Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18456/15, 13/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18456/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν.
- XXXXX Ξενοφώντος
- XXXXX Ονησιφόρου Κατηγορούμενων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Η. Αγαθοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενου 1 και 2 στην παρούσα αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες : 1η κατηγορία για βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 25η Απριλίου 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον XXXXX Αττιπά από τη Λεμεσό. 2η κατηγορία για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 25η Απριλίου 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, διέπραξαν επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον XXXXX Αττιπά από τη Λεμεσό. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες, ενώ η κατάθεση του Αστ. 4845 κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της (τεκμ.7). Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν ενόρκως. Δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 9 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ οι συνήγοροι των κατηγορούμενων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα οι συνήγοροι ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ.Κ.1 Αστ. XXXXX XXXXX Σιαρρής Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Πρόκειται για τον εξεταστή της υπόθεσης ο οποίος αναφέρθηκε στις ενέργειες του στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης (βλ. και την κατάθεση του τεκμ.1). Στην αντεξέταση του είπε ότι ο 1ος κατηγορούμενος κλήθηκε στις 17/11/14, δηλαδή πέραν των 2 χρόνων μετά το συμβάν, διότι μεσολάβησαν κάποιες άλλες υποθέσεις όταν βρισκόταν στο ΤΑΕ, πριν μετατεθεί, καθώς και η πρόθεση των εμπλεκομένων να συμφιλιωθούν και του ζητούσαν χρόνο να δουν πως θα προχωρήσουν όταν τους καλούσε. Ενώ είπε ότι χρειάστηκε και κάποιος χρόνος να προσαρμοστεί στο νέο τμήμα που πήγε και τότε ξεκίνησε να διαβιβάζει φακέλους που είχε από το ΤΑΕ. Είπε όμως πως λόγω του ότι πέρασε μεγάλος χρόνος δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο 2ος κατηγορούμενος ουδέποτε του είπε να το αφήσει παρακάτω. Μ.Κ.2 XXXXX Αττιπάς Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του είχε ένα υπεροπτικό / αλαζονικό ύφος και η εντύπωση που μου έκανε σαν μάρτυρας δεν είναι καλή. Επίσης, έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα προσεκτικά ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του, θεωρώ πως η μαρτυρία του ήταν συγκεχυμένη και δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αυτά σε συνάρτηση με όσα αναφέρονται αμέσως πιο κάτω με οδηγούν στο ότι δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στη μαρτυρία του. Η εκδοχή του με βάση την κατάθεση του ημερ. 26/04/12, τεκμ.2, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση του και αφού προηγουμένως αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας του με τους κατηγορούμενους με τη δημιουργία αθλητιατρικού κέντρου και στις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους, είναι πως ο κατηγορούμενος 1 πέντε μήνες πριν ξεκίνησε να τον απειλεί ότι θα κάνει κακό στον ίδιο και την οικογένεια του αν δεν του δώσει χρήματα για να πληρώσει τα χρέη του, καθώς και του αδελφού του Ξένιου που πάσχει από καρκίνο. Στη συνέχεια δε αναφέρει ότι στις 25/04/12 μετέβη στο γυμναστήριο (πιο πάνω αθλητιατρικό κέντρο) και αφού καλημέρισε 2 άτομα του επίσημου παραλήπτη που ήταν εκεί στην υποδοχή μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο πήγε στον 1ο όροφο για να γυμναστεί. Ακολούθως ήρθε στον 1ο όροφο που βρισκόταν ο 1ος κατηγορούμενος με επιβλητικό ύφος και άρχισε να τον απειλεί ότι θα του κάνει κακό και το ίδιο στην οικογένεια του. Τότε σηκώθηκε από το μηχάνημα και ο κατηγορούμενος 1 τον άρπαξε με τα χέρια από τον γιακά σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Αμέσως άρχισε να τον κτυπά και ο ίδιος ανταπέδωσε. Εκείνη τη στιγμή ήρθε στο μέρος ο 2ος κατηγορούμενος και άρχισε να τον κτυπά σε διάφορα μέρη του σώματος του. Σε κάποια στιγμή τον κρατούσε ο 1ος κατηγορούμενος με το κεφάλι του σκυφτό μέσα από το χέρι του και τον κτυπούσε ο 2ος κατηγορούμενος. Εκείνη τη στιγμή ο 1ος κατηγορούμενος φώναζε «βουράτε και σκοτώνει μας ο γιατρός». Σε κάποια στιγμή από τα κτυπήματα έπεσαν κάτω στο έδαφος, ενώ είδε τον 1ο κατηγορούμενο να αιμορραγεί από τη μύτη και ο ίδιος πονούσε το χέρι του. Λέει δε ότι σε κάποια φάση είχε χάσει τις αισθήσεις του και επανήλθε. Αναφέρει ακόμη ότι αφού πήγαν στην Αστυνομία, μεταφέρθηκε στο Αχίλλειο και σημειώνει τα τραύματα που υπέστη. Τέλος, λέει ότι αλληλοκτυπήθηκαν αλλά ήταν οι κατηγορούμενοι που τον κτυπούσαν χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε τα εξής.
- Την ώρα που ανέβηκε πάνω ο κατηγορούμενος 1 και τον έσπρωξε, θόλωσε, δεχόμενος ότι ένα θολωμένο μυαλό δεν θυμάται πολλά πράγματα και από εκείνην την ώρα και μετά πιθανόν να ήταν και εκτός εαυτού.
- Έγινε φραστική επίθεση στον ίδιο, τον έσπρωξε προς το μηχάνημα ο κατηγορούμενος και έγειρε προς τα πίσω και άρχισε η ανταπόδοση.
- Συμφώνησε ότι ήταν πολλή το μένος του την ώρα που κτυπούσε, λέγοντας ότι ήταν και λίγο εάν ληφθεί υπόψη ότι απειλήθηκε η οικογένεια του.
- Στο χέρι του μπήκε σφήνα και δεν αποκλείει ο τραυματισμός του να ήταν από τα κτυπήματα στον 1ο κατηγορούμενο. Είχε μηχανήματα και κτύπησε τα χέρια του, χτυπήθηκε, δεν θυμάται. Θυμάται το χέρι του πρησμένο.
- Είχε διαφορές και με τους δύο αλλά περισσότερο με τον κατηγορούμενο
- Είχαν «μένος» γιατί έτρεχε Δικαστήρια για ΦΠΑ και κοινωνικές ασφαλίσεις, χωρίς να πάει ποτέ του Δικαστήριο.
- Ο 2ος κατηγορούμενος ήρθε μετά που ξεκίνησε ο καυγάς με τον 1ο κατηγορούμενο και εκείνη τη στιγμή ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ξαπλωμένος κάτω και ο ίδιος ήταν γονατιστός από πάνω του.
- Όταν ήρθε ο 2ος κατηγορούμενος φωνάζοντας «Τι πάθατε; Τι έγινε;», το εξέλαβε ως απειλή και τον κτύπησε πρώτος δίνοντας του ένα πάτσο και μετά αρχίσαν όλοι.
- Δεν θυμάται αν κτύπησε τον κατηγορούμενο 2 με το πόδι στο στήθος.
- Μόλις είδε τον 2ο κατηγορούμενο, με τον οποίο τα είχε παραπάνω, θολωμένος όπως ήταν του έδωσε ένα πάτσο.
- Ίσως να έδωσε κλωτσιά στον 2ο κατηγορούμενο για να τον έχει σε απόσταση και δεν διαφωνεί ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να τον κτυπήσει και ήρθε κοντά του με σκοπό να τους χωρίσει.
- Δεν γνωρίζει αν είναι από δικές του ενέργειες που έπαθε σωματική βλάβη. Θυμάται ότι μετά ήταν πρησμένο το χέρι του και χειρουργήθηκε. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ πως προκύπτει μια διαφορετική εικόνα εν σχέση με αυτήν που προώθησε ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του, ουσιωδώς διαφορετική. Πιο συγκεκριμένα : (α) Δεν τον έσπρωξε ο κατηγορούμενος 1 και άρχισε να τον κτυπά οπότε ανταπέδωσε, όπως είπε στην κυρίως εξέταση του. Στην αντεξέταση του είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 τον έσπρωξε και τότε άρχισε ο ίδιος να τον κτυπά. Την ίδια στιγμή ήταν θολωμένος και κτυπούσε με μένος. (β) Δεν ήρθε ο 2ος κατηγορούμενος και άρχισε να τον κτυπά σε διάφορα μέρη του σώματος του όπως είπε στην κυρίως εξέταση του, αλλά ο ίδιος, επειδή θεώρησε ότι εκ της παρουσίας του 2ου κατηγορούμενου απειλείται, έδωσε ένα πάτσο του κατηγορούμενου 2, δεχόμενος ότι τον κτύπησε πρώτος. (γ) Όταν ήρθε ο 2ος κατηγορούμενος, εκείνη τη στιγμή ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ξαπλωμένος κάτω και ο παραπονούμενος ήταν γονατιστός από πάνω του, κτύπησε τον 2ο κατηγορούμενο, ενώ εν συνεχεία έδωσε και κλωτσιά στον κατηγορούμενο 2 για να τον έχει σε απόσταση. Προκύπτει ότι ο ίδιος είχε προφανώς τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης και δεν ευσταθεί η θέση του στην κυρίως εξέταση του ότι είναι οι κατηγορούμενοι που τον κτυπούσαν χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. (δ) Το γεγονός ότι δέχτηκε πως η παρουσία του κατηγορούμενου 2 στο μέρος δεν ήταν με πρόθεση να τον κτυπήσει αλλά να τους χωρίσει, δείχνει θεωρώ το αναίτιο και το απρόκλητο του κτυπήματος του στον κατηγορούμενο 2 και ότι δεν πήγε εκεί ο κατηγορούμενος 2 με απειλητικές διαθέσεις εναντίον του, πόσο μάλλον ν' αρχίσει να τον κτυπά όπως ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του. Όπως δέχτηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 φώναζε «Τι πάθατε; Τι έγινε;», το εξέλαβε ως απειλή και γι' αυτό τον κτύπησε, κάτι που προφανέστατα επιβεβαιώνει ακριβώς το απρόκλητο της επίθεσης του στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, την επιθετική του διάθεση γενικότερα και προφανώς το ότι είδε την παρουσία του κατηγορούμενου 2 ως την ευκαιρία του να εκτονώσει αυτά που ένιωθε γι' αυτόν. Επίσης να σημειώσω εδώ πως και η θέση του ότι την ίδια στιγμή που τον κρατούσε ο 1ος κατηγορούμενος με το κεφάλι του σκυφτό μέσα από το χέρι του και τον κτυπούσε ο 2ος κατηγορούμενος, ο 1ος κατηγορούμενος φώναζε «βουράτε και σκοτώνει μας ο γιατρός» είναι εντελώς παράλογη. Τι λόγος υπήρχε, αν η κατάσταση ήταν όπως περιγράφει και οι κατηγορούμενοι είχαν τον έλεγχο κατ' αυτό τον τρόπο, να φωνάζει ο κατηγορούμενος 1 ότι τους σκοτώνει ο γιατρός; Η θέση αυτή σε συνάρτηση με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω δείχνει κατά την κρίση μου ότι ο παραπονούμενος όταν πήγε να δώσει κατάθεση έλεγε ψέματα, στην προσπάθεια του προφανώς να καλύψει τα νώτα του και την δική του εγκληματική συμπεριφορά. Γνώριζε πολύ καλά τι έγινε την ημέρα εκείνη και την πρόθεση των κατηγορούμενων να τον καταγγείλουν αφού πήγαν μαζί στην Αστυνομία. Προφανώς ο κατηγορούμενος 1 σε κάποια στιγμή φώναξε βοήθεια, όπως αναφέρει και ο ίδιος αλλά και ο κατηγορούμενος
- Ο παραπονούμενος ήξερε ότι στον κάτω όροφο ήταν οι λειτουργοί του Επίσημου Παραλήπτη και ο κατηγορούμενος 1 προφανώς θα είχε ακουστεί όταν φώναξε. Με αυτό τον τρόπο λοιπόν σκέφτηκε ότι θα καλύψει το θέμα αυτό. Και κάτι τελευταίο. Οι τραυματισμοί του δεν αποκλείεται, όπως και ο ίδιος δέχτηκε, να προκλήθηκαν ως εκ των δικών του ενεργειών και κτυπημάτων στους κατηγορούμενους και σε μηχανήματα. Εν πάση περιπτώσει οι τραυματισμοί αυτοί δεν είναι τέτοιοι ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι επιβεβαιώνουν με οποιοδήποτε τρόπο δικούς του ισχυρισμούς αλλά αντίθετα συνάδουν και με την εικόνα του θολωμένου παραπονούμενου που κτυπούσε με μένος και σε ανθρώπους και σε μηχανήματα. Σε κάθε περίπτωση οι όποιοι τραυματισμοί του, με δεδομένη και την αποδοχή της μαρτυρίας των κατηγορούμενων αναφορικά με το συμβάν και πως εξελίχθηκαν τα πράγματα την επίδικη μέρα, δεν μπορούν να συνδεθούν παρά μόνον με δικές του ενέργειες. Εν κατακλείδι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Με βάση τα πιο πάνω και την εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο κατά την κρίση μου δεν είπε την αλήθεια. Όμως σε κάθε περίπτωση αναφέρεται που δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στη μαρτυρία του. Μ.Κ.3 XXXXX Παναγιώτου Αυτός κατέθεσε αναμφίβολα ως εμπειρογνώμονας γιατρός, χειρούργος-τραυματιολόγος. Τα προσόντα του σημειώνεται ρητά δηλώθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Υπεράσπισης ότι δεν αμφισβητούνται. Εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει θεωρώ κανένας λόγος για να μην γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του, χωρίς να μου διαφεύγει η σχέση του με τον παραπονούμενο. Εξάλλου θεωρώ πως επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του. Κατ' αρχήν ο μάρτυρας αναγνώρισε το ιατρικό πιστοποιητικό που συνέταξε στις 23/12/14 αναφορικά με τον παραπονούμενο. Ο μάρτυρας στη συνέχεια ερωτήθηκε και έδωσε εξηγήσεις σε τι ακριβώς συνίσταντο οι τραυματισμοί. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο κύριος τραυματισμός του παραπονούμενου ήταν στο δεξί χέρι όπου είχε μετατοπισμένο υποκεφαλικό κάταγμα τέταρτου μετακαρπιαίου οστού δεξιά, μη μετατοπισμένο κάταγμα του δεύτερου μετακαρπιαίου δεξιά και ρωγμώδες κάταγμα της κερκίδας κοντά στην πηχεοκαρπική δεξιά. Στην αντεξέταση του είπε ότι γνωρίζει τον παραπονούμενο από το 2004 όταν ήλθε από τη Γερμανία και επίσης είχαν και τα ιατρεία τους στο ίδιο κτίριο. Επίσης συνεργάζονται και έχουν φιλικές σχέσεις. Όσον αφορά το μετατοπισμένο υποκεφαλικό κάταγμα είπε ότι δεν προϋπήρχε της εξέτασης γιατί θα πονούσε ο ασθενής ενώ στη συνέχεια συμφώνησε ότι ο τραυματισμός που περιγράφει στο πιστοποιητικό του δεν είναι άκρως σοβαρός έχοντας δει σαν τραυματιολόγος πολύ πιο σοβαρούς τραυματισμούς. Σε υποβολή ότι δεν έκανε καμία ακτινογραφία ανέφερε ότι δυστυχώς τις ακτινογραφίες δεν τις έχει ο ίδιος. Τέλος συμφώνησε ότι ο πιο συχνός τραυματισμός τέτοιας μορφής δηλαδή μετατοπισμένο υποκεφαλικό κάταγμα του μετακαρπιαίου είναι μετά από κάποια γροθιά σε σκληρή επιφάνεια και ονομάζεται και boxer's fracture. Διευκρίνισε βέβαια ότι είναι πιο συχνός ο τραυματισμός του πέμπτου μετακαρπιαίου. Επίσης για το γεγονός ότι έκδωσε πιστοποιητικό δύο χρόνια μετά το περιστατικό είπε ότι αυτό έγινε όταν ζητήθηκε από τον ασθενή ενώ σε υποβολή ότι τα ευρήματα του είναι κάπως φουσκωμένα λόγω της φιλικής σχέσης του με τον παραπονούμενο είπε ότι αυτό αποτελεί γνώμη του δικηγόρου. Κατηγορούμενος 1 Είναι γεγονός ότι υπήρχαν κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία του, εν σχέση και με την κατάθεση του, ενώ περαιτέρω να σημειώσω πως παρατήρησα ότι κάποια πράγματα που έθεσε στη μαρτυρία του, όπως για παράδειγμα το περιεχόμενο των συνομιλιών του με τον παραπονούμενο, δεν τέθηκαν στον τελευταίο σε όλη τους της έκταση για να τοποθετηθεί επ' αυτών. Με αυτά τα δεδομένα έχω προβληματιστεί πολύ για τη μαρτυρία του. Όμως κατόπιν σφαιρικής μελέτης της μαρτυρίας του και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 που επίσης γίνεται αποδεκτή αλλά και με όσα αναφέρονται για τον παραπονούμενο πιο πάνω, μέσα από τα οποία θα μπορούσα να πω ότι επιβεβαιώνονται συγκεκριμένες αναφορές του κατηγορούμενου 1, συν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει δώσει μέσα από την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα και τις πηγαίες απαντήσεις του την εικόνα ειλικρινούς μάρτυρα, ο οποίος κατέθετε την αλήθεια, έχω καταλήξει ότι τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν τον πυρήνα της μαρτυρίας του. Ως προς την κατάθεση του ειδικά να πω ότι έχουν σημειωθεί οι συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκε την επομένη του συμβάντος δηλ. ενώ ήταν τραυματισμένος στο Νοσοκομείο με σοβαρούς τραυματισμούς και συναφώς δέχομαι τις εξηγήσεις που έδωσε για τις διαφορές που παρατηρήθηκαν ή τις παραλείψεις ως γνήσιες και λογικές, με την διαπίστωση όμως σε κάθε περίπτωση πως στην κατάθεση του έχει περιγράψει επαρκώς τα γεγονότα και την ουσία των πραγμάτων, χωρίς ν' αναμένεται σε μια κατάθεση να καταγράφονται τα πάντα. Επίσης θα πω εδώ πως δεν επηρεάζουν τον πυρήνα της μαρτυρίας του οι διαφορές σε κάποια σημεία εν σχέση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 (π.χ. τα ακριβή λόγια που είπε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο 2 όταν τον είδε μπροστά του). Θεωρώ απόλυτα λογικό να υπάρχουν κάποιες διαφορές, τόσο λόγω της κατάστασης που επικράτησε την επίδικη ημέρα όπως περιγράφηκε από τους κατηγορούμενους, του συμβάντος και της έντασης των στιγμών, αλλά και του ότι οι δύο προφανώς έζησαν και είδαν από διαφορετική θέση τα γεγονότα, όσο και λόγω της παρόδου έξι και πλέον χρόνων από το επίδικο συμβάν. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθινή. Ο κατηγορούμενος 1 αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ. 26.4.12, Τεκμήριο 8 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της λέγοντας ότι αυτή λήφθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου βρισκόταν από την ημέρα του συμβάντος και για 3 μέρες λόγω των βαριών σωματικών κακώσεων, της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και του κατάγματος ρινικού οστού μεταξύ άλλων. Η δική του εκδοχή δε για το επίδικο συμβάν, όπως προκύπτει από την κατάθεση του Τεκμήριο 8, είναι η εξής: Αφού προηγουμένως αναφέρεται στο ιστορικό με τη λειτουργία του γυμναστηρίου, το κλείσιμο του και τα οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν αλλά και σε μία στάση του παραπονούμενου που περιγράφει και χαρακτηρίζει αρνητική, ερχόμενος στις 25.4.12 είπε ότι μετέβη στο γυμναστήριο για να ελέγξει κάποιες εργασίες καθαριότητας του χώρου και συνάντησε εκεί τα δύο αναφερόμενα πρόσωπα από το Γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη. Περί ώρα 2 το μεσημέρι ήλθε ο παραπονούμενος, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ότι θα ερχόταν και αφού τον σύστησε αυτός άρχισε να φωνάζει ότι αντί να πληρώσουν τις οφειλές τους δίνουν χρήματα για καθαριότητα. Του ζήτησε να ηρεμήσει αλλά αυτός είπε θα φέρει εκσκαφέα για να το κατεδαφίσει και ανέβηκε πάνω εκεί που είναι τα μηχανήματα για να γυμναστεί. Μετά από 5 λεπτά ο ίδιος ανέβηκε πάνω για να κουβεντιάσει μαζί του και αφού του ανέφερε ότι αν δεν συνεργαστούν και οι τρεις (και ο κατηγορούμενος 2) για να βρεθεί λύση κινδυνεύουν οι οικογένειες όλων, αυτός δήλωσε ότι δεν τον ενδιαφέρει και να ξοφλήσουν τα χρέη ο ίδιος και ο κατηγορούμενος
- Τότε τον προειδοποίησε ότι αν γίνει αιτία να καταστραφεί η οικογένεια του θα τον βρει μπροστά του και τότε ο παραπονούμενος σηκώθηκε από το όργανο που καθόταν και άρχισε σαν μαινόμενος ταύρος να τον κτυπά με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα μέρη του σώματος του ενώ ύβριζε χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί τι έλεγε. Ένα από τα πρώτα κτυπήματα με τα χέρια του ήταν στο πρόσωπο του με αποτέλεσμα να τρέχει αίμα από τη μύτη του. Ο παραπονούμενος συνέχισε να τον κτυπά και να τον κλωτσά και φώναζε βοήθεια ενώ σε κάποια στιγμή ήλθε πάνω ο κατηγορούμενος
- Μόλις τον είδε ο παραπονούμενος του είπε «ρε πουστόπαιδο, γιε της πουτάνας, επερίμενα σε και εσένα» και άρχισε να κτυπά και τον κατηγορούμενο 2 με τα χέρια του. Κατάφερε να σηκωστεί και έπιασε τον παραπονούμενο από πίσω για να σταματήσει και επενέβη πάλι ο κατηγορούμενος 2 που είδε τα αίματα πάνω του και κατέβηκαν κάτω. Στη συνέχεια επαναλαμβάνοντας σε ερώτηση του δικηγόρου του τι έγινε ακριβώς εκείνη τη μέρα, είπε σε κάποια στιγμή ότι ο γιατρός, δηλαδή ο παραπονούμενος, φαίνεται ότι ήταν εξοργισμένος για ένα προφανέστατο λόγο. Συγκεκριμένα δεν περίμενε ότι θα ανοίξει το γυμναστήριο οπότε θα του έμενε για να το χρησιμοποιήσει ως κλινική και έπεσε από τα σύννεφα όταν είδε τις εργασίες για ξανάνοιγμα του. Ακολούθως είπε ότι η αναφορά ότι θα καταστραφεί η οικογένεια του είχε να κάνει με το ότι υπήρχαν πέντε σπίτια μέσα στο γυμναστήριο δηλαδή εκτός από το δικό του, το διαμέρισμα του μακαρίτη του αδελφού του που είχε καρκίνο, το πατρικό σπίτι τους στο Όμοδος και δύο σπίτια που μένουν οι αδελφές του. Και ανέφερε ότι όταν το είπε αυτό είδε στα μάτια του παραπονούμενου οργή και με ένα μένος ξεκίνησε να τον κτυπά. Φαίνεται ότι η πρώτη μπουνιά ήταν στη μύτη γι΄ αυτό ξεκίνησε να έχει αιμορραγία. Πραγματικά δεν πρόλαβε όχι να δώσει είτε πάτσο είτε να σπρώξει είτε να κάνει οτιδήποτε άλλο αλλά δεν μπόρεσε ούτε να προφυλαχθεί. Του έδωσε με τόσο έντονο μίσος και μένος τις γροθιές και συνέχισε να τον κλωτσά στο πρόσωπο. Σε κάποια φάση ενστικτωδώς φώναξε «κύριε Αντώνη βουράτε και σκοτώνει με ο γιατρός». Εξήγησε δε ότι φώναξε στον Αντώνη που ήταν κάτω διότι δεν είχε υπόψη του ότι ήταν και ο κατηγορούμενος
- Και ενώ τον κτυπούσε, τον κλωτσούσε, ήταν κάτω και γονάτιζε πάνω του, είδε μια φιγούρα που μετά αντιλήφθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 και ο παραπονούμενος του είπε «έλα δα ρε πουστοπεζέβενγκε επερίμενα σε και σένα». Η παρέμβαση του δεύτερου κατηγορούμενου ήταν σωτήρια με την έννοια ότι δεν θα τέλειωνε η υπόθεση εκεί αφού ο παραπονούμενος ήταν ασυγκράτητος ενώ ο ίδιος δεν είχε ούτε το σθένος ούτε τη δύναμη και ήταν αιμόφυρτος, σχεδόν λιπόθυμος. Εξήγησε στη συνέχεια ότι όταν ήλθε ο κατηγορούμενος 2 και προσπάθησε να τους χωρίσει προφανώς έπιασε τον παραπονούμενο γιατί είναι εκείνος που κτυπούσε και βρήκε τη δύναμη να σηκωστεί και τον αγκάλιασε από τη μέση για να σταματήσει. Αμέσως μετά τον ξανάσπρωξε και έπεσε κάτω και ο κατηγορούμενος 2 φώναξε να σταματήσουν αφού και ο ίδιος ήταν ολογαίματος. Οπότε και ο παραπονούμενος ίσως αντιλήφθηκε εκείνη τη στιγμή το μέγεθος της σοβαρότητας του τραυματισμού και σταμάτησε. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος γιατί δεν ανάφερε στην κατάθεση του Τεκμήριο 8 ότι ο παραπονούμενος μπήκε μέσα θυμωμένος έως και οργισμένος ανέφερε ότι δεν το είπε και εν πάση περιπτώσει εξήγησε λεπτομερώς στην κατάθεση του πως έγινε το επεισόδιο. Ήταν στο νοσοκομείο με κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα ρινός και άλλα και σίγουρα δεν ήταν σκόπιμη η παράλειψη του. Ως προς το γιατί πήγε πάνω αφού είδε τον παραπονούμενο οργισμένο και θυμωμένο ανέφερε ότι πήγε να τον κατευνάσει γιατί υπήρχαν άνθρωποι του Επίσημου Παραλήπτη πλέον και ήταν κάτι σοβαρό για τον ίδιο και την οικογένεια του αφού όπως ανέφερε είχαν όλη τους την περιουσία υποθήκη. Η οικογένεια του είχε τον πιο μεγάλο κίνδυνο και ήταν πιο διαλλακτικός οπότε προσπάθησε έστω και την υστάτη να τον κάνει να λογικευθεί. Απάντησε σε περαιτέρω ερωτήσεις εν σχέση με το επεισόδιο ενώ εν σχέση με κάποιες διαφορές στη μαρτυρία του με όσα είπε στην κατάθεση του επανέλαβε και πάλι ότι είχε δώσει την κατάθεση στο νοσοκομείο την επόμενη μέρα και ναι ενδεχομένως να ξέχασε πράγματα αλλά αυτά αποδεικνύονται μέσα από ντουκουμέντα επίσημα ότι όντως έτσι ήταν. Όταν του έδειξε ο δικηγόρος του την κατάθεση δεν ανέφερε ότι ξέχασε κάποια πράγματα και είπε ότι είναι η πρώτη φορά που μπαίνει σαν κατηγορούμενος σε Δικαστήριο και ενδεχομένως κάποια τεχνικά σημεία που μπορεί να είναι και σημαντικά να μην τα αντιλήφθηκε. Όμως λέει την αλήθεια και δεν είναι σκοπός του να εντυπωσιάσει. Εξήγησε επίσης ότι την ώρα που ήρθε πάνω ο κατηγορούμενος 2 και ο παραπονούμενος του έδωσε τη γροθιά και ο ίδιος προσπάθησε να ακινητοποιήσει τον παραπονούμενο ήταν όλοι πιασμένοι στα χέρια. Εκείνη τη φάση που τον είχε αγκαλιάσει. Ήταν ένα κουβάρι και οι τρεις ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μετά που τον έσπρωξε και έπεσε κάτω η συνέχεια διήρκησε ελάχιστα δευτερόλεπτα λόγω του ότι φώναξε ο κατηγορούμενος 2 να σταματήσουν. Αυτή ήταν η μόνη επαφή του με τον παραπονούμενο. Τέλος ο κατηγορούμενος 1 απάντησε σε διάφορες υποβολές και επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις του ως προς το επίδικο συμβάν. Κατηγορούμενος 2 Κάθε άλλο παρά εντυπωσίασε σαν μάρτυρας με τις απαντήσεις του και τον τρόπο που απαντούσε, ενώ υπήρχαν ομολογουμένως αντιφάσεις στη μαρτυρία του, εν σχέση και με την κατάθεση του. Είναι γεγονός για παράδειγμα ότι σε κάποιες ερωτήσεις αναφορικά με το θέμα της συνάντησης με τους λειτουργούς του Επίσημου Παραλήπτη και όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν κάποιες διαφορές εν σχέση με τα όσα είπε στην κατάθεση του ενώ σημειώνω ακόμη και τις αναφορές του περί διαφωνίας του με συγκεκριμένες αναφορές στην κατάθεση του μιλώντας ουσιαστικά για λάθη του αστυνομικού. Όμως αυτά τα πράγματα, τα οποία βεβαίως και δεν έχουν διαφύγει του Δικαστηρίου, δεν έχουν σχέση με την ουσία της παρούσας υπόθεσης και τα επίδικα θέματα ούτε και μπορούν κατά την κρίση μου να κρίνουν την αξιοπιστία του μάρτυρα επί της ουσίας. Κατά τον ίδιο τρόπο συνεπώς όπως και πιο πάνω για τον κατηγορούμενο 1 έχω καταλήξει ότι η μαρτυρία του επί της ουσίας θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Είμαι πεπεισμένος ότι αναφέρθηκε στο επίδικο συμβάν με ειλικρίνεια και είπε την αλήθεια. Ο κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε τις καταθέσεις του Τεκμήρια 3 και 4 ημερομηνίας 25.4.12 και 26.4.12 αντίστοιχα. Στην πρώτη κατάθεση του Τεκμήριο 3 αναφέρεται και ο ίδιος αρχικά στο θέμα του γυμναστηρίου και ερχόμενος στην επίδικη μέρα δηλαδή 25.4.12 είπε ότι έφθασε στο γυμναστήριο περί ώρα 14.00 και συνάντησε τους δύο λειτουργούς του Επίσημου Παραλήπτη. Την ίδια ώρα που συζητούσε μαζί τους άκουσε στον πρώτο όροφο να συζητά ο κατηγορούμενος 1 με τον παραπονούμενο και απ΄ ότι αντιλήφθηκε από τις φωνές θέμα συζήτησης τους ήταν τα οικονομικά της εταιρείας και οι σχέσεις μεταξύ των τριών τους ως συνεταίρων. Στη συνέχεια άκουσε τον κατηγορούμενο 1 να φωνάζει «βοήθεια» και το όνομα του XXXXX. Ακολούθως ανέβηκε πάνω και είδε τον παραπονούμενο να είναι πάνω από τον κατηγορούμενο 1 και να τον κτυπά με τα χέρια και τα πόδια του στο κεφάλι. Όταν πλησίασε στα 2-3 μέτρα είδε ότι ο κατηγορούμενος 1 αιμορραγούσε από τη μύτη προφανώς αλλά το πρόσωπο του ήταν γεμάτο με αίματα. Τότε πλησίασε πιο κοντά και τους ρώτησε τι κάνουν και ο παραπονούμενος όπως ήταν γονατιστός πάνω στον κατηγορούμενο 1 και τον κτυπούσε στο άκουσμα της φωνής του σηκώθηκε πάνω και του είπε «σε περίμενα ρε πουτανόπαιδο και εσένα». Τότε αμέσως ο παραπονούμενος τον κτύπησε με τα δυο του χέρια με γροθιές στο κεφάλι. Ακολούθως προσπάθησε να τον κτυπήσει με το αριστερό του πόδι στο στήθος και απέκρουσε το κτύπημα με το δεξί του χέρι όπου και τραυματίστηκε. Παράλληλα τον γρονθοκόπησε με το δεξί του χέρι στο αριστερό του στήθος. Μετά σηκώθηκε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος ήταν αιμόφυρτος στο έδαφος και ξαναπιάστηκαν στα χέρια με τον παραπονούμενο. Οπότε ο ίδιος ξαναεπέμβηκε και τους χώρισε. Αναφέρεται δε στη συνέχεια στην επίσκεψη του στην αστυνομία, στη μεταφορά του κατηγορούμενου 1 στο νοσοκομείο και στην εξέταση του ίδιου από το νοσοκομείο και τι διαπιστώθηκε να έχει. Στην δεύτερη του κατάθεση Τεκμήριο 4, η οποία σημειώνεται ήταν ανακριτική, αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο αλλά αυτός αντίθετα του επιτέθηκε μόλις τους πλησίασε δηλαδή τον κατηγορούμενο 1 και τον παραπονούμενο και επαναλαμβάνει ουσιαστικά εν συντομία ότι ανέφερε και πιο πάνω. Ότι άλλο ανέφερε είναι τις προσπάθειες του μέσω του ΤΑΕ Λεμεσού για να οδηγηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο. Στην αντεξέταση του απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις ως προς τη συνάντηση που είχε με τους λειτουργούς του Επίσημου Παραλήπτη στο γυμναστήριο και ακολούθως επανέλαβε ουσιαστικά πως εξελίχθηκε το επίδικο συμβάν, επαναλαμβάνοντας ότι δέχθηκε επίθεση από τον παραπονούμενο όταν έτρεξε πάνω να δει τι γίνεται και είδε τον παραπονούμενο πάνω από τον κατηγορούμενο 1 να τον κτυπά και να τον κλωτσά και ο ίδιος τους ρώτησε τι γίνεται. Δεν το περίμενε αφού δεν τον προκάλεσε ούτε τον έβρισε ούτε μπήκε στη μέση για να τους χωρίσει. Ανέφερε επίσης ότι όταν του έδωσε τα κτυπήματα στους κροτάφους είχε ζαλιστεί ενώ όταν τον κτύπησε στο στήθος τον έριξε κάτω. Τότε σηκώθηκε ο κατηγορούμενος 1 και τον αγκάλιασε και μετά που σηκώθηκε και ο ίδιος τον έπιασε και αυτός. Μέχρι σήμερα δεν κατάλαβε γιατί τον κτύπησε. Ως προς το ότι πλησίασε τους δύο και ψύχραιμα τους ρώτησε «τι κάμνετε ρε παιθκιά» και δεν επενέβη να τους χωρίσει ανέφερε ότι δεν το θεωρεί παράλογο ενώ περαιτέρω δεν θεωρεί ότι είχε απειλητικό ύφος ούτε και η φράση πιο πάνω είναι τέτοια. Επανέλαβε δε στη συνέχεια τα κτυπήματα που δέχθηκε από τον παραπονούμενο. Για την αναφορά στην κατάθεση του ότι όταν σηκώστηκε πάνω ο κατηγορούμενος 1 ξαναπιάστηκαν στα χέρια με τον παραπονούμενο εξήγησε ότι αυτό που εννοεί είναι ότι ο ένας έβαλε τα χέρια του πάνω στον άλλο. Αυτό είναι που είδε και δεν είδε προηγουμένως τι είχε συμβεί αφού όπως είπε δεν ήταν παρών όταν ξεκίνησε ο καβγάς. Ίσως είναι λάθος η έκφραση και το ορθό να πει είναι ότι πιάστηκαν στα χέρια. Επίσης ως προς την αναφορά ότι ξαναεπέμβηκε για να τους χωρίσει είπε ότι το ξανά είναι λάθος διατύπωση αφού μόνο μία φορά επενέβη όταν δέχθηκε τα κτυπήματα. Αφού είπε στη συνέχεια ότι όταν τελείωσαν ρωτούσε τον παραπονούμενο γιατί τον κτύπησε και επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν κτύπησε τον παραπονούμενο, είπε ότι ο παραπονούμενος, έχοντας παρακολουθήσει την κατάθεση του, δεν είχε ούτε μώλωπες ούτε γδαρσίματα ούτε κτυπήματα όπως είπε ενώ το χέρι του σίγουρα το έσπασε από τα γρονθοκοπήματα στο κεφάλι του κατηγορούμενου 1 και στον ίδιο. Για την αναφορά στην κατάθεση του Τεκμήριο 4 ότι «μόλις ο Άθως τον τράβηξε μακριά μου, ξαναεπιτέθηκε σε αυτόν και άρχισαν να αλληλοκτυπιούνται» εξήγησε ότι με το «αλληλοκτυπιούνται» εννοεί ότι έσπρωχνε ο ένας τον άλλο, κτυπούσε ο ένας πάνω στα χέρια του άλλου δηλαδή πάτσους ας πούμε. Δεν ήταν καβγάς που να έχει τα αποτελέσματα που είχε το προηγούμενο επεισόδιο που αντίκρυσε. Κατανοεί ως καθηγητής τη διαφορά του σπρωξίματος και του κτυπήματος. Τελικά είπε ότι πιστεύει ότι ήταν λάθος η διατύπωση και ότι αλληλοσπρώχνονταν ενώ ανέφερε ότι δεν είχαν δυνάμεις να κτυπιούνται. Ο παραπονούμενος είχε ξοδέψει αρκετή ενέργεια κτυπώντας τον κατηγορούμενο 1 και τον ίδιο και ίσως μετά να κατάλαβε το αποτέλεσμα των κτυπημάτων του και να συνήλθε. Επίσης ανέφερε ότι ο παραπονούμενος τον είχε απειλήσει σε διάφορες περιπτώσεις όταν ερχόταν κάποιο πρόστιμο από οργανισμούς που χρωστούσε η εταιρεία και τα πλήρωναν από μισά σαν διευθυντές και μπορεί μεν να το έλεγε χαριτολογώντας αλλά φάνηκε τη στιγμή του επεισοδίου ότι το είχε μέσα του και η όλη επίθεση που του έκανε ήταν και εκ προμελέτης. Το είχε μέσα του το μίσος, τον είχε άχτι. Τέλος απάντησε σε διάφορες υποβολές επαναλαμβάνοντας την δική του θέση όπως πιο πάνω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ-ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτουν βεβαίως μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία. Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εδράζεται στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι η παράνομη ενέργεια και το αποτέλεσμα της, η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Η λέξη «παράνομα» αποδίδει πράξη η οποία γίνεται χωρίς κανένα έρεισμα στο νόμο. Το συγκεκριμένο αδίκημα δεν έχει ως συστατικό στοιχείο την ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αρκεί το κατηγορούμενο πρόσωπο να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε τη βλάβη (βλ. Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Συνεπώς, ότι πρέπει να αποδειχθεί είναι πως οι κατηγορούμενοι παράνομα και θεληματικά με κάποιας μορφής επίθεση, προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη, έστω και αν δεν είχαν ειδική πρόθεση να προκαλέσουν τέτοια σωματική βλάβη. Αρκεί ακόμα και η αδιαφορία για τις συνέπειες της πράξης τους, που έχουν ως αποτέλεσμα να προκληθεί βαριά σωματική βλάβη. Ο όρος «βαριά σωματική βλάβη» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο καταγράφει τα ακόλουθα: «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης. Ως επικίνδυνη σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται, σύμφωνα πάντοτε με το ίδιο άρθρο, η σωματική βλάβη που εκθέτει σε κίνδυνο τη ζωή. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 39η έκδοση, στην παράγραφο 19-206, σελ.2657, ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη και υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Δεν είναι αναγκαίο, τονίζεται, η βλάβη αυτή να είναι συνεχής, διαρκής ή επικίνδυνη (βλ. R. v. Brown
(1994)1 AC 212HL, R. v. Brown and Stratton
(1998)Cr. L.R. 485 CA). Ο όρος επεξηγείται επίσης στο σύγγραμμα των Smith and Hogan «Criminal Law», 10η έκδοση, σελ. 439. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, παρ. 119 αναφέρεται ότι ο μωλωπισμός, το σπάσιμο αγγείων ακόμα και το σπάσιμο οστού δεν είναι αρκετό για να εντάξει τον τραυματισμό στον όρο βαριά σωματική βλάβη. Αναφέρονται αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Whether harm is grievous must be judged objectively, according to the ordinary standards of usage and experience, not subjectively from the standpoint of how the victim would describe it.» Βλ. επίσης R. v. Bollom
(2003)EWCA Crim. 2846, R. v. Birmingham
(2002)EWCA Crim.
- Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη που αφορά η 2η κατηγορία, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
- Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
- Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116, αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε οιαδήποτε παράνομη πράξη εκ μέρους των κατηγορούμενων ούτε και πρόθεση επίθεσης ή επίθεση. Αποτελεί εύρημα μου ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος 1 όταν ανέβηκε στον πρώτο όροφο του γυμναστηρίου ήταν έντονος σε κάποια στιγμή με τον παραπονούμενο, λέγοντας του μάλιστα ότι αν γίνει αιτία να καταστραφεί η οικογένεια του θα τον βρει μπροστά του, όμως μέχρι εκεί. Εξάλλου με βάση τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι και ο παραπονούμενος είχαν συζητήσει για το θέμα αρκετές φορές στο παρελθόν. Ο παραπονούμενος ήταν αυτός που στη συνέχεια επιτέθηκε με μένος στον κατηγορούμενο 1, χωρίς να του αφήσει περιθώριο αντίδρασης, με κτυπήματα και κλωτσιές στο κεφάλι και στο σώμα του. Ενώ ως προς τον κατηγορούμενο 2 αποτελεί εύρημα μου ότι όχι μόνον δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο αλλά εντελώς απρόκλητα δέχτηκε τη δική του επίθεση. Επαναλαμβάνω δε και εδώ ότι οι όποιοι τραυματισμοί στον παραπονούμενο, προκλήθηκαν όχι για άλλο λόγο αλλά από τα κτυπήματα που ο ίδιος έδιδε με μένος όπου έβρισκε, σε κατηγορούμενους και προφανώς άλλες επιφάνειες ήτοι μηχανήματα (όπως δέχτηκε ο ίδιος), έχοντας θολώσει και χάσει κάθε έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση οι τραυματισμοί του παραπονούμενου, έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία του, δεν συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με παράνομες πράξεις των κατηγορούμενων ή οιουδήποτε εξ' αυτών. Ίσως εκ του περισσού αναφέρεται πως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έπιασε σε κάποια στιγμή τον παραπονούμενο, όταν σηκώθηκε από κάτω όπου βρισκόταν προηγουμένως και δεχόταν τα κτυπήματα του παραπονούμενου, αλλά και ότι και ο κατηγορούμενος 2 έπιασε τον παραπονούμενο μετά που δέχτηκε την επίθεση και στην προσπάθεια του να τον σταματήσει όπως περιέγραψε, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν επίθεση στον παραπονούμενο. Αντίθετα βρίσκω πως επρόκειτο για εύλογες υπό τις περιστάσεις ενέργειες στα πλαίσια της προσπάθειας τους να προστατευθούν, όπως μπορούσαν, από την επίθεση που δέχονταν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνοψίζοντας καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνεπώς αθωώνονται στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη / Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο