο δανεισμός ενός αυτοκίνητο χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, διότι ως μία αυτοτελής σύμβαση δανεισμού ενός αυτοκινήτου, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, η προηγούμενη συγκατάθεση του δικαιούχου του αυτοκινήτου, διότι διαφορετικά είναι κλοπή χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου και δεν νοείται δανεισμός αυτοκινήτου χωρίς την ενημέρωση του δικαιούχου και να προβάλλεται αυτή η θέση περί δανεισμού του αυτοκινήτου, αφού έχει ανακοπεί από την Αστυνομία. Ακόμα και να προέβηκε ο κατηγορούμενος στις ενέργειες, όπως παραδείγματος χάρη η αναζήτηση του κατηγορουμένου στην οικία του και κλήση του παραπονούμενου κατά τη στιγμή που το πήρε, πράγμα για το οποίο το Δικαστήριο δεν αποδέχεται, λόγω ακριβώς της πιο πάνω αξιολόγησης που έγινε πιο πάνω αναφορικά με την πρόθεση του κατηγορουμένου για μόνιμη αποστέρηση του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος δεν προώθησε ενόρκως την πιο πάνω εκδοχή και δεν την απέδειξε με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία, χωρίς αυτό να ισοδυναμεί ότι ο κατηγορούμενος έχει το βάρος απόδειξης της αθωότητας του, παρά μόνο το Δικαστήριο κρίνει ότι η πιο πάνω θέση του παραπονούμενου, καθώς επίσης και το εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου για την πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του αυτοκινήτου παρέμειναν ακλόνητα. Η έκφραση γνώμης ή πιθανότητας του παραπόνου ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να δανείστηκε το αυτοκίνητο λόγω της ασθενείας του γιου του, δεν κλονίζει, ούτε υπερκαλύπτει ούτε υπερφαλαγγίζει την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω αναφορικά με το μόνο λογικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση για μόνιμη αποστέρηση του αυτοκινήτου από τον παραπονούμενο και εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ο παραπονούμενος καταληκτικά, ανάφερε ότι δεν ξέρει τι πρόθεση είχε ο κατηγορούμενος και ότι δεν είναι στην καρδιά του, ως η έκφραση του και συνεπώς ο παραπονούμενος έκλεισε κάθε πόρτα ή παράθυρο που να αφήνει οποιανδήποτε αποδοχή της θέσης του κατηγορουμένου. Άνευ σημασίας κρίνονται από το Δικαστήριο για το πώς λειτούργησε ο κατηγορούμενος το αυτοκίνητο, ήτοι με ή χωρίς μπαταρία, διότι αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι το έθεσε σε λειτουργία μέχρι και την ανακοπή του από την Αστυνομία. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το νομολογιακό πλαίσιο που διέπει στην αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να της δώσει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι οι θέσεις που προβλήθηκαν στην ανώμοτη δήλωση παρέμειναν αναπόδεικτες ως προς τις προθέσεις του κατηγορουμένου και εν πάση περιπτώσει, δεν δύναται να παραμερίσουν ή να κλονίσουν το μόνο λογικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου μέσα από την αξιολόγηση που έγινε, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του αυτοκινήτου από τον παραπονούμενο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος στις 08 Οκτωβρίου 2017 στη Λεμεσό, έκλεψε το επίδικο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του παραπονούμενου, παίρνοντας το, ενώ αυτό ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία του παραπονούμενου, χωρίς ο κατηγορούμενος να τον ρωτήσει και είχε πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του αυτοκινήτου από τον παραπονούμενο, χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως κατά, αλλά και μετά που ο κατηγορούμενος το πήρε στην κατοχή του, παρά μόνο μετά που ανακόπηκε από την Αστυνομία την επόμενη ημέρα και αυτό καταδεικνύει πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του αυτοκινήτου από τον κατηγορούμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο