ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 5940/15, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B169 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5940/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ Κατηγορούμενος ---------------------------------- Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Χριστίνα Σίρτζιην Για τον κατηγορούμενο: κα Χριστίνα Ματσεντίδου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι άναψε φωτιά στην ύπαιθρο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4 και 5
(1)(α) του περί Προλήψεως πυρκαγιών στην Ύπαιθρο νόμου 220 του 1988, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 30ην Ιουλίου 2013, στην τοποθεσία ΠΕΤΑΛΙΕΣ, περιοχή του χωριού Συκόπετρα της επαρχίας Λεμεσού, άναψε φωτιά στην ύπαιθρο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα και περί ώρα 14:20, λήφθηκε πληροφορία στον αστυνομικό σταθμό όπου υπηρετεί, ότι στο χωριό Συκόπετρα υπάρχει πυρκαγιά. Αμέσως μετά μετέβηκε στην περιοχή, όπου διαπίστωσε ότι στην τοποθεσία ΠΕΤΑΛΙΕΣ, έδαφος Συκόπετρας, υπάρχει πυρκαγιά, η οποία ξεκίνησε από περιβόλι και λόγω των σφοδρών ανέμων επεκτάθηκε σε γειτονικό ιδιωτικό πευκόφυτο δάσος, καθώς και σε άλλα περιβόλια της περιοχής. Η φωτιά κατέκαυσε περί τα 8 εκτάρια και για την κατάσβεση της χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 11 οχήματα πυρόσβεσης, δύο αεροπλάνα του τμήματος δασών, δύο ελικόπτερα, καθώς και πολίτες της γύρω περιοχής. Η πυρκαγιά κατασβέστηκε περί ώρα 17:
- Από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι φωτιά ξεκίνησε από περιβόλι με εσπεριδοειδή και ελαιόδεντρα, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου από την Συκόπετρα. Εναντίον του κατηγορούμενου εξασφαλίστηκε μαρτυρία ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο, αποχωρούσε από το περιβόλι του και εναντίον εξεδόθηκε Δικαστικό έναταλμα σύλληψης, όπου και συνελήφθηκε από τον ίδιο την ίδια μέρα στη Συκόπετρα. Εξήγησε στον κατηγορούμενο τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός απάντησε «Κάμε την δουλειά σου». Ακολούθως την ίδια ημέρα στη Λεμεσό, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στις 14:20 της ίδιας μέρας, μετέβηκε στο περιβόλι του και επειδή είδε ότι υπήρχε φωτιά αποχώρησε. Επίσης ανέφερε ότι μερικές μέρες πριν την πυρκαγιά έκαψε μερικά ξερά χόρτα στο πιο πάνω περιβόλι του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, αναγνωρίζοντας τον ταυτόχρονα στο εδώλιο. Ανέφερε ότι είναι ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, όπου μέσα από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι η φωτιά ξεκίνησε από το περιβόλι του κατηγορουμένου και σύμφωνα με την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η φωτιά τέθηκε κακόβουλα και δεν ήταν τυχαία και δεν έχει εξασφαλιστεί οποιαδήποτε άδεια από κανένα για άναμμα φωτιάς. Ανέφερε επίσης κάποιους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ήτοι ότι την επίδικη ημέρα μετέβηκε στην περιοχή η ώρα 14:20 μετέβηκε στην περιοχή όπου είδε πέντε εστίες φωτιάς στο τεμάχιο του και αποχώρησε από το μέρος και μετέβηκε στην οικία του και ότι μερικές μέρες πριν έκαψε κάποια χόρτα στο χωράφι του, όπου ο κοινοτάρχης δεν εξέδωσε οποιαδήποτε άδεια και έκανε παρατήρηση στον κατηγορούμενο για αυτό το γεγονός. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν με την λήψη της πληροφορίας για πυρκαγιά, ως επίσης και στην μετάβαση του στην σκηνή και ότι μετέπειτα είδε και τον κατηγορούμενο, στο πόρισμα της πυροσβεστικής, εκφράζοντας άγνοια για το ύψος της ζημιάς που υπέστη ο κατηγορούμενος από την φωτιά. Ως προς τις εξετάσεις που έγιναν, αναφέρθηκε στις λήψεις καταθέσεων από διάφορα άτομα και τους ισχυρισμούς που προέβαλαν, στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και την σύλληψη του, περιέγραψε την σκηνή που υπήρχε η πυρκαγιά, όπου η περιοχή καταστράφηκε εξ΄ ολοκλήρου όπως ανέφερε, παραπέμποντας στην Πυροσβεστική Υπηρεσία να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο εντοπίστηκαν εύφλεκτα υλικά στην σκηνή. Ο Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρει ότι ότι την επίδικη ημέρα, το συνεργείο της υπηρεσίας στην οποία είναι επιστάτης, βρισκόταν στην Συκόπετρα για κάποιες οικοδομικές εργασίες και κατά η ώρα 14:30, ενώ βρισκόταν στην οικία του, του τηλεφώνησε υπάλληλος του τον οποίο και κατονόμασε, λέγοντας του ότι είδε φωτιά στο χωράφι του κατηγορούμενου. τότε ο μάρτυρας ενημέρωσε σχετικά την πυροσβεστική, την αστυνομία και τον οδηγό του πυροσβεστικού οχήματος της κοινότητας του. Πέντε λεπτά πριν να του τηλεφωνήσει ο υπάλληλος του, είδε τον κατηγορούμενο να περνά από τον δρόμο Αγίου Κωνσταντίνου προς Συκόπετρα. Στην συνέχεια και περί ώρα 14:35, μετέβηκε στο μέρος, όπου είδε από τις λούρες του χωραφιού του κατηγορούμενου την φωτιά να έρχεται προς τον δρόμο και ακολούθως να επεκτείνεται προς όλο το βουνό. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο, διευκρίνισε ότι ο εκάστοτε κοινοτάρχης της Συκόπετρας έχει την άδεια να κατέχει το πυροσβεστικό όχημα, κατονομάζοντας επίσης τον κοινοτάρχη που ειδοποίησε την επίδικη ημέρα. Η απόσταση μεταξύ του σημείου της φωτιάς και του σημείου που είδε τον κατηγορούμενο στον συγκεκριμένο δρόμο είναι περίπου μισό με ένα χιλιόμετρο, ο οποίος δρόμος είναι ο μοναδικός με τον οποίο δύναται ο κατηγορούμενος να μεταβεί από το σπίτι του στο περιβόλι του όπου ο μάρτυρας γνωρίζει που βρίσκονται οι εν λόγω ιδιοκτησίες του κατηγορούμενου, όπου μεταξύ τους απέχουν επίσης μισό με ένα χιλιόμετρο. Περιέγραψε επίσης το περιβόλι του κατηγορούμενου το οποίο γνωρίζει ποιο είναι, ως επίσης και την έκταση της φωτιάς, όπως την έχει αντιληφθεί ο ίδιος, ποια έκταση και τι ακριβώς κατέκαυσε η φωτιά, προσπαθώντας και ο ίδιος να βοηθήσει στην κατάσβεση της, μαζί με τα άλλα επίγεια και εναέρια μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, αφού έχει προβεί σε σχετικές ειδοποιήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες κατεύθασαν στο μέρος μισή ώρα με 45 λεπτά από την ώρα που ειδοποιήθηκαν. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσες εστίες φωτιάς υπήρχαν, διότι όταν έφθασε στο μέρος είδε ένα μεγάλο χώρο να καίγεται. Όταν είδε τον κατηγορούμενο στη σκηνή, ρώτησε τον κατηγορούμενο τι έκανε, αναγνωρίζοντας ο μάρτυρας για το λανθασμένο της ενέργειας του και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν ήταν ο ίδιος που ευθύνεται για την φωτιά. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην ώρα και το περιεχόμενο της ενημέρωσης που έλαβε από τον υπάλληλο του για την ύπαρξη της πυρκαγιάς, στην απόσταση από την οποία είδε τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται στον δρόμο Αγίου Κωνσταντίνου προς Συκόπετρα, διευκρινίζοντας ότι δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο περιβόλι του την ώρα της πυρκαγιάς και κατά πόσο αυτός άναψε την φωτιά. Οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο ήταν καλές μέχρι την ημέρα της πυρκαγιάς, όμως μετά από αυτό το γεγονός ο κατηγορούμενος δεν του μιλά, οι δε σχέσεις του με τον γαμπρό του κατηγορούμενου είναι καλές, με τον οποίο ήταν συνυποψήφιοι κοινοτικοί σύμβουλοι στην κοινότητα Συκόπετρας. Περιέγραψε με κάποια περισσότερη έκταση την έκταση και το είδος της βλάστησης που κατέκαυσε η πυρκαγιά, εκφράζοντας άγνοια για την ζημιά που υπέστη ο κατηγορούμενος από την φωτιά. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι διαμένει στην Συκόπετρα και εργάζεται σε συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία. Την επίδικη ημέρα, μαζί με το συνεργείο του Μ.Κ. 2, ήταν στην περιοχή για εκτέλεση εργασιών, όπου κατά τις 14:20 έλαβε τηλεφώνημα από συγγενικό του πρόσωπο ότι βλέπει καπνό στον δρόμο Συκόπετρας με Άγιο Κωνσταντίνο και του είπε να πάει να δει τι γίνεται, όπως και έγινε μετά από πέντε λεπτά, όπου εντόπισε φωτιά, τηλεφωνόντας έτσι στον Μ.Κ. 2 και του είπε ότι κάπου κοντά όπου έχει περβόλια ο κατηγορούμενος υπάρχει φωτιά και να ειδοποιήσει την πυροσβεστική. Δεν γνωρίζει επακριβώς που βρίσκονται τα περβόλια του κατηγορούμενου και ούτε ποιοί άλλοι έχουν περβόλια στην περιοχή. Μετά από λίγο έφθασε στο μέρος ο Μ.Κ. 2, και προσπάθησαν να κατασβέσουν την φωτιά μέχρι να έρθει η πυροσβεστική. Η φωτιά ήταν σε δύο πάγκους και δεν έχει αντιληφθεί ο μάρτυρας κατά την διαδρομή να φεύγει οποιοδήποτε άτομο από το μέρος. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο, όπου κατάγεται από την ίδια γύρω περιοχή. Διευκρίνισε ότι το σημείο της πυρκαγιάς από το σημείο που ειδοποιήθηκε για αυτήν απέχει δύο χιλιόμετρα, αναφέροντας τις ενέργειες που έκανε όταν έφτασε στην σκηνή και στα όσα έγιναν για να κατασβεστεί η φωτιά και στον χρόνο που χρειάστηκε για την κατάσβεση της, όπου η εν λόγω φωτιά κατέκαιγε χόρτα, πορτοκαλιές και πεύκα και είχε περιμετρική διάταξη, οι δε δύο πάγκοι που ανέφερε όπου είδε την φωτιά απείχαν μεταξύ τους περίπου 50 μέτρα με υψομετρική διαφορά 10 με 15 μέτρα. Αντεξεταζόμενος, έδωσε διευκρινίσεις και λεπτομέρειες αναφορικά με την ειδοποίηση που έλαβε για την ύπαρξη της φωτιάς, στην μετάβαση του στο μέρος όπου στο μέρος βρισκόταν μόνο αυτός μαζί με άλλον συνάδελφο του και δεν είδε τον κατηγορούμενο όταν έφτασε στη σκηνή, ούτε τον είδε να αναάβει φωτιά, ούτε είδε κάποιον να φεύγει από εκεί. Διευκρίνισε ότι έπρεπε να δώσει κάποιο στίγμα για το που έχει αντιληφθεί την φωτιά και αυτός ήταν ο λόγος που αναφέρθηκε για την περιουσία του κατηγορουμένου, χωρίς να γνωρίζει επακριβώς που αυτή βρίσκεται και χωρίς να γνωρίζει κατά πόσο τα χόρτα και τα πεύκα που κάηκαν κατά πόσο βρίσκονταν σε κρατική γη. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα ήταν ο πρόεδρος του κοινοτικού συμβούλιου Συκόπετρας και του τηλεφώνησε ο Μ.Κ. 6 για να ειδοποιήσει την πυροσβετική, λόγω του ότι καιγόντουσαν τα περβόλια του κατηγορούμενου και του Μ.Κ. 6, λέγοντας του επίσης ότι ο κατηγορούμενος πήγε κοντά του και του είπε ότι καίγονται τα περβόλια τους. Αμέσως ο μάρτυρας ενημέρωσε την αστυνομία και την εθελοντική ομάδα πυρόβεσης. Τέσσερις μέρες πριν και γύρω στις 17:30 - 18:00, ενώ βρισκόταν στην μάντρα του μαζί με τον Μ.Κ. 6, πρόσεξαν ότι από τα περιβόλια του κατηγορούμενου έβγαινε καπνός και τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, όπου δεν του απάντησε, αλλά επειδή μερικά λεπτά αργότερα ο καπνός σταμάτησε δεν έδωσε περαιτέρω συνέχεια. Ενάμιση μήνα πριν περίπου, είδε να βγαίνει καπνός από το σπίτι του κατηγορούμενου και όταν πήγε στο μέρος, είδε τον κατηγορούμενο να καψαλίζει τα χόρτα κάτω από το σπίτι του και να κρατά το λάστιχο του νερού. Τότε ο μάρτυρας του έκανε αυστηρή παρατήρηση να σταματήσει και τότε ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι καψαλίζει και ότι πάντα προσέχει και κρατά το λάστιχο, υποχρεώνοντας ταυτόχρονα τον κατηγορούμενο να σβήσει την φωτιά. Στον κατηγορούμενο έκανε και άλλες φορές παρατήρηση επειδή καψάλιζε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι την επίδικη περίοδο ήταν κοινοτάρχης ενώ σήμερα όχι. Την επίδικη ημέρα δεν είχε εκδοθεί στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε άδεια για καψάλισμα και γενικά για άναμμα φωτιάς και δεν θα μπορούσε ο ίδιος να εκδώσει τέτοια άδεια. Ο κατηγορούμενος δεν είχε λάβει οποιαδήποτε άδεια όταν έχει προβεί σε παρατήρηση στον κατηγορούμενο για προηγούμενο παρόμοιο περιστατικό. Περιέγραψε επίσης το ακίνητο του κατηγορουμένου, το οποίο γειτνιάζει με αυτό του Μ.Κ. 6, δεν είναι περίκλειστο και συνορεύει με δάσος και με δρόμο. Αναφέρθηκε στην μετάβαση του στην σκηνή με δικό του αυτοκίνητο, την έκκληση βοήθειας από τον Μ.Κ. 6 για να μην καούν τα ζώα του, στον χρόνο που χρειάστηκε για να κατασβεστεί η φωτιά η οποία τέθηκε υπό έλεγχο σε δύο ώρες περίπου και χρειάστηκε η συμβολή περίπου 100 ατόμων. Δεν έχει ενημερώσει οποιανδήποτε αρχή για το περιστατικό που ανέφερε ότι έλαβε χώρα στο σπίτι του κατηγορούμενου όταν καψάλιζε χόρτα. Αναφέρθηκε επίσης στην συνομιλία που του μετέφερε ο Μ.Κ. 6 που είχε με τον κατηγορούμενο κατ΄ ιδίαν αναφορικά με την ύπαρξη της φωτιάς και την προτροπή του Μ.Κ. 6 προς τον μάρτυρα για να ειδοποιηθεί η πυροσβεστική. Στο ακίνητο του κατηγορουμένου υπήρχαν πόμελα και δεν είδε τον κατηγορούμενο στην σκηνή όταν αυτός μετέβηκε, όπου η φωτιά καταλάμβανε ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο περίπου και εξέφρασε την άποψη ότι την ώρα που μετέβαινε στην σκηνή είδε τον κατηγορούμενο στο αυτοκίνητο της αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος έχει πολλά χωράφια στην περιοχή και ήταν σε διαφορετικό χωράφι όπου ο κατηγορούμενος τέσσερις μέρες πριν την επίδικη ημέρα έχει εντοπίσει ο μάρτυρας ότι έβγαινε καπνός. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην ώρα που ειδοποιήθηκε για την ύπαρξη της φωτιάς και τον χρόνο που χρειάστηκε ο μάρτυρας για να μεταβεί στην σκηνή από το μέρος όπου βρισκόταν και ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στην σκηνή όταν ο μάρτυρας κατεύθασε, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν είναι βέβαιος εάν τον είδε στην σκηνή ή στο αυτοκίνητο της αστυνομίας και η αβεβαιότητα του οφείλεται στην αγωνία της στιγμής για να κατασβεστεί η φωτιά. Διευκρίνισε στην αντεξέταση ότι ο κατηγορούμενος στις 26/7/2013, χωρίς άδεια, καψάλιζε χόρτα σε τοποθεσία όπου υπήρχε γκρεμός και από κάτω αργάκι και ήταν κάτω από το σπίτι του κατηγορουμένου, αν και σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο στο περβόλι του και ούτε ξέρει εάν ήταν ο κατηγορούμενος που έβαλε την φωτιά στις 26/7/
- Ολοκληρώνοντας την μαρτυρία του, αποκρυστάλλωσε την θέση του ότι την επίδικη ημέρα δεν είδε τον κατηγορούμενο στο χωράφι του και ούτε τον είδε να ανάβει φωτιά. O M.K. 5 δεν έχει δώσει μεν κατάθεση στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, αλλά έχει αναγνωρίσει τα τεκμήρια 8 και 9, τα οποία άπτονται του ζητήματος των ωρών όπου υπήρχε διακοπή της ηλεκτροδότησης στην Συκόπετρα την επίδικη ημέρα σε δύο υδραντλίες για τις ώρες από 11:30 - 15:30 και συγκεκριμένα αφορά αλληγραφία μεταξύ της ΑΗΚ και της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, περιγράφοντας ταυτόχρονα ο μάρτυρας τι σήμαινε πρακτικά αυτή η διακοπή της ηλεκτροδότησης και πιο συγκεκριμένα ο πελάτης δεν θα μπορέσει να δουλέψει το οποιοδήποτε φορτίο ήταν συνδεδεμένο με τις εγκαταστάσεις του και κατ΄ επέκταση δεν θα μπορούσαν να δουλέψουν οι υδραντλίες και όσον αφορά αυτήν την διακοπή, λόγω της ρύθμισης που γίνεται με τον πελάτη και που η διακοπή του ρεύματος είναι καθημερινή λόγω της χαμηλής διατίμησης, δεν ενημερώνεται η πυροσβεστική υπηρεσία ή οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις για το πιο πάνω ζήτημα, ήτοι την διακοπή της ηλεκτροδότησης και τις συνέπειες της, στην έκταση που μπορούσε να δώσει απαντήσεις, λόγω της ειδικότητας του. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα και περί ώρα 14:20 πήγε στο σπίτι του ο κατηγορούμενος, ο οποίος ειναι γείτονας του καθ΄ ότι τα σπίτια τους είναι διπλανά, λέγοντας του ο κατηγορούμενος ότι καίγονταν τα περβόλια του και προέτρεψε τον μάρτυρα να μεταβεί και αυτός στην σκηνή για να προλάβει να μην καούν και τα δικά του που είναι σε συγκεκριμένη περιοχή και τα οποία επίσης γειτνιάζουν με αυτά του κατηγορούμενου. Τότε ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον Μ.Κ. 4 και τον προέτρεψε να ειδοποιήσει την πυροσβεστική και ο μάρτυρας μετέβηκε στην σκηνή, όπου είδε τα περβόλια του κατηγορούμενου να καίγονται, όπως και του μάρτυρα, καίγοντας διαφόρων ειδών δέντρα τα οποία ανέφερε. Το πρωί της επίδικης ημέρας, ο μάρτυρας πήγε στα περβόλια του από η ώρα 07:00 μέχρι τις 09:00 όπου και έφυγε και ο κατηγορούμενος σε εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν στα περβόλια του. Στις 26/7/2013 το απόγευμα, πήγε στην μάντρα του Μ.Κ. 4, και πρόσεξαν μαζί ότι από τα περβόλια του κατηγορούμενου έβγαινε καπνός. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις αποστάσεις που χωρίζουν τα σπίτια του ιδίου και του κατηγορουμένου, τις ώρες που είδε τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα στο περβόλι του κατηγορουμένου και όταν αυτός τον επισκέφθηκε στο σπίτι του για να τον ειδοποιήσει για την φωτιά. Εξέφρασε επίσης την άποψη του για το ύψος της ζημιάς που υπέστη ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ. 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, μετέβηκε στα χωράφια του που καλλιεργεί και που βρίσκονται στην Συκόπετρα για να ποτίσει και να κάνει διάφορες άλλες εργασίες με τον γιο και την κόρη του. Περί ώρα 14:15, ενώ βρισκόταν στο χωράφι του το οποίο είναι απέναντι από τα περβόλια του κατηγορούμενου και του Μ.Κ. 6, είδε απέναντι μέσα στο περβόλι του κατηγορουμένου τρεις εστίες φωτιάς. Μέσα σε διάστημα μιας ώρας περίπου η φωτιά επεκτάθηκε, κατέβηκε από τα περβόλια του κατηγορουμένου προς τα περβόλια του Μ.Κ. 6 που γειτνίαζαν και κατευθύνθηκε η φωτιά προς τα χωράφια του μάρτυρα. Διέσχισε ένα «αρκάτζι» ανέβηκε στο βουνό που ήταν απέναντι από τα χωράφια του κατηγορούμενου προς τα χωράφια του μάρτυρα, όπου και κατέκαψε διάφορα δέντρα, χωρίς να ξέρει την αξία της ζημιάς που υπέστη. Διευκρίνισε επίσης ότι από τον τόπο που βρισκόταν, όταν είδε την φωτιά, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους, δεν μπορούσε να διακρίνει εάν ο κατηγορούμενος ήταν μέσα στο χωράφι του την ώρα της φωτιάς. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο με τον οποίο είναι συγγενείς εξ΄ αγχιστείας, αλλά και στο ακροατήριο τον Μ.Κ. 6 που ήδη έχει δώσει την μαρτυρία του, λέγοντας ότι την επίδικη ημέρα δεν είχε οποιαδήποτε παρεξήγηση με οποιονδήποτε εκ των δύο. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην ώρα που πήγε στο χωράφι του μαζί με τα παιδιά του, τις εργασίες που είχε κάνει, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει δει οποιαδήποτε κίνηση εντός του περβολιού του κατηγορούμενου, λόγω ακριβώς της ενασχόλησης του με τις εργασίες του και επειδή πρόσεχε τα παιδιά του τα οποία ήταν ανήλικα τότε. Περιέγραψε τις τρεις εστίες φωτιάς που είδε και την απόσταση που είχαν μεταξύ τους, όταν αυτές έγιναν αντιληπτές για πρώτη φορά από την θυγατέρα του. Αναφέρθηκε επίσης στην χρήση νερού που έγινε από την διάτρηση του για την κατάσβεση της φωτιάς και δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει επακριβώς τι ώρα έχει ανάψει η φωτιά. Ο Μ.Κ. 8, ανέφερε ότι είναι πυροσβέστης, υπαστυνόμος στον βαθμό και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το τεκμήριο 12, το οποίο ανέλυσε και περιέγραψε, διανθίζοντας το με λεπτομέρειες και επεξηγήσεις ως προς τα γραφόμενα του και πότε αυτό το έντυπο συμπληρώνεται από την πυροσβεστική υπηρεσία. Αναφέρθηκε στον χρόνο και στους λόγους άφιξης του στην σκηνή ως αξιωματικός για να συντονίζει τις ενέργειες, στο μέρος όπου ξεκίνησε η πυρκαγιά, πότε χρονικά δέχθηκε η πυροσβεστική υπηρεσία την κλήση για την ύπαρξη της πυρκαγιάς. Ως προς τον όρο «σκόπιμη καύση» που αναφέρεται στο τεκμήριο 12, ανέφερε ότι αυτή η φωτιά δεν προκλήθηκε από κακοβουλία, εμπρησμό ή αποτσίγαρο, αλλά φάνηκε ότι κάποιος την προκάλεσε για κάποιο άγνωστο λόγο. Περιέγραψε στην έκταση που θυμόταν την φωτιά όπως την αντιλήφθηκε στην σκηνή, τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, στην επίδικη περιοχή την επίδικη περίοδο δεν χορηγήθηκε άδεια για καψάλισμα, παρά μόνο δίνεται για την περίοδο από Δεκέμβριο μέχρι Μάρτιο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και λήψη μέτρων. Δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο, στην σκηνή εντόπισε μια κοπέλα που ανησυχούσε για τον παππού της και όταν δόθησαν οδηγίες για να ανευρεθεί το άτομο αυτό και όταν αυτό το άτομο δεν εντοπίστηκε, συνέχισε ο ίδιος με την κατάσβεση της φωτιάς. Αναφέρθηκε επίσης, δίνοντας συγκεκεριμένες περιγραφές, στον χρόνο που χρειάστηκε για να κατασβεστεί η φωτιά, στο έμψυχο δυναμικό και τα χερσαία και εναέρια μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για να κατασβεστεί η φωτιά, καθώς επίσης και στην έκταση που κατέκαυσε η φωτιά και που ήταν περίπου 8 εκτάρια, ήτοι περίπου 8000 τετραγωνικά μέτρα. Ήταν εύκολο να εντοπιστεί η εστία της φωτιάς, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες της φωτιές, διότι στην εστία η κάυση είναι μεγαλύτερη και στην προκειμένη περίπτωση, αν και υπήρχαν χόρτα και η καύση μπορεί να είναι ομοιόμορφη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εστία ήταν έξω από τα περβόλια και πήγε προς ανατολικά η φωτιά. Έμαθε από την αστυνομία ότι υπήρχε ύποπτος, χωρίς να θυμάται λεπτομέρειες. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην εμπειρία του στο πυροσβεστικό σώμα, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του ως έμπειρο, αλλά όχι ως εμπειρογνώμονα. Έδωσε εκ νέου την εξήγηση του ως προς την έννοια ΄΄σκόπιμη καύση΄΄ εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι είναι σκόπιμη καύση από κάπου, διαχωρίζοντας το πόρισμα της πυροσβεστικής από αυτό της αστυνομίας. Αναφερθηκε επίσης στις εξετάσεις που έγιναν επί τόπου και στο πως κατέληξε στα συμπεράσματα του, αποκλείοντας άλλες αιτίες πρόκλησης της φωτιάς, δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα από άλλες περιπτώσεις. Δεν θα μπορούσε να πει με βεβαιότητα τον χρόνο έναρξης της πυρκαγιάς, χωρίς όμως να επηρεάζει αυτό οτιδήποτε, διότι το σημαντικότερο είναι να εντοπιστεί η εστία της φωτιάς, όπου ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, ανέφερε ότι η φωτιά δεν ξεκίνησε από τα περβόλια. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός τελικά επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η ανώμοτη του δήλωση ουσιαστικά ήταν η υιοθέτηση της κατάθεσης του, μαζί με κάποιες διευκρινίσεις. Δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, αλλά θα γίνεται ειδική αναφορά κατά την αξιολόγηση αυτής της δήλωσης, με βάση τα νομολογιακά κριτήρια που διέπουν την αξιολόγηση ανώμοτης δήλωσης, ως αυτά θα εκτεθούν αναλυτικά πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης, οι επίμαχες νομοθετικές διατάξεις του υπό εξέταση αδικήματος είχαν ως ακολούθως: «
- Στον παρόντα Νόµο εκτός αν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείµενο: «αρχή τοπικής διοίκησης» σηµαίνει συµβούλιο δήµου, συµβούλιο βελτιώσεως και χωριτική επιτροπή. Kεφ. 285 26 του 1959 19 του 1960 21 του 1964 29 του 1966 59 του 1966 53 του 1968 43 του 1972 78 του 1986 18 του 1987 69 του 1987 «αστυνοµικός» έχει την έννοια την οποία απέδωκαν στον όρο αυτό οι περί Αστυνοµίας Νόµοι· 14 του 1967 49 του
- «δασικός λειτουργός» έχει την έννοια την οποία απέδωκαν στον όρο αυτό oι περί ∆ασών Νόµοι του 1967 και του 1987· «Έπαρχος» σηµαίνει τον Έπαρχο της Επαρχίας µέσα στα όρια της οποίας έχει εκραγεί η πυρκαϊά· «κάτοχος» σηµαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο στην πραγµατική κατοχή του οποίου βρίσκεται ακίνητη ιδιοκτησία, ανεξάρτητα από τον τίτλο µε βάση τον οποίο την κατέχει, ή, σε περίπτωση που η ιδιοκτησία δεν κατέχεται, το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να την κατέχει, δεν περιλαµβάνει όµως την Κυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας· 14 του 1967 49 του
- «κρατικό δάσος» έχει την έννοια την οποία απέδωκαν στον όρο αυτό οι περί ∆ασών Νόµοι του 1967 και του 1987· 2 του 105 του
- «ύπαιθρος» σηµαίνει οποιαδήποτε περιοχή της ∆ηµοκρατίας που βρίσκεται εκτός της κατοικηµένης περιοχής οποιουδήποτε δήµου, περιοχής βελτιώσεως ή χωριού, δεν περιλαµβάνει όµως— (α) Κρατικό δάσος (β) περιοχή ή σηµείο που βρίσκεται σε απόσταση µικρότερη των δύο χιλιοµέτρων (2 χλµ.) από την οροθετική γραµµή κρατικού δάσους, (γ) οποιοδήποτε υποστατικό που χρησιµοποιείται για διαµονή ή εργασία και τον περίβολό του
- Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να ανάβει φωτιά σε οποιοδήποτε σηµείο της υπαίθρου, είτε σε ιδιόκτητη γη είτε σε µη: Νοείται ότι επιτρέπεται το άναµµα φωτιάς στην ύπαιθρο µε σκόπο την παρασκευή ή το ζέσταµα φαγητού, αλλά το πρόσωπο που προβαίνει στην εν λόγω πράξη οφείλει να λαµβάνει επαρκείς προφυλάξεις για την παρεµπόδιση εξάπλωσης της φωτιάς και να έχει πάντοτε στη διάθεση του τα αναγκαία µέσα για να την κατασβέσει εντελώς µετά τη χρησιµοποίησή της: Νοείται περαιτέρω ότι επιτρέπεται από πρόσωπο το άναµµα φωτιάς µόνο κατόπιν άδειας από την αρχή τοπικής διοίκησης της περιοχής µέσα στα όρια της οποίας βρίσκεται το σηµείο στο οποίο πρόκειται να ανάψει τη φωτιά και µε την επίβλεψη των εν λόγω αρχών (α) Κατά την περίοδο που αρχίζει την 1η ∆εκεµβρίου και λήγει την 15η Μαρτίου, µε σκοπό την καύση αποκλαδιών αµπελιών, ελαιόδεντρων και οπωροφόρων δένδρων· 5.—
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο— (α) Ανάβει φωτιά στην ύπαιθρο κατά παράβαση του άρθρου 4 του παρόντος Νόµου................................................................................................................. είναι ένοχος αδικήµατος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση µέχρι τρία έτη ή σε χρηµατική ποινή όχι µεγαλύτερη των πέντε χιλιάδων λιρών ή και στις δύο αυτές ποινές.» Από την συνδυασμένη εφαρμογή των πιο πάνω άρθρων, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι τα ακόλουθα: Α) το άναμμα φωτιάς Β) στην ύπαιθρο εν τη εννοία του νόμου Γ) να μην υπήρχε άδεια από την αρμόδια αρχή, υπό τις προϋποθέσεις και χρονικούς περιορισμούς που ορίζει ο νομος ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 1 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο.΄ Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» Αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά στην Τσίκκας ν. Χριστοφή, Πολ.Εφ.309/08, ημερ. 18 Νοεμβρίου 2010, και Μεσσάρη ν. Κατσιαμίδη, Πολ.΄Εφ.376/06, ημερ. 29 Νεομβρίου 2010 και FOUAD SAADE - v - NABIL ZEINI 2005 1B ΑΑΔ 1485. Ως προς τον τρόπο αντίκρυσης της περιστατικής μαρτυρίας σχετική είναι η υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, όπου επιβεβαιώθηκε η σπουδαιότητα της, που τείνει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου, πολλές φορές αποκλείοντας και το ανθρώπινο λάθος, αφού εδράζεται σε συμπερασματική στοιχειοθέτηση ενός γεγονότος. H περιστατική μαρτυρία πρέπει να οδηγεί όχι μόνο σε εκδοχή συμβατή με την ενοχή ενός κατηγορουμένου, αλλά επίσης να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα παρά ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίαςπρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας διατυπώνονται σωστά στην πρωτόδικη απόφαση. Ότι αμφισβητείται κυρίως, όπως έχει σημειωθεί, είναι η ύπαρξη της περιστατικής μαρτυρίας που κρίθηκε ότι τεκμηριώνει την ενοχή των εφεσειόντων.» Όπου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (βλ. και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55). Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 8, αμφότερες οι πλευρές έχουν αποδειχθεί ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας. Ο εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας ...................................................................................................................................................................................................................................................................... Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.» Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό είναι αναφαιρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Κατ΄ αρχήν και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο με το άναμμα της φωτιάς στην επίδικη περιοχή και συμφωνούν και οι δύο πλευρές ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι περιστατική, διαφωνώντας όμως εκ διαμέτρου στο κατά πόσο η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι τέτοιας φύσεως που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου. Πράγματι, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι είναι ο κατηγορούμενος που άναψε την εν λόγω φωτιά και αυτό που καλείται το Δικαστήριο να κρίνει, είναι το κατά πόσο η δοθείσα μαρτυρία έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά που πλαισίωσε η νομολογία, έτσι ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου στην βάση περιστατικής μαρτυρίας. Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως πιο πάνω αναφέρθησαν, δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, διότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι υπήρχε φωτιά, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι αυτή έλαβε χώρα στην ύπαιθρο εν τη εννοία του νόμου και ούτε υπήρχε υποβολή ότι η φωτιά έλαβε χώρα σε περιοχή που δεν εμπίπτει στην έννοια της υπαίθρου, ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι δεν υπήρχε άδεια από την αρμόδια αρχή, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης. Επίσης αποτελεί αποδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές, αφού και η ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης συμφώνησε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ότι στο επίδικο μέρος υπήρχαν τρεις εστίες φωτιάς. Αυτό που έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ευθύνεται για το άναμμα της πυρκαγιάς. Υποβληθείσες θέσεις που έγιναν από πλευράς υπεράσπισης και που δεν έγιναν αποδεκτές από τους μάρτυρες κατηγορίας, παρέμειναν στην σφαίρα των υποβολών και χωρίς καμία αποδεικτική βαρύτητα, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκαν με προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης, από την στιγμή που ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία, χωρίς βεβαίως αυτό να αντιστρατεύει το βάρος απόδειξης που έχει ούτως ή άλλως η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Έχοντας λοιπόν υπ΄ όψη τα πιο πάνω και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν επί μέρους ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας ως πιο πάνω αναλύθηκαν, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ο μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο ότι παρέθεσε εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής, με αντικειμενικότητα, αμεροληψία και χωρίς οποιανδήποτε πρόθεση να βοηθήσει ή να βλάψει την υπόθεση οποιασδήποτε πλευράς. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διέκρινε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, μέσα από τον τρόπο που έδινε μαρτυρία, την φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων του. Επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος αρνήθηκε ότι εκστόμισε φράση προς τον κατηγορούμενο ότι αυτός ευθύνεται για την πρόκληση της φωτιάς και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιανδήποτε πρόθεση να βλάψει τον κατηγορούμενο, ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο στο πρόσωπο του μάρτυρα οποιασδήποτε εμμονής ή εμπάθειας ή προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου, αλλά απεναντίας, ο ίδιος ο μάρτυρας, δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος είναι το άτομο που προκάλεσε την φωτιά ή εάν ήταν μέσα στο χωράφι κατά την στιγμή της πυρκαγιάς. Ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει μεροληπτική στάση εναντίον του κατηγορουμένου από το γεγονός ότι μετά το επίδικο συμβάν ο κατηγορούμενος δεν του μιλά και αυτή η εντύπωση του Δικαστηρίου δεν πηγάζει μόνο μέσα από την εικόνα που έδωσε ο μάρτυρας κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, αλλά και μέσα από τα λεγόμενα του τα οποία γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και πιο συγκεκριμένα ότι διατηρεί καλές σχέσεις με τον γαμπρό του κατηγορουμένου. Ως προς την αναφορά του μάρτυρα ότι είδε τον κατηγορούμενο κατά τις 14:25 στον δρόμο Αγίου Κωνσταντίνου προς Συκόπετρα, θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω ως προς την ύπαρξη στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας που δόθησαν και από άλλους μάρτυρες κατηγορίας και που εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο αποδέχεται και αυτήν την αναφορά του μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο σε αυτήν την αναφορά του μάρτυρα. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 3 επίσης άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι και αυτός με την σειρά του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρέθεσε εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του την επίδικη μέρα στην σκηνή όπου έγινε η πυρκαγιά και στην οποία μετέβηκε ο μάρτυρας μαζί με άλλο άτομο και περιέγραψε με σαφήνεια τις ενέργειες που έκανε, χωρίς ο μάρτυρας να αποκρύψει οτιδήποτε και ούτε είχε οποιαδήποτε μεροληπτική στάση απέναντι στον κατηγορούμενο για να τον ενοχοποιήσει. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να φεύγει από την σκηνή, ούτε δίστασε να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει που είναι η περιουσία του κατηγορουμένου και κατά πόσο εμπίπτουν σε κρατική γη τα πεύκα και η άγρια βλάστηση που κάηκε, χωρίς αυτό να έχει οποιαδήποτε επίπτωση βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι η φωτιά έλαβε χώρα σε ύπαιθρο εν τη εννοία του νόμου και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 4 και αυτός με την σειρά του άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ο μάρτυρας έπεισε για την φιλαλήθεια του, διότι έδινε μαρτυρία με φυσικό και πηγαίο τρόπο, χωρίς ενδοιασμούς, ασάφειες ή προσφυγή στο ψεύδος ή στην υπερβολή, ούτε έχει διαπιστωθεί οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης ή μεροληψίας εναντίον του κατηγορουμένου, έχοντας υπ΄ όψη ότι ο μάρτυρας έχει προβεί και στο παρελθόν σε παραστάσεις προς τον κατηγορούμενο για να μην ανάβει φωτιά και η αμεροληψία του αυτή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να ανάβει φωτιά την επίδικη ημέρα, ούτε στο χωράφι του, αν και βεβαίως επί αυτού του θέματος, ήτοι την παρουσία του κατηγορουμένου στο χωράφι του υπάρχει άλλη μαρτυρία, ως πιο κάτω αναφέρεται. Είναι αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι δεν έχει δώσει άδεια ο μάρτυρας στον κατηγορούμενο άδεια για να ανάψει φωτιά και δεν έχει προσκομιστεί ούτως ή άλλως αντίθετη μαρτυρία, ούτε έχει υποβληθεί οτιδήποτε το αντίθετο, αλλά απεναντίας δεν έχει αμφισβητηθεί η ανυπαρξία της άδειας. Περιέγραψε και αυτός ο μάρτυρας με την σειρά του με σαφήνεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην αντίληψη του η ύπαρξη της φωτιάς, καθώς επίσης και τις ενέργειες που έγιναν από τον ίδιο, αλλά και από άλλα άτομα και υπηρεσίες για την κατάσβεση της και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε υπερβολή εκ μέρους του. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με την ώρα που ειδοποιήθηκε για την ύπαρξη της φωτιάς από τον Μ.Κ.6, το ότι τέσσερις μέρες πριν την επίδικη ημέρα είδε καπνό από το περβόλι του κατηγορουμένου, αλλά και τις προηγούμενες παρατηρήσεις που έκανε στον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές οι αναφορές του μάρτυρα είναι αληθείς και αξιόπιστες, χωρίς να εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου, αλλά απεναντίας το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας τα ανέφερε με φιλαλήθεια και πειστικότητα για να δώσει στο Δικαστήριο την εικόνα ως προς τις ενέργειες που είχε κάνει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως κοινοτάρχης. Αυτές οι αναφορές θα αξιολογηθούν επιπρόσθετα και ειδικότερα πιο κάτω στο πλαίσιο εξέτασης των στοιχείων της περιστατικής μαρτυρίας και κατά πόσο αυτές οδηγούν σε καταδίκη του κατηγορουμένου. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 5 και αυτός με την δική του σειρά άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι ο μάρτυρας αυτός, ως λειτουργός στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, έδωσε με αντικειμενικό, ανεξάρτητο και αμερόληπτο τρόπο την μαρτυρία του για το τεχνικό ζήτημα που κλητεύθηκε για να δώσει μαρτυρία και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία του ή στον τρόπο που έδινε την μαρτυρία του. Διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο αναφορικά με το ζήτημα της ηλεκτροδότησης στο επίμαχο σημείο την επίδικη ημέρα. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του μάρτυρα και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι στον επίδικο χρόνο και τόπο, μεταξύ των ωρών 11:30 - 15:30 δεν υπήρχε ηλεκτροδότηση και συνεπώς οι υδραντλίες δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, εκτός εάν υπήρχε παράνομη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος, πράγμα για το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση διότι δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ή αποδεκτή υποβληθείσα θέση. Αποτελεί επίσης εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι εάν γινόταν οποιαδήποτε αλλαγή στο πιο πάνω ωράριο θα γινόταν ανακοίνωση, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς την επίδικη ημέρα υπήρχε διακοπή ρεύματος τις πιο πάνω αναφερθείσες ώρες. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 6 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι και αυτός με την σειρά του, παρέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και λεπτομέρεια όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του την επίδικη ημέρα όσον αφορά την φωτιά που έχει ξεσπάσει στην περιοχή, τις ενέργειες που είχε κάνει ο ίδιος αλλά και άλλα άτομα και υπηρεσίες για να κατασβεστεί η φωτιά, ως επίσης και τι έχει κάνει ο ίδιος την επίδικη ημέρα πριν το ξέσπασμα της πύρινης λαίλαπας. Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία του είτε στον τρόπο που έδινε την μαρτυρία του, ούτε οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης εκ μέρους του εναντίον του κατηγορουμένου από το γεγονός ότι και αυτός ο μάρτυρας, όπως ακριβώς και ο Μ.Κ. 4, αναφέρθηκε σε προηγούμενο περιστατικό έβγαινε καπνός από τα περβόλια του κατηγορουμένου. Ούτε εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο ή προκατάληψη από τον μάρτυρα λόγω των αναφορών του ως προς τις ώρες που είχε δει τον κατηγορούμενο στα περβόλια του και εν πάση περιπτώση η αμεροληψία του επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν έχει διστάσει να παραδεχθεί ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε άναμμα φωτιάς. Οι αναφορές του μάρτυρα όσον αφορά την τοποθέτηση του κατηγορουμένου στην επίδικη σκηνή, την επίδικη ημέρα στις ώρες που αναφέρθηκε, γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και αυτές θα αξιολογηθούν ειδικότερα πιο κάτω και κατά πόσο αυτές, ως περιστατική μαρτυρία, είναι ικανές να καταλήξουν σε καταδίκη του κατηγορουμένου. Το ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το ύψος της ζημιάς που υπέστη ο κατηγορούμενος είναι άνευ αποδεικτικής αξίας. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. O Μ.Κ. 7 και αυτός με την σειρά του άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Είχε μεν τον δικό του παραστατικό τρόπο έκφρασης, πλην όμως το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι μέσα από την απλότητα του και τον ιδιόμορφο τρόπο που έδινε την μαρτυρία του και περιέγραψε τα συμβάντα, είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, χωρίς ασάφειες ή υπεκφυγές ή προσφυγή στο ψεύδος. Ούτε το Δικαστήριο είχε εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει στοιχείο προκατάληψης ή μεροληψίας και γενικά αρνητικής ή εχθρικής διάθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αυτό διαφαίνεται εξ΄ άλλου και μέσα από την αναφορά του ότι δεν μπορούσε να δει τον κατηγορούμενο στο περβόλι του, παρ΄ όλη την εγγύτητα των περβολιών τους. Η ύπαρξη συγγένειας με τον κατηγορούμενο, αλλά και με τον Μ.Κ. 6, ουδόλως είχε μολύνει την όλη εικόνα του ως αξιόπιστου και φιλαλήθη μάρτυρα που προσήλθε στο Δικαστήριο με μόνο γνώμονα να πει την αλήθεια. Ανέφερε με λεπτομέρεια την ώρα που αντιλήφθηκε την φωτιά και αυτό είναι απόλυτα λογικό λόγω της εγγύτητας της ιδιοκτησίας του με αυτήν του κατηγορούμενου, εύστοχα ανέφερε ότι εντόπισε τρεις εστίες φωτιάς, ο αριθμός των οποίων έγινε παραδεκτός από την πλευρά της υπεράσπισης, ως πιο πάνω αναφέρεται. Οι αναφορές του μάρτυρα ως προς την ώρα που αντιλήφθηκε την φωτιά και γενικά το τι ανέφερε για τον κατηγορούμενο γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και θα αξιολογηθούν πιο κάτω και ειδικότερα μαζί με την υπόλοιπη περιστατική μαρτυρία για να καταδειχθεί κατά πόσο μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 8 άφησε πολύ καλή και θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας αυτός δεν χαρακτήρισε τον εαυτό του ως εμπειρογνώμονα, αλλά ως έμπειρο, πλην όμως από την στιγμή που και οι δύο πλευρές αποδέχονται τον εν λόγω μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα, αλλά κυρίως και επειδή το ίδιο το Δικαστήριο με βάση τα νομολογιακά κριτήρια που διέπουν την αξιολόγηση μάρτυρα που κλητεύεται ως εμπειρογνώμονας πείστηκε ότι ο εν λόγω μάρτυρας με βάση την μακρόχρονη εμπειρία του σε ζητήματα κατάσβεσης φωτιών και ανεύρεσης των αιτιών πρόκλησης τους, είναι εμπειρογνώμονας. Συνεπώς ο εν λόγω μάρτυρας θα αξιολογηθεί και κάτω από αυτό το πέπλο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και έπεισε απόλυτα για την επάρκεια των ενεργειών που συντόνισε έτσι ώστε να κατασβεστεί η φωτιά, η οποία για ώρες έκαιγε άγρια βλάστηση, πεύκα και καρποφόρα δένδρα και χάρη στον συντονισμό επίγειων και εναέριων μέσων, έμψυχου και άψυχου δυναμικού, η φωτιά περιορίστηκε στην διόλου ευκαταφρόνητη έκταση των 8 δεκαρίων περίπου. Η επάρκεια των ερευνών του, ως επίσης και τα ευρήματα και συμπεράσματα του, επίσης έπεισαν το Δικαστήριο, διότι μέσα από την μακρόχρονη εμπειρία του, αλλά και τις επεξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας, διαφώτισε και έπεισε το Δικαστήριο ότι η καύση ήταν σκόπιμη, ήτοι ότι κάποιος της έθεσε, χωρίς να είναι εμπρησμός ή να προκλήθηκε από αποτσίγαρο ή εύφλεκτη ύλη, αφού τέτοια στοιχεία δεν εντοπίστηκαν. Συνεπώς, η εξήγηση και ερμηνεία που έδωσε ο μάρτυρας και που δεν ασπάζεται την άποψη της αστυνομίας ότι υπήρξε κακοβουλία λόγω της ύπαρξης υπόπτου και ότι θα πρέπει να αποδειχθεί η κακοβουλία, κρίνεται από το Δικαστήριο ως λογική και πειστική και που εν πάση περιπτώση, δεν απαιτείται κακοβουλία ή ένοχη διάνοια δόλου ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, ασχέτως του γεγονότος ότι η υπεράσπιση στο στάδιο των αγορεύσεων αποδέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε κακοπροαίρετη πράξη. Σημαντικό στοιχείο είναι η αναφορά του μάρτυρα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν τυχαία η πρόκληση της φωτιάς, θέση η οποία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι ο μάρτυρας έπεισε για αυτήν την αναφορά του, ως επίσης και για όλες του τις αναφορές, λόγω ακριβώς του εχέγγυου της μακρόχρονης πείρας του σε φωτιές. Η δε αναφορά του μάρτυρα ότι η φωτιά φαίνεται να ξεκίνησε κοντά στα περβόλια, δεν διαδραματίζει οποιονδήποτε καθοριστικό ρόλο από απόψεως συστατικού στοιχείου του αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, διότι η φωτιά έλαβε χώρα σε ύπαιθρο εν τη εννοία του πιο πάνω νόμου και που δεν έχει αμφισβητηθεί, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Έπεισε επίσης ο μάρτυρας με το εύρημα του αναφορικά με το σημείο όπου υπήρχε εστία της φωτιάς και πιο συγκεκριμένα με την αναφορά του ότι η καύση στο συγκεκριμένο σημείο είναι πιο έντονη, διότι μέσα από την μακρόχρονη εμπειρία και γνώση του ο μάρτυρας σε φωτιές, είναι ικανός να εντοπίσει την εστία της φωτιάς. Ασφαλώς και γίνεται αποδεκτή η αναφορά του μάρτυρα ότι για την επίδικη ημέρα και περιοχή δεν είχε εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια για καψάλισμα, ζήτημα το οποίο ως πιο πιο πάνω αναφέρθηκε είναι παραδεκτό και δεν υπήρχε άλλωστε, λόγω του ουσιώδη χρόνου της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, η οποία είχε ως κύριο άξονα την υιοθέτηση της κατάθεσης του, συνοδευόμενη από κάποιες διευκρινίσεις αναφορικά με το ωράριο ποτίσματος και ηλεκτροδότησης, το Δικαστήριο προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση της, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από τα πιο πάνω αναφερθέντα νομολογιακά κριτήρια. Ως προς το άλλοθι που προέβαλε ο κατηγορούμενος μέσα από την κατάθεση του και που τοποθετεί τον εαυτό του εκτός του τεμαχίου του για συγκεκριμένες ώρες, έτσι ώστε να αποστασιοποιηθεί χρονικά από την πρόκληση της φωτιάς και ότι ουσιαστικά υπήρχε αυτό το κενό μεταξύ πρωινών ωρών που πήγε στο τεμάχιο του μέχρι την ώρα που έγινε η φωτιά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία, όχι μόνο επειδή δεν υποστηρίχθηκε από τν ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο μάρτυρα ενόρκως, αλλά και επειδή ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας επιβεβαίωσαν ή συμφώνησαν με αυτήν την θέση μέσω υποβολών. Αυτό βεβαίως δεν συνεπάγεται και δεν σημαίνει με αντιστροφή του βάρους απόδειξης με το να είναι υπόχρεος ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωώτητα του, κάθε άλλο, είναι η κατηγορούσα αρχή που θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία με αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά αυτή η αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης γίνεται καθηκόντως από το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του και προφορικά στο Δικαστήριο ως ανώμοτη δήλωση και που αφορά το ζήτημα της ηλεκτροδότησης και κατ΄ επέκταση της χρήσης των υδραντλιών, επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία, όχι μόνο επειδή δεν δόθηκε μαρτυρία ενόρκως από τον κατηγορούμενο και της μη αποδοχής των θέσεων του μέσω υποβολών, αλλά κυρίως λόγω του ότι αυτές οι αναφορές του κατηγορουμένου έρχονται σε αντίθεση με αποδεχθείσα ένορκη μαρτυρία η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, ήτοι αυτής του Μ.Κ. 5, με βάση την οποία μεταξύ των ωρών 11:30 - 15:30 δεν υπάρχει ηλεκτροδότηση και συνεπώς είναι αδύνατη η χρήση υδραντλιών, ως είναι το εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το μόνο σημείο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου το οποίο γίνεται αποδεκτό, είναι η αναφορά του ότι λίγες μέρες πριν την επίδικη ημέρα, προέβαινε σε κάψιμο χόρτων και αυτό συμβαδίζει με τις αναφορές των Μ.Κ. 4 και 6, οι οποίες έχουν γίνει αποδεκτές από το Δικαστήριο. Λοιπές θέσεις του κατηγορουμένου που εμπίπτουν στην ανώμοτη του δήλωση και που δεν έχουν υποβληθεί στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, δεν έχουν καμία απολύτως αποδεικτική βαρύτητα. Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω αξιολόγηση, προκύπτουν τα πιο κάτω στοιχεία ως περιστατική μαρτυρία αναφορικά με την πρόκληση της φωτιάς, την ώρα που προκλήθηκε και την παρουσία του κατηγορουμένου στον χώρο της φωτιάς: Υπήρχαν τρεις εστίες φωτιάς, οι εστίες φωτιάς ήταν κοντά στα περβόλια και σε ύπαιθρο εν τη εννοία του νόμου και κατέκαυσε άγρια βλάστηση, πεύκα, καρποφόρα δέντρα του κατηγορουμένου αλλά και άλλου ατόμου, η φωτιά έγινε αντιληπτή η ώρα 14:15, η ώρα 14:24 ειδοποιήθηκε ο Μ.Κ. 4 για την φωτιά από τον Μ.Κ. 6 αφού προηγουμένως τον ενημέρωσε ο κατηγορούμενος για την ύπαρξη της φωτιάς, ο κατηγορούμενος λίγες μέρες πριν την επίδικη ημέρα προέβηκε σε καύση χόρτων, ο κατηγορούμενος δέχθηκε παρατηρήσεις στο παρελθόν από τον Μ.Κ. 4 για το ίδιο ζήτημα, ήτοι την καύση χόρτων χωρίς άδεια και συνεπώς ο κατηγορούμενος είχε την τάση να καίει χόρτα χωρίς άδεια στην ύπαιθρο, η φωτιά την επίδικη ημέρα δεν ήταν τυχαία αλλά ήταν σκόπιμη καύση, η φωτιά υπήρχε σε έκταση όπου υπήρχαν χόρτα, ο κατηγορούμενος στο παρελθόν έκαιγε χόρτα στην περιοχή, ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα, με βάση και την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ήταν στο περβόλι του μεταξύ των ωρών 07:00 - 09:00, μόλις έγινε αντιληπτή η φωτιά ο κατηγορούμενος ήταν στον χώρο αφού εντός ολίγων λεπτών ειδοποίησε τον Μ.Κ. 6 όπου οι περιουσίες τους γειτνιάζουν, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι μεταξύ των ωρών 09:00 μέχρι την ώρα που έγινε αντιληπτή η φωτιά ο κατηγορούμενος έλειπε από το περβόλι του, η φωτιά μπορούσε να γίνει αντιληπτή άμεσα λόγω εγγύτητας της περιουσίας όπου βρίσκονταν οι Μ.Κ. 6 και 7 λόγω εγγύτητας των περιουσιών και συνεπώς η φωτιά εκδηλώθηκε περί τις 14:15. Όλα τα πιο πάνω, συνθέτουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου το παζλ γεγονότων, που οδηγούν αναπόφευκτα σε ένα και μόνο λογικό συμπέρασμα, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την πρόκληση της επίδικης πυρκαγιάς (που ήταν και το μόνο αμφισβητούμενο γεγονός ως πιο πάνω αναφέρθηκε), λόγω της τάσης του να καίει χόρτα χωρίς άδεια, λόγω του ότι η φωτιά εκδηλώθηκε σε σημείο όπου υπήρχαν και χόρτα, ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα βρισκόταν στην περιοχή από το πρωί, αλλά και κατά την εκδήλωση της φωτιάς, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε κενό μεταξύ πρωινού και της ώρας που προκλήθηκε η πυρκαγιά, το ότι η καύση ήταν σκόπιμη και όχι τυχαία. Συνεπώς, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος την 30ην Ιουλίου 2013, στην τοποθεσία ΠΕΤΑΛΙΕΣ, περιοχή του χωριού Συκόπετρα της επαρχίας Λεμεσού, άναψε φωτιά στην ύπαιθρο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, με αποτέλεσμα να καεί άγρια βλάστηση, πεύκα και καρποφόρα δένδρα εκτάσεως 8 περίπου εκταρίων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Άναμμα φωτιάς στην ύπαιθρο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο