Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΑΛΑΘΑ, Αρ. Υπόθεσης: 24825/15, 17/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24825/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον ΧΧΧΧΧ ΚΑΛΑΘΑ ΧΧΧΧΧ ΚΑΛΑΘΑ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17/10/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μάριος Κουτσόφτας Για τους κατηγορούμενο: κ. Μάριος Ηλία Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από μια κατηγορία έκαστος, ήτοι αυτήν της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος στην πρώτη κατηγορία, την 26ην Μαρτίου 2015 στη Λεμεσό, προκάλεσε στην παραπονούμενη τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση ΄΄Θα σου κάμω μεγάλη ζημιά και δεν φαντάζεσαι τι σε περιμένει΄΄ ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη στην τρίτη κατηγορία, στον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, προκάλεσε στην παραπονούμενη τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση ΄΄Θα σου κάμω μεγάλο κακό. Θα σε πληγώσω και για τούτο που έκαμες θα την πληρώσεις πολύ ακριβά΄΄. Οι κατηγορίες 2 και 4 έχουν διακοπεί κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, πρώτη κατέθεσε η παραπονούμενη, η κα ΧΧΧΧΧ Κλεοβούλου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε τις καταθέσεις της, ήτοι τα τεκμήρια 1(α) και (β). Στην πρώτη της κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο 1(α), αναφέρει ότι από τον Σεπτέμβριο του 2005 μέχρι το 2014, εργαζόταν σε συγκεκριμένο ιδιωτικό φροντιστήριο, όπου και απολύθηκε από τον ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου και έκτοτε παραμένει άνεργη. Στο ίδιο φροντιστήριο εργαζόταν και η δεύτερη κατηγορούμενη και τόσο η παραπονούμενη, όσο και η δεύτερη κατηγορούμενη, εκτελούσαν καθήκοντα μεταφοράς μαθητών με μικρό λεωφορείο (minibus). Τον Ιανουάριο του 2015, η παραπονούμενη έχει πληροφορηθεί ότι στην θέση της παραπονούμενης εργάζεται ο σύζυγος της δεύτερης κατηγορούμενης, ήτοι ο πρώτος κατηγορούμενος, το κινητό τηλέφωνο του οποίου γνωρίζει, διότι εργάζονταν μαζί στο παρελθόν σε διάφορα φροντιστήρια. Ο πρώτος κατηγορούμενος εργάζεται σε συγκεκριμένο ημικρατικό οργανισμό και εφόσον επιβεβαίωσε επανειημμένα τα πιο πάνω, απέστειλε επιστολές σε συγκεκριμένες κρατικές υπηρεσίες για να διερευνηθεί κατά πόσο έχει λάβει χώρα φοροδιαφυγή, παράλειψη καταβολής οφειλόμενων ποσών και τυχόν διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων, καταθέτωντας ακολούθως στην κυρίως εξέταση της ως τεκμήριο 2 αυτήν την αλληλογραφία, ήτοι αντίγραφο επιστολής. Την επίδικη ημέρα, σε συγκεκριμένη ώρα και ενώ βρισκόταν έξω από συγκεκριμένο περίπτερο σε συγκεκριμένη οδό στη Λεμεσό, δέχθηκε στο κινητό της τηλέφωνο κλήση από το κινητό του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος μεταξύ άλλων φράσεων, της εκστόμισε την φράση που αναγράφεται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας. Η παραπονούμενη του ανέφερε ότι δεν έχει να φοβηθεί οτιδήποτε και να κάνει ο πρώτος κατηγορούμενος ότι θέλει και του έκλεισε το τηλέφωνο. Από το τηλέφωνο η παραπονούμενη ταράχτηκε και φοβήθηκε και το γεγονός αυτό την ενόχλησε. Την ίδια ημέρα και σε κατοπινό στάδιο, δέχθηκε τηλεφώνημα από την δεύτερη κατηγορούμενη, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν σε συγκεκριμένη τοποθεσία και η δεύτερη κατηγορούμενη εκστόμισε μεταξύ άλλων την φράση που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας. Από το τηλεφώνημα η παραπονούμενη ενοχλήθηκε και φοβήθηκε, διότι ο τρόπος που της μιλούσαν οι κατηγορούμενοι ήταν απειλητικός και φοβάται τι θα μπορεί να της συμβεί. Για όλο το συμβάν ενημέρωσε τον δικηγόρο της και ο οποίος την συμβούλευσε όπως καταγγείλει το συμβάν στην αστυνομία. Εξέφρασε την πρόθεση της να ζητήσει από συγκεκριμένο παροχέα τηλεφωνικών υπηρεσιών κατάσταση με τις εισερχόμενες κλήσεις, εξέφρασε επίσης το παράπονο της και την επιθυμία της για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορουμένων. Στην δεύτερη - συμπληρωματική της κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο 1(β), αναφέρει ότι συγκεκριμένη λειτουργός συγκεκριμένου παροχέα τηλεφωνικών υπηρεσιών, της ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να την εφοδιάσουν με κατάλογο εισερχόμενων κλήσεων, παρά μόνο με κατάλογο εξερχόμενων κλήσεων. Συνεχίζοντας την κυρίως εξέταση της, αναγνώρισε τους κατηγορούμενους, αναφέρθηκε στην μακρόχρονη γνωριμία και φιλία της με τους κατηγορούμενους, με τους οποίους εργάστηκε στο παρελθόν σε διάφορα φροντιστήρια ως οδηγοί σε minibus και ταυτόχρονα ο πρώτος κατηγορούμενος εργαζόταν σε συγκεκριμένο ημικρατικό οργανισμό. Ανέφερε ότι ένιωσε φόβο για την ζωή της όταν της εκστόμισε ο πρώτος κατηγορούμενος την συγκεκριμένη φράση, το ΄΄ρεζίλεμα΄΄ στον σύντροφο της και στεναχωρήθηκε αφάνταστα. Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν απειλητικός και εχθρικός και της προκλήθηκε φόβος. Από την ενέργεια της δεύτερης κατηγορούμενης η παραπονούμενη πληγώθηκε, πάλι αισθάνθηκε φόβο, διότι η δεύτερη κατηγορούμενη ήδη είχε πάει σε οικείους της παραπονούμενης και συνεπώς η επόμενη απειλή θα ήταν ο σύντροφος της. Ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος την κατηγορούσε ότι συζεί με κάποιον πλούσιο για να μην λαμβάνει επίδομα και η ζωή της επηρεάστηκε, διότι τώρα λαμβάνει το ΕΕΕ ενώ πριν εργαζόταν και λάμβανε μισθό, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος λάμβανε ένα πολυ ψηλό μισθό. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στον τόπο διαμονής της, στον αδελφό της, στο ότι δεν συζεί πλέον με συγκεκριμένο άτομο, στην γνωριμία της με τους κατηγορούμενους, την προηγούμενη συνεργασία που είχε με τους κατηγορούμενης σε φροντιστήρια, δεν στράφηκε εναντίον του πρώην εργοδότη της για την απόλυση της, ενώ την δεδομένη στιγμή απέστειλε το τεκμήριο 2, διότι την ενόχλησε το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε την θέση της και συνεπώς επηρέασε την εργασία της, γνωρίζοντας η ίδια ότι ο ημικρατικός οργανισμός που εργαζόταν ο πρώτος κατηγορούμενος απαγόρευε στους εργαζόμενους να απασχολούνται σε δεύτερη εργασία. Ο εργοδότης της τερμάτισε τις υπηρεσίες της, χωρίς να της γνωστοποιήσει ότι θα προσελάμβανε άλλο άτομο, ενώ η παραπονούμενη μετά και από δική της παρακολούθηση, διαπίστωσε ότι τα δρομολόγια δεν έχουν αλλάξει και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διεξήγαγε τα δικά της δρομολόγια με το λεωφορείο που η ίδια κρατούσε και αυτό επιβεβαιώθηκε και από άλλες συναδέλφους της και μητέρες παιδιών, καθώς επίσης η δεύτερη κατηγορούμενη της ανέφερε ότι δεν προλάμβαινε να εκτελέσει τα δρομολόγια και ότι την βοηθούσε ο σύζυγος της, ήτοι ο πρώτος κατηγορούμενος. Έδωσε τις δικές της εξηγήσεις γιατί δεν έχει καταγγείλει τον πρώτο κατηγορούμενο στο παρελθόν από την στιγμή που πάλι είχε δύο εργασίες, λέγοντας επίσης ότι η ίδια μεσολάβησε για να προσληφθεί η δεύτερη κατηγορούμενη και ότι μετά που ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε την θέση της ένιωσε αδικία, οι δε κατηγορούμενοι αντέδρασαν με τις απειλές τους μετά την υποβολή του παραπόνου της, αρνούμενη ταυτόχρονα η παραπονούμενη υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως κεντρικό άξονα την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων. Ανέφερε επίσης ότι ήθελε να είναι γνωστό το προηγούμενο, όπως το χαρακτήρισε, σε περίπτωση που της συνέβαινε κάτι κακό, ιδίως όταν οδηγούσε και σε περίπτωση που κάποιος την παρακολουθούσε ή της ανέκοπτε την πορεία. Διευκρίνισε ότι το ποσό των €4000 που ανέφερε ότι ήταν ο μισθός του πρώτου κατηγορουμένου ήταν τυχαίο, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι η πρόθεση της ήταν να δημιουργήσει εντυπώσεις. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι δεν είχε λάβει επιστολές από αρμόδια τμήματα, τονίζοντας ότι είχε λάβει απαντήσεις στα παράπονα που υπέβαλε και είναι από εκείνες τις απαντήσεις που έμαθε τον αριθμό ταυτότητας του πρώτου κατηγορουμένου. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν επίκεντρο την σχέση της με τον σύντροφο της και κατά πόσο είχε πράγματι χωρίσει ή εάν γίνονταν προσπάθειες επανασύνδεσης, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει μεσολαβήσει η παραπονούμενη για να εργοδοτηθεί η δεύτερη κατηγορούμενη. Έδωσε τις δικές της εξηγήσεις και διευκρινήσεις αναφορικά με το χρονικό σημείο που πληροφορήθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε την θέση της παραπονούμενης, ως επίσης αναφέρθηκε στο χρονικό σημείο και τον τρόπο της απόλυσης της. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες και γενικά τον τόπο και τον χρόνο όπου δέχθηκε το τηλεφώνημα από τον πρώτο κατηγορούμενο και τι έχει λεχθεί σε εκείνο το τηλεφώνημα, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης φράσης, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν την απείλησε και ότι απλά την ρώτησε αν διαδίδει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργάζεται στο συγκεκριμένο φροντιστήριο, ότι την ρώτησε γιατί το κάνει αυτό, ότι είπε στην παραπονούμενη να μην ξαναπεί ότι είναι φίλοι και η ίδια δεν του έδωσε απάντηση. Επανέλαβε την θέση της ότι από την απειλή του πρώτου κατηγορούμενου της δημιουργήθηκε φόβος, διευκρινίζοντας επίσης ότι αυτό που δεν φοβόταν ήταν εάν ο πρώτος κατηγορούμενος την κατηγορούσε σε συγγενείς του συντρόφου της και στον ίδιο. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δέχθηκε το τηλεφώνημα από την δεύτερη κατηγορούμενη, το περιεχόμενο της συνομιλίας και ειδικότερα ότι αφορά την επίδικη φράση, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι η δεύτερη κατηγορούμενη την ρώτησε μόνο γιατί διαδίδει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος της πήρε την δουλειά και γιατί τον έχει καταγγείλει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και γενικά αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις για το τι έχει λεχθεί μεταξύ της παραπονούμενης και της δεύτερης κατηγορούμενης. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες ότι δεν έχει απειληθεί και ότι δεν έχει φοβηθεί και ότι η καταγγελία της στην αστυνομία έγινε με υπόδειξη του αδελφού της, λέγοντας επίσης ότι στην αστυνομία συνοδευόταν από τον αδεφό της λόγω των φόβων της. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ της ιδίας και του πρώτου κατηγορουμένου και που είχε ως επίκεντρο την θέση ότι η παραπονούμενη είπε στον πρώτο κατηγορούμενο ότι προέβηκε στην καταγγελία διότι ήταν υποχρεωμένη στον αδελφό της. Ανέφερε επίσης ότι αγνοεί λεπτομέρειες όσον αφορά διαδικασίες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με διάδικα μέρη την νύφη της και τον πρώτο κατηγορούμενο και που είχαν ως αντικέιμενο την προσφυγή κατα της απόφασης προαγωγής σε θέση στον ημικρατικό οργανισμό όπου εργάζεται ο πρώτος κατηγορούμενος, ως επίσης εξέφρασε άγνοια για την ύπαρξη καταγγελίας στην αστυνομία εκ μέρους των κατηγορουμένων εις βάρος του αδελφού της για παρακολούθηση και φωτογράφιση των δρομολογίων που εκτελούσαν οι κατηγορούμενοι στην εργασία τους. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση της, η οποία διακόπηκε για να προσκομίσει έγγραφα που της έχουν ζητηθεί, ανέφερε ότι δεν έχει εντοπίσει αλληλογραφία που σχετίζεται με την καταγγελία της στις αρμόδιες υπηρεσίες εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου και αρνήθηκε υποβλήθεισα θέση ότι έλαβε τον αριθμό της ταυτότητας του πρώτου κατηγορουμένου από τον αδελφό της, υπεραμυνόμενη του παραπόνου που έκανε εναντίον των κατηγορουμένων, τονίζοντας ταυτόχρονα τις συνέπειες που είχε στην εργασία της. Ως Μ.Κ. 2, κατέθεσε ο ανακριτής της υπόθεσης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, κάνοντας αναφορά στο παράπονο της Μ.Κ. 1 εναντίον των κατηγορουμένων. Την επόμενη ημέρα, έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους και τους κατηγόρησε γραπτώς, όπου και απάντησαν μη παραδοχή. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τους κατηγορουμένους, κατέθεσε ως τεκμήρια τις ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε από τους κατηγορούμενους, ως επίσης και τις γραπτές κατηγορίες που απήγγειλε στους κατηγορούμενους, αφού προηγουμένως τους επέστησε την προσοχή τους στον νόμο, καταγράφοντας και τις απαντήσεις των κατηγορουμένων και διευκρίνισε ότι στα πλαισια της παρούσας υπόθεσης δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί ως εξεταστής της υπόθεσης και που συμπεριλάμβανε και την λήψη των καταθέσεων από την παραπονούμενη και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε αυτήν την κατάθεση, στην έκταση που θυμόταν, υπεραμυνόμενος την ορθότητα και την αντικειμενικότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του και του τρόπου που τα εκτέλεσε. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού το Δικαστήριο επεξήγησε στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους, αυτοί επέλεξαν όπως καταθέσουν ενόρκως και κάλεσαν μια μάρτυρα υπεράσπισης. Ο πρώτος κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ήτοι το τεκμήριο 4, ως επίσης και την γραπτή δήλωση που ετοίμασε, ήτοι το τεκμήριο 8, η οποία είναι πιο λεπτομερής και διανθισμένη από το τεκμήριο
- Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, αναφέρεται στην γνωριμία του με την παραπονούμενη και ότι την προηγούμενη μέρα που έδωσε την κατάθεση του, περιήλθε εις γνώση του ότι η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι βοηθά την σύζυγο του έναντι αμοιβής στην εργασία της και ως εκ τούτου θεώρησε σωστό να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την παραπονούμενη για να του επιβεβαιώσει το γεγονός αυτό και τον λόγο όπου η παραπονούμενη προέβηκε σε αυτήν την ενέργεια, πράγμα το οποίο και έπραξε, η δε τηλεφωνική επικοινωνία έγινε και στην παρουσία της συζύγου του. Όταν η παραπονούμενη το επιβεβαίωσε, την ρώτησε για τον λόγο που προέβηκε σε αυτήν την ενέργεια, χωρίς να της δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση. Κατά την όλη συζήτηση ουδέποτε την απείλησε με οποιονδήποτε τρόπο και το μόνο πράγμα που της έχει αναφέρει είναι να μην τον αναφέρει ξανά ως φίλο. Το ότι της τηλεφώνησε δεν το έπραξε για να την ενοχλήσει, παρά μόνο για να του επιβεβαιώσει τα όσα έχει ακούσει και για να του εξηγήσει γιατί τον έχει καταγγείλει, αφού ήταν φίλοι για χρόνια και δεν θεωρούσε ότι αυτό θα ενοχλούσε την παραπονούμενη. Στην γραπτή του δήλωση, αφού επαναλαμβάνει ότι υιοθετεί την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ήτοι το τεκμήριο 4, αναφέρεται στην καταγωγή του, στην υπηρεσία του σε συγκεκριμένο ημικρατικό οργανισμό όπου εργάζεται μέχρι και σήμερα και στο ίδιο τμήμα εργάζεται και η σύζυγος του αδελφού της παραπονούμενης, ο οποίος είναι πρώην λοχίας της αστυνομίας. Αναφέρθηκε στην μακρόχρονη γνωριμία και φιλία με την παραπονούμενη, η οποία συνεχίστηκε και μετά την απόλυση της παραπονούμενης από την εργασία της με την επίσκεψη της παραπονούμενης στο σπίτι των κατηγορουμένων. Η παραπονούμενη εργαζόταν με την σύζυγο του σε ιδιωτικό φροντιστήριο ως οδηγός μικρού λεωφορείου (minibus). Αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην αντίληψη του τα όσα διέδιδε η παραπονούμενη και την καταγγελία που έκανε η ίδια στις κοινωνικές ασφαλίσεις, αναφέρθηκε στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την παραπονούμενη για να του επιβεβαιώσει τα όσα έχει πληροφορηθεί, αλλά και για να του δώσει εξηγήσεις για την ενέργεια της αυτή, λόγω ακριβώς της μακρόχρονης φιλίας τους, όπου η παραπονούμενη επιβεβαίωσε τα όσα έχουν γίνει, χωρίς να δώσει λογικές εξηγήσεις. Αναφέρθηκε στην στιχομοιθία που έγινε μεταξύ τους και που είχε ως κύριο άξονα την άρνηση του κατηγορούμενου ότι απείλησε την παραπονούμενη και ότι είπε στην παραπονούμενη να μην ξαναέρθει στο σπίτι τους και να μην τον αποκαλέσει ξανά φίλο. Εξέφρασε άγνοια για τον σύντροφο της παραπονούμενης, δεν τηλεφώνησε στην παραπονούμενη για να την απειλήσει ή να την ενοχλήσει, παρά μόνο για να του επιβεβαιώσει την πληροφορία και να του εξηγήσει γιατί το έπραξε, αλλά και λόγω της μακρόχρονης φιλίας που είχαν μέχρι τότε. Εξέφρασε την άποψη ότι η καταγγελία της παραπονούμενης, την οποία χαρακτήρισε ως ψευδή, αποτελεί προϊόν υποκίνησης του αδελφού της παραπονούμενης για λόγους εκδίκησης και που έχουν ως κύριο άξονα τις Δικαστικές διελκυστίνδες μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του αδελφού της παραπονούμενης, με τις οποίες επανειλημμένα ακυρωνόταν θέση προαγωγής σε συγκεκριμένη θέση στον ημικρατικό οργανισμό όπου εργάζεται και που ο κατηγορούμενος ήταν επιτυχών διάδικος και την επανειλημμένη επαναπρόσληψη στην ίδια θέση του άλλου προσώπου. Αποκορύφωμα των εν λόγω διαδικασιών, αποτέλεσε η τελευταία Δικαστική διαμάχη, όπου ο αδελφός της παραπονούμενης ενοχλήθηκε τόσο πολύ, όπου λίγες μέρες μετά την επίδοση της τελευταίας Δικαστικής διαδικασίας, παρακίνησε την παραπονούμενη να προβεί στην καταγγελία, ως αυτή καταγράφεται στο τεκμήριο 2, ενώ η ίδια η παραπονούμενη γνώριζε ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου την εργοδότηση του κατηγορουμένου, ως η ίδια η παραπονούμενη ισχυρίζεται, χωρίς να πράξει οτιδήποτε. Με το πέρας της τρίτης από την τέταρτη προσφυγή, η οποία ήταν επιτυχής για τον κατηγορούμενο, ο αδελφός της παραπονούμενης, ήρθε στον χώρο εργασίας της ο αδελφός της παραπονούμενης, όπου έλαβε χώρα συγκεκριμένη στιχομοιθία, στην δε τέταρτη προσφυγή, ο αδελφός της παραπονούμενης προσήλθε στην οικία των παραπονουμένων και πρότεινε όπως τους δώσει το ποσό των €5,000 για να αποσυρθεί η προσφυγή και όταν ο κατηγορούμενος απέρριψε την πρόταση, ο αδελφός της παραπονούμενης θύμωσε και έφυγε με απειλητικές προθέσεις. Την επόμενη μέρα της καταγγελίας, η παραπονούμενη είναι που τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και όχι το αντίστροφο όπως ισχυρίζεται η παραπονούμενη και η στιχομοιθία δεν ήταν αυτή που περιέγραψε η παραπονούμενη, αλλά είχε ως επίκεντρο την ερώτηση εκ μέρους του κατηγορούμενου για τον λόγο που η παραπονούμενη προέβηκε στην καταγγελία, η δε απάντησε που έλαβε από την παραπονούμενη ήταν ότι ήταν υποχρεωμένη από τον αδελφό της να το πράξει και του έκλεισε το τηέφωνο. Αναφέρθηκε επίσης σε διάφορα επεισόδια με τα οποία ο αδελφός της παραπονούμενης προέβαινε σε διάφορες παρακολουθήσεις, αλλά και στην απειλή του ιδίου του κατηγορουμένου από το ίδιο πρόσωπο, όπου και έγιναν οι ανάλογες καταγγελίες και συστάσεις. Υπήρξε κατηγορηματικός, ήτοι αρνήθηκε την οποιαδήποτε εργοδότηση του σε ιδιωτικά φροντιστήρια μαζί με την σύζυγο του και την παραπονούμενη, ούτε εκτελούσε οποιαδήποτε δρομολόγια στην θέση της παραπονούμενης, ούτε είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στον τερματισμό της απασχόλησης της παραπονούμενης. Διέψευσε το ύψος των μηνιαίων απολαβών που λαμβάνει, ως ανέφερε η παραπονούμενη, αλλά οι μηνιαίες του απολαβές είναι μικρότερες, ως τις έχει καθορίσει λεπτομερώς. Επίσης αρνήθηκε ότι εκστόμισε την φράση που του καταλογίζει και που είχε ως επίκεντρο την απειλή ότι θα την χωρίσει από τον σύντροφο της, φράση η οποία δεν είναι επίδικη. Ανέφερε επίσης ότι κατά την ημέρα που έδινε την κατάθεση του στην αστυνομία, άλλος συνάδελφος του Μ.Κ. 2 τον προέτρεψε με την φράση ΄΄Άτε ρε, κατηγόρα τους να τελειώνουμε΄΄. Ολοκληρώνοντας την γραπτή του δήλωση, απορρίπτει τα όσα του καταλογίζει η παραπονούμενη περί εκστόμισης της επίδικης φράσης και γενικά περί απειλών, παρά μόνο το τηλεφώνημα έγινε λόγω της καλής φιλικής σχέσης που είχε μαζί της και για να του δώσει εξηγήσεις για την καταγγελία που έκανε η παραπονούμενη εις βάρος του στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Τοποθετήθηκε επίσης και στην καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον της συζύγου του, την οποία χαρακτήρισε ψευδή και ότι αυτή υποκινήθηκε από τον αδελφό της παραπονούμενης για εκδικητικούς λόγους και λόγω των Δικαστικών διελκυστίνδων που προανέφερε και λόγω του ότι δεν δέχθηκε να χρηματιστεί από τον αδελφό της παραπονούμενης. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήρια αντίγραφα των Δικαστικών αποφάσεων και που αφορούν τις προσφυγές για τις οποίες έκανε αναφορά στην γραπτή του δήλωση, αντίγραφο της επίδοσης της τελευταίας επίδοσης της προσφυγής που επίσης έκανε αναφορά στην γραπτή του δήλωση, ως επίσης αντίγραφο της μισθοδοσίας του και αντίγραφα των επιστολών - παραπόνων που έγιναν εναντίον του αδελφού της παραπονούμενης και τις απαντήσεις που λήφθησαν στα πλαίσια αυτών των παραπόνων. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην μακρόχρονη υπηρεσία του ιδίου και της συζύγου του αδελφού της παραπονούμενης σε συγκεκριμένο ημικρατικό οργανισμό, στην γνωριμία που είχε μαζί της και την οικογένεια της και στο χρονικό σημείο που γνώρισε την σύζυγο του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι εργάστηκε στο παρελθόν και πριν από την υποβολή του επίδικου παραπόνου κατά τις απογευματινές ώρες σε ιδιωτικά φροντιστήρια και ότι ο λόγος που δεν υπάρχει κατάσταση μισθοδοσίας είναι ακριβώς λόγω της παράνομης εργοδότησης, ενώ σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι αν κάποια φορά η σύζυγος του χρειαζόταν βοήθεια την βοηθούσε, αλλά όχι ως εργασία. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις και που είχαν ως επίκεντρο ότι ενοχλήθηκε από την καταγγελία της παραπονούμενης και που είχε ως αποτέλεσμα να τον ωθήσει να προβεί στην εκστόμιση της επίδικης φράσης, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες θέσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τηλεφώνησε στην παραπονούμενη, περί μη απειλών, περί πρόκλησης φόβου στην παραπονούμενη και περί πρόθεσης του να επιβεβαιώσει το γεγονός της καταγγελίας λόγω της μακρόχρονης φιλίας και να αναζητήσει εξηγήσεις για την ενέργεια της παραπονούμενης, την πρόκληση του να μην αποκαλέσει η παραπονούμενη τον κατηγορούμενο ως φίλο του και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι έχει εργοδοτηθεί πέραν του ημικρατικού οργανισμού. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι έχει δημιουργήσει πρόβλημα στην σχέση που είχε η παραπονούμενη με άλλο άνδρα, τονίζοντας επανειλημμένα ότι δεν γνώριζε το συγκεκριμένο άτομο, παρά μόνο γνώριζε ότι η παραπονούμενη είχε κάποιο σύντροφο. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες που είχαν ως επίκεντρο την εμπλοκή της δεύτερης κατηγορούμενης και τις ενέργειες που καταλογίζονται σε αυτήν και που σχετίζονται με την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, υπεραμύνθηκε επίσης των ενεργειών που έγιναν και που είχαν ως επίκεντρο την καταγγελία εις βάρος του αδελφού της παραπονούμενης, εκφράζοντας την πιθανότητα ότι ο λόγος που δεν έχει καταγελθεί ο αδελφός της παραπονούμενης είναι η ιδιότητα του στο παρελθόν ως λοχίας της αστυνομίας. Η δεύτερη κατηγορούμενη ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία, ήτοι το τεκμήριο 5, ως επίσης και την γραπτή της δήλωση που ετοίμασε, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, κάνει αναφορά στην μακρόχρονη γνωριμία της με την παραπονούμενη, με την οποία ήταν συνάδελφοι στο ίδιο φροντιστήριο ως οδηγοί σε minibus. Όταν πληροφορήθηκε ότι η παραπονούμενη κατήγγειλε τον σύζυγο της στις κοινωνικές ασφαλίσεις ότι την βοηθά στην εργασία της, αποφάσισε να της τηλεφωνήσει για να της εξηγήσει τι έγινε, πράγμα το οποίο και έπραξε και η παραπονούμενη της απάντησε ότι έτσι ήθελε να κάνει και έκανε. Στην όλη τους συνομιλία δεν την απείλησε καθόλου και από την στιγμή που ήταν φίλες δεν θεώρησε ότι με το να της τηλεφωνήσει η παραπονούμενη θα ενοχλείτο. Στην γραπτή της δήλωση - κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο 16, με την οποία επαναλαμβάνει και υιοθετεί τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της - τεκμήριο
- Κάνει αναφορά στην εργασία που εκτελούσε ως οδηγός minibus στο παρελθόν μέχρι και σήμερα σε συγκεκριμένα ιδιωτικά φροντιστήρια. Οι σχέσεις που είχε με την παραπονούμενη ήταν πολύ καλές και που συνέχισαν και μετά την απόλυση της παραπονούμενης, αφού αυτή τους επισκεπτόταν στο σπίτι τους για καφέ και με την οποία υπήρξαν συνάδελφοι στο ίδιο φροντιστήριο. Πληροφορήθηκε για την καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του συζύγου της στις κοινωνικές ασφαλίσεις ότι την βοηθά στην εργασία της έναντι αμοιβής και ότι πήρε την θέση της παραπονούμενης ως οδηγός minibus. Τότε έκρινε ότι μπορούσε σαν φίλες που ήταν τόσα χρόνια, να της τηλεφωνήσει για της εξηγήσει γιατί το έκανε, πράγμα που έκανε και έλαβε την απάντηση που ανέφερε και στην κατάθεση της στην αστυνομία. Κατά την διάρκεια της τηλεφωνικής συνομιλίας, δεν απείλησε την παραπονούμενη με την φράση που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, η συνομιλία ήταν πολύ μικρής διάρκειας και όταν έλαβε την απάντηση της παραπονούμενης, η παραπονούμενη της έκλεισε το τηλέφωνο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας, ο τρόπος που μιλούσε στην παραπονούμενη δεν ήταν απειλητικός για να προκαλέσει φόβο στην παραπονούμενη, απορρίπτοντας έτσι τον σχετικό ισχυρισμό της παραπονούμενης περί φόβου και ενόχλησης της παραπονούμενης, επαναλαμβάνοντας την θέση της ότι η πρόθεση της ήταν να ρωτήσει εάν αληθεύει η πληροφορία που έλαβε και λόγω της μακρόχρονης φιλίας τους, δίνοντας επί αυτού του σημείου, ήτοι της μακρόχρονης γνωριμίας, μια εν μέρει διαφορετική διάσταση για το από πότε και πως γνωρίζονταν. . Επανέλαβε τις θέσεις που ανέπτυξε και ο σύζυγος της για αλλότρια και υποκινούμενα κίνητρα από τον αδελφό της παραπονούμενης, καθώς επίσης και τις ενέργειες που έγιναν εκ μέρους των κατηγορουμένων εναντίον του. Διέψευσε τα περι επίσκεψης της ιδίας στον χώρο εργασίας του γιου της παραπονούμενης, καθώς επίσης διέψευσε την θέση της παραπονούμενης ότι της παραπονέθηκε ότι δεν προλάβαινε να εκτελέσει τα δρομολόγια και ότι ζητούσε την βοήθεια του συζύγου της. Διαψεύδει την θέση της παραπονούμενης ότι υπήρξε άνεργη και ότι την βοήθησε να βρει εργασία και αυτό κατά την θέση της επιβεβαιώνεται από την κατάσταση μισθοδοσίας - αποδοχών που προσκόμισε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στο χρονικό πλαίσιο που γνώρισε τον σύζυγο της και την παραπονούμενη, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε για την καταγγελία της παραπονούμενης και ήταν παρούσα όταν ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο της εκστόμιση εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου της επίδικης φράσης προς την παραπονούμενη και την πρόκληση σε αυτήν φόβου. Ο λόγος που και η ίδια η κατηγορούμενη τηλεφώνησε στην παραπονούμενη, ήταν επειδή είχαν μια στενή φιλία και μπορεί η παραπονούμενη να είχε να της πει κάτι περισσότερο. Επανέλαβε επίσης την θέση της για τα υποκινούμενα και αλλότρια κίνητρα στην καταγγελία της παραπονούμενης, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις και που είχαν ως αντικείμενο την εργοδότηση του συζύγου της στο ίδιο φροντιστήριο και αυτός ήταν ο λόγος που η παραπονούμενη απολύθηκε, ότι ο λόγος που η παραπονούμενη προέβηκε την καταγγελία ήταν λόγω του ότι πληγώθηκε από την πιο πάνω εξέλιξη, ήτοι την απώλεια της εργασία της και την εργοδότηση του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση περί εκδίκησης της με το να επισκεφθεί τον χώρο εργασίας της νύφης και του γιου της παραπονούμενης. Η Μ.Υ. 1, ανέφερε ότι εργάζεται στο τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων Λεμεσού με τα καθήκοντα που ανέφερε και περιέγραψε. Αναγνώρισε το τεκμήριο 2, η οποία παραλήφθηκε από το γραφείο της και της δόθησαν οδηγίες για διερεύνηση της καταγγελίας, πράγμα το οποίο και έπραξε, το αποτέλεσμα της οποίας καταγράφεται στο τεκμήριο 18 που κατέθεσε και σύμφωνα με αυτό, δεν διαπιστώθηκε απασχόληση του πρώτου κατηγορουμένου με βάση την κείμενη νομοθεσία, παρά μόνο να βοηθήσει την σύζυγο του, η οποία έχει προβλήματα υγείας. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στο πως έγινε η διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονούμενης και που περιελάμβανε επίσκεψη στο συγκεκριμένο ιδιωτικό φροντιστήριο και παρακολούθηση των οδηγών που απασχολούνταν, λήψη καταθέσεων από τον διευθυντή του φροντιστηρίου και από την παραπονούμενη και τους παραπονούμενους αλλά και από άλλα άτομα, ως επίσης και συλλογή συγκεκριμένων στοιχείων και εντύπων που ανέφερε. Επίσης απάντησε σε ερωτήσεις που αφορούν την υποχρέωση δήλωσης εργοδότησης και τις συνέπειες της μη δήλωσης, ως επίσης και τις συνέπειες εάν δηλωνόταν ο πρώτος κατηγορούμενος ότι εργοδοτείτο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: << Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη>>. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: 91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το κριτήριο και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το κριτήριο κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κριτήριο θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). . Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Μέσα από το περιεχόμενο της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και της παραπονούμενης, με ξεχωριστά τηλεφωνήματα, δεν είναι όμως παραδεκτό το περιεχόμενο των μεταξύ τους τηεφωνικών συνδιαλέξεων, καθώς επίσης και οι προθέσεις και τα κίνητρα των κατηγορουμένων και κατά πόσο προκλήθηκε φόβος στην παραπονούμενη, ως επίσης και τα κίνητρα της παραπονούμενης και κατά πόσο έχει υποκινηθεί από τον αδελφό της να προβεί στην επίδικη καταγγελία. Παραδεκτό είναι και το γεγονός η μακρόχρονη φιλία μεταξύ των κατηγορουμένων, οι οποίοι είναι σύζυγοι μεταξύ τους και της παραπονούμενης και η παραπονούμενη και η δεύτερη κατηγορούμενη υπήρξαν συνάδελφοι στο ίδιο ιδιωτικό φροντιστήριο και εκτελούσαν καθήκοντα ως οδηγοί σε minibus, η δε φιλάι τους συνεχίστηκε μέχρι και τις αρχές του
- Ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 2, άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έπεισε το Δικαστήριο για την ανεξαρτησία, αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του και δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιοδήποτε ύποπτο σημείο σε όλη την διάρκεια της ανάκρισης ώστε να δημιουργηθούν υποψίες ένεκα του ότι ο αδελφός της παραπονούμενης υπήρξε μέλος της αστυνομίας και αυτό διαφαίνεται άλλωστε και με την ενέργεια του να ζητήσει οδηγίες από τους προϊστάμενους του για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την παραπονούμενη, το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της ως παραπονούμενης, η οποία ήταν η μια εκ των πρωταγωνιστών των επίδικων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Η παραπονούμενη άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και την έντονη αντεξέταση που υπέστη και που δεν έχει περιοριστεί σε μια δικάσιμο, το Δικαστήριο έχει πεπειστεί απόλυτα για την φιλαλήθεια της, την προσήλωση της στην εκδοχή της, την αμεσότητα στις απαντήσεις και τον πηγαίο τρόπο που έδινε την μαρτυρία της, καθώς επίσης και το λογικό και πειστικό της εκδοχής της. Η αξιοπιστία της, παρά την έντονη και επίμονη αντεξέταση που υπέστη, δεν έχει κλονιστεί. Ούτε το Δικαστήριο έχει διακρίνει οποιοδήποτε ψεγάδι στην μαρτυρία της και στην όλη εικόνα της ως μάρτυρας στα κύρια και αμφισβητούμενα σημεία και γενικά στον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης, ήτοι το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που είχε με τους κατηγορούμενους, το περιεχόμενο των συνομιλιών και τις συνέπειες που είχε στην ίδια αυτά τα τηλεφωνήματα, ήτοι η δημιουργία φόβου. Ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε άλλα αλλότρια και υποκινούμενα κίνητρα, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η παραπονούμενη δέχθηκε τα ξεχωριστά τηλεφωνήματα από τους κατηγορούμενους, από ένα κάθε φορά και ότι οι κατηγορούμενοι της εκστόμισαν, στο τηλεφώνημα που έκαναν ο κάθε ένας ξεχωριστά, την φράση που αναγράφεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν έκαστος και ότι εξ΄ αιτίας των εν λόγω τηλεφωνημάτων προκλήθηκε φόβος στην παραπονούμενη, λόγω και του περιεχομένου της απειλής και του τρόπου που αυτή εκστομίθηκε κάθε φορά, ήτοι με τον εχθρικό και τον απειλητικό τρόπο, φοβούμενη την ακεραιότητα της και συνεπώς δικαιολογημένα προέβηκε στην καταγγελία, έτσι ώστε να είναι και γνωστό το περιστατικό σε περίπτωση που της συμβει κάτι. Η αναφορά στην κατάθεση της ότι είπε στον πρώτο κατηγορούμενο ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε και που προφορικά διευκρίνισε ότι εννοούσε ότι δεν έχει να φοβηθεί κάτι από το να την κατηγορήσει σε συγγενείς και στον σύντροφο της, κρίνεται ως απολύτως λογική και πειστική, διότι δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει οποιονδήποτε λόγο να έχει να φοβηθεί η κατηγορούμενη από οποιανδήποτε κατηγορία ή αναφορά στους δικούς της ανθρώπους και είναι διαφορετικό βέβαια ο δικαιολογημένος φόβος της να μην πάθει κάτι κακό και συνεπώς η πιο πάνω αναφορά της παραπονούμενης ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, δεν κλονίζει την αξιοπιστία της, ούτε κρίνεται ως αντίφαση ή ανακολουθία, αλλά απλά διαχωρίζει στο τι έχει να φοβηθεί και τι όχι. Ως προς το τεκμήριο 2, ήτοι την καταγγελία που έκανε η παραπονούμενη εις βάρος του πρώτου κατηγορουμένου στις κοινωνικές ασφαλίσεις και τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε, κρίνονται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι υστερόβουλα, διότι από την μια το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η παραπονούμενη έκανε τις ενέργειες της και διαπίστωσε την εκτέλεση δρομολογίων από τον πρώτο κατηγορούμενο, δρομολογίων που εκτελούσε η παραπονούμενη πριν την απόλυση της το 2014 και κρίνεται από το Δικαστήριο ως λογική αντίδραση, επειδή ο φίλος της, αν και εργαζόμενος σε ημικρατικό οργανισμό με σεβαστό μισθό, ανέλαβε, παράτυπα τουλάχιστον, τα καθήκοντα που η παραπονούμενη εκτελούσε, μένοντας η ίδια στην ανεργία και δημιουργώντας σε αυτήν αισθήματα που λογικά και δικαιολογημένα την πλήγωσαν και που οδήγησαν στην υποβολή του παραπόνου, ήτοι του τεκμηρίου
- Ως ένδειξη της παραπονούμενης ότι δεν διακατεχόταν από εμμονή εις βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, κρίνεται από το Δικαστήριο και η αναφορά της ότι δεν πήγε ο πρώτος κατηγορούμενος να ζητήσει την απόλυση της, θέση η οποία κρίνεται ως λογική και πειστική άλλωστε, λόγω ακριβώς της φιλίας που υπήρχε ακόμα όταν η παραπονούμενη απολύθηκε, διαφέρει βεβαίως το γεγονός ότι ο ίδιος ο φίλος της σε κατοπινό στάδιο, κάλυψε το κενό της με την εκτέλεση των δρομολογίων της, γεγονός που την έχει δικαιολογημένα πληγώσει. Αποτέλεσμα της εν λόγω καταγγελίας, ήταν οι κατηγορούμενοι να αντιδράσουν με τον τρόπο που αντέδρασαν, απειλώντας την παραπονούμενη με την φράση που αναγράφεται στο κατηγορητήριο για την κατηγορία που αντιμετωπίζουν έκαστος, λόγω του ότι η παραπονούμενη αποκάλυψε την τουλάχιστον παράτυπη εργοδότηση του πρώτου κατηγορούμενου σε ιδιωτικό φροντιστήριο, εκτελώντας δρομολόγια μεταφοράς μαθητών με minibus, ενώ ήταν ταυτόχρονα και υπάλληλος σε συγκεκριμένο ημικρατικό οργανισμό, νοιώθωντας μάλιστα η δεύτερη κατηγορούμενη ότι η παραπονούμενη ΄΄πρόδωσε΄΄ την εν λόγω εργασία του συζύγου της, αποκαλώντας την ΄΄προδότρα΄΄ κατά την διάρκεια της μεταξύ τους τηλεφωνική συνομιλία. Έγινε προσπάθεια από πλευράς υπεράσπισης να συνδεθεί η σχετική καταγγελία της παραπονούμενης, ήτοι το τεκμήριο 2, με την σχετική επίδοση προσφυγής στην σύζυγο του αδελφού της, τέταρτη στη σειρά που καταχώρησε ο πρώτος κατηγορούμενος, αποδίδοντας αλλότρια και υποκινούμενα κίνητρα της ιδίας και ιδίως του αδελφού της. Πράγματι, η επίδοση της εν λόγω προσφυγής, όπως φαίνεται και στο τεκμήριο 13, απέχουν ελάχιστες μέρες μεταξύ τους και είναι εντός του ιδίου μηνός, ήτοι Φεβρουάριο του
- Όμως, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι η παραπονούμενη είναι άτομο που υποκινείται και που δεν έχει ιδίαν βούληση και προσωπικότητα, αλλά αντίθετα, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ακριβώς το αντίθετο, λόγω της σταθερότητας της βούλησης της να υποστηρίξει το παράπονο της που υποβλήθηκε πριν τρία χρόνια. Άλλωστε μέσα από την αναφορά της, η οποία κρίνεται ως λογική και πιστευτή από το Δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι πριν την υποβολή του παραπόνου εναντίον των κατηγορουμένων, συμβουλεύθηκε τον δικηγόρο της, τον οποίο μάλιστα κατονόμασε, ενέργεια η οποία κρίνεται ως απολύτως λογική και αναμενόμενη. Εν πάση περιπτώση, οι Δικαστικές διελκιστίνδες μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και της συζύγου του αδελφού της, χρονολογούνται πολύ πιο πρίν από το έτος 2015, χωρίς οι μεταξύ τους σχέσουν να κλονιστούν, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι η παραπονούμενη και οι κατηγορούμενοι είχαν πολύ καλές σχέσεις μέχρι τις αρχές του 2015 και αυτό είναι κοινό υπόβαθρο, η δε πρώτη ακόμα Δικαστική απόφαση άγεται σε χρόνο πολύ παρελθόντα, ήτοι από το 2007, 2009 και 2013 με σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως αυτές προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο. Συνεπώς, οι οποιεσδήποτε διαφορές και επεισόδια και αν έγιναν μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του αδελφού της παραπονούμενης λόγω ακριβώς των πιο πάνω Δικαστικών διελκιστύνδων και που είχαν ως επίκεντρο την προσβολή της προαγωγής της συζύγου του αδελφού της παραπονούμενης, δεν μόλυναν και ούτε επηρέασαν στην διάρκεια των χρόνων την σχέση μεταξύ της παραπονούμενης και των κατηγορουμένων και αυτό που μόλυνε τελικά τις σχέσεις τους, ήταν η αποκάλυψη εκ μέρους της παραπονούμενης προς τις αρμόδιες υπηρεσίες την εργασία του πρώτου κατηγορουμένου στο φροντιστήριο που εργαζόταν μέχρι πρότινος η παραπονούμενη. Ούτε διακρίνει το Δικαστήριο οποιαδήποτε υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη ή ύποπτη ή κακόπιστη καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου της όσον αφορά την τελευταία εργοδότηση του πρώτου κατηγορουμένου, διότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι έχει προβεί η παραπονούμενη σε δική της έρευνα για διαπίστωση αυτής της εργοδότησης. Το ότι η παραπονούμενη δεν στράφηκε εναντίον του εργοδότητη της, ως ήταν δικαίωμα της άλλωστε, δεν δημιουργεί οποιαδηποτε καχυποψία ως προς τα κίνητρα της παραπονούμενης εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου. Μικροαντιφάσεις και μικροσυγχύσεις αναφορικά με το ακριβές χρονικό πλαίσιο στο οποίο έμαθε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εκτελούσε τα δικά της δρομολόγια, κρίνονται από το Δικαστήριο ως επουσιώδεις και που δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της παραπονούμενης και το ίδιο ισχύει αναφορικά με το χρονικό πλαίσιο που ανέφερε ότι γνώριζε την δευτερη κατηγορούμενη και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε τόσο με αυτήν, όσο και με τον πρώτο κατηγορούμενο, καθώς επίσης το ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφερε ως προς το κατά πόσο είναι ακόμα μαζί με τον σύντροφο της ή σε προσπάθεια επανασύνδεσης ή αν ακόμα είναι μαζί του, διότι αυτό αποτελεί στοιχείο της ιδιωτικής ζωής της παραπονούμενης και είναι παντελώς άσχετη η ιδιωτική της ζωή με τα επίδικα θέματα και δεν δύναται να αποτελεί στοιχείο στο οποίο θα κριθεί η αξιοπιστία της. Άσχετα με τα επίδικα θέματα αποτελούν και τα όσα ανέφερε ως προς την εμπλοκή της παραπονούμενης με την εργοδότηση της δεύτερης κατηγορούμενης στο φροντιστήριο που ήδη εργαζόταν η παραπονούμενη. Ναι μεν διαφαίνεται ότι η δεύτερη κατηγορούμενη μέσα από την κατάσταση των ασφαλιστέων αποδοχών που προσκόμισε να μειώθηκαν οι απολαβές της στο πρώτο φροντιστήριο που εργαζόταν και εργοδοτήθηκε από το φροντιστήριο που εργαζόταν η παραπονούμενη, όμως αυτό δεν κλονίζει την αξιοπιστία της παραπονούμενης επί του πυρήνα της παρούσας υπόθεσης και των επιδίκων θεμάτων. Άλλωστε, το γεγονός ότι η δεύτερη κατηγορούμενη και η παραπονούμενη υπήρξαν συνάδελφοι στο ίδιο φροντιστήριο και εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα, αποτελεί κοινό υπόβαθρο και συνεπώς η αναφορά της παραπονούμενης περί ανεργίας της δεύτερης κατηγορούμενης και υποβοήθηση της να εργοδοτηθεί, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως προσπάθεια της παραπονούμενης να δημιουργήσει εντυπώσεις. Το ότι η παραπονούμενη γνώριζε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργαζόταν και στο παρελθόν σε άλλα φροντιστήρια που κατονόμασε, υπάρχει μεν λογική αιτιολόγηση για την μη καταγγελία στο παρελθόν, λόγω ακριβώς της φιλίας που υπήρχε μεταξύ τους και που αποτελεί κοινό υπόβαθρο άλλωστε, χωρίς βεβαίως να δικαιολογείται η μη υποβολή καταγγελίας όταν αυτό ήταν γνωστό στην παραπονούμενη από παλιά. Ούτε κλονίζει την αξιοπιστία της παραπονούμενης η αναφορά της ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αμοιβόταν από την εργασία του στον ημικρατικό οργανισμό με €4,000 μηνιαίως, διότι ούτως ή άλλως ο ακάθαρτος μισθός του πρώτου κατηγορουμένου, με βάση και την μισθοδοσία που ο ίδιος προσκόμισε, δεν απέχει και πολύ από το εν λόγω ποσό. Το ότι η παραπονούμενη δεν ανέφερε στην κατάθεση της το περιστατικό όπου η δεύτερη κατηγορούμενη δημιούργησε σκηνικό στην εργασία της νύφης της και του γιου της, ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία της, έχοντας επίσης τα επίδικα γεγονότα. Το ότι η παραπονούμενη δεν προσκόμισε τελικά επιπρόσθετη αλληλογραφία πέραν του τεκμηρίου 2 ενώ ανέφερε ότι υπήρχε, αναμφίβολα δεν κλονίζει την αξιοπιστία της, διότι από την μια το Δικαστήριο αποδέχεται το παράπονο και την θέση της ως προς την εργοδότηση του πρώτου κατηγορούμενου και εν πάση περιπτώση, η ίδια η Μ.Υ. 1 ανέφερε ότι το τεκμήριο 18 δεν αποστάληκε στην παραπονούμενη, ήτοι η επιστολή με βάση την οποία δεν αποδείχθηκε η εργοδότηση του πρώτου κατηγορούμενου στο σχετικό φροντιστήριο. Επί αυτού του θέματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ναι μεν η Μ.Υ. 1 ήταν αντικειμενική και αμερόληπτη και η μαρτυρία της είναι αποδεκτή, όμως η αποδεικτική βαρύτητα της μαρτυρίας της και ειδικότερα του τεκμηρίου 18 και του συμπεράσματος όπως πηγάζει από το τεκμήριο 18, ήτοι ότι δεν προέκυψε στοιχείο που να καταδεικνύει εργοδότηση του πρώτου κατηγορουμένου στο εν λόγω φροντιστήριο, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι δεν θα μπορούσε να δηλωθεί η εργασία του πρώτου κατηγορουμένου στο εν λόγω φροντιστήριο, λόγω ακριβώς της τουλάχιστον παράτυπης εργοδότησης του, όντας ήδη εργαζόμενος σε ημικρατικό οργανισμό και εν πάση περιπτώση, η επιτόπια έρευνα έγινε ασφαλώς σε μεταγενέστερο χρόνο του τεκμηρίου 2 και επιπρόσθετα δε, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση της παραπονούμενης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργοδοτείτο μετά την απόλυση της στο ίδιο φροντιστήριο. Το ότι η παραπονούμενη πριν να δώσει την κατάθεση της στην αστυνομία πήγε στην μητέρα της για να ηρεμήσει, κρίνεται ως απολύτως λογική εξέλιξη, λόγω ακριβώς του φόβου που της δημιουργήθηκε, από την στιγμή μάλιστα που μέσα στην ίδια ημέρα δέχθηκε δύο απειλές σε ελάχιστη χρονική απόσταση μεταξύ τους και κρίνεται ως απολύτως λογικό να ήθελε να πάει να δώσει κατάθεση με την συνοδεία του αδελφού της, λόγω ακριβώς αυτού του φόβου και δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το επιλήψιμο στην όλη διαδικασία. Το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση της παραπονούμενης ότι δεν γνωρίζει για τις κατεγγελίες που έγιναν από τους κατηγορούμενους εις βάρος του αδελφού της για επεισόδια που έγιναν με φωτογράφιση της δεύτερης κατηγορούμενης από τον αδελφό της, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι αυτά τα κατ΄ ισχυρισμόν επεισόδια, αφορούν αποκλειστικά και μόνο τον αδελφό της και τους κατηγορούμενους και όχι την ίδια και δεν αποτελούν άλλωστε επίδικα θέματα, καθ΄ ότι αυτά αφορούν κατ΄ ισχυρισμόν περιστατικά που δεν θα κριθούν από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και εν πάση περιπτώση είναι μεταγενέστερα του επίδικου χρόνου. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της παραπονούμενης ως αληθή και αξιόπιστη. Στον αντίποδα, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί των ευθυνών του και με μια προσποιητή και φαινομενική απλότητα να πείσει το Δικαστήριο για το αληθές της εκδοχής του. Προσπάθησε με κάθε τρόπο και αναφορά, να αποδώσει αλλότρια και υποκινούμενα κίνητρα στην παραπονούμενη και στον αδελφό της, προσπάθεια η οποία έπεσε στο κενό, διότι ήδη το Δικαστήριο αξιολόγησε πιο πάνω τις προϋπάρχουσες Δικαστικές διελκυστίνδες μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του αδελφού της παραπονούμενης. Προσπάθησε επίσης με κάθε τρόπο να αποστασιοποιηθεί από το γεγονός της παράτυπης έστω εργοδότησης του στο ιδιωτικό φροντιστήριο, όντας εργαζόμενος σε ημικρατικό οργανισμό και αυτό διαφαίνεται ότι ενώ αρχικά στην γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 8, αρνείται κατηγορηματικά κάτι τέτοιο, στην αντεξέταση του, επικαλέστηκε ότι βοήθησε την σύζυγο του αφιλοκερδώς στο εν λόγω φροντιστήριο, θέση η οποία κρίνεται ως μη πειστική, αλλά και υστερόβουλη, λόγω ακριβώς της προσπάθειας του να αποκρύψει αυτήν την δεύτερη του απασχόληση. Αποτελεί απορίας άξιο, πως να αποδέχεται ένας υπεύθυνος φροντιστηρίου να εκτελεί εκτάκτως δρομολόγια μεταφοράς μαθητών ο σύζυγος μιας υπαλλήλου του και μάλιστα αφιλοκερδώς, θέση η οποία κρίνεται ως μη σοβαρή και πειστική και το λογικό και αναμενόμενο είναι να εκτελεί ο πρώτος κατηγορούμενος σε χρόνο πριν την καταγγελία της παραπονούμενης σε τακτική βάση δρομολόγια έναντι αμοιβής, χωρίς η εργασία του να δηλώνεται ένεκα της ταυτόχρονης εργοδότησης του σε ημικρατικό οργανισμό, πράγμα το οποίο έπραξε και στο παρελθόν σε άλλα φροντιστήρια, ως η θέση της παραπονούμενης, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ως προς την θέση του ως προς το ύψος της αμοιβής του, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση ανωτέρω και το ίδιο ισχύει ως προς τα κατ΄ ισχυρισμό επεισόδια με πρωταγωνιστή τον αδελφό της παραπονούμενης και τους κατηγορούμενους και τις σχετικές καταγγελίες που έγιναν στην αστυνομία και γενικά ισχύει το ίδιο και με την ισχυριζόμενη προσπάθεια χρηματισμού του πρώτου κατηγορουμένου για απόσυρση της προσφυγής. Ο παραπονούμενος άφησε εμμέσως υπόνοιες ότι ο αδελφός της παραπονούμενης δεν έχει κατηγορηθεί για τα πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμόν επεισόδια, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του ως πρώην λοχίας της αστυνομίας, πλην όμως αυτή η θέση πέραν του ότι παρέμεινε γενική και ασαφής, οι καταγγελίες έτυχαν διερεύνησης μέσα από το περιεχόμενο των απαντήσεων που λήφθησαν επίσημα από την αστυνομία και εν πάση περιπτώση, δεν θα κριθεί το αληθές ή όχι των καταγγελιών στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα και ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο συγκάλυψης, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία. Η αναφορά του πρώτου κατηγορουμένου ότι κατά την λήψη της κατάθεσης του στην αστυνομία, κάποιος αστυνομικός ανέφερε την φράση στον ανακριτή ΄΄Άτε ρε κατηγόρα τους να τελειώνουμε΄΄ δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε ήδη την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, με βάση την οποία κρίθηκε ότι δεν έχει λάβει χώρα οτιδήποτε το παράτυπο και εν πάση περιπώση, ακόμα και να έλαβε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό, ουδόλως θα είχε μολύνει την εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους του Μ.Κ. 2 η οποία υπήρξε υποδειγματική. Η θέση του ότι δεν είχε πρόθεση να ενοχλήσει την παραπονούμενη, ότι δεν την έχει απειλήσει και ότι απλά ήθελε να μάθει τον λόγο που η παραπονούμενη προέβηκε στην καταγγελία εναντίν του, κρίνονται από το Δικαστήριο ως προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του και που εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε ως αληθή την εκδοχή της παραπονούμενης. Συνεπώς, το Δικαστήριο απορρίπτει το άλλοθι που προέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος και τα περί αλλότριων και υποκινούμενων κινήτρων εκ μέρους της παραπονούμενης και του αδελφού της. Ως προς την μαρτυρία της δεύτερης κατηγορούμενης, ισχύουν, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών τα ίδια με τα όσα αξιολογήθηκαν στην μαρτυρία του πρώτου κατηγορουμένου και πιο συγκεκριμένα και αυτή με τη σειρά της προσπάθησε να αποποιηθεί των ευθυνών της με το άλλοθι που προέβαλε και την προσπάθεια της να αποδώσει αλλότρια και υποκινούμενα κίνητρα στην παραπονούμενη κα τον αδελφό της, προσπάθεια η οποία δεν πέτυχε και που εν πάση περιπτώση το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία της παραπονούμενης. Όσον αφορά την θέση της ως προς τις απολαβές της, στο κατά πόσο έμεινε άνεργη και την εμπλοκή της παραπονούμενης στην εργοδότηση της και κατά πόσο προέβηκε η δεύτερη κατηγορούμενη σε επεισόδιο στον χώρο εργασίας του γιου της παραπονούμενης και της συζύγου του, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω και το ίδιο ισχύει όσον αφορά στα περί εργοδότησης του συζύγου της στο ίδιο φροντιστήριο, ζήτημα το οποίο αξιολογήθηκε εκτενώς πιο πάνω. Συνεπώς, το Δικαστήριο απορρίπτει το άλλοθι που προέβαλε η δεύτερη κατηγορούμενη και τα περί αλλότριων και υποκινούμενων κινήτρων εκ μέρους της παραπονούμενης και του αδελφού της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο προβαίνει στα εξής ευρήματα και συμπεράσματα: ο πρώτος κατηγορούμενος, την 26ην Μαρτίου 2015 στη Λεμεσό, προκάλεσε στην παραπονούμενη τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση ΄΄Θα σου κάμω μεγάλη ζημιά και δεν φαντάζεσαι τι σε περιμένει΄΄ και η πιο πάνω απειλή έγινε τηλεφωνικώς με κλήση από το τηλέφωνο του πρώτου κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη. Η δεύτερη κατηγορούμενη, στον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, προκάλεσε στην παραπονούμενη τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση ΄΄Θα σου κάμω μεγάλο κακό. Θα σε πληγώσω και για τούτο που έκαμες θα την πληρώσεις πολύ ακριβά΄΄. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν στις πιο πάνω απειλές, λόγω της καταγγελίας που προέβηκε η παραπονούμενη εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου στις κοινωνικές ασφαλίσεις για την εργοδότηση του σε ιδιωτικό φροντιστήριο, όντας ταυτόχρονα εργαζόμενος σε συγκεκριμένο ημικρατικό οργανισμό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα ευρήματα και συμπεράσματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις επίδικες κατηγορίες και ο πρώτος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία και η δεύτερη κατηγορούμενη στην τρίτη κατηγορία. (Υπ.) .............. Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Απειλή 91Α cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο