ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΥΛΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 26084/15, 12/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26084/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΧΧΧΧΧ ΠΑΥΛΙΔΟΥ Κατηγορούμενη ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/10/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού Για την κατηγορούμενη : κ. Σωφρόνης Σωφρονίου Κατηγορούμενη: παρούσα ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση υπόθεση, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της απάτης, κατά παράβαση των άρθρων 300 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου 2015 στη Λεμεσό, με δόλιο τέχνασμα, απέκτησε το χρηματικό ποσό των € 7,140 από τον παραπονούμενο, δηλαδή υποκίνησε τον παραπονούμενο να της δώσει το υπό αναφορά χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον προμηθεύσει με ηλεκτρονικά είδη ίσης αξίας, ενώ τον προμήθευσε με ηλεκτρονικά είδη μικρότερης αξίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΜΚ 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 21 Απριλίου 2015 ανέλαβε την διερεύνηση υποθέσεως, που αφορά το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις που διαπράχτηκε κατά το μήνα Μάρτιο μέχρι της 21 Απριλίου 2015 στη Λεμεσό. Συγκεκριμένα, στις 21 Απριλίου 2015 και περί ώρα 15:30, της καταγγέλθηκε από τον παραπονούμενο ότι μέσω τρίτων προσώπων γνώρισε την κατηγορούμενη, η οποία του ανέφερε ότι εμπορεύεται ηλεκτρικά είδη σε πολύ χαμηλές τιμές και συνεργάζεται με συγκεκριμένο κατάστημα στη Λεμεσό. Στη συνέχεια, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, ο παραπονούμενος είχε παραγγείλει στην κατηγορούμενη διάφορα ηλεκτρονικά είδη τα οποία πλήρωσε και στην συνέχεια παρέλαβε. Ακολούθως, γύρω στις αρχές Μαρτίου, η κατηγορούμενη ενημέρωσε τον παραπονούμενο ότι θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικών ειδών, ρωτώντας τον εάν ενδιαφερόταν και αυτός απάντησε θετικά και παρέδωσε στην κατηγορούμενη συνολικό χρηματικό ποσό ύψους € 7,140, με σκοπό την παραγγελία και αγορά αριθμού ηλεκτρονικών ειδών σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Όπως ανέφερε η κατηγορούμενη στον παραπονούμενο, τα πιο πάνω εμπορεύματα θα παραδίδονταν σε περίοδο 15 με 20 ημερών. Ακολούθως ο παραπονούμενος ενημερώθηκε από γνωστούς του ότι η κατηγορούμενη δεν είναι προμηθευτής και ότι πρόκειται για απάτη. Εναντίον της κατηγορουμένης εξασφαλίστηκε Δικαστικό ένταλμα σύλληψης και στις 4 Μαΐου 2015 και ώρα 12:35 στις κεντρικές φυλακές, συνέλαβε την κατηγορούμενη και αφού της επέστησε την προσοχή της στον νόμο αυτή απάντησε ότι παραδέχεται ότι πήρε τα χρήματα, αλλά δεν έχει σκοπό να ξεγελάσει τον παραπονούμενο. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και μεταξύ των όρων 1240 και 13:25 στις κεντρικές φυλακές έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, αφού προηγουμένως την πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνάται και της επέστησε γραπτώς την προσοχή της στον νόμο. Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των όρων 13:30 και 13:40, η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς για το υπό αναφορά αδίκημα. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος προσήλθε εκ νέου στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού και σε συμπληρωματική κατάθεση που της έδωσε, της ανέφερε ότι όσο αφορά την μεγάλη παραγγελία ηλεκτρονικών ειδών που έδωσε στην κατηγορούμενη, στις 9 Απριλίου 2015 παρέλαβε τρία συγκεκριμένα ηλεκτρονικά είδη, αφήνοντας έτσι υπόλοιπο το ποσόν των € 5,
- Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της, κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη, ως επίσης και την γραπτή κατηγορία που απάγγειλε σε αυτήν, δέσμη από πέντε αποδείξεις που παρέδωσε ο παραπονούμενος στην μάρτυρα, η οποία είναι και η ανακρίτρια της υπόθεσης. Στα πλαίσια των καθηκόντων της, επισκέφθηκε διάφορα καταστήματα πώλησης ηλεκτρικών ειδών για να διαπιστώσει κατά πόσο προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα και το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Από ότι της ανέφερε η κατηγορούμενη, τα χρήματα που παραλήφθηκαν, έγιναν με σκοπό στη συνέχεια να παραδοθούν στον παραπονούμενο τα σχετικά ηλεκτρικά είδη και δεν έχει η μάρτυρας οποιαδήποτε άλλη γνώση για την χρήση των χρημάτων. Στην αντεξέταση της, επανέλαβε την θέση της ότι δεν γνωρίζει τα χρήματα προς ποιον σκοπό χρησιμοποιήθηκαν, αλλά από ότι γνωρίζει τα χρήματα δεν επιστράφηκαν στον παραπονούμενο, διευκρινίζοντας ότι κατά τη διαδικασία της κατάθεσης που έλαβε από την κατηγορούμενη, όταν ζήτησε πληροφορίες για να μπορέσει να εντοπίσει συγκεκριμένο προμηθευτή για να διαπιστώσει τα λεγόμενα της κατηγορουμένης αναφορικά με την χρήση του χρηματικού ποσού, ανέφερε ότι δεν της δόθηκαν τέτοιες πληροφορίες και συνεπώς δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην διαπίστωση με τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης, αν και σε κατοπινό στάδιο συμφώνησε ότι η κατηγορούμενη παρέδωσε τα χρήματα στον προμηθευτή. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 5 γραμμάτιο ημερομηνίας 2 Απριλίου 2015, δίνοντας τη δική της εξήγηση και ερμηνεία για τον λόγο που η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι καταχράστηκε με δόλο το επίδικο πόσο, δηλαδή το ποσό των € 7,140, δηλαδή η διερεύνηση της υπόθεσης αφορούσε την συνολική παραγγελία για το συνολικό χρηματικό ποσό και ότι πιθανόν για μέρος της συμφωνίας που παραδόθηκε μπορεί να ήταν μέρος του δόλου για να κρατηθεί το υπόλοιπο χρηματικό ποσό. Έκρινε ότι δεν ήταν αρμόδια να κρίνει κατά πόσο υπάρχει επαρκής μαρτυρία για ποινική δίωξη και γι' αυτό αποτάθηκε στην νομική υπηρεσία με σκοπό να ληφθούν οδηγίες για την περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο παραπονούμενος έχει λάβει μέχρι την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου συνολικό ποσό € 6,440 και παρέμεινε υπόλοιπο μόνο €
- Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη στην κατάθεση της, αλλά και στην ίδια, ανέφερε ότι δεν είχε πρόθεση να μην φέρει στον παραπονούμενο τις συσκευές, αλλά δεν πρόλαβε να το κάνει, διότι προλάβει η φυάκιση της για άλλη υπόθεση, γεγονός το οποίο έχει διαπιστώσει και ίδια, δηλαδή το γεγονός της φυλάκισης της κατηγορουμένης, διότι η ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης ληφθηκε στις κεντρικές φυλακές. Ο παραπονούμενος της ανέφερε ότι πριν την επίδικη συναλλαγή, είχε κάνει αρκετές εμπορικές πράξεις με την κατηγορούμενη και τον έχει προμηθεύσει αρκετές φορές με ηλεκτρονικές συσκευές και ως προς την επίδικη συμφωνία υπήρξαν διάφορες δόσεις. Ανέφερε ότι για κάθε πληρωμή που έκανε προς την κατηγορούμενη ο παραπονούμενος, η κατηγορούμενη του εξέδιδε σχετική απόδειξη είσπραξης. Στην επανεξέταση της ανέφερε ότι δεν υπάρχει υπογραφή του παραπονούμενου στο γραμμάτιο που κατατέθηκε ως τεκμήριο. Κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 6 η κατάθεση του διευθυντή του καταστήματος ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών με συγκεκριμένη επωνυμία που βρίσκεται σε συγκεκριμένη οδό στη Λεμεσό και αυτή η κατάθεση κατατέθηκε, αποδεχόμενες και οι δύο πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου της ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Στην κατάθεση αυτή αναφέρει ότι δεν υπάρχουν εξωτερικοί μεταπωλητές, διότι οι συναλλαγές γίνονται μέσω των καταστημάτων και της ιστοσελίδας στο διαδίκτυο που διατηρεί η επιχείρηση όπου εργάζεται. Γνωρίζει την κατηγορούμενη διότι πρόκειται για πολύ καλή πελάτισσα και η οποία από το 2012 επισκέπτεται συχνά το κατάστημα της επιχείρησης και αγοράζει διάφορα ηλεκτρονικά είδη. Το 2015 είχε μέχρι στιγμής κάνει λογαριασμό αξίας περίπου € 10,000 σε διάφορες αγορές, τις οποίες έχει εξοφλήσει. Οι τελευταίες δύο συναλλαγές έγιναν το τελευταίο δίμηνο, η προτελευταία στις 9 Μαρτίου 2015, όπου αγοράστηκαν τέσσερις ηλεκτρονικοί υπολογιστές και δύο παιχνιδοκονσόλες για την τιμή των € 2,757, τα οποία πληρώθηκαν σε μετρητά και στη συνέχεια η τελευταία της συναλλαγή που έγινε στις 9 Απριλίου 2015, όπου αγόρασε τρία κινητά τηλέφωνα, μία τηλεόραση, μία παιχνιδοκονσόλα και διάφορα άλλα άγνωστης αξίας στον ίδιο, αφού για αυτές τις αγορές η κατηγορούμενη η ίδια ζήτησε όπως της δώσουν ξεχωριστές αποδείξεις για σκοπούς εγγυήσεως, όπως αναφέρθηκε. Η τελευταία της συναλλαγή διενεργήθηκε με πιστωτική κάρτα, εξοφλώντας όμως ολόκληρο το ποσό. Η κατηγορούμενη δεν είναι συνεργάτης της επιχείρησης, ούτε αντιπρόσωπος, παρά μόνο μία καλή πελάτιδα, διότι αγοράζει μεγάλο αριθμό εμπορευμάτων μεγάλης αξίας και πάντα τους πληρώνει. Από την επιχείρηση, η κατηγορούμενη παίρνει την καλύτερη έκπτωση που μπορούν να της δώσουν, όπως σε καθε καλό πελάτη ή στον όποιονδήποτε για οποιονδήποτε λόγο. Ως κατάστημα, δεν γνωρίζουν πως χρησιμοποιεί η κατηγορούμενη τα προϊόντα και ούτε έχουν κάποια άλλη επαγγελματική σχέση μαζί της. Στο τέλος της κατάθεσης του, αναφέρει ότι παραδίδει φωτοαντίγραφα των τιμολογίων που αφορούν τις αγορές της κατηγορουμένης για την χρονική περίοδο από 4 Απριλίου 2015 μέχρι 11 Απριλίου 2015, η οποία δέσμη κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ως ΜΚ 2 κατέθεσε ο παραπονούμενος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι ενάμιση περίπου μήνα πριν την ημερομηνία που έδωσε την κατάθεση του, γνώρισε μέσω κάποιων άλλων γνωστών την κατηγορούμενη, η οποία του συστήθηκε ως άτομο που εμπορεύεται ηλεκτρικά είδη. Μίλησαν τηλεφωνικώς και όταν συναντήθηκαν του έστελνε προσφορές για ηλεκτρικά είδη σε πολύ χαμηλές τιμές. Επίσης του συστήθηκε ως προμηθευτής των καταστημάτων με συγκεκριμένη ονομασία για ηλεκτρικά είδη. Τότε ο παραπονούμενος πείστηκε και έτσι είχε παραγγείλει αρχικά ένα μήνα περίπου πριν από την ημερομηνία που έδωσε κατάθεση, ένα κινητό τηλέφωνο συγκεκριμένης μάρκας και της έδωσε το ποσό των € 380 σε μετρητά και ακολούθως του έφερε το κινητό με απόδειξη αγοράς από συγκεκριμένο κατάστημα για το ποσό των €
- Ο ίδιος διερωτήθηκε γιατί ήταν πιο λίγα χρήματα και η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι λόγω του ότι η ίδια είναι προμηθεύτρια γίνονται αυτές οι τιμές. Λίγες μέρες αργότερα, η κατηγορούμενη του τηλεφώνησε και του είπε ότι έχει δύο PlayStation 4 για πώληση με τις αποδείξεις του και ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ενδιαφέρεται. Τότε η κατηγορούμενη ήρθε και του τα έφερε και την πλήρωσε € 320 για τα δύο, ενώ σύμφωνα με την απόδειξη που του έδωσε, η συνολική τιμή ήταν €
- Η απόδειξη που του έδωσε ήταν φωτοαντίγραφο, διότι σε αυτή αναγραφόταν κι άλλα εμπορεύματα, τα οποία πιθανόν να πώλησε άλλους. Γύρω στις αρχές του Μάρτη, η κατηγορούμενη τον πληροφόρησε ότι θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικών ειδών και τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν και ο παραπονούμενος της είπε ότι με τις τιμές τις οποίες τα πουλούσε ενδιαφερόταν και έτσι στις 9 Μαρτίου 2015 συναντήθηκαν και της έδωσε € 4,420 σε μετρητά για να του φέρει κινητά τηλέφωνα, τηλεοράσεις, φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλα. Για αυτήν την παραγγελία αναφέρει ότι έχει αναλυτική κατάσταση στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, την οποία και κατέθεσε στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του ως τεκμήριο
- Επίσης η κατηγορούμενη του είχε εκδώσει απόδειξη με συγκεκριμένο αριθμό για το πιο πάνω ποσό, την οποία και υπέγραψε στην παρουσία του. Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν ξανά και παράγγειλε διάφορα άλλα εμπορεύματα για διάφορα άλλα ποσά, τα οποία αναφέρει ευκρινώς και λεπτομερώς στην κατάθεσή του, όπυ εκδόθηκε και πάλι σχετική απόδειξη για κάθε περίπτωση, όταν και ο παραπονούμενος έδινε στην κατηγορούμενη διάφορα χρηματικά ποσά σε μετρητά, όπως αναφέρονται λεπτομερώς στην κατάθεσή του. Αυτά τα εμπορεύματα συνολικής αξίας € 7,140, η κατηγορούμενη δεσμεύτηκε όπως του τα παραδώσει σε περίοδο 15 με 20 μέρες. Ακολούθως, η κατηγορούμενη έβρισκε διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες για την καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η παράδοση. Στη συνέχεια του ζήτησε να πάνε σε δικηγόρο για να συντάξουν έγγραφο ότι του οφείλει το πιο πάνω ποσό για να είναι καλυμμένος. Έτσι, στις 2 Απριλίου 2015, συναντήθηκαν σε συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, όπου και υπόγραψαν σχετική συμφωνία, με βάση την οποία η κατηγορούμενη είχε αναγνωρίσει το χρέος της και αναλάβανε την υποχρέωση όπως μέχρι τις 7 Απριλίου 2015 να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό, αλλά η κατηγορούμενη δεν συμμορφώθηκε, αντίθετα, στις 9 Απριλίου 2015, της παρέδωσε διάφορα εμπορεύματα και στην απόδειξη που παρουσιάστηκε από συγκεκριμένο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών αναγραφόταν μεγαλύτερη αξία των εμπορευμάτων από αυτή που συμφώνησαν η κατηγορούμενη και ο παραπονούμενος. Λίγες μέρες πριν να δώσει την κατάθεση του ο παραπονούμενος, κάποιο άλλο άτομο πήγε στο κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών, ο οποίος ξεγελάστηκε και αυτός από την κατηγορούμενη και ανακάλυψε ότι συγκεκριμένα εμπορεύματα, καθώς και κάποια άλλα, αγοράστηκαν στις 9 Απριλίου 2015 από το συγκεκριμένο κατάστημα. Επίσης έλαβε πληροφορία εκείνη την ημέρα ότι τον λογαριασμό το πλήρωσε συγκεκριμένο άτομο που από ότι έμαθε είναι ο πρώην σύζυγος της κατηγορούμενης. Επίσης ανέφερε ότι εκείνο το διάστημα έλαβε αριθμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων από συγκεκριμένο άτομο, που φαινόταν να ήταν συνεργός της κατηγορουμένης και την εν λόγω αλληλογραφία την κατέθεσε ως τεκμήριο. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του, κατέθεσε τεκμήρια τα οποία αναφέρονται στην κατάθεσή του. Υπήρξε ακόμα μία κατάθεση του μάρτυρα συμπληρωματική, όπου δόθηκε 16 μέρες μετά την πρώτη του κατάθεση, δηλαδή συμπληρωματική κατάθεση, η οποία δόθηκε στις 7 Μαΐου
- Σε αυτήν αναφέρει ότι όσον αφορά το ποσό των € 7,140 για το οποίο είχε καταγγείλει ως το χρηματικό ποσό που απέσπασε η κατηγορούμενη από τον ίδιο με την πρόφαση ότι θα έκανε μεγάλη παραγγελία ηλεκτρονικών ειδών, αυτό αφορούσε συγκεκριμένη παραγγελία για συγκεκριμένα ηλεκτρικά είδη σε συγκεκριμένες τιμές, όπου με βάση τις αποδείξεις αγοράς από συγκεκριμένο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, αυτά τα είδη έφεραν ως μεγαλύτερη τιμή αγοράς. Η κατηγορούμενοι αφού χρησιμοποίησε τα χρήματα που της είχε παραδώσει, είχε αφήσει υπόλοιπο € 5,980 και αυτά τα χρήματα ο παραπονούμενος εξέφρασε την άποψη ότι η κατηγορούμενη τα καταχράστηκε για δικό της όφελος και τα έλαβε αφού τον έχει ξεγελάσει. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε την κατηγορούμενη, αναγνώρισε τις αποδείξεις που του είχε προσκομίσει η κατηγορούμενη από συγκεκριμένο κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών, αποδείξεις παραλαβής χρημάτων που εξέδιδε η κατηγορούμενη όταν ο παραπονούμενος της έδινε χρήματα, καθώς επίσης και το γραμμάτιο που έχει συνταχθεί και που δεν θυμόταν εάν το υπέγραψε. Ανέφερε ότι το βράδυ της προηγούμενης μέρας που έδινε την κατάθεση του στο Δικαστήριο, συναντήθηκε με την κατηγορούμενη, αφού τον ρώτησε προηγουμένως αν μπορούσε να συναντηθούν για να του δώσει το εναπομείναν χρηματικό ποσό, όπως και έγινε, δηλαδή η κατηγορούμενη του έδωσε το ποσό των € 700, όπου και υπογράφτηκε σχετική απόδειξη με την οποία αναγνωρίζει ότι ουσιαστικά εξοφλήθηκε το χρέος από την συμφωνία που έχουν συνάψει η κατηγορούμενη και ο παραπονούμενος και ότι ο παραπονούμενος δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση. Διευκρίνισε ότι πρώτα έχει συνταχθεί η συμφωνία με την οποία αναγνωριζόταν το χρέος της κατηγορουμένης με τον παραπονούμενο και ακολούθως άρχισαν να αφαιρούνται τα ποσά και πιο συγκεκριμένα, είχε αρχίσει να παραλαμβάνει συγκεκριμένα προϊόντα, τα οποία ανέφερε και ακολούθως του έδινε κάποια χρήματα σταδιακά, μέχρι την πλήρη εξόφληση που έγινε μία μέρα πριν την ημέρα που έδινε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο και τα χρήματα αυτά δίνονταν σταδιακά από την ημερομηνία που υπογράφτηκε η συμφωνία, που είναι γραμμάτιο, μέχρι την ημέρα που είχε εξοφλήσει πλήρως η κατηγορούμενη τον παραπονούμενο. Διευκρίνισε ότι δεν έχει πλέον οποιαδήποτε οικονομική απαίτηση από την κατηγορούμενη, αλλά έχει παράπονο, το οποίο συνίσταται ότι η κατηγορούμενη απέσπασε τα χρήματα του με ψευδείς παραστάσεις. Ανέφερε ότι όταν ρώτησε την κατηγορούμενη που οφείλεται η απόκλιση της τιμής μεταξύ της τιμής που συμφωνούσε με την κατηγορούμενη, που ήταν χαμηλότερη από την τιμή που αναγραφόταν στην απόδειξη αγοράς από συγκεκριμένο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη του είπε ότι από τη στιγμή που η κατηγορούμενη του δίνει απόδειξη από το συγκεκριμένο κατάστημα, ότι είναι συνεργάτης αυτού του καταστήματος, είναι προμηθεύτρια και ότι υπήρχε νόμιμη απόδειξη του εν λόγω καταστήματος. Απ' ότι έμαθε αργότερα, η κατηγορούμενη δεν εργαζόταν σε εκείνο το κατάστημα. Στην αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι μέρος των εμπορευμάτων θα κατέληγε σε συγκεκριμένους φίλους του, αλλά ουσιαστικά το χρέος το επωμίστηκε ο ίδιος και αυτός έκανε το γραμμάτιο και αυτός πλήρωσε την κατηγορούμενη. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε γνωρίσει την κατηγορούμενη μέσω κάποιων άλλων ατόμων, τα οποία η κατηγορούμενη έχει εκθέσει μέσα από την αγορά ηλεκτρικών ειδών. Προγήθηκαν 2-3 παραγγελίες πριν την επίδικη παραγγελία και ο παραπονούμενος έλαβε τα αντικείμενα από την κατηγορούμενη. Ανέφερε ότι όταν η κατηγορούμενη είχε καθυστερήσει να του φέρει έστω μερικά από τα αντικείμενα ή την παραγγελία ολόκληρη, κάποιοι φίλοι του του είπαν ότι η κατηγορούμενη είναι ΄΄απατεώνισσα, ότι έχουν να παίρνουν, ότι τους κρέμασε΄΄ και φοβήθηκε, ως οι εκφράσεις και χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο παραπονούμενος, λέγοντας επίσης ότι η κατηγορούμενη ΄΄είχε παρτίδες με την αστυνομία΄΄ δηλαδή ότι είχε κι άλλες υποθέσεις και τότε ο παραπονούμενος φοβήθηκε και γι' αυτό πήγε στην αστυνομία για να καταγγείλει ότι είναι κι αυτός θύμα της κατηγορουμένης και ότι έτσι και αλλιώς δεν έλαβε τα πράγματα που το όφειλε η κατηγορούμενη. Επίσης πήγε στην αστυνομία, διότι έμαθε από την συγκεκριμένη εταιρεία πώλησης ηλεκτρικών ειδών ότι καμιά με το όνομα της κατηγορουμένης δεν αντιπροσωπεύει αυτήν την εταιρία και ότι δεν έχει καμία σχέση και προσκόμιζε τις αποδείξεις από αυτήν την εταιρία ως προμηθεύτρια που δεν είχε καμία σχέση, όπως έχει μάθει ο παραπονούμενος από συγκεκριμένο κατάστημα στη Λεμεσό, χωρίς να θυμάται ποιον έχει ρωτήσει. Η κατηγορούμενη του προέβαλε διάφορες προφάσεις για την καθυστέρηση των προϊόντων, όπως είναι η καθυστέρηση της μεγάλης παραγγελίας και τότε ήταν που άρχισε να ανησυχεί. Ανέφερε ότι γνωρίζει ότι η κατηγορούμενη φυλακίστηκε, χωρίς να θυμάται την ημερομηνία, συμφώνησε όμως ότι η κατηγορούμενη για να τον καθησυχάσει ότι ΄΄δεν θα του φάει λεφτά΄΄ ως η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε, αν ήθελε να πάνε στο δικηγόρο της για να υπογράψουν γραμμάτιο ότι του οφείλει χρήματα, αλλά αυτό έγινε μετά από πιέσεις που ασκούσε στην ίδια και όχι μετά από προθυμοποίησή της ίδιας της κατηγορουμένης. Συμφώνησε ότι η κατηγορούμενη μετά την αποφυλάκιση της που έγινε τον Ιούλιο του 2015 σταδιακά του έδινε διάφορα χρηματικά ποσά έναντι του γραμματίου, το οποίο εξοφλήθηκε την προηγούμενη μέρα της διά ζώσης κατάθεσης του μάρτυρα στο Δικαστήριο, καταθέτοντας προς αυτό το σκοπό και σχετική απόδειξη πληρωμής. Σήμερα ο παραπονούμενος είναι εξοφλημένος και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση. Διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να τον εξοφλήσει διότι φυλακίστηκε και για να βασίσει την διαφωνία του, ανέφερε ότι υπάρχουν πολλές καταγγελίες για παρόμοιες φύσεως υποθέσεις χωρίς να είναι σε θέση να απαντήσει σε υποβληθείσα θέση ότι οι καταγγελίες που ανέφερε αφορούν ψιθύρους και διαδόσεις με σκοπό να συκοφαντήσουν λόγω ανταγωνισμού την κατηγορούμενη. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε την κατηγορούμενη σε απολογία, η οποία αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, έχει νομοθετικό έρεισμα στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Άρθρο 300:- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων >>. Μέσα από το λεκτικό του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) Να υπάρχει δόλιο τέχνασμα ή επινόημα Β) Να υπάρχει απόκτηση από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υπάρχει υποκίνηση σε άλλον να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, η ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι η Μ.Κ. 1 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν τη βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης, με βάση την απόφαση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 91/14, ημερ. 22.6.16 ο έντιμος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως ήταν τότε κ. Γ. Ερωτοκρίτου, ανέφερε τα εξής: «Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει τη ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης» Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Με γνώμονα, πυξίδα και οδοδείκτη λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που τέθηκαν στην νομική πτυχή, αλλά και τις νομολογιακές αρχές που τέθηκαν πιο πάνω στην αρχή του κεφαλαίου της αξιολόγησης της μαρτυρίας, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα. Η ΜΚ 1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας ως ανακρίτρια της υπόθεσης, έχει εκτελέσει τα καθήκοντά της ανεξάρτητα, αμερόληπτα και με αντικειμενικότητα, χωρίς να διακρίνει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Εκεί όπου υπήρχε αβεβαιότητα για την ίδια, ζήτησε την γνώμη από τη νομική υπηρεσία, όπως και έγινε και αυτός ήταν ο λόγος που προχώρησε η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Ασφαλέστατα και δεν δεσμεύει το Δικαστήριο η ερμηνεία που έδωσε η ίδια η μάρτυρας κατά πόσο ευσταθούσε ή όχι η καταγγελία και κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα, διότι αυτό αποτελεί πρώτιστο καθήκον και προνόμιο του Δικαστηρίου και το ίδιο ισχύει για τα όσα ανέφερε περί συνολικής εξέτασης της υπόθεσης με την αναγραφή του χρηματικού ποσού στις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπου αυτό το ζήτημα θα εξεταστεί επίσης από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Όσον αφορά τον παραπονούμενο, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και ειδικότερα με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί αντιφατική και θνησιγενής. Ο λόγος είναι προφανής, διότι με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη υποκίνησε τον παραπονούμενο να της δώσει το χρηματικό ποσό των € 7,140, με σκοπό να τον προμηθεύσει με ηλεκτρονικά είδη ίσης αξίας, ενώ το προμήθευσε με ηλεκτρονικά είδη μικρότερης αξίας. Με βάση όμως την προσκομισθείσα μαρτυρία από τον ίδιο τον παραπονούμενο, ισχύει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή τα αντικείμενα που συμφώνησαν ο παραπονούμενος και η κατηγορούμενη με βάση και τις σχετικές αποδείξεις που προσκόμισε η κατηγορούμενη στον παραπονούμενο, τα αντικείμενα αυτά ήταν μεγαλύτερης αξίας από αυτή που συμφωνούσαν και όχι μικρότερης, καταρρίπτοντας έτσι το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ως πιο πάνω έχει αναφερθεί. Δηλαδή αυτό που προκύπτει, είναι ότι ο παραπονούμενος όχι μόνο δεν έπεσε θύμα εξαπάτησης με δόλιο τρόπο ή επινόηση ή υποκίνηση από την κατηγορούμενη, ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος, αλλά απεναντίας λάμβανε με λιγότερα χρήματα ηλεκτρικά είδη μεγαλύτερης αξίας και αυτό ήταν προς όφελος του παραπονούμενου. Τα όσα ανέφερε ο ο παραπονούμενος ότι η κατηγορούμενη του παρουσιαζόταν ως προμηθεύτρια του συγκεκριμένου καταστήματος πωλήσεως ηλεκτρικών ειδών, ενώ αυτό δεν ισχύει κατά τον ίδιο, αυτό το γεγονός και η θέση προκύπτει μεν μέσα από το παρακτό γεγονός όπως διαφαίνεται από την συγκεκριμένη κατάθεση του Αναστασίου Παναγιωτίδη, αλλά αυτό το γεγονός δεν αποτελεί μέρος της ισχυριζόμενης εξαπάτησης του παραπονούμενοι από την κατηγορούμενη, διότι οι λεπτομέρειες του αδικήματος άλλο αποκαλύπτουν ως μορφή εξαπάτησης, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και αξιολογήθηκε. Τα πράγματα στην παρούσα υπόθεση είναι εξαιρετικά απλά. Όλα συνηγορούν ότι η παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα η επίδικη συναλλαγή μεταξύ του παραπονούμενου και της κατηγορουμένης για το ποσόν των € 7,140 και με αντικείμενο την πώληση ηλεκτρικών ειδών είναι αμιγώς αστικής φύσεως. Οι παράγοντες και τα στοιχεία τα οποία έπεισαν το Δικαστήριο προς αυτή την κατεύθυνση και που δεν στοιχειοθετούν την διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απάτης από πλευράς της κατηγορουμένης και ότι ουσιαστικά η παρούσα υπόθεση είναι αμιγώς αστικής φύσεως είναι οι ακόλουθοι και οι οποίοι παρουσιάζουν μεταξύ τους μια αλληλουχία, αλληλοσύνδεση, λογική συνοχή και συνέχεια: Ο παραπονούμενος και η κατηγορούμενη συνεργάστηκαν ξανά στο πρόσφατο παρελθόν, με αμοιβαία εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Ακολούθησε η επίδικη συναλλαγή για το ποσό των € 7,140, για την οποία έχει συνταχθεί το γραμμάτιο, με βάση το οποίο η κατηγορούμενη αναγνώρισε το χρέος της και αναλάμβανε να εξοφλήσει τον παραπονούμενο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η σύνταξη του εν λόγω γραμματίου πριν την υποβολή καν του παραπόνου στην αστυνομία με την πρώτη του κατάθεση, καταδεικνύει ότι όχι μόνο η κατηγορούμενη από την μια δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση εξαπάτησης, ούτε χρησιμοποίησε δόλο ή επινόηση ή τέχνασμα ή υποκίνηση, αλλά απεναντίας καταδεικνύει το υστερόβουλο του παραπονουμένου να επινοήσει ότι εξαπατήθηκε από την κατηγορούμενη και αυτό το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα από τους στοιχειώδεις κανόνες τις λογικής, διότι δεν νοείται από την μια να αναγνωρίζεται ένα χρέος αστικής φύσεως μεταξύ δύο συμβαλλομένων και σε κατοπινό στάδιο να προωθείται καταγγελία για διάπραξη ποινικού αδικήματος και στην προκειμένη περίπτωση της απάτης. Υιοθέτηση μιας τέτοιας πρακτικής, ήτοι η αναγνώριση ενός αστικού χρέους, χωρίς να γίνει προηγουμένως καν καταγγελία για διάπραξη ποινικού αδικήματος και ακολούθως να γινόταν καταγγελία για διάπραξη αδικήματος, θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με ποινικοποίηση των συναλλαγών και των συμβάσεων, πράγμα βεβαίως παράδοξο και έξω από το γράμμα του νόμου. Η κατηγορούμενη διαφαίνεται μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε σκοπό να εξαπατήσει τον παραπονούμενο, ούτε επινόησε οποιοδήποτε δόλο ή τέχνασμα ή υποκίνηση, διότι όλες της οι ενέργειες συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση σε όλη την διάρκεια της επίδικης συνεργασίας και σύμβασης. Αυτές είναι: Α) η σύνταξη του γραμματίου και επί αυτού του σημείου το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση του παραπονουμένου ότι αυτό έχει συνταχθεί μετά από πιέσεις του παραπονουμένου, διότι αυτό έχει συνταχθεί στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της κατηγορουμένης και δεν φέρει καν την υπογραφή του παραπονουμένου και συνεπώς η αναφορά του παραπονουμένου ότι το γραμμάτιο έχει συνταχθεί μετά από πιέσεις του ιδίου, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μη λογική και πειστική και ότι εμπίπτει στην υστερόβουλη προσπάθεια του να ποινικοποιήσει την σύμβαση που σύναψε με την κατηγορούμενη, προσπάθεια η οποία έπεσε στο κενό. Επίσης ως εικόνα και η εκδοχή δεν πείθει, ήτοι η άσκηση πιέσεων προς την κατηγορούμενη και από την άλλη να συντάσσεται το γραμμάτιο στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της ίδιας της παραπονουμένης, που αναμφίβολα θα έλαβε την ανάλογη νομική συμβουλή και δεν θα ήταν δυνατό και λογικό να συντασσόταν ένα τέτοιο σημαντικό έγγραφο μετά από πιέσεις, διότι το λογικό θα ήταν αυτό να μην συντασσόταν υπό καθεστώς πίεσης στο ίδιο το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της κατηγορούμενης. Β) η προσωρινή αδυναμία της κατηγορούμενης να εκπληρώσει τις συμβατικές τις υποχρεώσεις οφειλόταν στην φυλάκιση της για το διάστημα Απριλίου - Ιουλίου 2015, η οποία φυλάκιση δεν έχει αμφισβητηθεί και παρόλα αυτά, μετά την φυλάκιση της έδινε σταδιακά χρήματα στον παραπονούμενο, μέχρι και την προηγούμενη ημέρα που έδωσε μαρτυρία ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα την πλήρη εξόφληση. Αυτή η στάση της κατηγορούμενης, σε συνδυασμό και με την μερική παράδοση των εμπορευμάτων αρχικά, καταδεικνύει ως λογικό συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη όντως δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει τον παραπονούμενο, ως ανέφερε και στην απάντηση της στην γραπτή κατηγορία που της απαγγέλθηκε και ούτε επινόησε οποιοδήποτε τέχνασμα, ούτε ενήργησε με δόλο ή με υποκίνηση που να καλύπτει το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η απλή καθυστέρηση στην παράδοση εμπορευμάτων, αναμφίβολα από μόνη της και απομονωμένη, δεν ισοδυναμεί αυτόματα με εκ των προτέρων πρόθεση εξαπάτησης, παρά μόνο παράβαση συμφωνίας, που δεν μπορεί κάθε παράβαση συμφωνίας να ισοδυναμεί με διάπραξη ποινικού αδικήματος και στην προκειμένη περίπτωση της απάτης, διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με ποινικοποίηση των συναλλαγών. Τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος περί φόβου που του δημιουργήθηκε λόγω ύπαρξης και άλλων παραπόνων εναντίον της κατηγορούμενης για παρόμοιας φύσεως συναλλαγές, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια ακόμα υστερόβουλη προσπάθεια να εμπλέξει την κατηγορούμενη ποινικοποιώντας την συμφωνία που σύναψε με την κατηγορούμενη και εν πάση περιπτώση, η αναφορά του παραπονούμενου περί ύπαρξης άλλων καταγγελιών, παρέμεινε αναπόδεικτη, στην σφαίρα της ασάφειας και της γενικότητας και που δεν θα μπορούσε άλλωστε να αποτελέσει επίδικο θέμα. Τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος ότι η κατηγορούμενη τον εξαπάτησε λέγοντας του ότι είναι προμηθεύτρια και συνεργάτης συγκεκριμένου καταστήματος πώλησης ηλεκτρικών ειδών ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι, επίσης κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια υστερόβουλη προσπάθεια του παραπονουμένου να εμπλέξει την κατηγορούμενη και να ποινικοποιήσει την επίδικη συναλλαγή, διότι οι λεπτομέρειες του αδικήματος άλλη μορφή εξαπάτησης αποκαλύπτουν, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και αξιολογήθηκε. Βεβαίως, αυτό δεν αλλοιώνει το ούτως ή άλλως παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν ήταν προμηθεύτρια και συνεργάτης του εν λόγω καταστήματος, ως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας υπόθεσης, εν τούτοις το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, με βάση και το νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την αξιολόγηση μιας ανώμοτης δήλωσης. Η ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, αν και σε αρκετά σημεία ευθυγραμμίζεται με το κύριο εύρημα του Δικαστηρίου, ήτοι την μη πρόθεση εξαπάτησης, εν τούτοις το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα αποδώσει σε αυτήν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης, ήτοι η πρόθεση εξαπάτησης, αξιολογήθηκε και αποκρυσταλλώθηκε μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας που μόλις έχει προηγηθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούμενη αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Απάτη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο