← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κατσιαρή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16410/14, 14/12/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κατσιαρή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16410/14, 14/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16410/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα αρχή -Εναντίον- ΧΧΧΧΧ Κατσιαρή ΧΧΧΧΧ Ιωάννου Κατηγορούμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα Χρ. Σίρτσιην Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Καλλής Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Χρ. Χατζηλοϊζου ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες, καθώς για την τρίτη κατηγορούμενη η υπόθεση έχει ολοκληρωθεί σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, αφού έχει αθωωθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Στην πρώτη κατηγορία, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298, και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2010 και Αυγούστου 2011 στην Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και των άρθρων 2,3,4

(1)(iii)
(2)και 5
(1)του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2010 και Αυγούστου 2011 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή αδίκημα συγκάλυψης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος την δεύτερη κατηγορία την έχει παραδεχτεί. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4
(1)(iii)
(2)και 5
(1)του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2010 και Αυγούστου 2011 στην Λεμεσό, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό των € 263.000 αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησαν και κατείχαν το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 290 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2010 και Αυγούστου 2011 στην Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από την παραπονούμενη το χρηματικό ποσό των €263.000, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι οι κατηγορούμενοι προσποιήθηκαν ψευδώς ότι θα επένδυαν το πιο πάνω ποσό για την αγορά ενός τεμαχίου γης που θα αγόραζαν, ακολούθως θα το πωλούσαν μέσω κάποιου επενδυτή με το όνομα XXXXX Γεωργιάδης και από την πράξη αυτή θα διπλασίαζαν το πιο πάνω ποσό, με αποτέλεσμα να τους δώσει το χρηματικό ποσό των € 263.000, ενώ στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήσαν ψευδή. Η πέμπτη κατηγορία αφορά μόνο το δεύτερο κατηγορούμενο και στην οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή και αφορά το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση των άρθρων 360, 35 και 20 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο δεύτερος κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2010 και Αυγούστου 2011 στην Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως Χάρη Γεωργιάδη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Αν και υπόθεση εναντίον της τρίτης κατηγορουμένης όπως αναφέρθηκε πιο πάνω έχει ολοκληρωθεί, εντούτοις έχει δοθεί μαρτυρία η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων και την τρίτη κατηγορούμενη, αλλά και τους άλλους δύο κατηγορούμενους, συνεπώς για σκοπούς πληρότητας και μόνο θα παρατεθεί η μαρτυρία που δόθηκε στο σύνολο της, βεβαίως τα όσα έχουν ως επίκεντρο αμιγώς την πρώην κατηγορούμενη 3 θα αγνοηθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Η ΜΚ 1 είναι αυτή που κατηγόρησε την πρώην κατηγορούμενοι 3 και η οποία ανέφερε ότι δεν παραδέχεται και ότι δεν ξέρει οτιδήποτε και κατέθεσε την κατάθεση της τρίτης κατηγορουμένης, δηλαδή το τεκμήριο 2, στην οποία κάνει αναφορά ότι ξεχάστηκαν κάποιες σφραγίδες στο κομμωτήριο της, τις οποίες φύλαξε και σε κατοπινό στάδιο η παραπονούμενη της εξιστόρησε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 την εξαπάτησαν με τον τρόπο που της αφηγήθηκε και τότε θυμήθηκε τις σφραγίδες και της έδωσε στην παραπονούμενη. Κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση της τρίτης κατηγορουμένης, στην οποία κάνει αναφορά ότι η πρώτη κατηγορούμενη της ζήτησε εάν ήθελε ο σύζυγός της να μιλήσει στο τηλέφωνο με κάποιον και τότε η κατηγορούμενη 3 αρνήθηκε και τότε η κατηγορούμενη 1 την ερώτησε αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο εάν ήταν διαθέσιμος για αυτόν το σκοπό και τότε η κατηγορούμενη 1 κατευθύνθηκε προς το μέρος του κατηγορουμένου 2, όπου ακολούθως δεν γνωρίζει τι ειπώθηκε μεταξύ τους. Έμαθε για την επένδυση, ξεχάστηκαν οι σφραγίδες της πρώτης κατηγορουμένης στο κομμωτήριο της και ξεκαθάρισε ότι είναι η πρώτη κατηγορούμενη που της ξέχασε και όχι η παραπονούμενη. Παρεξηγήθηκε με την πρώτη κατηγορούμενη για οικονομικούς λόγους, όμως η κατηγορούμενη 1 της επέστρεψε πίσω τα οφειλόμενα ποσά. Αρνήθηκε ότι είχε ερωτικό δεσμό με τον κατηγορούμενο 2 και ότι του ζήτησε να κάνει χάρη σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 και ούτε έλαβε χρήματα από την κατηγορούμενη 1 και ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 2 παρουσιαζόταν ως επενδυτής. Η κατάθεση της πρώτης κατηγορουμένης εμπλέκει την τρίτη κατηγορούμενη, αφού την σύστησε στον δεύτερο κατηγορούμενο για να κάνει ένα τηλέφωνο και να συστηθεί ως XXXXX Γεωργιάδης. Ακολούθησε τηλέφωνο της τρίτης κατηγορουμένης προς τον δεύτερο κατηγορούμενο για να τηλεφωνήσει της παραπονούμενης και να της συστηθεί ως XXXXX Γεωργιάδης, αλλά στην τρίτη κατηγορούμενη της είπε ότι ο XXXXX Γεωργιάδης είναι υπαρκτό πρόσωπο. Το τηλεφώνημα έγινε από τον δεύτερο κατηγορούμενο προς την παραπονούμενη και η ίδια ήταν παρούσα και ούτε ο κατηγορούμενος 2 ήξερε τότε ότι ο XXXXX Γεωργιάδης δεν υπήρχε. Έγινε η συνάντηση μεταξύ του Χάρη Γεωργιάδη και της παραπονούμενης και της πρώτης κατηγορουμένης την πρώτη φορά, την δεύτερη φορά ήταν ακόμα άλλα δύο άτομα στη συνάντηση, της έδειξε ο δεύτερος κατηγορούμενος έγγραφα τα οποία του έδωσε η πρώτη κατηγορούμενη στο κομμωτήριο της τρίτης κατηγορουμένης, ως επίσης υπήρχαν και σφραγίδες που έκανε η πρώτη κατηγορούμενη, οι οποίες είναι ψεύτικες τις οποίες ξέχασες το κομμωτήριο της τρίτης κατηγορουμένης. Προφορικά αναγνώρισε τους κατηγορούμενους, κατέθεσε τις σφραγίδες για τις οποίες έγινε αναφορά και άλλα λοιπά τεκμήρια, όπως επιταγή και αποδείξεις, καταστάσεις λογαριασμών της πρώτης κατηγορουμένης και αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί ως ανακριτής. Στην αντεξέταση αναφέρθηκε σε ενέργειες που έκανε και γενικά στα ζητήματα που αφορούν την πρώτη κατηγορούμενη και την παραπονούμενη, όπως πχ η επιστροφή χρημάτων και υπογραφή προς αυτόν το σκοπό του τεκμηρίου 15 και γενικά ανέφερε την περιήλθε στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως ανακρίτρια όπως είναι πχ η διαπίστωση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είναι επενδυτής, αλλά πυροσβέστης, καθώς επίσης και για ποσά που επέστρεψε η πρώτη κατηγορούμενη στην παραπονούμενη. Ως προς την τρίτη κατηγορούμενη, ανέφερε ότι της είπε η παραπονούμενη ότι η τρίτη κατηγορούμενοι στην κατάθεση της, δηλαδή η παραπονούμενη ανέφερε στο κομμωτήριο της τρίτης κατηγορουμένης τι είχε πάθει και τότε οι κατηγορούμενοι 3 της έδωσε τις σφραγίδες. Το τεκμήριο 16 είναι παραδεκτό και ανάφερε ότι συνέλαβε την τρίτη κατηγορούμενη, της επέστησε την προσοχή της στον νόμο και τι απάντησε η τρίτη κατηγορούμενη. Το τεκμήριο 17 είναι η ανακριτική κατάθεση της τρίτης κατηγορουμένης, που απλά αναφέρει ότι θα συμβουλευτεί το δικηγόρο της και το τεκμήριο 18 αφορά μόνο τον κατηγορούμενο
  3. Η Μ.Κ. 2 είναι η παραπονούμενη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε τις καταθέσεις της, στις οποίες αρχικά κάνει αναφορά στην συνθήκες γνωριμίας με την πρώτη κατηγορούμενη, τα ποσά που έδωσε η παραπονούμενη στην πρώτη κατηγορούμενη και τι της έλεγε, στις συναντήσεις που είχε με τον XXXXX Γεωργιάδη, στα λεγόμενα που της είπαν ότι έγινε η πώληση του ακινήτου και ότι θα έπαιρναν τα λεφτά, ότι η πρώτη κατηγορούμενη την έπαιρνε σε διάφορες τράπεζες και η παραπονούμενη περίμενε έξω και η κατηγορούμενη 1 της έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να μην της δώσει τα οφειλόμενα χρήματα. Αναφέρθηκε στο πως διαπίστωσε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν ο Χάρης Γεωργιάδης και στην συνάντηση που είχαν και που παραδέχθηκε ότι η πρώτη κατηγορούμενη του είπε τι να κάνει με αντάλλαγμα € 50.000 και πιο συγκεκριμένα την προσποίηση ότι ήταν ο Χάρης Γεωργιάδης και τα συναφή περί του ακινήτου. Ακολούθως πήγε στο κομμωτήριο της τρίτης κατηγορουμένης και την άκουσε ότι θα κορόιδευαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κάποια κοπέλα και ότι θα του έδωσε € 50.000 και ότι η πρώτη κατηγορούμενη έγγραφε στον δεύτερο κατηγορούμενο τι θα έλεγε. Τότε ήταν που η τρίτη κατηγορούμενη της είπε ότι η πρώτη κατηγορούμενη άφησε κάποιες σφραγίδες στο κομμωτήριο. Τότε ήταν που μίλησε ξανά η παραπονούμενη με τον πρώην Δικαστή που κατονόμασε και της είπε ότι δεν είχε πουλήσει κάτι και ούτε είχε δοθεί προκαταβολή και ότι όλα ήταν απάτη και να φροντίσει να πάρει πίσω τα χρήματα της. Ακολούθως αναφέρει ότι η πρώτη κατηγορούμενη ουδέποτε αρνήθηκε το ποσό που εισέπραξε και αναφέρθηκε στην ρύθμιση που έγινε για να εξοφληθεί το ποσό και τι ποσά δόθηκαν έναντι, ως επίσης και η μεταβίβαση ενός διαμερίσματος που έγινε έναντι του χρέους. Επίσης κάνει αναφορά για τις τρεις σφραγίδες τις οποίες και παρέδωσε, στις αποδείξεις είσπραξης ποσών και γενικά ποσών που εισέπραξε η παραπονούμενη από την πρώτη κατηγορούμενη, στην συμφωνία διευθέτησης του υπολοίπου ποσού που οφείλει η πρώτη κατηγορούμενη στην παραπονούμενη, στην ακάλυπτη επιταγή που έδωσε η πρώτη κατηγορούμενη στην παραπονούμενη και στο υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε οφειλόμενο. Ακολούθως είχε ξεκαθαρίσει το οφειλόμενο ποσό και την προέλευση των χρημάτων που έδωσε η πρώτη κατηγορούμενη και τέλος γίνεται αναφορά στην αναγνώριση του δεύτερου κατηγορουμένου. Προφορικά, αναγνώρισε και τους τρεις κατηγορούμενους, τις σφραγίδες, δηλαδή το τεκμήριο 9 που της έδωσε η τρίτη κατηγορούμενη, καθώς επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 24, αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως την ακάλυπτη επιταγή που έδωσε η πρώτη κατηγορούμενη σε αυτήν, ως επίσης και τις αποδείξεις ιισπράξεων δηλαδή τα τεκμήρια 11 α έως γ, καθώς επίσης και τα τεκμήρια 14 και 15 που αφορούν την διευθέτηση του οφειλόμενου ποσού μεταξύ πρώτης κατηγορουμένης και παραπονούμενης, αναλύοντας τα και περιγράφοντας τις συνθηκες και τους λόγους κάτω από τις οποίες έχουν συνταχθεί. Δεν έχει δει τους τρεις κατηγορούμενους μαζί, αλλά μια φορά η τρίτη κατηγορούμενη έφερε την πρώτη κατηγορούμενη σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο όπου έγινε συνάντηση που αναφέρθηκε. Έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με την συνάντηση που είχα, στο σπίτι του πρώην Δικαστή που κατονομάστηκε, ποιοι ήταν εκεί παρόντες και τι συζητήθηκε εκεί, στην επιστροφή από την ίδια των ποσών που έλαβε από τους συγγενείς της, στο υπόλοιπο ποσό που παραμένει οφειλόμενο και την αστική διαδικασία που ακολούθησε για είσπραξη του ποσού. Αναφέρθηκε επίσης και στα ψέματα που της έλεγε η πρώτη κατηγορούμενη ότι θα επισκέπτονταν ένα δικηγόρο με συγκεκριμένο όνομα και τις δικαιολογίες που της έβρισκε. Η τρίτη κατηγορούμενη δεν είχε άλλη εμπλοκή από αυτήν που ανέφερε. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στο αρχικό ποσό που δόθηκε από αυτήν στην πρώτη κατηγορούμενη και τι ποσό παρέμεινε οφειλόμενο μετά από πληρωμές που έγιναν, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι έχει λάβει περισσότερα χρήματα και παρέπεμπε στα όσα είχε αναφέρει στις καταθέσεις της. Αναφέρθηκε επίσης ότι της μεταβιβάστηκε ένα διαμέρισμα έναντι του χρέους, αναφέρθηκε στην συνάντηση που είχε στο σπίτι του πρώην Δικαστή που κατονόμασε, ο οποίος είχε ένα ακίνητο για πώληση, ο οποιος σε κατοπινό στάδιο της είπε ότι ήταν απάτη. Ανέφερε ότι στους συγγενείς της από τους οποίους έλαβε χρήματα τους είπε ότι θα τα έδινε στην κατηγορούμενη 1 και οι οποίοι εμπιστεύονταν την παραπονούμενη. Στη συνάντηση που έγινε στο σπίτι του πρώην Δικαστή, απάντησε σε ερώτηση της πρώτης κατηγορουμένης για το πως πάει δουλειά και πως προχωρά, προφανώς για την πώληση του ακινήτου, και αυτός, ήτοι ο πρώην Δικαστής, απάντησε ότι πηγαίνει καλά, χωρίς οτιδήποτε άλλο και χωρίς να ειπωθεί οτιδήποτε για προκαταβολή. Αναφέρθηκε επίσης στην γνωριμία που είχε με την πρώτη κατηγορούμενη, στην εμπιστοσύνη που αποκτήθηκε και στα ποσά που έδωσε στην πρώτη κατηγορούμενη, στην προέλευση των χρημάτων και τι της έλεγε η πρώτη κατηγορούμενη. Για τον δεύτερο κατηγορούμενο αναφέρθηκε στις συναντήσεις που είχε μαζί του και με την πρώτη κατηγορούμενη σε διάφορα ξενοδοχεία, την διαπίστωση της ότι δεν υπήρχε επένδυση και την νομική συμβουλή που έλαβε από δικηγόρο. Αναφέρθηκε στα τεκμήρια 14 και 15 τα οποία συντάχτηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους αντίστοιχα. Αναφέρθηκε επίσης στην συνάντηση που έγινε τον Αύγουστο του 2011 και επισκέφτηκε την οικία του δεύτερου κατηγορουμένου και της είπε για τις ενέργειες που έκανε ο δεύτερος κατηγορούμενος που του είπε η πρώτη κατηγορούμενη. Επίσης ανέφερε ότι η τρίτη κατηγορούμενη ήταν υποβοηθητική προς το άτομο της παράπονουμενης και ότι απλά η τρίτη κατηγορούμενη κατέβασε την πρώτη κατηγορούμενη σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο που έγινε συνάντηση και η τρίτη κατηγορούμενη έφυγε. Η ΜΚ 3 υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο 25, ως μέρος της κύριας εξέτασης της, που παρεπιπτόντως αναγνώρισε αναγνώρισε την πρώτη κατηγορούμενη και στην κατάθεση της κάνει αναφορά ότι η παραπονούμενη της είπε ότι επιθυμεί να κάνει μια επένδυση και ότι χρειάζονταν κάποια χρήματα και να της έδινε κάποια από τα οποία θα είχε κέρδος και αφορούσε η επένδυση κάποιο ακινήτου, χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες. Πράγματι, αφού μίλησε με το σύζυγό της, αποφάσισαν να της δώσουν κάποια χρήματα, τα οποία ανέφερε ότι θα είχαν κέρδος και τόκους, χωρίς να γνωρίζει επακριβώς το ύψος του. Τότε δεν γνώριζε ούτε για την πρώτη κατηγορούμενη, ούτε για κάποιον χάρη Γεωργιάδη. Όταν δεν αποδόθησαν τα αναμενόμενα και μετά από πιέσεις, συναντήθηκε με την πρώτη κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγό της και την παραπονούμενη, όπου δοθείσαν κάποια χρήματα, με την υπόσχεση της πρώτης κατηγορουμένης για επιστροφή των υπολοίπων ποσών. Μεσολάβησε και ο χωρισμός με το σύζυγό της και πίεσε περισσότερο για να της δοθούν τα χρήματα, προβάλλοντας η πρώτη κατηγορούμενη διάφορες δικαιολογίες. Δόθηκαν κι άλλα χρήματα, δηλαδή ακόμα €5.000 όπως την πρώτη φορά και παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο €30.000 και έγινε πρόταση από την πρώτη κατηγορούμενη προς αυτήν, όπως μένει σε ένα διαμέρισμα χωρίς ενοίκιο και ότι θα της επέστρεφε τα χρήματα, όπως και έγινε, δηλαδή μετακόμισε σε εκείνο το διαμέρισμα και η παραπονούμενη της επέστρεψε το υπόλοιπο ποσό που της αναλογούσε, δηλαδή € 15.000, αφού τις άλλες € 15.000 αναλογούσαν στο σύζυγό της με τον οποίο χώρισε και στον οποίο ουδέποτε του επιστράφηκε η αναλογία του ποσού. Δε γνωρίζει οτιδήποτε για όποιονδήποτε χάρη Γεωργιάδη και η ίδια ανέφερε ότι δεν είχε να κάνει οτιδήποτε με την πρώτη κατηγορούμενη, παρά μόνο με την παραπονούμενη που είναι θεία της. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στην επαγγελματική και προσωπική της κατάσταση, στην προέλευση των χρημάτων που δόθηκαν στην παραπονούμενη και ότι είναι με την παραπονούμενη που υπήρχε συνεννόηση και μόνο εκ των υστέρων μίλησε με την πρώτη κατηγορούμενη. Αναφέρθηκε στην επιστροφή χρημάτων από την παραπονούμενη και γενικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επιστράφηκαν τα χρήματα. Αναφέρθηκε στην συμφωνία που έγινε όπως διαμένει η ίδια σε διαμέρισμα της πρώτης κατηγορουμένης χωρίς ενοίκιο, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις περί του αντιθέτου, δηλαδή ότι το μηνιαίο ενοίκιο θα ήταν € 450 και θα αφαιρείται από το οφειλόμενο ποσό. Η ΜΚ 4 ως μέρος της κύριας εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο 26 και προφορικά αναγνώρισε την πρώτη κατηγορούμενη. Η ΜΚ 4 που είναι η μητέρα της ΜΚ 3 στην κατάθεση της και αυτή με την σειρά της κάνει αναφορά στα χρήματα που έδωσε στην παραπονούμενη για επένδυση, η οποία θα γινόταν, στο αναμενόμενο κέρδος που θα είχε η επένδυση, στην προέλευση των χρημάτων, πέρασε το χρονικό διάστημα όπου αναμενόταν η επιστροφή των χρημάτων, ζήτησε να μιλήσει τηλεφωνικώς με την πρώτη κατηγορούμενη, η οποία προέβαλε δικαιολογίες και μάλιστα κατόπιν προτροπής της πρώτης κατηγορουμένης, ανοίχτηκε συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός σε συγκεκριμένη τράπεζα για να κατατεθούν εκεί τα χρήματα, πράγμα που δεν έγινε. Ακολούθησε η έκδοση ακάλυπτης επιταγής για συγκεκριμένο ποσό και η προβολή διαφόρων δικαιολογιών και γενικά απαιτούσε τα χρήματα της από την παραπονούμενη. Προφορικά, ανέφερε ότι μετά την κατάθεση της η παραπονούμενη την έχει εξοφλήσει και δεν υπάρχει οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση από την παραπονούμενη και όχι από την πρώτη κατηγορούμενη, στην οποία διοχετεύθηκαν οι € 100.000 που έδωσε στην παραπονούμενη που είναι η αδερφή της και ήταν αυτή που πήρε το διαμέρισμα ως αντάλλαγμα των € 100.000 και στο οποίο έμενε για κάποιο διάστημα η κόρη της. Η ΜΚ 5 ως μέρος της κύριας εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο 27, στην οποία και αυτή με τη σειρά της κάνει αναφορά ότι η αδερφή της, δηλαδή η παραπονούμενη της ανέφερε για μία επένδυση που θα γινόταν σε τεμάχια γης και ότι θα τριπλασιάζονταν τα χρήματα της και συνολικά έδωσε στην παραπονούμενη το ποσό των €30,000, η οποία με την σειρά της τα έδωσε στην πρώτη κατηγορούμενη. Ήταν παρούσα όταν η κατηγορούμενη 1 τηλεφωνούσε στην αδελφή της για την επιστροφή χρημάτων, κάνοντας αναφορά για το πότε συνάντησε για πρώτη φορά την πρώτη κατηγορούμενη. Όταν καθυστερούσε να γίνει η πράξη, επικοινώνησε με την πρώτη κατηγορούμενη, η οποία την καθησύχαζε και η οποία σε κατοπινό στάδιο της ανέφερε ότι και η ίδια έχει εξαπατηθεί και ότι θα επέστρεφε τα χρήματα με τόκο. Ανέφερε ότι έλαβε από το ποσό των €30,000 το ποσό των €8,000 από την αδελφή της. Δεν έχει συναντηθεί ποτέ με κάποιον Χάρη Γεωργιάδη. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι δεν είχε ποτέ οποιανδήποτε συνάντηση με οποιοδήποτε πρόσωπο. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στο ποσό που δόθηκε και στην προέλευση του και το οποίο καταβαλλόταν σταδιακά. Ανέφερε επίσης ότι ουσιαστικά συναλασσόταν με την παραπονούμενη, στο πότε συνάντησε για πρώτη φορά την πρώτη κατηγορούμενη, στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την πρώτη κατηγορούμενη και γενικά αναφέρθηκε στο πως την γνωρίζει. Σήμερα έχει πάρει όλα τα χρήματα της πίσω και ξεκαθάρισε ότι ήταν παρούσα στο τηλεφώνημα μεταξύ παραπονουμένης και πρώτης κατηγορουμένης και όχι σε άμεση συνάντηση μεταξύ αυτής, της παραπονούμενης και της πρώτης κατηγορούμενης. Ο Μ.Κ.6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 30, στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 31, κάνοντας μια συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο της, ήτοι ότι η τρίτη κατηγορούμενη γνώριζε τι έπραττε ο δεύτερος κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Στο τεκμήριο 31 ο δεύτερος κατηγορούμενος κάνει αναφορά στο πως γνωρίστηκε με τις κατηγορούμενες 1 και 3, ανακαλώντας τα όσα ανάφερε στο τεκμήριο 29 περί ερωτικού δεσμού με την πρώτη κατηγορούμενη, λέγοντας ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την τρίτη κατηγορούμενη και η οποία τον παρακάλεσε να αποδειχθεί την προτροπή της πρώτης κατηγορουμένης όπως προσποιηθεί τον κτηματομεσίτη και στην πορεία των εξελίξεων η τρίτη κατηγορούμενη ήταν ενήμερη για το τι συνέβαινε και ότι παρίστανε ο δεύτερος κατηγορούμενος ψευδώς τον κτηματομεσίτη και η οποία σε κατοπινό στάδιο κάλεσε τον δεύτερο κατηγορούμενο να σταματήσει αυτές τις ενέργειες. Προφορικά αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο και αναφέρθηκε στις οδηγίες που έλαβε από την Μ.Κ. 1 για τις ενέργειες που θα προέβαινε και δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε δώσει και άλλη κατάθεση. Η Μ.Κ. 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο 32, στην οποία αναφέρει ότι είναι παντρεμένη με τον Μ.Κ. 8, αναφέρθηκε στην γνωριμία της με την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία την ρώτησε εάν γνωρίζει για κάποιο μεγάλο τεμάχιο που πωλείται, όπως και έμαθε, ήτοι για ένα τεμάχιο που πωλείται και που ανήκει στην οικογένεια του πρώην Δικαστή που αναφέρθηκε. Έδωσε το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη στην πρώτη κατηγορουμένη, η οποία την ενημέρωσε ότι θα γινόταν συνάντηση σε ξενοδοχείο με τον XXXXX Γεωργιάδη και την παραπονούμενη, όπου και συναντήθηκαν. Η πρώτη κατηγορουμένη της υποσχέθηκε ότι θα της δώσει κάποιο ποσό λόγω της μεσολάβησης της να βρεθεί ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου. Στην συνάντηση ήρθε ο XXXXX Γεωργιάδης, τον οποίο περιέγραψε ως ενδιαφερόμενο αγοραστή και ότι η πράξη είναι εντάξει και προχωρά και στην συνάντηση ήταν παρών ο συζυγος της. Έγινε και δεύτερη συνάντηση σε άλλο ξενοδοχείο με το ίδιο πρόσωπο και παρών ήταν και ο σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης, όπου ο συζυγος της και ο σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης κάθισαν σε διαφορετικό μέρος. Υπογράφτηκε έγγραφο για το τεμάχιο μεταξύ αυτής, της πρώτης κατηγορουμένης και της παραπονούμενης, τα οποία ο XXXXX Γεωργιάδης τα κράτησε ως επίσημα έγγραφα. Έγινε και τρίτη συνάντηση στο σπίτι του κ. Μαυρονικόλα για να μάθουν την πορεία της πώλησης του χωραφιού, με παρόντες τον κ. Μαυρονικόλα, την ίδια, την παραπονούμενη και την πρώτη κατηγορουμένη. Τότε η παραπονούμενη την ρώτησε τι γινόταν με την υπόθεση και αυτός της είπε ότι όλα πάνε καλά και αυτή ήταν η τελευταία συνάντηση μαζί τους. Ως προς το κομμωτήριο της τρίτης κατηγορουμένης, έτυχε να δει εκεί την πρώτη κατηγορουμένη μια φορά. Σε κατοπινό στάδιο επικοινώνησε μαζί της η παραπονούμενη και η οποία της ανέφερε ότι κάτι δεν πάει καλά με την πρώτη κατηγορουμένη, ότι την κοροϊδεύει και έκτοτε δεν υπήρχε άλλη επαφή μαζί της και ούτε έχουν ασχοληθεί ξανά με το ζήτημα. Προφορικά αναγνώρισε την πρώτη κατηγορουμένη και τον δεύτερο κατηγορούμενο ως τον XXXXX Γεωργιάδη, ως επίσης αναγνώρισε και την τρίτη κατηγορουμένη . Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι ο πρώην Δικαστής της επιβεβαίωσε ότι η κουβέντα με την πώληση του χωραφιού πηγαίνει καλά. Επίσης αναφέρθηκε στην εμπλοκή της, ήτοι την ανεύρεση του τεμαχίου και ότι θα λάμβανε κάποια προμήθεια από την πώληση, ανέφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε ότι η πράξη πάει καλά και πήρε και έγγραφα που υπογράφτηκαν, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο τους. Επίσης επανέλαβε την θέση ότι ο κ. Μαυρονικόλας στην συνάντηση που είχαν την διαβεβαίωσε ότι η πράξη προχωρά κανονικά. Ο Μ.Κ. 8 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 33 και είναι ο σύζυγος της Μ.Κ.
  4. Ο μάρτυρας και αυτός με την σειρά του κάνει αναφορά στην αναζήτηση από την πρώτη κατηγορουμένη τεμαχίου μεγάλης αξίας, ο ίδιος έκανε κάποιες ενέργειες για να εντοπίσει ένα τέτοιο τεμάχιο, όπως και έπραξε και το οποίο ανήκε στον πρώην Δικαστή, περιγράφοντας τις ενέργειες που είχε κάνει για να γίνει η επικοινωνία με τον πρώην Δικαστή, η δε πρώτη κατηγορουμένη θα του έδινε ένα μικρό χρηματικό ποσό για την πληροφορία αυτή, χωρίς να προσδιοριστεί το ύψος. Για αυτόν σκοπό ειδοποιήθηκαν από την πρώτη κατηγορούμενη να παρευρεθούν σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο για να δουν αν θα ολοκληρωνόταν η πράξη και να έπαιρναν το δώρο που τους υποσχέθηκε η πρώτη κατηγορούμενη. Η συνάντηση έγινε, κατονόμασε τους παρόντες, όπου παρών ήταν ο XXXXX Γεωργιάδης, όπως του έχει συστηθεί, η πρώτη κατηγορούμενη, άκουσε όμως ότι η πράξη με την αγορά του κτήματος του Δικαστή πήγαινε καλά και ότι η πράξη θα τελείωνε γρήγορα. Υπέδειξε επίσης ο XXXXX Γεωργιάδης στην πρώτη κατηγορούμενη και στην παραπονούμενη ένα έγγραφο, για το οποίο δεν γνωρίζει λεπτομέρειες. Ακολούθησε δεύτερη συνάντηση σε άλλο ξενοδοχείο, στην οποία κάθισε στο καθιστικό με τον σύζυγο της πρώτης κατηγορούμενης, τα δε άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα ήταν σε άλλη αίθουσα, ήτοι η σύζυγος του, ο XXXXX Γεωργιάδης, η πρώτη κατηγορούμενη και η παραπονούμενη, όπου ο XXXXX Γεωργιάδης υπέδειξε κάποια έγγραφα. Στο μεσοδιάστημα η πρώτη κατηγορούμενη τον διαβεβαίωσε ότι όλα πήγαιναν καλά. Η παραπονούμενη σε κατοπινό στάδιο τον ενημέρωσε ότι ο XXXXX Γεωργιάδης δεν ήταν το πραγματικό του όνομα και ότι το όνομα του ήταν άλλο, όπως της το ανέφερε και άλλη ήταν η εργασία του, όπως την ανέφερε, και τότε κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και σταμάτησε να έχει επαφές με την πρώτη κατηγορούμενη, δεν ασχολήθηκε ξανά με την υπόθεση και η παραπονούμενη αργότερα του είπε ότι η πρώτη κατηγορούμενη τους είχε ΄΄φάει΄΄ πάνω από € 200.000, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο, λέγοντας επίσης ότι αυτό που νόμιζε για την παραπονούμενη είναι ότι ενεργούσε ως μεσίτρια και όχι ότι έδωσε χρήματα. Προφορικά αναγνώρισε τους κατηγορούμενους 1 και 2 και διευκρίνισε ότι την παραπονούμενη την εξέλαβε ως μεσίτρια, διότι την γνώρισε από πριν ως μεσίτρια. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στο πώς γνώρισε την παραπονούμενη ως μεσίτρια μέσω της πρώτης κατηγορουμένης. Αναφέρθηκε επίσης στις επικοινωνίες που είχε με την πρώτη κατηγορούμενη και την παραπονούμενη, αλλά και τη σύζυγό του στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Αναφέρθηκε επίσης στα ποσά που επιστράφηκαν από την πρώτη κατηγορούμενη, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι η παραπονούμενη του εκμυστηρεύτηκε ότι το ποσό έχει εξοφληθεί. Αναφέρθηκε επίσης στο τι είπε η παραπονούμενη ως προς την κατάχρηση χρημάτων, αλλά και το δώρο που υποσχέθηκε η πρώτη κατηγορούμενη ότι θα του δώσει. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει κληθεί σε αναγνωριστική παράταξη στην αστυνομία και επανέλαβε την θέση του ότι δεν ενεπλάκη σε συνάντηση σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο και ούτε θυμόταν τι είπε ο καθένας εκεί και ούτε γνωρίζει τι λέχθηκε στη συνάντηση σε άλλο ξενοδοχείο, παραπέμποντας στην κατάθεσή του για το τι έχει λάβει χώρα, τονίζοντας ότι τον δεύτερο κατηγορούμενο τον έχει δει μόνο στις δύο συναντήσεις που περιέγραψε. Ο ΜΚ 9 αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε την πρώτη κατηγορούμενη και την παραπονούμενη, αναγνωρίζοντας στο εδώλιο του κατηγορουμένου την πρώτη κατηγορούμενη. Αναγνώρισε το τεκμήριο 14 ως το γραμμάτιο το οποίο καταρτίστηκε από το δικηγορικό του γραφείο και που υπογράφτηκε από την πρώτη κατηγορούμενη σε συγκεκριμένη ημερομηνία στο γραφείο του στη Λεμεσό. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 15 ως το έγγραφο που του είχε προσκομίσει η παραπονούμενη στο γραφείο του και τον ρώτησε αν είναι γραμμάτιο και της έχει εξηγήσει ότι ως έχει συνταχθεί, δεν είναι γραμμάτιο εν τη εννοία του νόμου και ότι ένα Δικαστήριο θα το ελάμβανε ως συμφωνία και όχι ως γραμμάτιο και ότι ένα γραμμάτιο που έχει συνταχθεί μπορεί να οδηγήσει σε σύντομο χρόνο σε απόφαση από ένα αρμόδιο Δικαστήριο. Αποκόμισε την εντύπωση από τη συζήτηση που είχε γίνει με την παραπονούμενη ότι αυτή είχε την εντύπωση ότι το τεκμήριο 15 είχε τη μορφή του γραμματίου που της είχε εξηγήσει και μετά απο αυτό του ανέθεσε όπως συνταχθεί το τεκμήριο
  5. Ενημερώθηκε από την παραπονούμενη ότι τα χρήματα αφορούσαν αγορά ακινήτου και επενδύσεων χωρίς να ξέρει κάποιες λεπτομέρειες. Ενημερώθηκε από την παραπονούμενη ότι δεν έχει εξοφληθεί το γραμμάτιο στον δέοντα χρόνο και τότε καταχωρήθηκε συγκεκριμένη αγωγή και εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των €77.000 πλέον τόκους και έξοδα. Αναφέρθηκε επίσης στην εκχώρηση ενός διαμερίσματος προς εξόφληση του γραμματίου, όπου το διαμέρισμα ανήκει σε εταιρεία του συζύγου της πρώτης κατηγορουμένης και το οποίο αγοράστηκε από συγκεκριμένη εταιρεία για το ποσό των €110.000, όπου μετά την αφαίρεση του πιο πάνω ποσού παρέμεινε για εξόφληση το ποσό των €86.
  6. Κατά το χρόνο που έγινε η απόδειξη της υπόθεσης, ήτοι της αγωγής, η παραπονούμενη τον είχε ενημερώσει ότι στο μεσοδιάστημα έχει εισπράξει ακόμα €9.000 και με τον τρόπο αυτό παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €77.000 και εκδόθηκε σχετική απόφαση. Το πιο πάνω διαμέρισμα τελικά εγγράφηκε επ΄ ονόματι προσώπου που υπέδειξε παραπονούμενη. Εξέφρασε άγνοια εάν είχε δοθεί άλλο χρηματικό ποσό από την πρώτη κατηγορούμενη προς την παραπονούμενη και αν δόθεισαν, αυτά δεν δοθείσαν μέσω του γραφείου του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε εκ νέου στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως και στο πως έχει συνταχθεί το τεκμήριο 15 και οι κατηγορούμενη 1 ήταν θετική στο να συνταχθεί το γραμμάτιο, το οποίο αποδέχτηκε και δεν εμφανίστηκε στην αστική διαδικασία και εκδόθηκε απόφαση ερήμην της. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, η πρώτη κατηγορούμενη παρέμεινε σιωπηλή, ο δεύτερος κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κανένας κατηγορούμενος δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την κατηγορία που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Ως προς την νομική πτυχή που διέπει τα αδικήματα νομιμοποίησης και συγκάλυψης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης, οι επίμαχες διατάξεις είχαν ως ακολούθως: ΄΄ 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και µε φυλάκιση πέντε ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις. Αναμφίβολα, ο υπό εξέταση νόμος, ήτοι ο νόμος 188
(1)/2007 καλύπτει τα υπό εξέταση αδικήματα, ήτοι τα αδικήματα της συνωμοσίας και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και εμπίπτουν στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και εν πάση περιπτώση δεν υπήρχε αντίθετη εισήγηση περί αυτού. Κοινός πυρήνας των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων, είναι το ότι ως συστατικό στοιχείο είναι η γνώση από τον αδικοπραγούντα ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, προέρχεται από αδίκημα που εμπίπτει στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και κατ΄ επέκταση ο αδικοπραγών να το αποκτά ή να το κατέχει ή να το χρησιμοποιεί το εν λόγω χρηματικό ποσό. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου 2 να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό είναι αναφαιρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου, δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή ενός συγκατηγορουμένου και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Eνδεικτικά και όχι περιοριστικά, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση Γεώργιος Νεάρχου - ν - Αστυνομίας, 1996 2 ΑΑΔ σελ. 38 και στην πρόσφατη απόφαση Άθως Χαραλάμπους κ.α. - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 96/2016 ημερομηνίας 28/11/2017. Συνεπώς, το μαρτυρικό υλικό που προέρχεται κυρίως από την πρώην κατηγορούμενη 3 και γενικά οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που προέρχεται από συγκατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, δεν δύναται να ενοχοποιήσει έτερο συγκατηγορούμενο ανάλογα με την περίπτωση. Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Η Μ.Κ.1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο αποκόμισε την εικόνα ότι η εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια και να εξιστορίσει εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, καθώς επίσης και για να παραθέσει με σαφήνεια και λεπτομέρεια τις ενέργειες που έχει προβεί ως εξεταστής για να διερευνήσει την υπόθεση. Δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση της μάρτυρος να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για την αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία της εν λόγω μάρτυρος. Ως προς την Μ.Κ.2, ήτοι την παραπονούμενη, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή την εν λόγω μάρτυρα στην δια ζώσης μαρτυρία της κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας της ως παραπονούμενη και αναμφίβολα η μαρτυρία της είναι καίριας σημασίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η σημασία και η βαρύτητα των υπόλοιπων μαρτύρων, διότι η μαρτυρία της παραπονούμενης έχει σημασία για τον πυρήνα της υπόθεσης, ήτοι για το κατά πόσο έλαβαν χώρα οι ψευδείς παραστάσεις που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, η απόσπαση των χρημάτων και η ακόλουθη συγκάλυψη, ως επίσης βεβαίως και κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνωμότησαν προς αυτόν τον σκοπό. Η μάρτυρας άφησε εξαιρετικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας στην δια ζώσης μαρτυρία της, απαντούσε με απλότητα, χωρίς περιστροφές ή δισταγμούς ή ασάφειες ή υπεκφυγές ή υπερβολές ή προσφυγή στο ψεύδος. Στην αντεξέταση της, η αξιοπιστία της όχι μόνο δεν κλονίστηκε, αλλά εξήλθε αλώβητη από την εν λόγω δοκιμασία και με περισσότερη ενίσχυση της αξιοπιστίας της. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και μετά από αυτόν και που είχαν ως επίκεντρο τα όσα η κατηγορούμενη 1 ψευδώς της ανέφερε περί επένδυσης σε ακίνητη περιουσία με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να της δώσει το ποσό των €263,000 και που προέρχονταν αυτά τα χρήματα από οικονομίες δικές της και του συζύγου της, αλλά και από τα συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η μαρτυρία τους θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Επίσης παρέθεσε με λεπτομέρεια, απόλυτα πειστική και λογική, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην αντίληψη της ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι το άτομο που επιστράτευσε η πρώτη κατηγορούμενη για να τον παρουσιάσει ως ΄΄επενδυτή΄΄ και ως ΄΄XXXXX Γεωργιάδη΄΄. Η παραπονούμενη κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ναι μεν σε κάποιες εκφάνσεις της μαρτυρίας της να ήταν σε κάποιο βαθμό ενοχλημένη και με τον ανάλογο αντίκτυπο στην συναισθηματική φόρτιση, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνεται ότι η φόρτιση είναι αιτιολογημένη και δικαιολογημένη, λόγω ακριβώς του αισθήματος αδικίας που ένιωθε που έπεθε θύμα εξαπάτησης από τους κατηγορούμενους. Πέραν αυτού, δεν έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή στοιχείο από πλευράς της παραπονουμένης που να καταδεικνύει ότι οποιαδήποτε εμμονή εναντίον των κατηγορουμένων ή την πάση θυσία καταδίκη τους. Αυτό εξάλλου διαφαίνεται και από το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν ανέφερε οτιδήποτε που να εμπλέκει τον δεύτερο κατηγορούμενο και να του αποδίδει απόσπαση χρημάτων εκ μέρους του με ψευδείς παραστάσεις και απόκτηση ή κατοχή ή χρησιμοποίηση οποιουδήποτε ποσού, ήτοι δεν τον έχει εμπλέξει κατά τον χρόνο που αυτά τα χρήματα αποσπάστηκαν με ψευδείς παραστάσεις ως αυτές αναφέρονται στην τέταρτη κατηγορία, παρά μόνο ανέφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο προσκήνιο μετά την απόσπαση των χρημάτων με τις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις που έγιναν αποκλειστικά από την πρώτη κατηγορούμενη κατά τον χρόνο της απόσπασης των χρημάτων, ουσιαστικά για να κερδίσει χρόνο η πρώτη κατηγορούμενη και να πείσει την παραπονούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς με την ΄΄επένδυση΄΄ στην ακίνητη περιουσία, πράγμα που δεν ίσχυε, αφού εκ του αποτελέσματος καμία τέτοια επένδυση δεν έγινε και κανένα ακίνητο δεν υπήρχε. Η δολιότητα της πρώτης κατηγορουμένης συνεχιζόταν και με τις αλλεπάλληλες ψευδείς υποσχέσεις και παραστάσεις της προς την παραπονούμενη με την μετάβαση τους σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα για σκοπούς αποπληρωμής των οφειλομένων, πράγμα που δεν γινόταν με την προβολή διάφορων ψεύτικων δικαιολογιών, καθώς επίσης και απόδοση μιας ακάλυπτης επιταγής, ήτοι το τεκμήριο 10, αλλά και ότι θα επισκέπτονταν κάποιον δικηγόρο με το επώνυμο Ιωάννου, που όπως διαφάνηκε ήταν και αυτό ένα από τα πολλά ψέματα της πρώτης κατηγορούμενης και που καταδεικνύουν την εξ΄ αρχής πρόθεση της πρώτης κατηγορούμενης να εξαπατήσει την παραπονούμενη, πρόθεση που είχε συνέχεια οχι μόνο κατά την απόσπαση των χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις περί κερδοφόρας επένδυσης σε ακίνητη ιδιοκτησία, αλλά συνεχίστηκε και μεταγενέστερα, με την προβολή διάφορων άτοπων δικαιολογιών. Όχι μόνο δεν υπήρχε οποιαδήποτε επένδυση, αλλά η πρώτη κατηγορούμενη επινόησε στο να επιστρατεύσει τον δεύτερο κατηγορούμενο ως ΄΄επενδυτή΄΄ με το όνομα ΄΄Χάρης Γεωργιάδης΄΄, ο οποίος αποδέκτηκε να παρουσιάσει ψευδώς τον εαυτό του ως επενδυτής, ενώ δεν είναι και να παρουσιαστεί ως ΄΄Χάρης Γεωργιάδης΄΄ ενώ δεν ονομάζεται έτσι, με σκοπό να πείσουν την παραπονούμενη ότι έγινε η επένδυση και ότι αυτή βαίνει καλώς και προς αυτόν τον σκοπό έγιναν συναντήσεις σε ξενοδοχεία της Λεμεσού, όπου ο δεύτερος κατηγορούμενος προέβηκε στις εν λόγω ενέργειες. Η δολοπλοκότητα της πρώτης κατηγορούμενης δεν είχε σταματημό. Επιστράτευσε και άλλα άτομα με σκοπό να της βρουν ακίνητη ιδιοκτησία που βρισκόταν για πώληση, με σκοπό να ανευρεθεί ένα ακίνητο που ανήκε σε πρώην Δικαστή και η οποία κατηγορούμενη δεν σεβάστηκε καν το λειτούργημα που ασκούσε ο πρώην Δικαστής, με αποτέλεσμα, εν αγνοία του πρώην Δικαστή, να παρουσιάζεται το ακίνητο του ότι προχωρεί καλώς σε αξιοποίηση και επένδυση, ενώ κάτι τέτοιο ασφαλώς δεν ίσχυε, όχι μόνο λόγω του ότι εκ του αποτελέσματος δεν συνέβηκε κάτι τέτοιο, αλλά και επειδή ο ίδιος ο πρώην Δικαστής ανέφερε στην παραπονούμενη ότι η ίδια με τα λεγόμενα που του ανέφερε ότι έχει εξαπατηθεί και να σπεύσει να εισπράξει τα χρήματα που της αποσπάστηκαν. Το ότι από το ποσό των €263,000 μέρος αυτού προέρχεται από τους συγγενείς της παραπονούμενης, αυτό βεβαίως δεν επηρεάζει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή την ενεργητική νομιμοποίηση της παραπονούμενης, διότι οι παραστάσεις από τους κατηγορουμένους, αναλόγως της περίπτωσης και που θα αναφερθεί εκτενώς πιο κάτω ως προς την εμπλοκή εκάστου και τον χρόνο εμπλοκής τους, έγιναν προς την παραπονούμενη και το πιο πάνω χρηματικό ποσό αποσπάστηκε από την παραπονούμενη και είναι αδιάφορο η οποιαδήποτε συνεννόηση και συμφωνία έγινε μεταξύ παραπονουμένης και των συγγενών της για την επιστροφή από την παραπονούμενη σε αυτούς των χρηματικών ποσών που έδωσαν οι συγγενείς της παραπονούμενης σε αυτήν. Δεν δίσταζε η παραπονούμενη να αναφερθεί, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση της να αποκρύψει οτιδήποτε, τα ποσά που είχε εισπράξει από την πρώτη κατηγορούμενη σε διάφορα χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο το ποσό των €77,
  1. Η αντεξέταση που υπέστη επί αυτού του θέματος κυρίως από τον ευπαίδευτο συνήγορο της πρώτης κατηγορουμένης, που ήταν ο κύριος άξονας της αντεξέτασης, δεν κατάφερε να κλονίσει τα λεγόμενα και της αξιοπιστία της και οι οποιεσδήποτε υποβολές περί του αντιθέτου, αντικρούστηκαν με απλότητα και αξιοπιστία και οι οποιεσδήποτε υποβολές παρέμειναν στην σφαίρα των υποβολών, χωρίς να αντικρουστούν με οποιανδήποτε αντίθετη και αξιόπιστη μαρτυρία, παρά τις ευκαιρίες που δόθησαν στην πλευρά της πρώτης κατηγορούμενης μέσα από σχετικά αιτήματα αναβολών, τα οποία εγκρίθηκαν, αλλά όχι επ΄ άπειρο, ως καταγράφονται ευκρινώς στα πρακτικά της διαδικασίας. Το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση της παραπονούμενης ότι δεν έχει παραδεχθεί σε οποιονδήποτε ότι η πρώτη κατηγορούμενη την έχει εξοφλήσει και αυτό είναι απόλυτα λογικό και πειστικό, διότι το αναμενόμενο είναι να εκδιδόταν σχετική απόδειξη και μάλιστα για ένα τέτοιο σημαντικό ποσό, με απαίτηση της πρώτης κατηγορούμενης, πράγμα βεβαίως που δεν αποδείχθηκε η εξόφληση του χρέους. Ούτως ή άλλως το ποσό έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από τα τεκμήρια 14 και 15, για τα οποία θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Ούτε το Δικαστήριο έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό ως προς την προέλευση των χρημάτων που ανήκαν στην παραπονούμενη και που δόθησαν από την παραπονούμενη στην κατηγορούμενη και ούτε έχει αποδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό ή το παράνομα στην προέλευση των εν λόγω χρημάτων. Ως προς τα τεκμήρια 14 και 15, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα μέσα από τις λογικές και πειστικές εξηγήσεις της παραπονούμενης, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκαν, αλλά και τους λόγους που αυτά συντάχθηκαν. Κατ΄ αρχήν, το τεκμήριο 14 υπερισχύει του τεκμηρίου 15, διότι πολύ απλά το τεκμήριο 14 είναι μεταγενέστερο του τεκμηρίου 15 και που οι δύο πλευρές συμφώνησαν όπως συνταχθεί μετά το τεκμήριο 15 το τεκμήριο
  2. Το ότι αναγράφεται στο τεκμήριο 15 ότι το ποσό που έδωσε η παραπονούμενη στην πρώτη κατηγορούμενη είναι δάνειο, αυτό βεβαίως δεν ισχύει, διότι κανένα δάνειο δεν έχει γίνει. Το τεκμήριο 14 αντικατοπτρίζει το ποσό που οφειλόταν κατά τον χρόνο της σύνταξης του και δεν χρειαζόταν βεβαίως να αναγραφεί ότι το εν λόγω ποσό που δόθηκε αυτό εξασφαλίστηκε με οποιονδήποτε δόλιο τρόπο, διότι πολύ απλά το τεκμήριο 14 αποτελεί γραμμάτιο, μεταγενέστερο των ψευδών παραστάσεων και οι ψευδείς παραστάσεις κρίνονται κατά τον ουσιώδη χρόνο κατά πόσο ήσαν ψευδείς. Οι οποισδήποτε ρυθμίσεις έγιναν εκ των υστέρων για απόδοση των χρημάτων που αποσπάστηκαν, ουδόλως αίρουν το αξιόποινο των πράξεων της πρώτης κατηγορούμενης. Επί των τεκμηρίων 14 και 15 θα γίνει περαιτέρω αναφορά και αξιολόγηση μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ. 9 που ακολουθεί πιο κάτω. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 3 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την δια ζώσης της μαρτυρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει την απλότητα και την αμεσότητα στις απαντήσεις της, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση της να αποκρύψει την αλήθεια. Δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση της μάρτυρος στο να μεροληπτήσει εναντίον της πρώτης κατηγορουμένης ή υπέρ της παραπονουμένης με την οποία την συνδέουν δεσμοί συγγένειας, ήτοι είναι η θεία της και θυγατέρα της Μ.Κ.
  3. Η αμεροληψία της διαφαίνεται εξ΄ άλλου και από το γεγονός ότι δεν έχει εμπλέξει την πρώτη κατηγορούμενη με οποιανδήποτε αναφορά ότι έχει προβεί σε οποιεσδήποτε ψευδείς παραστάσεις, διότι η μάρτυρας δεν είχε συναλλαχθεί με την πρώτη κατηγορουμένη, αλλά με την παραπονούμενη, η οποία παραπονούμενη είναι αυτή που έχει την ενεργητική νομιμοποίηση να είναι παραπονούμενη, διότι είναι στην παραπονούμενη που έγιναν οι ψευδείς παραστάσεις και της αποσπάστηκαν τα χρήματα και που εν τέλει είναι μεταξύ της πρώτης κατηγορουμένης και της παραπονουμένης που έχει συνταχεί το πιο πάνω αναφερόμενο γραμμάτιο μετά τον ουσιώδη χρόνιο, όπου έχει αποκρυσταλλώσει το μέχρι τότε οφειλόμενο ποσό. Εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί απόλυτα με τις λογικές και πειστικές απαντήσεις και εξηγήσεις που έδωσε η μάρτυρας ως προς την προέλευση των χρημάτων που έδωσε στην παραπονούμενη για την επένδυση που της ανέφερε η παραπονούμενη και δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό ως προς αυτό το ζήτημα. Ως απόλυτα λογικές και πειστικές είναι οι εξηγήσεις που έδωσε ως προς την παραμονή της σε διαμέρισμα, άνευ ανταλλάγματος, διότι το Δικαστήριο κρίνει θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, εάν η παραμονή της στο διαμέρισμα ήταν με το χρηματικό αντάλλαγμα όπως της υποβλήθηκε, θα υπήρχαν και οι σχετικές αποδείξεις με την σχετική αναγραφή, πράγμα βεβαίως που δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο και συνεπώς οι περί του αντιθέτου αντίθετες υποβληθείσες θέσεις παρέμειναν στο κενό, η δε αξιοπιστία της μάρτυρος παρά την αντεξέταση που υπέστη δεν έχει κλονιστεί σε κανένα σημείο. Ούτε βεβαίως έχει αποδειχθεί ότι η πρώτη κατηγορούμενη διαμαρτυρήθηκε για την παραμονή της μάρτυρος στο διαμέρισμα μετά την ισχυριζόμενη με υποβληθείσα θέση ότι έχει εξοφληθεί το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, διότι πολύ απλά θα αναμενόταν εάν γινόταν οποιαδήποτε τέτοια διαμαρτυρία αυτή να γινόταν γραπτώς. Ούτως ή άλλως οι υποβληθείσες θέσεις της πρώτης κατηγορουμένης παρέμειναν αναπόδεικτες, διότι δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τις υποστηρίζει. Ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο δεν είχε να αναφέρει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό ως προς τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και που παρέμειναν για ακρόαση. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ.3 ως αληθή και αξιόπιστη. Τα όσα αναφέρθησαν για την Μ.Κ.3, ισχύουν, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών και για την Μ.Κ.4 ως προς την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, την αμεροληψία της, τον μη κλονισμό της κατά την αντεξέταση της, αλλά και για το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, διότι η μαρτυρία της στο μεγαλύτερο μέρος συνάδει και συμπλέει με αυτήν της Μ.Κ.3 η οποία είναι η θυγατέρα της και που έχουν ως κοινό άξονα και πυρήνα της μαρτυρίας τους τα χρήματα που έδωσαν στην παραπονούμενη για επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία, ως η παραπονούμενη τους ανέφερε και είναι με την παραπονούμενη που ουσιαστικά συναλλάχθηκαν. Στην μάρτυρα αυτή έχει τελικά εγγραφεί το διαμέρισμα που έχει δοθεί προς εξόφληση και ουσιαστικά προς ικανοποίηση της απαίτησης που είχε από τα χρήματα που δόθησαν για την επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία και δεν υπάρχει καμία απαίτηση πλέον έναντι της παραπονούμενης. Μέσα από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρας, διαφαίνεται άλλωστε και ο συνεχής δόλος της πρώτης κατηγορούμενης, όπου αν και δεν υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ της μάρτυρος και της πρώτης κατηγορούμενης, εν τούτοις η πρώτη κατηγορούμενη προέβαλε διάφορες ψεύτικες και ανυπόστατες δικαιολογίες που συν τοις άλλοις προέτρεψε την μάρτυρα να ανοίξει συγκεκριμένο λογαριασμό σε συγκεκριμένη τράπεζα για να εμβασθούν χρήματα που θα συνιστούσαν την επιστροφή των χρημάτων που η μάρτυρας έδωσε, πράγμα βεβαίως που δεν έγινε ποτέ, διότι τα λεγόμενα της πρώτης κατηγορούμενης εμπίπτουν στο ευρύ πλαίσιο του δόλιου στοχασμού και τεχνασμάτων που επινοούσε για να καλύψει την ευθύς εξ΄ αρχής εξαπάτηση εναντίον της παραπονούμενης για να της αποσπάσει το χρηματικό ποσό των €263,000 για δήθεν κερδοφόρα επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ.4 ως αληθή και αξιόπιστη. Τα όσα αναφέρθησαν για τις Μ.Κ.3 και 4, ουσιαστικά ισχύουν, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών και για την Μ.Κ. 5 για να μην χρειαστεί να επαναληφθούν εκ νέου, παρά μόνο θα γίνουν οι ανάλογες αναφορές πιο κάτω, ως προς τα διαφορετικά δεδομένα που προκύπτουν από την μαρτυρία της Μ.Κ.
  4. Συγκεκριμένα, μέσα από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, διαφαίνεται ακόμα μια πτυχή του δόλιου τρόπου που ενεργούσε η πρώτη κατηγορούμενη, που αν και δεν συναλλάχθηκε η μάρτυρας με την πρώτη κατηγορούμενη αρά μόνο με την παραπονούμενη που είναι η αδελφή της και συνεπώς τα περί ενεργητικής νομιμοποίησης της παραπονούμενης παραμένουν τα ίδια, εν τούτοις προκύπτουν τα εξής στοιχεία: Συγκεκριμένα, η μάρτυρας ήταν παρούσα όταν η πρώτη κατηγορούμενη τηλεφωνούσε στην αδελφή της για την επιστροφή των χρημάτων, ακολούθως σε επικοινωνία που είχε η μάρτυρας με την πρώτη κατηγορούμενη, η τελευταία την καθησύχαζε και οι ενέργειες αυτές της πρώτης κατηγορούμενης κρίνονται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτουν στο ίδιο πλέγμα πράξεων και λεγομένων της που είχαν ως κοινό πυρήνα της ευθύς εξ΄ αρχής πρόθεση της να εξαπατήσει την παραπονούμενη, ως πιο πάνω αξιολογήθηκε. Η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση της ως προς την προέλευση των χρημάτων της και έδωσε ούτως ή άλλως λογικές και πειστικές αποδείξεις ως προς την ανυπαρξία αποδείξεων και που εν πάση περιπτώση, η μάρτυρας έχει αποζημιωθεί στο ακέραιο από την παραπονούμενη και δεν υπάρχει άλλη απαίτηση, καταδεικνύοντας έτσι πλέον περίτρανα την αντικειμενικότητα της και την μη πρόθεση της να αποκρύψει οτιδήποτε με σκοπό την αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους ή την επιδίωξη καταδίκης της πρώτης κατηγορουμένης. Οι οποιεσδήποτε υποβληθείσες θέσεις που έγιναν στην μάρτυρα, παρέμειναν στην σφαίρα των υποβολών και δεν έχουν αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία, ως πιο πάνω άλλωστε αναφέρθηκε. Η μάρτυρας αυτή δεν είχε να αναφέρει οτιδήποτε ενοχοποιητικό ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ.5 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την Μ.Κ.6, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ο μάρτυρας παρέθεσε με σαφήνεια όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αποκάλυπτε την πηγή άντλησης της γνώσης του εάν κάτι δεν ενέπιπτε στην σφαίρα της άμεσης γνώσης και εμπλοκής του, όπως π.χ. οι αναφορές που έκανε ως προς το περιεχόμενο καταθέσεων. Παρέθεσε επίσης με σαφήνεια και πληρότητα εκείνες τις ενέργειες που είχε προβεί ως αστυφύλακας και δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του σε κανένα σημείο και είναι απολύτως λογικό, φυσιολογικό, πειστικό και αναμενόμενο υπό τις περιστάσεις να μην θυμάται κατά πόσο ο δεύτερος κατηγορούμενος έχει δώσει δεύτερη κατάθεση, διότι πολύ απλά το τεκμήριο 29 υφίσταται και έχει ληφθεί η δεύτερη κατάθεση από άλλον αστυφύλακα. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ως αληθή και αξιόπιστη. H Μ.Κ.7 άφησε επίσης πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης στην δια ζώσης της μαρτυρία, το Δικαστήριο αποκόμισε την θετική εικόνα της μάρτυρος, την φιλαλήθεια, την αντικειμενικότητα, την αμεροληψία της, μέσα από τον τρόπο που έδινε μαρτυρία, την αμεσότητα της, χωρίς υπεκφυγές, ασάφειες ή προσφυγή στην υπερβολή ή στο ψεύδος. Παρέθεσε με σαφήνεια, λεπτομέρεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της ως προς την εμπλοκή των κατηγορουμένων, χωρίς το Δικαστήριο να διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή να βλάψει οποιονδήποτε εκ των κατηγορουμένων ή να ευνοήσει την παραπονούμενη. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία της Μ.Κ.7, προκύπτουν τα εξής στοιχεία: Η πρώτη κατηγορούμενη, ενεργώντας δολίως και στο ίδιο πλέγμα γεγονότων που αναφέρθηκαν πιο πάνω και που είχαν ως επίκεντρο την συνεχή εξαπάτηση της παραπονουμένης με το να αποσπάσει από την παραπονούμενη το ποσό των €263,000 με τις ψευδείς παραστάσεις ότι θα γινόταν επικερδής επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία, ενώ τέτοιο ακίνητο δεν υπήρχε, επιστράτευσε την Μ.Κ.7 να της βρει ακίνητο για επένδυση, ουσιαστικά για να κερδίσει χρόνο από την παραπονούμενη και να παρουσιάσει η πρώτη κατηγορούμενη ένα ακίνητο για επένδυση και στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκε στην οικογένεια του πρώην Δικαστή που αναφέρθηκε πιο πάνω, ενώ στην πραγματικότητα τέτοια επένδυση δεν υπήρχε, διότι με βάση και την ήδη αποδεχθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης, ο πρώην Δικαστής της ανέφερε ότι επρόκειτο για απάτη και να φροντίσει να πάρει πίσω τα χρήματα της. Εν πάση περιπτώση δεν αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος, αλλά και από οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία ότι υπήρχε οποιοδήποτε ακίνητο για επένδυση και ούτε υλοποιήθηκε οποιαδήποτε κερδοφόρα επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία και ούτε λέχθηκε κάτι στην οικία του πρώην Δικαστή για κερδοφόρα προοπτική σε επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία. Στο ίδιο πλέγμα γεγονότων και δόλιας σκέψης και πρακτικής της πρώτης κατηγορουμένης, εμπίπτει και η επιστράτευση του δεύτερου κατηγορουμένου στο να παρουσιαστεί ψευδώς ως ΄΄Χάρης Γεωργιάδης΄΄ και ότι εμπλέκεται στην επένδυση, ουσιαστικά για να κερδίσει η πρώτη κατηγορούμενη χρόνο από τις ψευδείς παραστάσεις που ήδη προέβηκε στην παραπονούμενη περί κερδοφόρας επένδυσης σε ακίνητη περιουσία και της απόσπασης του χρηματικού ποσού, ως πιο πάνω ήδη αναφέρθηκε και αξιολογήθηκε. Ουσιαστικά ο δεύτερος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο προσκήνιο εκ των υστέρων και μετά τις πρώτες ψευδείς παραστάσεις και την απόσπαση των χρημάτων από την πρώτη κατηγορούμενη, για να συγκαλύψει την απάτη, τις ψευδείς παραστάσεις και την απόσπαση των χρημάτων της παραπονουμένης από την πρώτη κατηγορουμένη. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 7 ως αληθή και αξιόπιστη. Τα όσα αναφέρθηκαν ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ.7 ως προς την αξιοπιστία της και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, ισχύουν και για την μαρτυρία του Μ.Κ.8, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, έχοντας υπ΄ όψη ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.8 συνάδει, επικουρεί και επιβεβαιώνει την μαρτυρία της Μ.Κ.7 και κατ΄ επέκταση ισχύουν τα ίδια ευρήματα και συμπεράσματα που εξάχθησαν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.7 ως προς τον τρόπο δράσης των κατηγορουμένων και την εξαπάτηση της παραπονούμενης, με τις εξής όμως επιπρόσθετες διαπιστώσεις: Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίονβ οποιουδήποτε παράγοντα της δίκης, ήτοι είτε των κατηγορουμένων ή της παραπονούμενης ή της Μ.Κ.7 η οποία είναι σύζυγος του και ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε επιδίωξη συμφέροντος του μάρτυρος από το γεγονός ότι ανέμενε από την πρώτη κατηγορούμενη δώρο για την μεσολάβηση στην ανεύρεση ακινήτου που ανήκε στην οικογένεια του πρώην Δικαστή. Η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό στο ότι υπήρχε επικοινωνία του ιδίου με την σύζυγο του και την παραπονούμενη στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Καθόλα πειστικές και λογικές είναι και οι αναφορές που έδωσε ο μάρτυρας ως προς τα ποσά που επιστράφηκαν από την πρώτη κατηγορουμένη, καθώς επίσης δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του στην αναφορά του με την οποία αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η παραπονούμενη του έχει εκμυστηρευθεί ότι η πρώτη κατηγορούμενη έχει εξοφλήσει όλα τα ποσά. Οι λόγοι που οδήγησαν το Δικαστήριο στην πιο πάνω αξιολόγηση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε πιο πάνω ότι οι υποβληθείσες θέσεις της πρώτης κατηγορούμενης παρέμειναν αναπόδεικτες και επιπρόσθετα, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί μέσα από την αξιόπιστη και αποδεχθείσα μαρτυρία της παραπονούμενης και του γραμματίου που είχε συνταχθεί μεταξύ της πρώτης κατηγορούμενης και της παραπονούμενης. Κατά τα λοιπά το Δικαστήριο έχει πειστεί για την φιλαλήθεια του μάρτυρα, ο οποίος εξιστόρισε με σαφήνεια και πληρότητα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του με αμεσότητα και φυσικό τρόπο. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.9 άφησε επίσης πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο αποκόμισε την εικόνα ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας, με την ιδιότητα του ως δικηγόρου της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτέλεσε τα καθήκοντα του στο ακέραιο με ανεξαρτησία, αντικειμενικότητα και υπευθυνότητα, τηρώντας ίσες αποστάσεις μεταξύ παραπονούμενης και πρώτης κατηγορούμενης κατά την απόδοση από τον ίδιο της νομικής συμβουλής που έδωσε αναφορικά με το τεκμήριο 15, αλλά και την σύνταξη από τον ίδιο του τεκμηρίου 14 και την διαδικασία που ακολούθησε με την έγερση αγωγής και έκδοσης Δικαστικής απόφασης. Ασφαλώς η ερμηνεία που έδωσε ο μάρτυρας αναφορικά με τα τεκμήρια 14 και 15 βρίσκει απόλυτα σύμφωνο το Δικαστήριο και που ουσιαστικά συνίσταται στο ότι το τεκμήριο 14 είναι γραμμάτιο ενώ το τεκμήριο 15 όχι εν τη εννοία του νόμου. Δεν έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα στο να μεροληπτήσει υπέρ της παραπονούμενης η οποία είναι πελάτιδα του ή εναντίον της πρώτης κατηγορούμενης και εξιστόρισε όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως δικηγόρος και ασφαλώς έχει πειστεί το Δικαστήριο ως προς τις αναφορές του ως προς τα ποσά που δόθησαν από την πρώτη κατηγορούμενη προ την παραπονούμενη και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό που οδήγησε στην έκδοση Δικαστικής απόφασης για το ποσό των €77,000 πλέον έξοδα και τόκους και αφού έχει υπολογιστεί το διαμέρισμα που δόθηκε έναντι του χρέους. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ.9 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του δεύτερου κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ουσιαστικά αυτή επιβεβαιώνει τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και τον λόγο εμπλοκής του και που ουσιαστικά επιβεβαιώνουν την παραδοχή του στις κατηγορίες 2 και
  5. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω αξιολόγηση, προκύπτουν συνοπτικά τα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται το σύνολο των ευρημάτων και συμπερασμάτων που αναφέρθησαν στην πιο πάνω αξιολόγηση εάν αυτά δεν αναφερθούν αυτολεξεί, διότι το Δικαστήριο θα παραθέσει τον πυρήνα των ευρημάτων και συμπερασμάτων. Η πρώτη κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, απέσπασε από την παραπονούμενη το ποσό των €263,000 με ψευδείς παραστάσεις ότι αυτό το ποσό θα αξιοποιείτο σε επένδυση ακίνητης ιδιοκτησίας και ότι θα υπήρχε οικονομικό όφελος, ενώ η πρώτη κατηγορούμενη γνώριζε ευθύς εξ΄ αρχής ότι ουδέν ακίνητο υπήρχε προς αξιοποίηση προς αυτόν τον σκοπό, διότι καμία επένδυση εκ του αποτελέσματος δεν έγινε και ούτε θα γινόταν και απέσπασε το εν λόγω χρηματικό ποσό από την παραπονούμενη ενώ γνώριζε ότι δεν θα γινόταν μια τέτοια επένδυση. Όταν η πρώτη κατηγορούμενη αποσπύσε το πιο πάνω χρηματικό ποσό με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις, ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε καμία εμπλοκή και δεν προέβηκε σε καμία ψευδή παράσταση προς την παραπονούμενη και δεν απέσπασε από αυτήν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και ούτε κατείχε ή αποκτήσει ή χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό που αποσπάστηκε από την παραπονούμενη και ούτε υπάρχει μαρτυρία ικανή που να αποδεικνύει συνωμοσία του δεύτερου κατηγορουμένου προς αυτόν τον σκοπό. Συνεπώς, από την στιγμή που δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία της γνώσης, συνωμοσίας και της απόσπασης ή κατοχής ή χρήσης ή απόκτησης του χρηματικού ποσού, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες 1, 3 και
  6. Όμως, η πρώτη κατηγορούμενη, μετά την απόσπαση των χρημάτων από την παραπονούμενη, συνωμότησε με τον δεύτερο κατηγορούμενο όπως συγκαλύψουν εκ των υστέρων την πιο πάνω εξαπάτηση που έλαβε χώρα εναντίον της παραπονούμενης, συμφωνόντας μεταξύ τους όπως παρουσιαστεί ψευδώς ο δεύτερος κατηγορούμενος με το όνομα ΄΄XXXXX Γεωργιάδης΄΄ και να της παρουσιάσουν ψευδώς ότι η επένδυση στην ακίνητη περιουσία και για την οποία δόθησαν τα πιο πάνω χρήματα βαίνει καλώς, γνωρίζοντας και οι δύο κατηγορούμενοι ότι αυτό είναι ψέμα και ότι ουδεμία επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία υφίστατο και ούτε θα γινόταν και κανένα κέρδος δεν θα υπήρχε. Οι ψευδείς παραστάσεις έλαβαν χώρα κυρίως στα δύο ξενοδοχεία που αναφέρθησαν, όπου έγιναν οι σχετικές συναντήσεις. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 έως 4 ως προς την πρώτη κατηγορούμενη. Από το ποσό των €263,000, παραμένει σήμερα υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των €77,000, αφού δόθησαν σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά και δόθηκε ένα διαμέρισμα έναντι, το οποίο ενεγγράφηκε επ΄ ονόματι της μάρτυρος που αναφέρθηκε πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 έως 4 ως προς την πρώτη κατηγορούμενη και συνεπώς η πρώτη κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 έως 4, πλην όμως η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 3 και 4 και συνεπώς ο δεύτερος κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες 1, 3 και
  7. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συνωμοσία, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, νομιμοποίηση εσόδων, συγκάλυψη, πλαστοπροσωπεία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.