← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ηλία, Αρ. Υπόθεσης: 18941/16, 19/12/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ηλία, Αρ. Υπόθεσης: 18941/16, 19/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B175 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18941/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ Ηλία Κατηγορούμενος ---------------------------------------- Ημερομηνία: 19/12/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Θεμιστοκλέους Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κοινής επιθέσεως, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 1 Ιουνίου 2016 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά τις παραπονούμενης. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την ίδια ημέρα που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία εισήλθε στο γυμνάσιο Ύψωνα που τελούσε στην κατοχή της διευθύντριας του σχολείου με σκοπό να ενοχλήσει. H MAΡΤΥΡΙΑ Ως ΜΚ 1 κατέθεσε η παραπονούμενη, η οποία ως μέρος της κύριας εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
  3. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι είναι μαθήτρια της τρίτης τάξης του γυμνασίου Ύψωνα και ότι την επίδικη ημέρα μετέβηκε στο σχολείο και παρακολούθησε τα μαθήματα της. Περίπου η ώρα 9.30 της ίδιας ημέρας, βγήκε από την αίθουσα των καθηγητών με σκοπό να πάει στην τάξη της για να συνεχίσει τα μαθήματα της. Βγαίνοντας έξω στο διάδρομο, είδε τον κατηγορούμενο με τον οποίο είχε δεσμό παλιά και να την πλησιάζει. Μαζί της εκείνη την ώρα ήταν μία συμμαθήτρια της που κατονόμασε. Όταν ο κατηγορούμενος την έχει πλησιάσει αρκετά, άρχισε να της μιλάει απότομα και να την ρωτά γιατί δεν του απαντά το τηλέφωνο. Η παραπονούμενη δεν του έδωσε εξηγήσεις και τότε ο κατηγορούμενος της έδωσε ένα χαστούκι στο αριστερό μάγουλο και στην αριστερή ωμοπλάτη. Την ίδια στιγμή ήρθαν εκεί διάφοροι καθηγητές για να την βοηθήσουν. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αντιδρά και να φωνάζει, ενώ σε κάποια στιγμή της είπε ότι το βράδυ θα πάει στο σπίτι της για να τα πει όλα στον πατέρα της, χωρίς να ρωτήσει η παραπονούμενη τι εννοούσε. Όταν ήρθαν οι καθηγητές εκεί, της ζήτησαν να πάει στην τάξη της και για αυτόν το λόγο έφυγε από εκεί. Όπως θυμάται η ίδια, εκεί ήταν ο γυμναστής του σχολείου τον οποίο κατονόμασε, και άλλοι δύο φιλόλογοι που επίσης είχε κατονομάσει, εξέφρασε άγνοια όμως εάν είδαν τι ακριβώς έγινε. Με τον κατηγορούμενο διέκοψε τον δεσμό που είχαν κατά τα τέλη του 2015, ενώ τους τελευταίους τρεις με τέσσερις μήνες δεν του απαντά τα τηλέφωνα, αφού το έκανε φραγή στο τηλέφωνο της. Όταν διατηρούσε δεσμό με τον κατηγορούμενο δεν συζούσαν και φαίνεται ότι δεν αποδέχεται ο κατηγορούμενος το γεγονός ότι χώρισαν, όπως είναι η έκφραση της. ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα πάει στο σπίτι της και θα τα ισοπεδώσει όλα. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος χτύπησε την παραπονούμενη και δεν ήταν ξανά επιθετικός εναντίον της. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης της, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήταν 15 ετών, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν εξωσχολικός. Πήγε στην αστυνομία να κάνει την καταγγελία, η αστυνομία είδε τους μώλωπες από τα χτυπήματα που είχε πριν, την έστειλαν στο νοσοκομείο για εξετάσεις τις οποίες έκανε και πιο συγκεκριμένα πήγε στις πρώτες βοήθειες, είχε φουσκώσει στο σημείο που χτυπήθηκε, έγινε μώλωπας και έδειξε τον αριστερό ώμο της. Ήρθαν κάποιοι καθηγητές και εκείνη ήταν που χώρισαν την παραπονούμενη από τον κατηγορούμενο από την εμπλοκή που έγινε, εξέφρασε άγνοια εάν οι καθηγητές είδαν τα επεισόδια από την αρχή και ο κατηγορούμενος ήθελε να ξαναχτυπήσει την παραπονούμενη, όπου μπήκε στη μέση τους ο γυμναστής που κατονόμασε και τράβηξε τον κατηγορούμενο προς τα πίσω. Ένιωσε τρόμο και δεν ήξερε τι να κάνει. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο τον γνώριζε πριν ένα χρόνο, είχε δεσμό μαζί του μέχρι τα τέλη του 2015 και ο δεσμός τους διήρκεσε έξι με εφτά μήνες. Ακολούθως έκανε φραγή κλήσεων και δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα. Το επίδικο επεισόδιο έγινε κατά τις 9.30 το πρωί και επανέλαβε τις συνθηκες κάτω από τις οποίες αυτό έγινε. Το περιστατικό έγινε στο χώρο στάθμευσης του σχολείου, περιγράφοντας τον χώρο και ο κατηγορούμενος ήθελε κάτι να της πει και την πήρε εκεί, όπου την χτύπησε, άρχισε να της φωνάζει διάφορα πράγματα, ότι δεν του απαντά τα τηλέφωνα και ότι δεν θέλει να έχει επαφή μαζί του και την χτύπησε πίσω στην αριστερή ωμοπλάτη, όπου ήρθαν οι καθηγητές και τους χώρισαν. Εκεί ήταν ένας φίλος του κατηγορουμένου και μια φίλη της παραπονούμενες, η οποία πήγε να φωνάξει τους καθηγητές, διότι φοβήθηκε και κατονόμασε την φίλη και συμμαθήτρια της που έκανε αυτή την ενέργεια και η οποία δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι τέτοιο περιστατικό δεν έγινε. Πήγε στο νοσοκομείο επειδή είδαν στην αστυνομία τους μώλωπες και πιο συγκεκριμένα στο ώμο της από τα χτυπήματα του κατηγορουμένου, το μάγουλο της είχε κοκκινίσει και μετά δημιουργήθηκε μώλωπας, διότι η παραπονούμενοι έχει πρόβλημα με τα αιμοπετάλια της και γι' αυτό βγαίνουν τόσο έντονα τα σημάδια πάνω της, απαντώντας σε υποβληθείσα θέση ότι δεν δημιουργείται μώλωπας σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Όταν πήγε στην αστυνομία είχε μώλωπα και ο γιατρός που την εξέτασε της είπε ότι είναι ένα απλό χτύπημα και ότι είναι μέσα στη λογική να προκαλέσει μώλωπα και της είπε εάν θέλει να μείνει στο νοσοκομείο αν εμφανιστούν συμπτώματα μετά, αλλά η παραπονούμενη εξέφρασε την επιθυμία ότι δεν ήθελε να μείνει μέσα στο Νοσοκομείο, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε τραύμα, λέγοντας επίσης ότι εάν δεν είχε οποιοδήποτε τραύμα δεν θα την έστελνε η αστυνομία στο νοσοκομείο. Ανέφερε επίσης ότι στο νοσοκομείο της είπαν ότι ήταν για προληπτικούς λόγους για μετέπειτα συμπτώματα που της είπαν για να μείνει μέσα στο νοσοκομείο και που αυτή αρνήθηκε και δεν της έδωσαν φάρμακα για μώλωπες. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την χτύπησε στην ωμοπλάτη με χαστούκι και δεν κρατούσε ρόπαλο. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι η κατάθεση της έχει εκδικητικό χαρακτήρα, ανέφερε ότι αν δεν ήθελε η ίδια να κάνει κατάθεση θα έκανε κατάθεση κάποιος εκ μέρους του σχολείου και ότι δεν είναι παράλογοι οι καθηγητές και η διευθύντρια του σχολείου. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την ξαναχτυπήσει και τότε ο γυμναστής τον τράβηξε από πίσω και όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο να την χτυπήσει, τότε απάντησε υπό τύπου ερωτήσεως αάν αυτά όλα είναι αποκύημα του μυαλού της ίδιας και των καθηγητών. Ως ΜΚ 2 κατέθεσε η διευθύντρια του σχολείου, η οποία ως μέρος της κύριας εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
  4. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, περίπου η ώρα 10.30, ενημερώθηκε ότι στην αυλή του σχολείου, ένας εξωσχολικός χτυπούσε μία μαθήτρια τους. Αμέσως κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του γραφείου της, είδε την παραπονούμενη να στέκεται στην αυλή του σχολείου και δίπλα της ένας άγνωστος της νεαρός, εξωσχολικός, να την χαστουκίζει στο πρόσωπο. Αμέσως μαζί με τον γυμναστή που κατονόμασε και άλλους καθηγητές, καθώς επίσης και έναν καθηγητή που επίσης κατονόμασε, πήγαν στο σημείο όπου ήταν η παραπονούμενη. Εκεί οι καθηγητές απομάκρυναν το νεαρό, αλλά εκείνος φώναζε και απειλούσε, λέγοντας της ότι θα πάει εκείνο το βράδυ στο σπίτι της, χωρίς να μπορεί να πει με λεπτομέρεια τι ακριβώς έλεγε. Απομάκρυνε την παραπονούμενη από το σημείο και την οδήγησε στο γραφείο της, όπου εκεί η παραπονούμενη της εξήγησε ότι πρόκειται για κάποιον με τον οποίο είχε δεσμό αλλά έχουν διακόψει. Το συγκεκριμένο πρόσωπο πρώτη φορά το είδε η μάρτυρας και δεν είναι άτομο που απασχόλησε ξανά το σχολείο. Ως διεύθυνση του σχολείου έχει παράπονο για την είσοδο του προσώπου αυτού στο σχολείο με σκοπό να ενοχλήσει την μαθήτρια τους. Ο εξωσχολικός βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του σχολείου πλησίον των γραφείων της και γι' αυτό έχει οπτική επαφή μαζί του και είδε όταν χτύπησε την παραπονούμενη. Ο χώρος όπου βρισκόταν ήταν εντός του σχολείου μέσα στον περιφραγμένο χώρο. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της, ανέφερε ότι είναι εκπαιδευτικός και διευθύντρια στο γυμνάσιο Ύψωνα, αναγνώρισε την παραπονούμενη και όταν της υποδείχτηκε ο κατηγορούμενος στο εδώλιο, ανέφερε ότι νομίζει ότι είναι το άτομο που ανέφερε στην κατάθεση τους ότι ήταν ο εξωσχολικός που χτύπησε την παραπονούμενη. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι κάτω από το γραφείο της έχει θέα στην αυλή και έτυχε να είναι όρθια εκείνη τη στιγμή και κατονόμασε τους συνάδελφους της από τους οποίους ζήτησε να τρέξουν στην αυλή και έτρεξαν και άλλοι καθηγητές. Ενημερώθηκε γι' αυτό το περιστατικό από συγκεκριμένο συνάδελφο της και ήρθαν κι άλλοι καθηγητές και εκείνη τη στιγμή προκλήθηκε πανικός και εξέφρασε την άποψη η μάρτυρας ότι το περιστατικό το είδε πρώτη. Περιέγραψε την απόσταση μεταξύ του σημείου που βρισκόταν και του σημείου που έγινε το επίδικο περιστατικό, λέγοντας ότι έβλεπε καθαρά τις φιγούρες των προσώπων και την όλη σκηνή. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο χώρος στάθμευσης του σχολείου είναι εκτός του σχολείου, λέγοντας ότι είναι ο περιβάλλον χώρος του σχολείου. Όταν έγινε το περιστατικό ήταν σε ώρα διαλείμματος και οι μαθητές μπορούν να πάνε εκεί όπου βρέθηκε και η παραπονούμενη και δεν είναι απαγορευτικό να μεταβαίνουν σε εκείνο το σημείο δηλαδή στον χώρο στάθμευσης.Η παραπονούμενη τους ανέφερε ότι ήρθε ο νεαρός για να την βρει, χωρίς να γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν και αν υπήρχε συνεννόηση γι' αυτό. Είδε την παραπονούμενη απέναντι από το νεαρό και την χτύπησε στο πρόσωπο και αυτό το είδε, αφού έτυχε να είναι όρθια τότε, διευκρινίζοντας ότι τους συναδέλφους της καθηγητές τους έστειλε μετά από αυτό το περιστατικό. Το χαστούκι δεν ήταν διαρκείας και ενημερώθηκε η μάρτυρας ότι ήταν εξωσχολικός. Συγκεκριμένο συνάδελφος είπε ότι χτυπούν μια μαθήτρια και η ίδια είδε το χαστούκι, ενώ άλλοι συνάδελφοί της δεν το είδαν, αλλά τους έστειλε για βοήθεια. Εκ των υστέρων έμαθε ότι είναι εξωσχολικός. Ακολούθως η παραπονούμενη ήρθε μαζί της μαζί με άλλους συναδέλφους της, όπου εκεί ήταν και υποδιευθυντές. Από οπτική επαφή που είχε δεν υπήρχαν κακώσεις, αλλά η παραπονούμενη της παραπονέθηκε ότι χτυπήθηκε. Η μάρτυρας ανέφερε ότι θα μεριμνούσε να την δει γιατρός αν ήταν κάτι σοβαρό, κάλεσαν τους γονείς της παραπονούμενης, ήρθε η μητέρα της και θα το θυμόταν η μάρτυρας εάν ζητείτο να εξεταστεί από γιατρό. Δεν θυμάται εάν η παραπονούμενη ήρθες στο σχολείο την επόμενη μέρα του συμβάντος και την επίδικη ημέρα δεν είχε μώλωπες. Οι καθηγητές έτρεξαν πρώτοι και δεν θυμάται εάν ο εξωσχολικός είχε ήδη φύγει και οι συνάδελφοι της έτρεξαν πιο γρήγορα. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν μπορούσε να δει το χαστούκι από την απόσταση που ήταν η ίδια, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι υπήρχαν αυτοκίνητα που εμπόδιζαν την οπτική επαφή με την παραπονούμενη, λέγοντας ότι το παράθυρο της είναι σε υψομετρική διαφορά και κάτω έχει βάθος, τα αυτοκίνητα ήταν μακριά και η μαθήτρια φαινόταν. Ανέφερε ότι ο σκοπός που ήρθε να μαρτυρήσει είναι για να πει την αλήθεια και για να ξεδιαλύνει την υπόθεση όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ανέφερε ότι είναι ανυπόστατη η θέση που της υποβλήθηκε ότι ο εξωσχολικός δεν πήγε στο σχολείο αλλά στον χώρο στάθμευσης που δεν είναι χώρος του σχολείου. Κατά την επανεξέταση της διευκρίνισε ότι ο χώρος στάθμευσης περιβάλλεται από κάγκελα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος, κατατέθηκαν εκ συμφώνου για σκοπούς λήψης η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο και η κατηγορία που απαγγέλθηκε σε αυτόν και η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της. Το Δικαστήριο με ενδιαμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, όπου ζητήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του που τον εκπροσωπούσε τότε μια νέα ημερομηνία για να ξεκαθαρίσει ποιο δικαίωμα θα ασκήσει ο κατηγορούμενος, αφού βεβαίως προηγουμένως επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του. Στην επόμενη δικάσιμο, η ευπαίδευτη συνήγορος που τον εκπροσωπούσε ζήτησε άδεια όπως αποσυρθεί από δικηγόρος του κατηγορουμένου, λόγω διαφωνίας στο χειρισμό της υπόθεσης του και αφού αποσύρθηκε η δικηγόρος, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία όπως συνεχίσει η διαδικασία χωρίς δικηγόρο και επέλεξε όπως παραμείνεις σιωπηλός, δεν προσκόμισε μαρτυρία και η διαδικασία ολοκληρώθηκε με σύντομες αγορεύσεις και ουσιαστικά αγόρευσε μόνο η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και ο κατηγορούμενος συνέχισε να παραμένει σιωπηλός. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές». Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574. Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος). Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, το άρθρο 280 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα με τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Ø η είσοδος σε περιουσία Ø η περιουσία δεν είναι στην κατοχή του αδικοπραγούντα Ø ο αδικοπραγών έχει σκοπό (πρόθεση) Ø να διαπράξει ποινικό αδίκημα ή Ø να εκφοβίσει, εξυβρίσει ή ενοχλήσει το νόμιμο κάτοχο της περιουσίας. Το αδίκημα στοιχειοθετείται και στην περίπτωση που ο αδικοπραγών εισέλθει νόμιμα στην περιουσία, αλλά παραμείνει σε αυτήν παράνομα με πρόθεση να διαπράξει ποινικό αδίκημα ή με πρόθεση να εκφοβίσει, εξυβρίσει ή ενοχλήσει το νόμιμο κάτοχό της. Η «είσοδος» είναι συστατικό στοιχείο του εγκλήματος - Μαρτυρία για «άγγιγμα» παραθύρου οικίας παραπονουμένου από εφεσείοντα, χωρίς προσδιορισμό μέρους, που άγγιζε, ή αν με το άγγιγμα, οποιοδήποτε μέρος του σώματος του εφεσείοντα εισήλθε μέσα στο χώρο της οικίας - Ακύρωση καταδίκης.
(1989)2 Α.Α.Δ. 401 ΦΛΟΥΡΗΣ Κ. ΦΛΟΥΡΗ V ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ. Το Άρθρο 280 δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος. ..................................... Παρ' όλον ότι ο εφεσείων είχε εισέλθει νόμιμα στο υποστατικό η συμπεριφορά του στη συνέχεια κατέστησε την παραμονή του εκεί παράνομη, αφού άρχισε να εξυβρίζει, να σπάζει έπιπλα και να απειλεί την παραπονούμενη. Δεν ήταν απαραίτητο, βεβαίως, για να χαρακτηριστεί ως παραβατική η συμπεριφορά του, κάποιος να ζητήσει ρητά την αποχώρησή του από το υποστατικό. Είναι προφανές ότι αμέσως μετά την παραβατική συμπεριφορά του, ο εφεσείων παράμενε πλέον στο υποστατικό παρανόμως. Η παραμονή του εκεί, με πρόθεση να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφεται στο Άρθρο 280 του Κεφ. 154, καθιστά την παραμονή (βλέπε και The Penal Law of India, 9η έκδοση, σελ. 3576-72 (Νεόφυτος Ιωάννου V Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493). Είσοδος εντός περιουσίας κατά τη διάρκεια της νύκτας κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 - Πρόθεση όχλησης - Συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος - Η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις της υπόθεσης - Το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα - Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης, φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης - Μαχητό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του - Αν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. ................................ Ο εφεσείων έχει επιδιώξει τον παραμερισμό της πιο πάνω καταδίκης του. Διατείνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πρόθεση του εφεσείοντα να οχλήσει ως απαιτεί το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του έκαμε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στη θεμελιακή υπόθεση R. v. Steane [1947] 1 All E.R. 813, 816: "No doubt, if the prosecution prove an act the natural consequences of which would be a certain result and no evidence or explanation is given, then a jury may, on a proper direction, find that the prisoner is guilty of doing the act with the intent alleged..". Σε μετάφραση: «Χωρίς αμφιβολία, εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει μια πράξη της οποίας η φυσική συνέπεια θα είναι κάποιο αποτέλεσμα και δεν δίδεται μαρτυρία ή εξήγηση, τότε οι ένορκοι, με ορθή καθοδήγηση, θα μπορούν να βρουν ότι κατηγορούμενος είναι ένοχος διάπραξης της πράξης με την ισχυριζόμενη πρόθεση.» Εφόσον - συνεχίζει η εισήγηση - ο εφεσείων εξήγησε ότι εισήλθε στο διαμέρισμα του παραπονούμενου όχι για να κλέψει αλλά αναζητώντας στοιχεία ότι σε αυτό διέμεναν οι Ρωσσοπόντιοι που ανέλαβε τα παρακολουθήσει και το Κακουργιοδικείο δεν απέκλεισε αυτή την εξήγηση, τυγχάνει εφαρμογής η υπόθεση Steane (πιο πάνω) με συνέπεια να μη έχει αποδειχθεί το στοιχείο της πρόθεσης. Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georgiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε» ". direct evidence of intention can hardly ever be produced and the intention has in most cases to be inferred from the circumstances. There is a well-known presumption that every man intends the probable consequence of his act. The presumption is rebuttable, but if it is not rebutted it will stand. The annoyance which is spoken of in Sec. 41, I.P.C., is not intended to be instantaneous. It may happen subsequently". Σε μετάφραση: «.άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο». Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ορθά έχει επισημανθεί από το Κακουργιοδικείο, ο εφεσείων γνώριζε ότι στο διαμέρισμα κατοικούσαν κάποια πρόσωπα. Ωστόσο εισήλθε στο διαμέρισμα από την «μπαλκονόπορτα» κατά τη διάρκεια της νύκτας και επεδίωξε να το ερευνήσει. Θεωρούμε ότι η πρόσκληση ενόχλησης στους ενοίκους του διαμερίσματος λόγω της παρουσίας του, υπό τις συνθήκες που έχουν προαναφερθεί, αποτελεί φυσική συνέπεια της εισόδου του εφεσείοντα. Η πρόκληση ενόχλησης είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη. Ακολουθεί πως το πιο πάνω τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί και ορθά το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε την ύπαρξη του στοιχείου της πρόθεσης όχλησης (Χριστάκης Ανδρέου Ανθία V Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404). Το Άρθρο 280 του Κεφ. 154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας (ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ V ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2007)2 Α.Α.Δ. 354). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Η παραπονούμενη άφησε εξαιρετικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής, το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την αξιοπιστία, φιλαλήθεια, αντικειμενικότητα και αμεροληψία της μάρτυρος και η ιδιότητα της ως παραπονούμενης, καμιά αμφιβολία δεν άφησε στο Δικαστήριο για την αξιοπιστία της, διότι δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση της μάρτυρος να καταφύγει στην υπερβολή, στο ψεύδος ή στην ασάφεια με σκοπό να επιτύχει την καταδίκη του κατηγορούμενου. Η φυσικότητα και η απλότητα των απαντήσεων της και του τρόπου που έδινε μαρτυρία εντυπωσίασαν το Δικαστήριο, καθότι ως ανήλικη ακόμα, εντούτοις έδωσε στο Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, με απλό και φυσικό τρόπο την εικόνα για το πως έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση της, αλλά απεναντίας εξήλθε από την διαδικασία αλώβητη και ενισχυμένη και απαντούσε με φυσικές και λογικές απαντήσεις, χωρίς να διακρίνει το Δικαστήριο όποιονδήποτε προσχεδιασμό στην μαρτυρία της. Έχει πειστεί μάλιστα το Δικαστήριο απόλυτα για το γεγονός ότι η ίδια έχει ευαισθησία με τα αιμοπετάλια της και αυτός είναι ο λόγος που δημιουργείται μώλωπας στο μέρος όπου χτυπήθηκε και συγκεκριμένα στον μάγουλο και στην ωμοπλάτη. Το ότι δεν προσκομίστηκε ιατρική μαρτυρία, ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία της για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, διότι δεν απαιτείται η απόδειξη πραγματικής σωματικής βλάβης, αφού η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κοινής επιθέσεως που δεν απαιτείται η απόδειξη πραγματικής σωματικής βλάβης. Εντούτοις το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η παραπονούμενοη παρουσίασε μώλωπες και φούσκωμα δυνάμει και της ευαισθησίας που έχει με τα αιμοπετάλια της και είναι απόλυτα φυσιολογικό αυτά να παρουσιάστηκαν μετά από το περιστατικό που έγινε στο σχολείο και την στιγμή που την είδε η διευθύντρια του σχολείου, διότι το Δικαστήριο αποδέχεται το γεγονός ότι είναι η αστυνομία που την παρέπεμψε στο νοσοκομείο να εξεταστεί από γιατρό, δηλαδή σε μεταγενέστερο στάδιο από την στιγμή που την είδε η διευθύντρια του σχολείου και το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστη την αναφορά της παραπονούμενης τα όσα ανέφερε περί επίσκεψης της στις στις πρώτες βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού και ότι παρουσίαζε τον μώλωπα και το κοκκίνισμα και ότι επιθυμούσε να μην παραμείνει στο νοσοκομείο, παρά τις στάσεις των ιατρών. Το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει όποιαδήποτε εκδικητική στάση της παραπονούμενης, διότι ούτως ή άλλως υπάρχει και η δεύτερη κατηγορία, όπου το παράπονο υποβλήθηκε από την διευθύντρια του σχολείου, η οποία για τους λόγους που επεξηγούνται και αναλυτικά πιο κάτω, το Δικαστήριο επίσης αποδέχεται την μαρτυρία της ΜΚ 2 ως αληθή και αξιόπιστη, η οποία μάλιστα ΜΚ 2 υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού και συνεπώς ουδεμία εκδικητική στάση διαφάνηκε από την παραπονούμενη. Ως προς τις υποβληθείσες θέσεις που έγιναν στην παραπονούμενη και η παραπονούμενη της αρνήθηκε, αυτές παρέμειναν αναπόδεικτες, διότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να κριθεί με τη σειρά της ως αξιόπιστη. Επειδή δεν αποτελούν επίδικα θέματα άλλα περιστατικά που δεν καλύπτονται από το κατηγορητήριο και που αναφέρθησαν από την παραπονούμενη, αυτά αγνοούνται και δεν λαμβάνονται υπ΄ όψη. Συνεπώς και για τους λόγους που αναφέρθησαν πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Η ΜΚ 2 άφησε επίσης πολύ θετική και εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο, διότι μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής, το Δικαστήριο έχει αντιληφθεί και πειστεί απόλυτα ότι η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, με αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία. Έχει παραθέσει με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της ως αυτόπτης μάρτυρας. Έχει πειστεί απόλυτα το Δικαστήριο ότι η μάρτυρας, ούσα εκπαιδευτικός, είχε γνώμονα και πυξίδα όπως πει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια και να εξυπηρετηθούν τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Δικαιοσύνης, δηλαδή για να πει την αλήθεια, αλλά και να προστατεύσει το χώρο που υπηρετεί, δηλαδή την εκπαίδευση και ιδιαίτερα το σχολείο όπου υπηρετούσε. Νοιάστηκε άμεσα και γνήσια για την σωματική ακεραιότητα της παραπονούμενης, η οποία δέχτηκε απρόκλητη επίθεση από εξωσχολικό, δηλαδή από τον κατηγορούμενο και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι αυτό ήταν το ενδιαφέρον της, το οποίο είναι γνήσιο και λογικό και αυτός ήταν ο λόγος που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να πει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια ή εμμονή της μάρτυρος στο να βοηθήσει την παραπονούμενη ή να επιτύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου και αυτό έγκειται άλλωστε στην εντιμότητα και ειλικρίνεια της ότι δεν ήταν απόλυτα βέβαιη ότι ο εξωσχολικός που είδε ήταν ο κατηγορούμενος, χωρίς βέβαια αυτό να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, διότι ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από την παραπονούμενη και ήταν το μοναδικό πρόσωπο που χτύπησε την παραπονούμενη την επίδικη ημέρα και ώρα στον επίδικο χώρο, δηλαδή στον περιφραγμένο χώρο στάθμευσης του σχολείου. Έχει πειστεί απόλυτα το Δικαστήριο μέσα από τις λογικές της εξηγήσεις και αναφορές ότι το όλο περιστατικό έλαβε χώρα στο χώρο του σχολείου και ότι μπορούσε να διακρίνει το όλο περιστατικό μέσα από την απόσταση που υπήρχε μεταξύ της ίδιας, δηλαδή το γραφείο που βρισκόταν όρθια και του χώρου στάθμευσης όπου έγινε το επίδικο περιστατικό, λόγω και της υψομετρικής διαφοράς που υπάρχει, αλλά και της απουσίας οπτικών εμποδίων, δηλαδή αυτοκινήτων ή άλλων αντικειμένων που να εμπόδιζαν την οπτική της επαφή. Οι υποβληθείσες θέσεις που έγιναν στην μάρτυρα παρέμειναν βεβαίως αναπόδεικτες, αφού η πλευρά της υπεράσπισης δεν προσκόμισε αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να κριθεί αξιόπιστη. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, αλλά απεναντίας η μάρτυρας παρέμεινε αλώβητη και ακλόνητη από την διαδικασία της αντεξέτασης και εξήλθε ενισχυμένη. Συνεπώς και για τους λόγους που αναφέρθησαν πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της μάρτυρος ως αληθή και αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω αποδεχθείσες ως αξιόπιστες μαρτυρίες, αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος, το πρωϊνό της 1ης Ιουνίου 2016, εισήλθε παράνομα, όντας εξωσχολικός, στο γυμνάσιο Ύψωνα στη Λεμεσό, με σκοπό να ενοχλήσει και πιο συγκεκριμένα να δημιουργήσει φασαρία, φωνάζοντας και απειλώντας την παραπονούμενη και ακολούθως την χαστούκισε στο πρόσωπο και στην ωμοπλάτη, όπου στην παραπονούμενη, λόγω της ευαισθησίας που έχει με τα αιμοπετάλια της, της δημιουργήθηκε μώλωπας και πρίξιμο από τα κτυπήματα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, το οποίο έγινε αντιληπτό όταν η αστυνομία την παρέπεμψε για ιατρική εξέταση στις πρώτες βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού και δεν έγιναν αντιληπτοί οι μώλωπες όταν έληξε άμεσα το περιστατικό στο σχολείο. Ευτύχημα ήταν που παρενέβησαν καθηγητές και ειδικότερα ο γυμναστής του σχολείου και αποφέφθηκαν χειρότερες εξελίξεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία και των δύο κατηγοριών και κατ΄ επέκταση, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή επίθεση, είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό την ενόχληση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.