Γιαννακού, Αρ. Υπόθεσης: 17357/18, 17/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17357/18 ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ του ΧΧΧΧ Γιαννακού --------------------------- Ημερομηνία: 17.10.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης με κ. Αλ. Μανώλη Για Κατηγορούμενο: κ. Χ'Στερκώτης με κ. Χ'Στερκώτη Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Ο κατηγορούμενος ενωρίτερα σήμερα παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. Μετά την παραπομπή στο Κακουργιοδικείο ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία που κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου, δηλαδή μέχρι τις 29.11.2018. Έρεισμα για την εισήγηση που υποβλήθηκε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, αποτέλεσε η θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, ως επίσης και κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστηρίζοντας το αίτημα του, αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, όπως αυτά διαφαίνονται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές, στην πιθανότητα καταδίκης με αναφορά στο μαρτυρικό υλικό και ιδιαίτερα στις καταθέσεις με Κ.1 και Κ.1Α που περιλαμβάνονται στη δέσμη Τεκμηρίου Α, καθώς επίσης και στις ποινές που συνήθως επιβάλλονται σε αδικήματα αυτής της φύσης. Όσον αφορά τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων, παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια Γ μέχρι και Η, κατηγορητήρια που αφορούν υποθέσεις που καταχωρήθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου στο Ε.Δ. Λεμεσού. Το αίτημα της κατηγορούσας αρχής συνάντησε την ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ο οποίος αφού ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι κύπριος πολίτης ο οποίος διατηρεί δεσμούς με τη Δημοκρατία, τόνισε ιδιαίτερα ότι η μοναδική μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο με τα αδικήματα που του αποδίδονται, προέρχεται από τον Χ. Χριστοδούλου ο οποίος είναι πρόσωπο το οποίο εμπλέκεται στα αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και τα οποία σχετίζονται με την κατοχή και την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς, υπέδειξε ο κ. Χ'Στερκώτης, το γεγονός αυτό θα πρέπει να προβληματίσει, αφού είναι πιθανόν ο ίδιος να έχει δικούς του λόγους και συμφέροντα να εξυπηρετήσει εμπλέκοντας στα επίδικα αδικήματα τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ο κ. Χ'Στερκώτης ανέφερε ότι ο αδελφός του κατηγορούμενου, ο οποίος αντιμετωπίζει άλλη υπόθεση με τα ίδια αδικήματα όπως αυτά της παρούσας αλλά και με επιπρόσθετα αδικήματα, κατόπιν απόφασης άλλου Δικαστηρίου με την παραπομπή του για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου αφέθηκε ελεύθερος με όρους. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι ο πελάτης του είναι λευκού ποινικού μητρώου, αφού πέραν των κατηγορητηρίων που αντιμετωπίζει, δεν έχει αναφερθεί από την κατηγορούσα αρχή ότι βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος κράτησης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές οι οποίες έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορούμενου, θα πρέπει πάντοτε να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτό προκύπτει και από το τεκμήριο αθωότητας, όπως αυτό απορρέει και διασφαλίζεται από το άρθρο 12 του Συντάγματος. Στην ποινική έφεση 176/17 ημερομηνίας 20.9.2017, Σάββα ν. Αστυνομίας, καταγράφηκαν με αναφορά στην προγενέστερη νομολογία, οι λόγοι στη βάση των οποίων εξετάζεται το ενδεχόμενο κράτησης ενός υπόδικου με ιδιαίτερη μνεία στον κίνδυνο μη προσέλευσης. Ειπώθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Από το απαύγασμα της νομολογίας μας σε σχέση με την κράτηση ενός κατηγορουμένου εκκρεμούσης της δίκης του προκύπτει ότι το ερώτημα αν θα παραμείνει υπό κράτηση δυνάμει του αρθ.157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 εξετάζεται με αναφορά: (Ι) στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο (ΙΙ) στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (ΙΙΙ) στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά δύνανται, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση. Έχει δε επίσης καθιερωθεί νομολογιακά ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσης καθορίζεται από: (α) τη σοβαρότητα του αδικήματος (β) την πιθανότητα καταδίκης και (γ) την ποινή που πιθανό να επιβληθεί Βεβαίως, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, μεγαλύτερο και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του. Ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών πιο πάνω αντικειμενικών κριτηρίων λαμβανομένων όμως υπόψη και των προσωπικών δεδομένων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο.» Όπως έχω ήδη αναφέρει, η κατηγορούσα αρχή έχει στηρίξει το αίτημα της σε δύο λόγους και συγκεκριμένα στον κίνδυνο φυγοδικίας και τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων. Ξεκινώντας από το ζήτημα του κινδύνου φυγοδικίας, όπως υποδεικνύεται και στην προαναφερόμενη απόφαση, αυτός αποτιμάται με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην ποινή η οποία είναι πιθανόν να επιβληθεί. Το πρώτο επομένως στοιχείο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Θα παρακάμψω τα αδικήματα της συνωμοσίας και θα αναφερθώ στα ουσιαστικά αδικήματα και στις προβλεπόμενες ποινές σε σχέση με αυτά και συγκεκριμένα σημειώνω ότι για το αδίκημα της εκβίασης κατά παράβαση του άρθρου 290 (Α)
(1)του Κεφ. 154, προβλέπεται μέγιστη ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του Ν.188
(1)/07. Όσον αφορά τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, επισημαίνω ότι για αδικήματα που αφορούν την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου, ενώ για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη. Από τα προαναφερόμενα, καθίσταται πρόδηλο ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα. Έχει δε τονιστεί στη νομολογία ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το δεύτερο στοιχείο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί, αφορά την πιθανότητα καταδίκης. Η πιθανότητα καταδίκης εξετάζεται στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και όπως έχει τονιστεί στην Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση του. Η αντικειμενική θεώρηση του μαρτυρικού υλικού, το οποίο κατατέθηκε ως δέσμη Τεκμηρίου Α, καταδεικνύει ότι σε κατάθεση η οποία περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο και συγκεκριμένα στην κατάθεση η οποία αριθμείται με Κ.1 Α, περιλαμβάνεται μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο με τα επίδικα αδικήματα με εξαίρεση ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνω, τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και
- Η αντικειμενική πάντοτε θεώρηση της μαρτυρίας δεικνύει ότι δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο πρόσωπο του κατηγορούμενου σε σχέση με το αδίκημα της εκβίασης και συγκεκριμένα σε σχέση με την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους, ήτοι του χρηματικού ποσού των €15.
- Δεν παραβλέπω την επισήμανση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η μαρτυρία που τείνει να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο προέρχεται αποκλειστικά από τον Χριστοδούλου, ο οποίος ως ήδη αναφέρθηκε, είναι πρόσωπο το οποίο επίσης εμπλέκεται στα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, θεωρώ ότι δεν αποκλείει τη δυνατότητα απόδειξης της υπόθεσης και συνεπώς τη δυνατότητα ενδεχόμενης καταδίκης του κατηγορούμενου. Επισημαίνω ότι στα πλαίσια αιτήματος κράτησης υπόδικου, το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ζητημάτων δεκτότητας της μαρτυρίας ή βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε μία μαρτυρία, καθώς αυτά τα ζητήματα είναι ζητήματα που θα τύχουν εξέτασης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεπώς, θεωρώ ότι το μαρτυρικό υλικό που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο αποκαλύπτει στην όψη του πιθανότητα καταδίκης, με εξαίρεση τις κατηγορίες με αρ. 1 και 2, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του κατηγορούμενου. Όσον αφορά τώρα την ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε αδικήματα που συνδέονται με την κατοχή και εμπορία ναρκωτικών, η νομολογία αποκαλύπτει ότι επιβάλλονται αυστηρές ποινές και δη ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Marcos Alexander dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ 297 και ΝΑΖΙΠ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6/14, ημερ. 21.11.2014. Τα προαναφερόμενα αντικειμενικά δεδομένα, δηλαδή η σοβαρότητα των αδικημάτων, η πιθανότητα καταδίκης και η ποινή η οποία πιθανόν να επιβληθεί, θα πρέπει να συνεκτιμώνται και με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Στην Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη, θα πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορουμένου, οι δεσμοί του με την Κύπρο, κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί όμως αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης.» Στην συνεκδικαζόμενες εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, επισημάνθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης, αλλά εξετάζονται ως προς το κατά πόσο ανατρέπουν τις σκέψεις του κατηγορούμενου να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, παρατηρώ ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος είναι κύπριος πολίτης, ηλικίας 26 ετών, άνεργος, άγαμος, του οποίου η πατρική οικογένεια διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Σημειώνω παράλληλα ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε το οποίο να καταδεικνύει δεσμούς του κατηγορούμενου με οποιαδήποτε άλλη χώρα. Σημειώνω παράλληλα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αυτόβουλα παραδόθηκε στην αστυνομία ενώ εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί πιο πάνω, σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος με την αυτόβουλη παράδοση του στις αστυνομικές αρχές δεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση κάθε λογική προσδοκία για εμφάνιση του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Στην Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 22, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Η κρίση εξυπακούει συνειδητή αντίληψη των προσωπικών δεδομένων και της σημασίας τους και ουσιαστικό συσχετισμό τους προς τον κίνδυνο μη προσέλευσης και προς συγκεκριμένες εναλλακτικές ρυθμίσεις που μπορεί να προσφέρονται για διασφάλιση της παρουσίας στη δίκη. Πάντοτε δε, με σταθερό σημείο αναφοράς ότι το ζητούμενο είναι ο περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας ώστε η κράτηση να διατάσσεται ως εξαίρεση στον κανόνα και όχι αντιστρόφως.» Επιπρόσθετα, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, όπου στη σελίδα 83 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τους δεσμού ενός υπόδικου με την Κύπρο: «Οι δεσμοί του υποδίκου με την Κύπρο συνιστούν σημαίνοντα παράγοντα για την κράτηση ή μη υποδίκου. Η πιθανότητα διαφυγής του υποδίκου επαυξάνεται όταν αυτός είναι αλλοδαπός.» Σημειώνω ότι όπως αναφέρθηκε στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, η συνεκτίμηση των στοιχείων για τον κίνδυνο μη προσέλευσης υπόδικου στη δίκη του, θα πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και επιείκειας, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν συντρέχει κίνδυνος φυγοδικίας. Όπως ήδη αναφέρθηκε ωστόσο στην αρχή της απόφασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, έχει στηρίξει το αίτημα του και στη βάση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Στη Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 130, η πιθανολόγηση διάπραξης άλλων αδικημάτων τέθηκε ως εξής. «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μία πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις.» Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή προς υποστήριξη της εισήγησης της, ότι στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων, παρουσίασε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια Γ ως Η, τα οποία αφορούν κατηγορητήρια που έχουν καταχωρηθεί εναντίον του κατηγορούμενου και των οποίων η εκδίκαση εκκρεμεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέδειξε ότι τα εν λόγω κατηγορητήρια δεν μπορούν να ληφθούν εν προκειμένω υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο συντρέχει ένας τέτοιος κίνδυνος, καθώς δεν έχει καταδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Η ουσία της εισήγησής του κ. Χ'Στερκώτη, ως έχω αντιληφθεί, έγκειται στο ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτού του παράγοντα, αυτό το οποίο μπορεί να λάβει ουσιαστικά υπόψη του, είναι την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών. Καταρχάς θα αναφέρω ότι τα Τεκμήρια τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι τα Τεκμήρια Δ, Ε και Στ, σχετίζονται με αδικήματα ναρκωτικών και επομένως υπάρχει συσχέτιση των εν λόγω Τεκμηρίων με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Τα Τεκμήρια Γ, Ζ και Η ωστόσο αφορούν αδικήματα διαφορετικής φύσεως και ως εκ τούτου, σπεύδω να αναφέρω ότι δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να διαδραματίσουν οποιοδήποτε ρόλο. Όσον αφορά τώρα την εισήγηση του κ. Χ'Στερκώτη, θεωρώ ότι αυτή απαντάται από τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 227 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα. «Είναι γεγονός ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη από τον εφεσείοντα, μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε ακόμα και από το γεγονός ότι εναντίον του εφεσείοντα εκκρεμούν προς εκδίκαση ή προς καταχώρηση, άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. [Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130]. Το γεγονός της εκκρεμότητας άλλων υποθέσεων σε σχέση με διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων μπορεί, υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, να θεωρηθεί ότι αναδεικνύει μια συμπεριφορά και τάση του εφεσείοντα η οποία κλίνει προς την πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων αν αυτός αφεθεί ελεύθερος. [Βλ. Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567]. Η πλήρης απόδειξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν είναι ούτε και θεωρητικά δυνατή. Το Δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντοτε ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά στο μέλλον, βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του εφεσείοντα ή σε άλλες περιστάσεις [Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)].» Συνεπώς, είναι ξεκάθαρο από την προαναφερόμενη υπόθεση, ότι στα πλαίσια εξέτασης του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση. Όπως ήδη ανέφερα, ως τέτοιες υποθέσεις, προσδιορίζονται οι υποθέσεις τα κατηγορητήρια των οποίων έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου ως Τεκμήρια Δ, Ε και ΣΤ. Στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου όπως ο υπόδικος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του λόγω στοιχειοθέτησης της πιθανότητας διάπραξης άλλων παρόμοιων αδικημάτων σε σχέση με ναρκωτικά. Στην εν λόγω υπόθεση αποτελούσε κοινό έδαφος ότι ο εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου, ωστόσο αντιμετώπιζε, πέραν της υπόθεσης που εκκρεμούσε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ακόμα δύο άλλες υποθέσεις οι οποίες σχετίζονταν με ναρκωτικές ουσίες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε, και η επισήμανση του αυτή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι δεν ήταν απαραίτητη η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών, αλλά αρκούσε υπό τις περιστάσεις η ύπαρξη δύο άλλων ποινικών υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούσαν εναντίον του εφεσείοντα για να οδηγηθεί στην κατάληξη ότι υπήρχε πιθανότητα επανάληψης της ίδιας εγκληματικής συμπεριφοράς. Εν προκειμένω εκκρεμούν τρεις άλλες υποθέσεις εναντίον του κατηγορούμενου οι οποίες σχετίζονται με ναρκωτικά και συγκεκριμένα το Τεκμήριο Δ, σχετίζεται με αδικήματα παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' και συγκεκριμένα 34,88 γραμμαρίων κάνναβης και με κατοχή του προαναφερόμενου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια, καθώς επίσης και κάπνισμα φυτού κάνναβης. Τα αδικήματα αυτά διαπράχθηκαν στις 10.6.
- Στην υπόθεση η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Ε, ο κατηγορούμενος φέρεται να αντιμετωπίζει τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' και συγκεκριμένα 47,4114 γραμμάρια φυτού κάνναβης, καθώς επίσης και κατοχής του προαναφερόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια. Τα εν λόγω αδικήματα φέρεται ότι διαπράχθηκαν στις 2.12.
- Τέλος, στην υπόθεση η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο Στ, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι στις 2.12.2014 κατείχε παράνομα ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β' και συγκεκριμένα 0,4396 γραμμάρια φυτού κάνναβης, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει και το αδίκημα του καπνίσματος φυτού κάνναβης κατά την ίδια ημερομηνία. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στις άλλες υποθέσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, έχουν διαπραχθεί μεταξύ των ημερομηνιών 2.12.2014 και 10.6.
- Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση φέρεται ότι διαπράχθηκαν μεταξύ του έτους 2017 και 21.8.
- Επομένως, πέραν του ότι πρόκειται για αδικήματα παρόμοιας φύσης, προκύπτει και ότι υπάρχει χρονική αλληλουχία μεταξύ τους. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί στην προκείμενη περίπτωση ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων και συνεπώς για αυτό τον λόγο, διατάσσεται όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία εμφάνισης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου που θα συνεδριάσει στη Λεμεσό στις 29.11.2018 και ώρα 9:30 π.μ. (Υπ) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο