Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 17779/16, 20/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17779/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα Ι. Αδάμου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Μετά από σύντομο διάλειμμα) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 20.6.16 στο δρόμο του Νέου Λιμανιού παρά το Νέο Λιμάνι οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXX55 με ποσότητα αλκοόλης στην εκπνοή του που υπερέβαινε το καθορισμένο όριο (1η κατηγορία). Τα ακόλουθα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: ο κατηγορούμενος στις 20.6.16 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXX
- Ο κατηγορούμενος είχε στην εκπνοή του 92 εκατομμυριοστά αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, αντί 22, σύμφωνα με τον τελικό έλεγχο αλκοόλης. Η μηχανή που χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης με αριθμό 38933 ήταν εγκεκριμένη από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για τον τελικό έλεγχο αλκοόλης ήταν εγκεκριμένη από το Υπουργικό Συμβούλιο και λειτουργούσε ορθώς. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους Αστ. XX53 XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ1), Αστ. XX36 XXXXX Αντωνιάδη (ΜΚ2), XXXXX Barlybaeva (MK3) και Αστ. XX20 XXXXX Μιχαήλ (ΜΚ4). Η μαρτυρία τους είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Παρατίθενται συνοπτικά τα όσα έχουν αναφέρει: Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 7.7.16 (Τεκμήριο 1). Στις 21.6.16 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό ότι θα προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την κατηγορία που αναγράφεται στο κατηγορητήριο και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος. Δεν του ανέφερε ποιος οδηγούσε. Επίσης, στις 20.6.16 έλαβε κατάθεση[1] από την ΜΚ3, πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι επέστησε την προσοχή του στο Νόμο μετά από μαρτυρία που είχε από τους συνάδελφους του που έφεραν τον κατηγορούμενο στο σταθμό. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 20.6.16 (Τεκμήριο 4). Στις 20.6.16 και ώρα 21:50 μετέβηκε στο δρόμο νέου Λιμανιού παρά το νέο Λιμάνι. Εκεί είδε τον κατηγορούμενο, εκτός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXX55, να προσπαθεί να αλλάξει το λάστιχο στο εν λόγω όχημα, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο. Παρόντες ήταν επίσης η ΜΚ3, ο ΜΚ4 και ο 9χρονος γιος του κατηγορούμενου και της ΜΚ
- Η ΜΚ3 του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε μεθυσμένος. Συγκεκριμένα η ΜΚ3 του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από το εστιατόριο στο οποίο εργάζεται η ίδια, αφού είχε ήδη καταναλώσει αλκοόλ, μαζί με τον 9χρονο γιο τους και στη συνέχεια τον βρήκε σταθμευμένο στο σημείο εκείνο. Ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα, ούτε τον ρώτησε αν οδηγούσε ο ίδιος. Δεν είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον 9χρονο γιο του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Η ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεσή της, ημερ. 20.6.16 (Τεκμήριο 2). Στις 20.6.16 ήταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο. Η ώρα 19:00 ο κατηγορούμενος πήγε στο εστιατόριο όπου η ίδια εργάζεται, με τον 9χρονο γιο τους, τον Μ., και κατανάλωσε αλκοόλ. Όταν σχόλασε, μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό και κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος θα οδηγούσε μεθυσμένος. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο εστιατόριο. Δεν είδε τον κατηγορούμενο όταν εκείνος έφυγε από το εστιατόριο. Ούτε είδε τον κατηγορούμενο να οδηγά. Όταν έφυγε από τον σταθμό, της τηλεφώνησε ο Μ. και κλαίγοντας της ανέφερε ότι ήταν στο αυτοκίνητο με οδηγό τον κατηγορούμενο και ότι σε κάποιο σημείο ο τελευταίος έχασε τον έλεγχο του οχήματος και έσκασε το λάστιχο. Η ίδια θεώρησε ότι οδηγούσε ο κατηγορούμενος γιατί στο εστιατόριο δεν είδε κάποιον άλλο μαζί του και δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στη σκηνή. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 21.6.16 (Τεκμήριο 5). Στις 20.6.16 και ώρα 21:40 οδηγούσε στο δρόμο προς το νέο λιμάνι. Το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένο στην άκρια του δρόμου. Ο κατηγορούμενος του έκανε σήμα για να σταματήσει και του ζήτησε βοήθεια να αλλάξει το λάστιχο. Δεν του ανέφερε ποιος οδηγούσε, ούτε τον ρώτησε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί, ούτε γνωρίζει αν αυτός οδηγούσε. Ερωτηθείς για ποιο λόγο αναφέρει στην κατάθεσή του ότι «κάποιος οδηγός αυτοκινήτου μου έκανε σήμα για να σταματήσω», απάντησε ότι αυτό είναι δικό του συμπέρασμα και ότι το υποψιάστηκε. Δεν γνωρίζει αν πριν φθάσει ο ίδιος στη σκηνή υπήρχαν άλλα άτομα. Όταν του υποβλήθηκε ότι μπορεί να οδηγούσε τρίτο πρόσωπο, απάντησε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει, ούτε μπορεί να πει. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω αυτολεξεί. Ειδική αναφορά γίνεται στη συνέχεια όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Επεξήγησε τις ενέργειες στις οποίες προέβη μετά που μεταφέρθηκε ο κατηγορούμενος στον αστυνομικό σταθμό. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Συνεπώς, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη. Οι ΜΚ2 και ΜΚ4 επίσης μου έκαναν καλή εντύπωση. Απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν με συνοχή και πληρότητα. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Περιέγραψαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν στη σκηνή. Θεωρώ ότι αμφότεροι οι μάρτυρες επιχείρησαν να παρουσιάσουν με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο τα όσα οι ίδιοι αντιλήφθηκαν στη σκηνή. Συνεπώς, η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη. Σε σχέση με την ΜΚ3 και ειδικότερα κατά πόσον οδηγούσε ο κατηγορούμενος, διαπιστώνεται αντίφαση στη μαρτυρία της. Στην κατάθεσή της, ημερ. 20.6.16 (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι όταν έφυγε από τον σταθμό, της τηλεφώνησε ο Μ. και κλαίγοντας της ανέφερε ότι ήταν στο αυτοκίνητο με οδηγό τον κατηγορούμενο. Θέση την οποία επανέλαβε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασής της όμως αρνήθηκε ότι ο Μ. της είπε ποιος οδηγούσε το όχημα. Επανεξεταζόμενη επανέλαβε ότι ο Μ. της είπε ότι οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Η αντίφαση αυτή είναι τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα επίδικα θέματα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πέραν αυτού, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στην κατάθεσή της μετέφερε τα όσα η ίδια αντιλήφθηκε ότι της είπε ο Μ. και δεν μπορεί να γνωρίζει αν έκανε λάθος ως προς το ποιος οδηγούσε το όχημα. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρη για τα όσα της είπε ο Μ. τηλεφωνικώς, απάντησε «δεν ξέρω, είναι μωρό, δεν ξέρω». Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, σε συνδυασμό με τις παλινδρομήσεις της ΜΚ3 κατά πόσον ο Μ. της ανέφερε ότι το όχημα οδηγείτο από τον κατηγορούμενο ή όχι, καθιστούν τη μαρτυρία της μη ασφαλή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το ζήτημα της προσέγγισης του Δικαστηρίου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου έχει εξεταστεί στην πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/14, ημερ. 22.6.16, Κόλιας v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 106/15 κ.ά., ημερ. 17.5.18). Η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η εξέτασή της γίνεται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας. Έχει ως βάση την κοινή λογική. Η αποδεικτική της αξία είναι μάλλον πειστική, παρά αποδεικτική, καθότι με αυτή δεν μπορούν να αποδειχθούν γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία αποδεικνύονται (Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ v. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/14 κ.ά., ημερ. 23.10.15). Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε αξία στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Κάποιοι ισχυρισμοί του δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε αυτούς να τοποθετηθούν, όπως ότι δεν του επιτράπηκε να δώσει κατάθεση και ότι του είπαν «κάτσε και μη μιλάς». Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του ότι οδηγούσε το όχημα ο XXXXX Βιολάρης δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε ανάλογο συμπέρασμα. Βάσει της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας καθώς και των παραδεκτών γεγονότων, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: ο κατηγορούμενος στις 20.6.16 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ
- Στις 20.6.16 βρισκόταν εκτός του εν λόγω οχήματος στο δρόμο του Νέου Λιμανιού παρά το Νέο Λιμάνι. Είχε στην εκπνοή του 92 εκατομμυριοστά αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, αντί
- Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι παραμένει ως επίδικο θέμα το κατά πόσον ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής (Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 10/18, ημερ. 9.11.18). Ουδείς εκ των μαρτύρων οι οποίοι κρίθηκαν αξιόπιστοι είδαν τον κατηγορούμενο να οδηγά το όχημα. Αντίθετα, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν ο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει, ούτε μπορεί να πει αν οδηγούσε άλλο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο. Στη βάση των τοποθετήσεων αυτών, και έχοντας υπόψη το σύνολο της υπόθεσης, θεωρώ ότι υπάρχει λογική αμφιβολία, η οποία αναδύεται από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κατά πόσο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα (Mariano v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 112/14, ημερ. 20.11.15). Ούτε και μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οδηγούσε ο κατηγορούμενος βάσει περιστατικής μαρτυρίας καθότι ελλείπει οποιαδήποτε (αξιόπιστη) μαρτυρία που να τοποθετεί τον κατηγορούμενο σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στη θέση του οδηγού. Είναι γνωστές οι αρχές ως προς τη σημασία της περιστατικής μαρτυρίας (Plesca v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 20/16, ημερ. 18.1.18, Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 96/2016, ημερομηνίας 28.11.2017). Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του πρέπει να είναι άμεση, αφενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας στην ενοχή του (Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102). Στην προκειμένη περίπτωση, ελλείπουν τα στοιχεία αυτά. Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Αλκοόλη [1] Η κατάθεση της μεταφράστριας (τεκμήριο 3) για τη μετάφραση της κατάθεσης της ΜΚ3 από τη μητρική της γλώσσα στα ελληνικά κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο