Γαβριηλίδη ν. Αρμινιώτη, Αρ. Υπόθεσης 5084/18, 3/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B170 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ Μεταξύ: Αρ. Υπόθεσης 5084/18 XXXXX Γαβριηλίδη Παραπονούμενου και XXXXX Αρμινιώτη Κατηγορούμενου ---------------------- Ημερομηνία: 03.12.2018 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα Τιμοθέου Για Κατηγορούμενο: κος Χατζηλοΐζου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατά/ή περί τις 20.03.2015 εξέδωσε επ' ονόματι και/ή σε διαταγή και/ή προς όφελος του Παραπονούμενου την επιταγή με αριθμό XXXX8207 της Σ.Π.Ε XXXX XXXX για το ποσό των €5.000 (στο εξής η «επίδικη επιταγή») η οποία δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και διότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-Κ.Α.Π. Για απόδειξη της υπόθεσης κατέθεσε ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), καθώς επίσης ο XXX Ανδρέου (Μ.Κ.2) και ο XXX Αλεξάνδρου (Μ.Κ.3). Μετά την κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία ο τελευταίος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστ.XXX XXX (Μ.Υ.1). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 η επίδικη επιταγή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά σε αυτές θα γίνει μόνο εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) του την παρέδωσε ο πελάτης του XXX Ζαχαρίου (Μ.Κ.2) στις 20.03.2015 προς εξόφληση δικηγορικής αμοιβής του. Εξ' όσων πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.2 την επίδικη επιταγή την έκδωσε ο Κατηγορούμενος με τον οποίο ο Μ.Κ.2 διατηρούσε συνεργασία. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι πωλούσε κρέατα στον Κατηγορούμενο, ο οποίος διατηρούσε κρεοπωλείο. Στα πλαίσια αυτών των συναλλαγών εκδόθηκε και η επίδικη επιταγή. Ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι επειδή δεν γνώριζε τον εκδότη της επιταγής θα προτιμούσε να του έδιδε μετρητά. Για τον λόγο αυτό περίμενε για περίοδο 6 εβδομάδων, ωστόσο, επειδή ο Μ.Κ.2 δεν του έφερε μετρητά, προχώρησε στην κατάθεση της επίδικης επιταγής η οποία όμως επιστράφηκε απλήρωτη. Ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε ότι όταν του παραδόθηκε η επίδικη επιταγή ήταν συμπληρωμένη, εκτός από το όνομα του δικαιούχου το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος. Επίσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο με τον οποίο μίλησε μόνον μία φορά στο τηλέφωνο μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο ο τελευταίος του ανέφερε ότι είχε προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία για την επίδικη επιταγή. Δεν ήταν ωστόσο σε θέση να θυμηθεί τι ακριβώς του ανέφερε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με την καταγγελία και κατά πόσο αυτή αφορούσε κλοπή που έγινε στο κρεοπωλείο του από το οποίο κλάπηκε, μεταξύ άλλων αντικειμένων και το βιβλιάριο επιταγών του. Ο Μ.Κ.1 θεωρώ ότι μετέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Απάντησε με ευθύ και άμεσο τρόπο τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν επιχείρησε να αποφύγει ακόμα και ερωτήσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επηρεάζουν δυσμενώς την υπόθεση του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μάρτυρας ευθαρσώς ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο και δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του. Επίσης, δεν αρνήθηκε ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος κάτι του ανέφερε για καταγγελία στην Αστυνομία σε σχέση με την επίδικη επιταγή. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν μπορώ ωστόσο να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη επιταγή παραδόθηκε στον Μ.Κ.2 από τον Κατηγορούμενου λόγω οφειλών του τελευταίου στον πρώτο. Ο Μ.Κ.1 δήλωσε ότι όσα γνωρίζει για την παράδοση της επίδικης επιταγής του τα μετέφερε ο Μ.Κ.2. Συνεπώς, δεν έχει προσωπική γνώση των συνθηκών έκδοσης της επίδικης επιταγής και τον λόγο για τον οποίο εκδόθηκε και τα όσα δήλωσε σχετικά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση είναι ο Μ.Κ.2, η μαρτυρία του οποίου παρατίθεται και αξιολογείται πιο κάτω. Για τους λόγους που θα παρατεθούν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρία του Μ.Κ.2, η μαρτυρία του κρίθηκε ως αναξιόπιστη. Το γεγονός αυτό συμπαρασύρει και το υπό αναφορά μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1. Ενόψει των πιο πάνω, με εξαίρεση το προαναφερόμενο σημείο, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ο Μ.Κ.2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο πριν 5 περίπου χρόνια και συνεργάστηκαν επαγγελματικά. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος διέθετε κρεοπωλείο και ο ίδιος τον προμήθευε με ζώα. Η επίδικη επιταγή του δόθηκε όταν του παρέδωσε ζώα. Ο Κατηγορούμενος έθεσε ενώπιον του την υπογραφή του επί της επιταγής, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία τα συμπλήρωσε ο ίδιος στην παρουσία του Κατηγορουμένου. Αναφορικά με τον Παραπονούμενο δήλωσε ότι τον γνωρίζει και ότι του παρέδωσε την επίδικη επιταγή διότι του χρωστούσε χρήματα και συγκεκριμένα €15.000 τα οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να του οφείλει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την περίοδο που συνεργαζόταν με τον Κατηγορούμενο η μέθοδος με την οποία τον εξοφλούσε ο τελευταίος ήταν είτε με μετρητά, είτε με επιταγές. Δεν θυμόταν να αναφέρει ποια ήταν η πρώτη και ποια η τελευταία φορά που παρέδωσε κρέας στον Κατηγορούμενο. Ερωτηθείς για την ποσότητα κρέατος που παρέδωσε την τελευταία φορά στον Κατηγορούμενο απάντησε ότι ήταν 1600 κιλά και αυτό συνέβηκε μία φορά σε περίοδο εορτών. Κατά την παράδοση της προαναφερόμενης ποσότητας κρέατος δεν έκδωσε τιμολόγιο διότι η τακτική που ακολουθούσαν ήταν η καταγραφή σε βιβλίο των ποσοτήτων κρέατος που παρέδιδε στον Κατηγορούμενο και όταν ο τελευταίος τον εξοφλούσε εξέδιδε τιμολόγιο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραφε στο εν λόγω βιβλίο και δήλωσε ότι αντίστοιχο βιβλίο διατηρούσε και ο Κατηγορούμενος. Σε ερώτηση του κ. Χατζηλοΐζου κατά πόσο έκδιδε απόδειξη όταν ο Κατηγορούμενος τον πλήρωνε με μετρητά, ο μάρτυρας απάντησε ότι το κατέγραφαν στο βιβλίο. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι δεν λέει την αλήθεια σε σχέση με το ότι διατηρούσε βιβλίο όπου καταγράφονταν οι συναλλαγές του με τον Κατηγορούμενο. H επίδικη επιταγή, εξ' όσων θυμάται, του παραδόθηκε το 2015 και δεν ήταν προς εξόφληση αλλά έναντι των οφειλών του Κατηγορούμενου για ποσότητες κρέατος που του παρέδωσε. Ανέφερε περαιτέρω ο Μ.Κ.2 ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του ακόμα τρεις επιταγές. Κληθείς να αναφέρει τις ποσότητες κρέατος που πώλησε στον Κατηγορούμενο σε σχέση με τις οποίες εκδόθηκαν προς όφελος του οι προαναφερόμενες επιταγές και η επίδικη, ο Μ.Κ.2 παρέπεμψε στο βιβλίο όπου τα είχε καταγεγραμμένα. Στην υποβληθείσα θέση ότι η επίδικη επιταγή ουδέποτε παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο και ότι περιήλθε στην κατοχή του με παράνομο τρόπο, ο Μ.Κ.2 απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την επιταγή διότι του χρωστούσε χρήματα. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 είναι ότι αυτή χαρακτηρίζεται από ασάφεια σε ουσιώδη σημεία. Συγκεκριμένα, το βασικό σημείο αντιπαράθεσης συνίσταται στο κατά πόσο η επίδικη επιταγή παραδόθηκε στον Μ.Κ.2 σε σχέση με ισχυριζόμενες οφειλές του Κατηγορούμενου προς αυτόν. Η αρχική εκδοχή του Μ.Κ.2 ήταν ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε σε σχέση με ποσότητα κρέατος που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο. Όταν όμως κλήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τις συναλλαγές του με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο Μ.Κ.2 δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία συναλλαγή που είχε με τον Κατηγορούμενο, ούτε και ποια ήταν η ποσότητα κρέατος που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο. Στην πορεία της μαρτυρίας του και μετά από σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, μετέβαλε την αρχική του θέση λέγοντας τελικά ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε έναντι λογαριασμού και όχι προς εξόφληση. Δεν παραβλέπω ότι ήταν σταθερός στη θέση του ότι η επίδικη επιταγή του παραδόθηκε υπογεγραμμένη από τον Κατηγορούμενο και ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία πλην του ονόματος του Παραπονούμενου. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν διαφοροποιεί τη γενικότητα και ασάφεια που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του, καθώς δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τις ισχυριζόμενες οφειλές του Κατηγορούμενου για τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Αντιθέτως, η θέση του ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε έναντι των οφειλών του Κατηγορούμενου παρέμεινε μετέωρη εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης οφειλών του Κατηγορούμενου προς το πρόσωπο του. Το βιβλίο (δεφτέρι) στο οποίο κατ' επανάληψη αναφέρθηκε ο Μ.Κ.2 αποτελούσε υπό τις περιστάσεις ουσιώδες στοιχείο της μαρτυρίας του, πλην όμως δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στην πειστικότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, αφού ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ούτε τις ποσότητες κρέατος που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, παρέδωσε στον Κατηγορούμενο αλλά ούτε και το υπόλοιπο της ισχυριζόμενης οφειλής του Κατηγορούμενου σε σχέση με το οποίο παραδόθηκε η επίδικη επιταγή. Επαναλαμβάνω ότι και για τα δύο προαναφερόμενα ουσιώδη ζητήματα ο Μ.Κ.2 παρέπεμψε στο βιβλίο που διατηρούσε. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι προκλήθηκε ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 και συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι εργάζεται στην XXX XXX, ενώ μέχρι πρότινος εργαζόταν στη ΣΠΕ XXX ως Αναπληρωτής Διευθυντής XXX XXX της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Δήλωσε ότι ο λογαριασμός που αναγράφεται στην επίδικη επιταγή ανήκει στον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με τις σφραγίδες που παρουσιάζονται επί της επίδικης επιταγής ανέφερε ότι αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην τράπεζα XXX XXX XXX XXX στις 30.04.2015 και η εν λόγω τράπεζα την προώθησε στην πληρώτρια τράπεζα από την οποία και τέθηκε η σφραγίδα ημερομηνίας 05.05.2015 ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ. Περαιτέρω, ανέφερε ότι παρουσιάζονται και άλλες σφραγίδες πράγμα το οποίο υποδηλοί ότι η επιταγή παρουσιάστηκε και σε άλλες μεταγενέστερες ημερομηνίες χωρίς ωστόσο να εξοφληθεί. Σε σχέση με το ΚΑΠ ανέφερε ότι είναι το αρχείο στο οποίο καταχωρούνται πελάτες οι οποίοι εξέδωσαν επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τον συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι είναι η πρώτη φορά που αντικρύζει την επίδικη επιταγή και ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με αυτήν πηγάζουν μέσα από το έγγραφο της επιταγής. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Υπήρξε αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας. Επισημαίνω ότι τα όσα ανέφερε δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι διατηρούσε κρεοπωλείο στην XXX μέχρι το τέλος του
- Γνωρίστηκε με τον Μ.Κ.2 περί το έτος 2012 ή 2013 στα πλαίσια εμπορικής συνεργασίας που είχαν. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους πάντοτε πλήρωνε με μετρητά τον Μ.Κ.2 και υπήρξαν ορισμένες περιπτώσεις που του παρέδωσε επιταγές που είχε λάβει προηγουμένως από πελάτες του. Προσωπικές επιταγές στη συνεργασία του με τον Μ.Κ.2 ουδέποτε χρησιμοποίησε, διότι το 2011 διαρρήχθηκε κρεοπωλείο του και μεταξύ των αντικειμένων που κλάπηκαν ήταν και μια τσάντα εντός της οποίας βρισκόταν το βιβλιάριο επιταγών του. Περαιτέρω, τοποθετήθηκε στο Κ.Α.Π σε σχέση με μια επιταγή που έκδωσε πριν την εν λόγω διάρρηξη. Για την προαναφερόμενη διάρρηξη προέβη σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό XXX. Αναφορικά με την επίδικη επιταγή δήλωσε ότι αναγνωρίζει σε αυτήν μόνον την υπογραφή του. Επεξήγησε ότι είχε υπογεγραμμένες επιταγές διότι άφηνε το βιβλιάριο επιταγών στον υιό του στο κρεοπωλείο για να μπορεί ο τελευταίος να εξοφλά προμηθευτές. Αυτό γινόταν διότι ο ίδιος δεν βρισκόταν συνεχώς στο κρεοπωλείο, καθώς ασκούσε παράλληλα και δεύτερη εργασία. Δήλωσε επίσης ότι δεν χρωστά οποιοδήποτε ποσό στον Μ.Κ.2 και ουδέποτε έκδωσε προς όφελος του οποιαδήποτε επιταγή. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του απάντησε ότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και ο Μ.Κ.2 είχαν βιβλίο στο οποίο κατέγραφαν τις μεταξύ τους συναλλαγές. Αντεξεταζόμενος είπε ότι διατηρούσε δικό του κρεοπωλείο από το
- Πριν τη διάρρηξη του κρεοπωλείου του και την καταχώριση του ονόματος του στο Κ.Α.Π στις συναλλαγές του χρησιμοποιούσε επιταγές. Η επιταγή που έκδωσε και αποτέλεσε την αιτία για να καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π εκδόθηκε περί το
- Αρνήθηκε τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Παραπονούμενου ότι ουδέποτε ανέφερε στην τράπεζα του τον ισχυρισμό του περί κλοπής του βιβλιαρίου επιταγών του. Η σχέση του με τον Μ.Κ.2 ήταν καλή μέχρι την ημερομηνία που έλαβε την κλήση για τις επιταγές. Επανέλαβε ότι κατά τη συνεργασία του με τον Μ.Κ.2, πάντοτε τον πλήρωνε με μετρητά και δεν διατηρούσαν οποιοδήποτε βιβλίο στο οποίο κατέγραφαν τις μεταξύ τους συναλλαγές. Αντιθέτως κάθε φορά που του πωλούσε κρέας ο Μ.Κ.2, το ζύγιζαν και ακολούθως τον πλήρωνε. Ο Μ.Κ.2 ουδέποτε του έδωσε απόδειξη πληρωμής και αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οποτεδήποτε πλήρωνε τον Μ.Κ.2 είτε με μετρητά είτε με επιταγές ο τελευταίος έκδιδε και σχετική απόδειξη. Η κα Τιμοθέου κάλεσε τον Κατηγορούμενο να αναφέρει κατά πόσο συνεργάστηκε με κάποια εταιρεία με την επωνυμία Παύλου & Υιός Λτδ με τον τελευταίο να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει την εν λόγω εταιρεία. Στη θέση της συνηγόρου του Παραπονούμενου ότι στις 12.02.2015 εξέδωσε επιταγή προς όφελος της προαναφερόμενης εταιρείας, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ο Μ.Κ.2 του είχε παραδώσει 5 ερίφια λέγοντας του ότι είναι από τον «Παύλου». Δεν εξέδωσε όμως επιταγή αλλά τον πλήρωσε σε μετρητά. Ο Κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα και δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του για τους λόγους που θα αναφερθούν αμέσως πιο κάτω. Προς υποστήριξη της θέσης του ότι δεν εξέδωσε οποιαδήποτε επιταγή στον Μ.Κ.2, επικαλέστηκε μία διάρρηξη που έγινε στο κρεοπωλείο του το 2011, την οποία και κατήγγειλε στην Αστυνομία. Όπως θα διαφανεί από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο Κατηγορούμενος κατάγγειλε το εν λόγω περιστατικό στις 21.01.10 και όχι το 2011, χωρίς μάλιστα να υποβάλει επίσημο παράπονο. Καταρχάς εντοπίζεται διάσταση όσον αφορά το χρονικό σημείο που έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη διάρρηξη. Περαιτέρω, προκαλεί ερωτηματικά η απόφαση του Κατηγορούμενου να μην προβεί σε επίσημη καταγγελία της ισχυριζόμενης διάρρηξης, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που μέσα στα αντικείμενα που κλάπηκαν περιλαμβανόταν και το βιβλιάριο επιταγών στο οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, υπήρχαν υπογεγραμμένες «λευκές» επιταγές. Η λογικά αναμενόμενη αντίδραση ενόψει των πιο πάνω δεδομένων, θα ήταν η άμεση καταγγελία του ισχυριζόμενου συμβάντος από τον Κατηγορούμενο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι θα διευθετούσε το εν λόγω ζήτημα με την τράπεζα του και η θέση του ότι όντως ανέφερε στην τράπεζα του ότι κλάπηκε το βιβλιάριο επιταγών του. Ωστόσο, η βασική αυτή θέση του Κατηγορούμενου παρέμεινε μετέωρη, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
- Η αρχή ότι κατά την αντεξέταση πρέπει να τίθεται στους μάρτυρες η υπόθεση που θα προωθηθεί από τον αντίδικο και ότι παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τις θέσεις που θα προβληθούν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του αντιδίκου, έχει υιοθετηθεί κατ' επανάληψη στη νομολογία. Η προαναφερόμενη αρχή επαναλήφθηκε στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Πέτρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 41/2015 ημερ. 25.10.16, όπου και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η βασική της δε θέση ότι τα χρήματα των επιταγών τα έδιδε στον ΜΚ13 για να έχει τη δυνατότητα «να κλέβει» το συνέταιρο του, δεν τέθηκε καν στον ΜΚ13, όταν αυτός αντεξεταζόταν. Πρόκειτο για σοβαρή παράλειψη που ακριβώς αγγίζει τον πυρήνα της θέσης της υπεράσπισης. ΄Ηταν δηλαδή υποχρέωση της να του το υποβάλει ώστε να του δώσει τη δυνατότητα να αντικρούσει τη θέση και παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τη θέση. (βλ. Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599).» Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Κατηγορούμενου αποτέλεσε ουσιώδη πτυχή της μαρτυρίας του και της όλης υπερασπιστικής γραμμής. Από τη στιγμή που κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3 δεν έγινε η παραμικρή αναφορά είτε σε κλοπή, είτε σε απώλεια του βιβλιαρίου επιταγών και σε σχετική ενημέρωση της τράπεζας από τον Κατηγορούμενο, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω παράλειψη, η εν λόγω θέση εξουδετερώνεται. Για τους πιο πάνω λόγους ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Αστ. XXX XXX XXX ο οποίος ανέφερε ότι από τις 06.04.04 υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό XXX στην εποπτεία του οποίου ανήκει και το χωριό της XXX. Στις 21.01.10 κατά τη διερεύνηση διαρρήξεων που έγιναν στην XXX, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι διαρρήχθηκε το κρεοπωλείο του και ότι κλάπηκε από αυτό το προσωπικό του τσαντάκι και άλλα αντικείμενα. Στο προσωπικό του τσαντάκι ανέφερε ότι βρισκόταν και ένα βιβλιάριο επιταγών. Κλήθηκε για κατάθεση, ωστόσο δεν υπέβαλε επίσημο παράπονο. Αναφορικά με το βιβλιάριο επιταγών, ο Κατηγορούμενος είπε ότι θα διευθετούσε το ζήτημα με την τράπεζα του. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν υπάρχει καταχωρημένο παράπονο εκ μέρους του Κατηγορούμενου, εφόσον ο τελευταίος δεν θέλησε να υποβάλει παράπονο. Σε σχέση με το βιβλιάριο επιταγών διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι βρισκόταν μέσα στο τσαντάκι του μαζί με άλλα προσωπικά του αντικείμενα. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 υπήρξε τυπική. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του, ούτε και διαφάνηκε ότι η μαρτυρία του υποκινήθηκε από αλλότρια κίνητρα. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Νομική πτυχή Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ευρήματα - Συμπεράσματα Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω είναι τα ακόλουθα: Ο XXX Ζαχαρίου (Μ.Κ.2) παρέδωσε στον Παραπονούμενο στις 20.03.15 την επιταγή με αρ.XXXX8207 της Σ.Π.Ε XXXX XXXX για το ποσό των €5.000. Η επιταγή ήταν υπογεγραμμένη από τον Κατηγορούμενο και συμπληρωμένη σε όλα της τα στοιχεία, πλην του ονόματος του δικαιούχου, το οποίο συμπλήρωσε ο Παραπονούμενος. Η επιταγή παρουσιάστηκε προς πληρωμή για πρώτη φορά στις 30.04.15 και ακολούθως σε άλλες μεταγενέστερες ημερομηνίες. Σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις επιστράφηκε απλήρωτη με τις ενδείξεις «ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Η επιταγή εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να παραμένει απλήρωτη. Όπως διαφάνηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και κατ' επέκταση η ύπαρξη ανταλλάγματος αποτέλεσαν αντικείμενο αντιπαράθεσης κατά την ακροαματική διαδικασία. Το εν λόγω ζήτημα πραγματεύονται και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους. Η μεν κα. Τιμοθέου με αναφορά κυρίως στις υποθέσεις Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1 Α Α.Α.Δ 296, Τρικωμίτης ν. Ανδρέου
(2003)2 Α.Α.Δ 597 και Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 22 υποστηρίζει ότι και με βάση τα άρθρα 29
(1)και 30
(1)του Κεφ.262 ο Παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής και θεωρείται ότι έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της επιταγής. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι από την άλλη πλευρά η εισήγηση του κ. Χατζηλοϊζου ο οποίος υποστηρίζει ότι ουδεμία συμβατική σχέση υπάρχει μεταξύ Παραπονούμενου και Κατηγορούμενου, αλλά και ουδέν αγώγιμο δικαίωμα μεταξύ του Μ.Κ.2 και του Κατηγορούμενου. Με επίκληση της Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ 22 υποστήριξε ότι η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής και τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα δεν υπάρχει εναντίον του Κατηγορούμενου. Όπως ήδη αναφέρθηκε η ύπαρξη αντιπαροχής αμφισβητήθηκε. Επί του εν λόγω ζητήματος η πλευρά του Παραπονούμενου επέλεξε να στηριχθεί στη μαρτυρία που προσέφερε. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.1 όταν ρωτήθηκε για τις περιστάσεις έκδοσης της επιταγής και το αντάλλαγμα της παρέπεμψε στον Μ.Κ.2, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του έδωσε την εκδοχή του η οποία όμως δεν έγινε πιστευτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν στην αξιολόγηση της. Η απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 δημιουργεί κενό σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης της επιταγής και το αντάλλαγμα της, αφήνοντας επομένως έκθετη σε απόρριψη την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262, ως η σχετική εισήγηση της κας Τιμοθέου, καθώς ο Παραπονούμενος στηρίχθηκε στη μαρτυρία που προσέφερε ως προς την ύπαρξη ανταλλάγματος. Στην υπόθεση Τριφταρίδης ν. Ηρακλέους Ποιν. Έφεση αρ.340/15 ημερ.18.12.17 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου: «Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής.» Δεν διαφωνούμε με τον κ. Βορκά ότι τα γεγονότα στην πιο πάνω υπόθεση είναι διαφορετικά από την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής, ενώ στην παρούσα το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση.» Σχετικά επίσης είναι και όσα αναφέρθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου ν. Ηλία Ποιν. Έφεση αρ.188/16 ημερ.31.10.18 αναφορικά με την ενεργοποίηση του τεκμηρίου του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262: «Εάν υπάρχει μια επιμέρους πτυχή που διαφεύγει της παραπάνω γενικής διαπίστωσης, αφορά το λόγο έφεσης αρ. 5 δια του οποίου τίθεται ότι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)και συνεπώς εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο επί των πραγματικών γεγονότων εν τη εννοία του άρθρου 137
(1)(α). Όμως, έχουμε ήδη αναφερθεί στην προσέγγιση της υπόθεσης Παναγιώτου ν. Φουρνίδου περί του ότι το μαχητό αυτό τεκμήριο δεν έχει θέση αφ΄ης στιγμής ο παραπονούμενος επιλέξει να προσφέρει μαρτυρία η οποία και υπόκειται στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου χωρίς δυνατότητα πλέον αναφοράς στο τεκμήριο.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο