ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Mohamed κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15099/18, 18/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B174 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15099/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή -εναντίον-
- ΧΧΧΧΧ Mohamed
- ΧΧΧΧΧ Sharma Κατηγορούμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα Χρ. Σίρτσιην Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Σαουρής Για τον κατηγορούμενο 2: κα. Ε. Αντωνιάδου ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και άρθρα 2, 3, Πρώτος πίνακας Μέρος Ι,ΙΙ
(6)
(1)
(2), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα και πιο συγκεκριμένα ότι μεταξύ τους και με άλλο άγνωστο πρόσωπο συνωμότησαν στο να διαπράξουν το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξως Α, δηλαδή κοκαΐνης 4 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του υπουργού υγείας και η δεύτερη κατηγορία αφορά το ουσιαστικό αδίκημα της παράνομης κατοχής του πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Α, δηλαδή της κοκαΐνης βάρους 4 γραμμαρίων. Η τρίτη κατηγορία αφορά την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και συγκεκριμένα ότι οι κατηγορούμενοι μεταξύ τους και με άλλο άγνωστο πρόσωπο συνωμότησαν στο να διαπράξουν το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β και ουσιαστικά αφορά παράνομη κατοχή μισού γραμμαρίου κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς την άδεια του υπουργού υγείας και που αφορά το ουσιαστικό αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ακροαματική διαδικασία περιελάβανε παράθεση μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής δύο μαρτύρων και παράθεση σωρείας παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, περιορίζοντας έτσι και οι δύο πλευρές πολύτιμο Δικαστικό χρόνο και επίδικα θέματα και το Δικαστήριο επιδοκιμάζει την πιο πάνω στάση των ευπαιδευτών συνηγόρων και τους ευχαριστεί. Ως προς τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, αυτά δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, διότι αυτά έχουν μετουσιωθεί αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης. Το κύριο και αμφισβητούμενο σημείο στην παρούσα υπόθεση και που είναι ο πυρήνας της, είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι γνώριζαν για την ύπαρξη των ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν στον ουσιώδη χρόνο και τόπο και κατ΄ επέκταση αμφισβητούν την συνωμοσία μεταξύ τους και με το άλλο άγνωστο πρόσωπο στο να διαπράξουν το αδίκημα της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν ανεβρέθηκαν. Το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν δεν έχουν αμφισβητηθεί καα συνεπώς αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι την επίδικη ημέρα στο επίδικο σημείο, ανευρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες που αναφέρονται στο τεκμήριο
- Ούτε η διακίνηση των τεκμηρίων έχει αμφισβητηθεί και συνεπώς αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ανεύρεση, παραλαβή, παράδοση όών των τεκμηρίων, όχι μόνο των ναρκωτικών και γενικά η διακίνηση των τεκμηρίων έχει γίνει νομότυπα. Η ΜΚ 1 ως μέρος της κύριας εξέτασης της, υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις της, δηλαδή τα τεκμήρια 1 και
- Στο τεκμήριο 1 αναφέρει ότι υπηρετεί στην υπηρεσία καταπολέμησης ναρκωτικών (ΥΚΑΝ) και είναι τοποθετημένη στο κλιμάκιο της Λεμεσού και ότι στις 14 Αυγούστου 2018 ανέλαβε την διερεύνηση υποθέσεως παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Α και Β, δηλαδή κοκαΐνης και κάνναβης, με ύποπτους τους κατηγορούμενους και την ίδια μέρα προσήλθε στα γραφεία της ΥΚΑΝ ο Μ.Κ 2, όπου της παρέδωσε τα τεκμήρια που περιέγραψε και που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Την ίδια μέρα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, με τη βοήθεια διερμηνέα, ενημέρωσε γραπτώς τον πρώτο κατηγορούμενο για τα νομικά του δικαιώματα και ακολούθως υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Στη συνέχεια της ίδιας μέρας, στα ίδια γραφεία, ενημέρωσε γραπτώς τον δεύτερο κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα για τα νομικά του δικαιώματα και ακολούθως υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Αμέσως μετά, είχε συσκευάσει και σφράγισε τα ανευρεθέντα τεκμήρια στην παρουσία των κατηγορουμένων και του διερμηνέα, αφού προηγουμένως τους εξήγησε την διαδικασία σφραγίσεως, δίνοντας σχετικά διακριτικά, όπου στις σφραγίσεις υπέγραψε τόσο η ίδια, όσο και οι κατηγορούμενοι. Ακολούθως, με την βοήθεια διερμηνέα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού πρώτα του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο, καθώς επίσης έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο, μετά από γραπτή του συγκατάθεση, παρειακά επιχρίσματα από αυτόν, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε στην παρουσία του πρώτου κατηγορουμένου και υπέγραψε τόσο η ίδια, όσο και ο πρώτος κατηγορούμενος τα σχετικά διακριτικά. Ακολούθως, μετά από οδηγίες συγκεκριμένου συναδέλφου της, έλαβε τα δακτυλικά αποτυπώματα του πρώτου κατηγορουμένου, τα οποία εκτύπωσε στο δακτυλοσκοπικό έντυπο, το οποίο και υπέγραψε ο πρώτος κατηγορούμενος. Ακολούθως, συνάδελφος της, της παρέδωσε ένα σφραγισμένο καφέ φάκελο της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την περιγραφή δύο παρειακά επιχρίσματα του δεύτερου κατηγορουμένου, όπου έφεραν επίσης συγκεκριμένα διακριτικά, καθώς επίσης άλλος συνάδελφος της, της παρέδωσε ένα δακτυλοσκοπικό δελτίο του δεύτερου κατηγορουμένου και το έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη της. Μετά από δύο μέρες, παρέδωσε τα πιο πάνω τεκμήρια σε συνάδελφο της για να τα μεταφέρει για επιστημονικές εξετάσεις. Στην δεύτερη της κατάθεση, δηλαδή το τεκμήριο 2, αναφέρει ότι στις 10 Σεπτεμβρίου 2018, συγκεκριμένος συνάδελφος της, της παρέδωσε τα συγκεκριμένα τεκμήρια μετά το τέλος των επιστημονικών εξετάσεων από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Στις 6 Νοεμβρίου 2018 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, συνάδελφος της, της παρέδωσε συγκεκριμένα τεκμήρια, τα οποία διαχωρίστηκαν από το περιτύλιγμα τους από το γενικό χημείο του Κράτους, καθώς επίσης και λοιπά τεκμήρια. Στις 7 Νοεμβρίου 2018, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, παρέδωσε σε συνάδελφο της συγκεκριμένα τεκμήρια και συγκεκριμένα μόνο τα περιτυλίγματα, με σκοπό να τα μεταφέρει στο εργαστήριο διερεύνησης σκηνής εγκλήματος και εμφανίσεις αποτυπωμάτων στη Λευκωσία για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις. Στις 9 Νοεμβρίου 2018, συνάδελφος της, της παρέδωσε τα τεκμήρια με συγκεκριμένα διακριτικά και που αφορούσαν μόνο το περιτύλιγμα, μετά το τέλος των επιστημονικών εξετάσεων. Στη συνέχεια της κυρίας εξέτασης της, κατέθεσε ως τεκμήρια την γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε στο εδώλιο, τον κατάλογο τεκμηρίων όπου έχει κάνει αναφορά στις καταθεσεις της, καταθέτοντας τα ένα-ένα στο Δικαστήριο. Ολοκληρώνοντας την κύριως εξέταση της, είχε διευκρινίσει ότι δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια πέραν αυτών που έχει περιγράψει στις καταθέσεις της και αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο εδώλιο. Στη σύντομη αντεξέταση της, αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έγιναν με βάση και την ενημέρωση που είχε για να ανευρεθεί στον επίδικο χώρο το τρίτο πρόσωπο που ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος στην κατάθεση του και που τελικά δεν αναβρέθηκε, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν στην σκηνή όπου βρέθηκαν οι κατηγορούμενοι και οι ναρκωτικές ουσίες, αλλά έκανε έρευνα στην περιοχή για να εντοπίσει αυτό το άγνωστο πρόσωπο, που τελικά δεν εντοπίστηκε, μετά από κάποιες διακριτικές εξετάσεις που έγιναν από την ίδια και από συναδέλφους της στην περιοχή. Ο ΜΚ 2 ως μέρος της κύριας εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδη το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του, αναφέρει ότι υπηρετεί στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού και είναι τοποθετημένος στον ΟΠΕ Λεμεσού. Στις 13 Αυγούστου 2018, βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία για πρόληψη διαρρήξεων σε συγκεκριμένη οδό και τοποθεσία που ανέφερε μαζί με άλλους συναδέλφους του, όπου και αντιλήφθηκε τρία άτομα να κάθονται στο δρόμο γύρω από μικρό ξύλινο τραπεζάκι. Αμέσως σταμάτησε το περιπολικό όχημα και αφού βγήκε από αυτό, ο ένας από αυτούς που βρισκόταν στο μέρος τράπηκε σε φυγή, όπου καταδιώκτηκε από άλλο μέλος του ΟΠΕ, χωρίς να γίνει κατορθωτός ο εντοπισμός του, διότι το μέρος ήταν σκοτεινό. Ο μάρτυρας κατευθύνθηκε και περιόρισε στο σημείο όπου βρίσκονταν τα άλλα δύο άτομα και ζήτησε τα στοιχεία τους. Το ένα άτομο ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, αλλά δεν είχε οτιδήποτε στην κατοχή του που να φανερώνει την ταυτότητα του. Στη συνέχεια, από έλεγχο που έκανε στα στοιχεία του δεύτερου αλλοδαπού που βρισκόταν στο μέρος, διαπίστωσε ότι ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και βρισκόταν νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως φοιτητής. Ακολούθως, από έρευνα που έκανε στην παρουσία και των δύο στο τραπεζάκι όπου κάθονταν, εντόπισε μία πορτοκαλί νάιλον συσκευασία, η οποία περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, ενώ στο ίδιο τραπεζάκι υπήρχε ένα mouse ηλεκτρονικού υπολογιστή και ένα πακέτο τσιγάρων μάρκας Μarlboro. Αφού παρέλαβε με προφυλάξεις την νάιλον συσκευασία, διαπίστωσε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που περιείχε ήταν κάνναβη. Αμέσως πληροφόρησε στην αγγλική γλώσσα και τους δύο αλλοδαπούς ότι πρόκειται για κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται από το νόμο, τους επέστησε την προσοχή τους στον νόμο και δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση. Την ίδια μέρα τους συνέλαβε και τους δύο για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, τους εξήγησε τους λόγους της σύλληψης τους, τους επέστησε εκ νέου την προσοχή τους στο νόμο, χωρίς να απαντήσουν οτιδήποτε. Ακολούθως, τους πληροφόρησε προφορικά για τα νομικά τους δικαιώματα. Στη συνέχεια, αφού παρέλαβε το mouse ηλεκτρονικού υπολογιστή χρώματος μαύρου, διαπίστωσε ότι αυτό μετατρεπόταν σε ζυγαριά ακριβείας και ότι πάνω σε αυτήν υπήρχαν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, καθώς και ίχνη άσπρης σκόνης. Αμέσως την υπέδειξε και στους δύο, τους πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη είναι κάνναβη και ότι η άσπρη σκόνη πιθανόν να πρόκειται για ναρκωτική ουσία, τους επέστησε την προσοχή τους στον νόμο και πάλι δεν απάντησαν οτιδήποτε. Ακολούθως, παρέλαβε το άδειο πακέτο τσιγάρων που αναφέρθηκε πιο πάνω χρώματος μπλε και όπως διαπίστωσε εντός αυτού υπήρχε μία διαφανές νάιλον συσκευασία που περιείχε μέσα άσπρη σκόνη που ομοιάζει με κοκαΐνη. Αμέσως την υπέδειξε και στους δύο, τους πληροφόρησε ότι η άσπρη σκόνη πιθανόν να είναι κοκαΐνη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται, τους επέστησε την προσοχή τους στον νόμο και δεν απάντησαν οτιδήποτε. Ακολούθησε η ταυτοποίηση των στοιχείων του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος βρίσκεται στον κατάλογο stop list ως αναζητούμενο πρόσωπο, διότι καταδικάστηκε για κλοπή στο παρελθόν και αφού διευθετήθηκε η αναχώρηση του από την Κύπρο 9 Μαΐου 2016, χωρίς να αναχωρήσει και έκτοτε διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκτούτου τον συνέλαβε εκ νέου για αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού του εξήγησε τους λόγους συλλήψεως του, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε ΄΄please sir΄΄. Στη συνέχεια, οι δύο συλληφθέντες μεταφέρθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ακολούθησε η παράδοση των συλληφθέντων και των τεκμηρίων σε συγκεκριμένο συνάδελφο του, η οποία ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, δηλαδή ήταν η ΜΚ
- Ολοκληρώνοντας την κύριως εξέταση του, ανέφερε ότι οι ενέργειες του που έχει κάνει στην παρούσα υπόθεση καταγράφονται στην κατάθεση του και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι το πορτοκαλί σακουλάκι ήταν εμφανής, διότι δεν ήταν καλυμμένο, αλλά ήταν κλειστό και μπορούσε να διακρίνει κάποιος τι είχε στο εσωτερικό, εκτός βέβαια από την οσμή ΄΄που σε διαβεβαιώνει για την πράσινη ξηρή φυτική ύλη΄΄ όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αλλά αν την έπαιρνε στα χέρια του κάποιος που είναι ΄΄άσχετος΄΄, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, θα δυσκολευόταν να αντιληφθεί ότι πρόκειτο για πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν χρειάζεται πολλά για να καταλάβει ότι είναι κάνναβη ή όχι, δεν την άνοιξε, αλλά απλά την είδε και την μυρίστηκε και κατάλαβε ακόμα και με κλειστό σακούλι ότι ήταν κάνναβη. Οι άλλοι συνάδελφοί του που ήταν στη σκηνή δεν χρειάστηκε να προβούν σε οποιαδήποτε κατάθεση, διότι ο ίδιος ήταν ο βασικός μάρτυρας όπως ανέφερε. Ο άλλος συνάδελφος του που καταδίωξε το άλλο αγνωστο πρόσωπο, έχασε τα ίχνη του στο σκοτάδι, όπως του ανέφερε ο συναδελφος του και ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι πολύ δύσκολο να ανακοπεί κάποιος σε εκείνο το μέρος, ξεκαθαρίζοντας ότι αν υπήρχε πιθανότητα να συλληφθεί το άλλο πρόσωπο θα ήταν κι αυτός στην διαδικασία. Αναγνώρισε τους κατηγορούμενους στο ειδώλιο, οι οποίοι αναστατώθηκαν με την παρουσία της αστυνομίας, αφού άρχισαν να τρέμουν, δεν ήξεραν τι να πουν, σηκώθηκαν και οι δύο από τον ένα καναπέ που κάθονταν και δεν άρθρωναν λέξη από το στόμα τους και οι οποίοι καταλάβαιναν τι τους έλεγε και αυτό το έχει αντιληφθεί διότι εκ των υστέρων συνεννοήθηκαν μεταξύ τους στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα, διευκρινίζοντας ότι δεν γνωρίζει, τουλάχιστον για τον πρώτο κατηγορούμενο, για πιο αδίκημα αναστατώθηκε. Δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα κατά πόσο το τρίτο άτομο που καταδιώχτηκε φώναξε την λέξη ΄΄police΄΄. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου, ανέφερε ότι πάντα κάνουν γνωστή την ιδιότητα τους ως αστυνομικοί, διότι δύσκολα κάποιος άγνωστος μπορεί να αναγνωρίσει ότι είναι αστυνομικοί και για αποφυγή χειρότερων καταστάσεων σε περίπτωση μη αναγνώρισης τους. Την επίδικη βραδιά φορούσαν πολιτικά ρούχα και το όχημα, δηλαδή το περιπολικό όπου επέβαιναν, δεν είχε ούτε φάρους, ούτε σήμα και ότι η όλη σκηνή εντοπισμού των κατηγορουμένων και του άλλου προσώπου διέρκησε λίγα δευτερόλεπτα, έτσι ώστε να γίνει κατορθωτή η σύλληψη. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται τον τόπο διαμονής του δεύτερου κατηγορουμένου, ούτε εξακρίβωσε τον τόπο διαμονής του, θυμάται όμως ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι διαμένει κάπου εκεί κοντά στη σκηνή όπου έγινε η σύλληψη του. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς σε ποιον ακριβώς από τους δύο κατηγορούμενους και το τρίτο άτομο που διέφυγε ανήκουν τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει κατονομάσει τον κάτοχο των ναρκωτικών και συνεπώς δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο κάτοχος τους, εκφράζοντας παράλληλα σεβασμό στην υποβληθείσα θέση ότι τα ναρκωτικά ανήκουν στον τρίτο άτομο που διέφυγε. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος βρέθηκε εκεί στην λάθος στιγμή και καμία σχέση δεν είχε με τα ναρκωτικά και με τον χώρο, απάντησε ότι για την συγκεκριμένη περιοχή είναι λίγο δύσκολο να βρεθεί τυχαία στο συγκεκριμένο σημείο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος εκείνο το βράδυ περπατούσε για να πάει στο σπίτι του και γι' αυτό το λόγο ήταν εκεί την λάθος ώρα, την λάθος στιγμή, στο λάθος τόπο, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν εντοπίστηκε εν κινήση, αλλά γύρω από ένα τραπέζι μαζί με ακόμα δύο άτομα. Δεν είχε κάτι να προσθέσει σε υποβληθείσα θέση ότι όταν περπατούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, κάποιο άτομο του φώναξε να πάει εκεί αν θέλει δουλειά και τότε έγινε η ανακοπή. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, ανέφερε ότι η οδός διαμονής του πρώτου κατηγορουμένου είναι η ίδια με αυτήν όπου έγινε η ανακοπή. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 2 και την ολοκλήρωση των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους και αυτοί επέλεξαν τελικά όπως προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την κατηγορία που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Ως προς την κατηγορία της κατοχής, πολύ διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Elena Hiscock - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 183/ 2015 ημερ. 19/10/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ούτε και η γνώση μπορούσε να ταυτιστεί με κατοχή. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά στο υποστατικό όπου διαμένουν μαζί ή στο όχημα όπου διακινούνται, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή δε, θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος, κάποιο βαθμό ελέγχου επί των ναρκωτικών (R v. Irala-Prevost [1965] Crim. L.R. 606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle [1971] Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91). Στην υπόθεση R v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, ελέχθη ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι κάθε κατηγορούμενος είχε λόγο για το χειρισμό των ναρκωτικών. Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ΄αυτή (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals). Υπάρχει, όμως και η περίπτωση που ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί δευτερογενώς ως κάτοχος, υπό την έννοια της παροχής συνδρομής ή παρακίνησης (aiding and abetting). Η διάκριση εξηγείται στον Blackstone's Criminal Practice, 2016, B19.26, όπου για τη δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρονται τα εξής: «The second situation is where D aids and abets another to be in possession of a controlled drug. In this situation, there must be some evidence of assistance, or encouragement, or some element of control.» (Για την ίδια διάκριση βλ., επίσης, Searle, ανωτ. και R v. Downes [1984] Crim. L.R. 552). Έχει δε διευκρινιστεί ότι η ανοχή ή η συγκατάθεση (acquiescence) ενός συγκατοίκου δεν συνιστά, αφ΄ εαυτής, παροχή βοήθειας ή υποκίνηση. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, τουλάχιστον, ενθάρρυνση (R v. Conway and Burkes [1994] Crim. L.R. 887). .................................................................................................................................................................................................................................................................. Ως προς την έννοια του ελέγχου σε τέτοιες περιπτώσεις, χαρακτηριστική είναι η υπόθεση R v. Kousar [2009] EWCA Crim 139, στην οποία ευστόχως μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας. Στην υπόθεση εκείνη είχε ανευρεθεί στη σοφίτα της οικογενειακής οικίας μεγάλος αριθμός πλαστών προϊόντων (απομιμήσεις) τα οποία εμπορευόταν ο σύζυγος. Η σύζυγος κατηγορήθηκε για κοινή κατοχή με το σύζυγό της, ως αυτουργός (principal) και όχι υπό την έννοια της παροχής βοήθειας κτλ. Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι αυτή γνώριζε την ύπαρξη των προϊόντων στο σπίτι, ότι συνεργάστηκε και επέτρεψε να βρίσκονται εκεί, εφόσον κατελάμβαναν μεγάλο μέρος της αποθήκης, και ότι είχε τη δυνατότητα να ασκήσει έλεγχο σε σχέση με τα προϊόντα που βρίσκονταν στο σπίτι όπου ζούσε, υπό την έννοια ότι θα μπορούσε να απαιτήσει την απομάκρυνσή τους ή και να τα απομακρύνει η ίδια. Το Εφετείο, όπου κατέληξε η υπόθεση, εξέτασε την περίπτωση και υπό το πρίσμα της συνήθους οικογενειακής κατάστασης, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο ο/η σύζυγος μπορεί να θεωρηθεί ότι τελεί σε κοινή κατοχή των αντικειμένων μέσα στο σπίτι, τα οποία αποτελούν περιουσία του άλλου συζύγου. Επί αυτού ελέχθησαν τα εξής: «Permission may be something more than an acquiescence but even then is not in our judgment sufficient to render the permittor a person in possession of the goods. In the field of drugs offences there is a specific offence of permitting premises to be used for certain activities[2] but there is no equivalent in the legislation with which we are concerned. A finding of being able to exercise a measure of control, which is the basis upon which this issue was in due course left to the jury, is not the same as a finding that she did exercise control.» Από την άλλη, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Δημοκρατίας μας παρέπεμψε στην R v. Skye Case [2015] EWCA Crim 2080, υποδεικνύοντας ότι εκεί ελέχθη πως η παραπάνω διατύπωση στην Kousar ότι ακόμα και η παροχή άδειας (permission) δεν επαρκεί, δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αρχή γενικής εφαρμογής και πως όλα εξαρτώνται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ασφαλώς και κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων. Ακριβώς δε, η παραπάνω επιφύλαξη που διατυπώθηκε στην Skye Case ήταν το αποτέλεσμα εισήγησης ότι είχε εφαρμογή η Kousar στην υπόθεση εκείνη, όπου όμως τα γεγονότα ήταν ουσιωδώς διαφορετικά. Όσα λέχθηκαν, συνεπώς, στη Skye Case δεν είχαν την έννοια της ανατροπής ή έστω της αμφισβήτησης των όσων αποφασίστηκαν στην Kousar, υπό το φως των δικών της περιστάσεων.΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι η Μ.Κ. 1, θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Ως προς την επιλογή των κατηγορουμένων να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμα τους. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Αναμφίβολα, στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να καταδεικνύει γνώση των κατηγορουμένων ως προς την φύση των ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν, καθώς επίσης και ως προς το στοιχείο της κατοχής αυτών και αυτό διαφαίνεται εξ΄ άλλου και μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 που ευθαρσώς ανέφερε ότι δεν κατονόμασε οποιονδήποτε κάτοχο των ναρκωτικών και η κατηγορούσα αρχή στήριξε ουσιαστικά την υπόθεση της σε περιστατική μαρτυρία, ως ήταν και η σχετική εισήγηση της. Ως προς τον τρόπο αντίκρυσης της περιστατικής μαρτυρίας σχετική είναι η υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, όπου επιβεβαιώθηκε η σπουδαιότητα της, που τείνει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου, πολλές φορές αποκλείοντας και το ανθρώπινο λάθος, αφού εδράζεται σε συμπερασματική στοιχειοθέτηση ενός γεγονότος. H περιστατική μαρτυρία πρέπει να οδηγεί όχι μόνο σε εκδοχή συμβατή με την ενοχή ενός κατηγορουμένου, αλλά επίσης να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα παρά ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίαςπρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας διατυπώνονται σωστά στην πρωτόδικη απόφαση. Ότι αμφισβητείται κυρίως, όπως έχει σημειωθεί, είναι η ύπαρξη της περιστατικής μαρτυρίας που κρίθηκε ότι τεκμηριώνει την ενοχή των εφεσειόντων.» Όπου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (βλ. και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55). Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Κατ΄ αρχήν, ως προς το μέρος εκείνο των κατηγοριών που αφορούν συνωμοσίες εκ μέρους των κατηγορουμένων με άλλο άγνωστο πρόσωπο, ήτοι το άγνωστο πρόσωπο όπου στην θέα και στην παρουσία των αστυνομικών διέφυγε παρά την καταδίωξη που έγινε, το Δικαστήριο κρίνει ότι για αυτό το κομμάτι της συνωμοσίας δεν υπάρχει εκείνη η επαρκής μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν με εκείνο το άγνωστο πρόσωπο που διέφυγε, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι το μόνο στοιχείο που έχει το Δικαστήριο είναι αυτό της εν μέρει παρουσίας του στον χώρο πριν την σύλληψη των κατηγορουμένων και την ανεύρεση των πιο πάνω αναφερόμενων τεκμηρίων. Το ότι δεν έχει αποδειχθεί εκείνο το κομμάτι της συνωμοσίας με το άλλο άγνωστο πρόσωπο, δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η καταδίκη των κατηγορουμένων για συνωμοσία μεταξύ τους, χωρίς να χρειαστεί τροποποίηση του κατηγορητηρίου, ως προνοείται άλλωστε και μέσα από το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, διότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η απόδειξη ότι οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν με το άγνωστο πρόσωπο, αλλά είναι δυνατή η καταδίκη εάν αποδειχθεί ότι έχουν συνωμοτήσει μεταξύ τους. Στην Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, Ποιν. Εφ. 182/14 ημερ. 23.10.15 τονίστηκε με αναφορά και στην Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 ότι η διαφοροποίηση των λεπτομερειών δεν έχει επιπτώσεις στην καταδίκη εφόσον δεν αφορά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η μάρτυρας αυτή, ανακριτής ούσα της παρούσας υπόθεσης, παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, αποκάλυπτε την πηγή άντλησης της γνώσης της εάν κάτι δεν ενέπιπτε στην άμεση γνώση της, δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο εκ μέρους ότιδήποτε το επίληψιμο κατά την άσκηση των καθηκόντων της, ούτε οποιαδήποτε πρόθεση της να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε, ούτε οποιαδήποτε πρόθεση της να καταφύγει στην υπερβολή, στο ψεύδος ή στην ασάφεια. Έχει ικανοποιηθεί επίσης το Δικαστήριο ότι έχουν γίνει έρευνες για να εντοπιστεί το άλλο άγνωστο πρόσωπο, προσπάθειες που απέβησαν άκαρπες και γενικά το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για την πληρότητα κατά την εκτέλεση των ανακριτικών της καθηκόντων. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, αναμφίβολα η μαρτυρία του είναι αποφασιστικής σημασίας, διότι ήταν το άτομο το οποίο έδωσε μαρτυρία και που ήταν άμεσα και ενεργά εμπλεκόμενος στον εντοπισμό των κατηγορουμένων στην επίδικη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών και των λοιπών τεκμηρίων. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την φιλαλήθεια και ειλικρίνεια του μάρτυρα, την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του, χωρίς να διακρίνει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση ή εμμονή εκ μέρους του μάρτυρα στο να επιτύχει καταδίκη των κατηγορουμένων. Διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αντιλήφθηκε τους κατηγορούμενους και το τρίτο άγνωστο πρόσωπο που διέφυγε, ως επίσης και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανευρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες και τα λοιπά τεκμήρια. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς υπερβολές, υπεκφυγές ή προσφυγή του στην υπερβολή ή στο ψεύδος. Η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης, αλλά απεναντίας εξήλθε της διαδικασίας όχι μόνο αλώβητος, αλλά και ενισχυμένος από πλευράς αξιοπιστίας, δίνοντας λογικές και πειστικές απαντήσεις και εξηγήσεις. Έχει πειστεί το Δικαστήριο μέσα από τις εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας, ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη ήταν εμφανής διότι δεν ήταν εντελώς αδιαφανή η συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε και ότι αντιλήφθηκε ότι ήταν κάνναβη αφού όχι μόνο της είδε, αλλά και την οσμίστηκε. Το ότι δεν έχει δοθεί άλλη κατάθεση από άλλον αστυνομικό που ήταν παρών στην επίδικη σκηνή, δεν αποτελεί για το Δικαστήριο οποιαδήποτε παρατυπία και αποδέχεται την εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας ότι είναι ο βασικός μάρτυρας, έχοντας υπ΄ όψη την εμπλοκή του από την αρχή του εντοπισμού των κατηγορουμένων και του τρίτου άγνωστου προσώπου, ως επίσης και τον εντοπισμό των τεκμηρίων και τις συνομιλίες που είχε με τους κατηγορούμενους. Αποδέχεται επίσης το Δικαστήριο την αναφορά του μάρτυρα ότι ο συνάδελφος του δεν κατάφερε να ανακόψει το άλλο άγνωστο πρόσωπο, λόγω της ιδιομορφίας της συγκεκριμένης περιοχής και λόγω του σκοταδιού και είναι απόλυτα φυσιολογική η αναφορά του ότι εάν υπήρχε πιθανότητα να συλλαμβανόταν το εν λόγω άτομο θα ήταν εντός της διαδικασίας. Έχει πειστεί το Δικαστήριο μέσα από την αναφορά του μάρτυρα ότι οι κατηγορούμενοι αναστατώθηκαν και άρχισαν να τρέμουν από την παρουσία των αστυνομικών και ότι έκαναν οι αστυνομικοί γνωστοί την ιδιότητα τους, λόγω του ότι φορούσαν πολιτικά ρούχα και το περιπολικό δεν είχε φάρους ή διακριτικά της αστυνομίας για να αποφευχθούν χειρότερες καταστάσεις και ότι συνεννοήθηκε μεταξύ τους. Ως ένδειξη φιλαλήθειας, αντικειμενικότητας και αμεροληψίας κρίνεται από το Δικαστήριο η αναφορά του μάρτυρα ότι δεν γνωρίζει σε ποιον από τα τρία άτομα ανήκουν τα ναρκωτικά όπου ανευρέθηκαν. Ως απόλυτα λογική και πειστική είναι κρίνεται η αναφορά του μάρτυρα ότι είναι λίγο δύσκολο να βρεθεί κάποιος τυχαία στο συγκεκριμένο σημείο όπου βρέθηκαν οι κατηγορούμενοι, έχοντας υπ΄ όψη ότι οι κατηγορούμενοι δεν βρέθηκαν εν κινήσει στο σημείο και συνεπώς δεν ήταν περαστικοί, καθώς επίσης και λόγω της ώρας που βρέθηκαν εκεί, ήτοι γύρω στα μεσάνυκτα, όπου βρέθηκαν οι κατηγορούμενοι μαζί και με άλλο άτομο. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων, το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι δεν δύνανται να έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα για τους εξής λόγους και για κάθε ανώμοτη δήλωση ξεχωριστά: Ως προς την ανώμοτη δήλωση του πρώτου κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι υιοθετεί ουσιαστικά την κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία και έχοντας υπ΄ όψη ότι δεν έχει υιοθετηθεί ενόρκως και να αντεξεταστεί επί αυτής, δεν παρέχεται μαρτυρικό υπόβαθρο στο να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα από το Δικαστήριο ως προς το άλλοθι που προβάλλει, χωρίς βεβαίως αυτή η αξιολόγηση του Δικαστηρίου να σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος είχε το βάρος απόδειξης της αθωώτητας του, κάθε άλλο, είναι η κατηγορούσα αρχή που πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου 1 και ειδικότερα την συνωμοσία και την κατοχή των ναρκωτικών και ουσιαστικά το διανοητικό στοιχείο, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Εν πάση περιπτώσει, οι θέσεις του κατηγορουμένου 1 δεν καλύπτονται από αποδεχθείσες υποβληθείσες θέσεις και συνεπώς οι θέσεις του παρέμειναν ατεκμηρίωτες, η δε ανώμοτη του δήλωση άνευ αποδεικτικής αξίας. Τα ίδια, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και στην περίπτωση της ανώμοτης δήλωσης του δεύτερου κατηγορουμένου. Η θέση που προέβαλε ότι περνούσε τυχαία από την περιοχή και ότι άλλο άτομο του φώναξε και του πρότεινε εργασία στις οικοδομές και στην καθαριότητα, πέραν του ότι παρέμεινε αναπόδεικτη, τουλάχιστον ξενίζει να γίνεται κάτι τέτοιο σε μια τοποθεσία όπως την επίδικη και σε ώρα προχωρημένη, ήτοι γύρω στα μεσάνυκτα. Ούτε θα μπορούσε να αποδεικτεί η θέση του ότι ήταν περαστικός, διότι το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε την θέση του Μ.Κ 2 ότι ο Μ.Κ. 2 δεν εντοπίστηκε εν κινήσει, αλλά σε ένα τραπέζι μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο και το άλλο άγνωστο πρόσωπο. Κατ΄ επέκταση, η ανώμοτη του δήλωση, παρέμεινε άνευ αποδεικτικής αξίας, ως επίσης και η κατάθεση του, αφού αυτή δεν υιοθετήθηκε ενόρκως για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, χωρίς βεβαίως αυτή η αξιολόγηση του Δικαστηρίου να σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος είχε το βάρος απόδειξης της αθωώτητας του, κάθε άλλο, είναι η κατηγορούσα αρχή που πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου 2 και ειδικότερα την συνωμοσία και την κατοχή των ναρκωτικών και ουσιαστικά το διανοητικό στοιχείο, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Εν πάση περιπτώσει, οι θέσεις του κατηγορουμένου 2 δεν καλύπτονται από αποδεχθείσες υποβληθείσες θέσεις. Το ερώτημα τώρα που τίθεται, είναι κατά πόσο με βάση της υπάρχουσα μαρτυρία, περιστατική ούσα, έχει αποδειχθεί η συνωμοσία μεταξύ των κατηγορουμένων στο να κατέχουν τις πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες και ουσιαστικά εάν αποδείχθηκε το νοητικό στοιχείο. Η περιστατική μαρτυρία που υπάρχει είναι ουσιαστικά η ακόλουθη και είναι εξαιρετικά απλή και ξεκάθαρη και πιο συγκεκριμένα: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, την επίδικη ημέρα κοντά στα μεσάνυκτα, κάθονταν σε ένα τραπέζι μαζί με ένα άλλο άγνωστο άτομο στην οδό που αναφέρθηκε στην μαρτυρία του ο Μ.Κ. 2, ο οποίος τους εντόπισε, έκανε γνωστή την ιδιότητα του μαζί με τους άλλους συναδέλφους του αστυνομικούς, το τρίτο άγνωστο άτομο διέφυγε της καταδίωξης που έγινε από συνάδελφο του Μ.Κ. 2. Οι κατηγορούμενοι έτρεμαν από τν φόβο τους και δεν ήταν τυχαία η παρουσία τους στον χώρο. Είναι η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία ικανή, με βάση τα πιο πάνω εκτεθέντα νομολογιακά κριτήρια, να οδηγήσει στο μόνο ασφαλή εύρημα και συμπέρασμα ενοχής εναντίον των κατηγορουμένων ως προς το νοητικό στοιχείο που απαιτείται για την συνωμοσία και την γνώση τους ως προς την κατοχή των πιο πάνω ναρκωτικών ουσιών με βάση επίσης τα νομολογιακά κριτήρια που αναφέρθησαν πιο πάνω; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική για τους πιο κάτω λόγους και που αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο τα ναρκωτικά να ανήκαν στο τρίτο άτομο που τελικά διέφυγε: Το τρίτο άτομο που ήταν μαζί με τους κατηγορούμενους διέφυγε της καταδίωξης του Ο Μ.Κ. 2 ευθαρσώς, με ειλικρίνεια και εντιμότητα ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τον κάτοχο τον ναρκωτικών, αφού δεν είχε τέτοια ένδειξη Ουδέν δακτυλικό αποτύπωμα ή γενετικό υλικό των κατηγορουμένων ανευρέθηκε επί των αντικειμένων - τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και που υπήρχαν εντός αυτών οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες και που να καταδεικνύει κατοχή και γνώση ότι πρόκειται περί ναρκωτικών ουσιών Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι θεάθηκαν να αγγίζουν τα πιο πάνω τεκμήρια Με μόνη την αναφορά του μάρτυρα ότι η κάνναβη ήταν εμφανής, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι επαρκής, με βάση τα πιο πάνω νομολογιακά κριτήρια, ότι είχαν κατοχή και μάλιστα κοινή των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών ή να είχαν μια κοινή παρακαταθήκη, ως ερμηνεύθηκε από την πιο πάνω νομολογία, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι κάποιος ΄΄άσχετος΄΄ ήτοι κάποιος που δεν γνωρίζει από ναρκωτικές ουσίες δεν θα καταλάμβαινε ότι είναι κάνναβη και στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει στοιχείο ή μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν από ναρκωτικές ουσίες ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το νοητικό στοιχείο που απαιτείται για την συνωμοσία και την κατοχή και γενικά την γνώση ως προς τις επίδικες ναρκωτικές ουσίες και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και απαλλάσσονται της κράτησης. (Υπ.) ............ Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συνωμοσία, κατοχή ελεγχόμενου φάρμακου τάξεως Α και Β cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο