← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νάσος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 11842/16, 9/1/2018

Δημοκρατία ν. Νάσος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 11842/16, 9/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2018:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11842/16 Δημοκρατία ν. Νάσος Δημητρίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντωνίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Μάτσας Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες, ήτοι την κατηγορία της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί, την μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82

(2)και 85 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε και απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Μετά που ακούστηκαν τρεις μάρτυρες κατηγορίας, ο κ. Αντωνίου που εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή δήλωσε στο δικαστήριο ότι δεν θα προσκομίσει και δεν θα προσφέρει για αντεξέταση τους μάρτυρες κατηγορίας 1 και 2 στο κατηγορητήριο. Στο αίτημα έφερε ένσταση ο κ. Μάτσας εκ μέρους του κατηγορουμένου. Θεωρούμε, πριν αναφερθούμε στις εκατέρωθεν θέσεις, ότι είναι ορθότερο να παραθέσουμε το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο υποβάλλεται τέτοια δήλωση στο Δικαστήριο, όπως αυτό εξάγεται μέσα από την σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224, 228 με παραπομπή στην σελίδα 68 του Criminal Procedure in Cyprus των Λοΐζου & Πική, σε σχέση με τους μάρτυρες που αναγράφονται σε κατηγορητήριο ενώπιον Κακουργιοδικείου, αναφέρεται για την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καλέσει μάρτυρα το όνομα του οποίου οπισθογραφείται στο κατηγορητήριο. Όπως υποδεικνύεται, στην περίπτωση κατηγορητηρίου καταχωρηθέντος στο κακουργιοδικείο, επιβάλλεται η υποχρέωση να αναγράφονται τα ονόματα των μαρτύρων οι οποίοι έδωσαν μαρτυρία κατά την προανάκριση σύμφωνα και με τον περί Ποινικής Δικονομίας (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 74, Ν.42/74όπως τροποποιήθηκε. Η υπόθεση Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706, 726 συνοψίζει την νομολογία, τόσο Κυπριακή όσο και κυρίως Αγγλική επί της οποίας στηρίζεται η Κυπριακή Νομολογία, αναφορικά με το καθήκον της κατηγορούσας αρχής να καλεί τους μάρτυρες τους οποίους τα ονόματα περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο (καταχωρηθέντος ενώπιον Κακουργιοδικείου). «Αποτελεί πλέον αξίωμα μέσα από σχετικές αυθεντίες ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να καλεί κάθε μάρτυρα, αλλά μόνο εκείνους που κρίνει ότι η μαρτυρία τους είναι ικανή να γίνει πιστευτή. Το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να καλεί όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, δεν επεκτείνεται και σε υποχρέωση να παρουσιάσει μάρτυρα που δεν θεωρεί η ίδια αξιόπιστο. Δεν υπάρχει κανόνας που να υποχρεώνει την Κατηγορούσα Αρχή να καλέσει μάρτυρα απλώς για να βοηθήσει την υπεράσπιση να καταστρέψει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Σχετικές υποθέσεις είναι η R. v. Oliva [1965] Cr. App. R. 298, Brown v. Brown [1997] 1 Cr. App. R. 112, Ιωάννου και Ηρακλέους ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657 και Τυμπιώτης ν.Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
  1. Το όλο ζήτημα σχολιάζεται εκτενώς στον Archbold: Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδ. 2007 σελ. 468-469, παρ. 4-275 και 4-
  2. Με αναφορά στην απόφαση R. v. Russel-Jones [1995] 1 Cr. App. R. 538, καταγράφεται ότι εναπόκειται στην ίδια την Κατηγορούσα Αρχή να αποφασίσει ποιος μάρτυρας μπορεί να δώσει ικανοποιητική και πειστική μαρτυρία και σ' αυτή την παράμετρο δεν πρέπει βέβαια να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ο μάρτυρας να είναι λιγότερο βοηθητικός προς την Κατηγορούσα Αρχή και περισσότερο προς την υπεράσπιση. Οι επτά παράμετροι που καθόρισε η πιο πάνω υπόθεση δεν θεωρούνται ως άκαμπτοι, εναπόκειται δε στην Κατηγορούσα Αρχή να ασκήσει ορθή και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης κρίση και το Δικαστήριο θα επέμβει μόνο αν θεωρήσει ότι η Κατηγορούσα Αρχή ενήργησε πάνω σε λανθασμένη αρχή.» Στη πιο πάνω υπόθεση Russell - Jones στην οποία γίνεται αναφορά, καταγράφονται οι παράμετροι εντός των οποίων η κατηγορούσα αρχή ασκεί την διακριτική της ευχέρεια να καλέσει ή όχι όλους τους μάρτυρες, οι οποίες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Ιωάννου και Ηρακλέους ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657. Η εκτεταμένη αναφορά στις 7 παραμέτρους κρίνεται, για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης, ότι δεν απαιτείται. Προκύπτει ότι η Russell - Jones αποτελεί τη βάση επί της οποίας στηρίζεται η δική μας νομολογία αναφορικά με το υπό κρίση θέμα. Υποδεικνύεται (Russell-Jones) στην υπ΄ αριθμό 2 παράμετρο, ότι η διακριτική αυτή εξουσία της κατηγορούσας αρχής δεν είναι ανέλεγκτη και απεριόριστη (the discretion is not unfettered). Στην παράμετρο 4 της πιο απόφασης, αναφέρεται ότι συνήθως η κατηγορούσα αρχή υποχρεούται να καλέσει όλους τους μάρτυρες, εκτός εάν για καλό λόγο (good reason) θεωρεί ότι η μαρτυρία του μάρτυρα είναι αναξιόπιστη (unworthy of belief). Με την έννοια ότι αν η μαρτυρία θεωρηθεί από την κατηγορούσα αρχή ότι δεν είναι δυνατό να γίνει πιστευτή, τότε δεν είναι άδικο για την κατηγορούσα αρχή να μην τον καλέσει. Εν τούτοις, στην παράμετρο 6 αναφέρεται ότι δεν νοείται ο κατήγορος να κατηγορήσει (condemn) ένα μάρτυρα ως αναξιόπιστο, απλώς και μόνο επειδή, για παράδειγμα, έχει προβάλει μια εκδοχή που έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή που έχει προβάλει μεγάλος αριθμός μαρτύρων κατηγορίας, ή επειδή η εκδοχή του δεν ευνοεί την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την εκδοχή που έχουν προβάλει άλλοι μάρτυρες κατηγορίας. Παρόλα αυτά, ως υποδεικνύεται, υπάρχουν περιορισμοί στην άσκηση αυτή της διακριτικής εξουσίας της κατηγορούσας αρχής. Κατατοπιστική επί του θέματος αλλά και διαφωτιστική του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται το όλο ζήτημα, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τον Blackstone's Criminal Practice 2004, page 1452: «This exception presupposes that something has occurred between committal and trial to cast doubt on the witness's veracity - if the witness was known not to be credible at the time of the committal proceedings the prosecution ought not to have used his evidence.» Επεξηγείται περαιτέρω στην Ιωάννου ανωτέρω, με αναφορά στις υποθέσεις Russell -Jones και Brown, ότι το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια επί ενός θέματος που εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του δημοσίου κατηγόρου. Στο σημείο αυτό κρίνουμε ότι είναι κατάλληλο να παραθέσουμε τι ακριβώς τέθηκε ενώπιον μας εκ μέρους της κατηγορούσης αρχής. Η αρχική δήλωση του κ. Αντωνίου ήταν η ακόλουθη: «Δηλώνω, ότι οι μάρτυρες κατηγορίες 1 και 2 στο Κατηγορητήριο, η Μαρία‑Έλενα Παρασκευά και η Ιωάννα Νικολάου, ενόψει του ότι μετά από πληροφόρηση που είχα ότι ενδεχομένως να έχει μολυνθεί η μαρτυρία τους, επικοινώνησα μαζί τους ξεχωριστά και μου ανέφεραν και η μία και η άλλη, ότι θα πρόσθεταν πράγματα στη μαρτυρία τους και γι' αυτό, θεωρώ ότι δεν πρόκειται να πουν την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν θα τις φέρω ως μάρτυρες και δεν θα τις προσφέρω για αντεξέταση. Έχει το δικαίωμα η Υπεράσπιση να μιλήσει μαζί τους, να δει αν την βοηθούν και να τις καλέσει ως μάρτυρες Υπεράσπισης αν επιθυμεί.» Ο κ. Μάτσας έφερε ένσταση αναλύοντας εκτεταμένα τη νομική πλευρά του θέματος. Επί της ουσίας της δήλωσης του κ. Αντωνίου ανέφερε ότι δεν αναφέρθηκε στο δικαστήριο ποια ήταν η μόλυνση που επήλθε στο μεσοδιάστημα, ούτε τι πράγματα θα προσθέσουν - οι μάρτυρες - με αποτέλεσμα να θεωρεί, η κατηγορούσα αρχή, ότι η μαρτυρία των δυο αυτών μαρτύρων κατέστη αναξιόπιστη και δεν μπορεί να τις πιστέψει, ώστε, εξ αυτού του λόγου, να δικαιολογείται να μην τις καλέσει ως μάρτυρες. Εναλλακτικά, ήταν η θέση του ότι έστω και αν οι μάρτυρες αναφέρουν και άλλα πράγματα, στα οποία δεν αναφέρονται στις καταθέσεις τους, δεν έχει δικαίωμα η κατηγορούσα αρχή να μην τις καλέσει για να δώσουν πλήρη εικόνα των γεγονότων που γνωρίζουν. Τόνισε ότι, με βάση την δήλωση του κ. Αντωνίου, δεν υπήρξε αναφορά ότι θα αναιρέσουν, οι δύο μάρτυρες, τις καταθέσεις τους, διερωτώμενος πως μπορεί με βάση αυτά να θεωρεί η κατηγορούσα αρχή μολυσμένη τη μαρτυρία των δυο μαρτύρων. Και όλα αυτά, σύμφωνα με τον κ. Μάτσα, χωρίς να αναφερθεί στο δικαστήριο τι είναι αυτά τα «πράγματα» που θα πουν οι μάρτυρες. Απαντητικά ο κ. Αντωνίου, ανέφερε ότι οι δυο μάρτυρες έδωσαν ενοχοποιητικές καταθέσεις γι' αυτό και περιλήφθηκαν στο κατηγορητήριο. Στο μεσοδιάστημα έγινε αυτό που είπε, ότι δηλαδή «πληροφορήθηκε ότι πιθανό η μαρτυρία τους να μολύνθηκε. Επικοινώνησε μαζί τους τηλεφωνικώς και οι δύο του είπαν το ίδιο πράγμα, πράγμα που δείχνει ότι υπήρξε συνεννόηση, πρόκειται για κάτι αυτονόητο» και πως αυτό που του είπαν ήταν ότι «ήθελαν να προσθέσουν πράγματα στην κατάθεση τους γιατί δεν ήταν σε κατάσταση τότε να θυμούνται πως είχαν τα πράγματα». Αυτά τα γεγονότα στο σύνολο τους, δηλαδή η πληροφόρηση που είχε, ότι και οι δύο είπαν το ίδιο πράγμα, ότι θα αλλάξουν πράγματα, και δεν γνωρίζει τι πράγματα θα άλλαζαν ή θα πρόσθεταν, τον πείθει ότι δεν θα πουν την αλήθεια στο δικαστήριο και σύμφωνα με την νομολογία, η κατηγορούσα αρχή είναι που θα κρίνει το γεγονός αυτό. Έχει την υποχρέωση, αν θεωρεί ότι ένας μάρτυρας θα πει ψέματα στο δικαστήριο να μην τον καλέσει. Ο κ. Μάτσας στην βάση της πιο πάνω δήλωσης, ανέφερε ότι η κατηγορούσα αρχή, αφού δεν γνωρίζει τι θα πουν οι μάρτυρες, πως τις έκρινε ως αναξιόπιστες; Από όσα έχουμε αναφέρει ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του κατηγόρου, αν κατά την γνώμη του η μαρτυρία του μάρτυρα που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, να μην τον καλέσει ως μάρτυρα. Η διακριτική όμως εξουσία του κατηγόρου ελέγχεται από το δικαστήριο, στα πλαίσια της δικής του διακριτικής ευχέρειας, η οποία ασκείται, αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην υπόθεση Regina v. Nugent
(1977)1W.L.R. σελ.789, υιοθετήθηκαν αυτά που ανέφερε ο Lord Roche, αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας της κατηγορούσης αρχής στην υπόθεση Seneviratne v. R
(1936)3 All.E.R 36, ότι όλα εξαρτώνται επί των ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Το θέμα τέθηκε ως εξής: « if, for no good reason, the prosecution decline to call them, then the principle enunciated by Lord Parker C.J would have been applicable, because their evidence would have related - again, to use the words of Lord Roche -"to the unfolding of the narratives on which the prosecution case was based"». Στην υπόθεση The Queen v. Apostolides [1984] HCA, 38 (High Court of Australia), υπεδείχθη ότι: «The unreliability of the evidence will only suffice where there are identifiable circumstances which clearly establish it; it will not be enough that the prosecutor merely has a suspicion about the unreliability of the evidence». Αλλά και η δική μας νομολογία επιβάλλει στο δικαστήριο την υποχρέωση να εξετάσει τους λόγους που προβάλλονται για την επιλογή της μη κλήσης ενός μάρτυρα. Ο έλεγχος που διενεργείται από το δικαστήριο, σύμφωνα με την Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 624, 626-627, είναι κατά πόσο η απόφαση της κατηγορούσης αρχής για την αξιοπιστία του μάρτυρα είναι εύλογη, ώστε να εδικαιολογείτο να μην τον καλέσει. Εν τέλει, εκείνο που προκύπτει, είναι ότι η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αναφέρει συγκεκριμένους λόγους επί των οποίων άσκησε την διακριτική της ευχέρεια για να κρίνει το αξιόπιστο του μάρτυρα, ώστε και το δικαστήριο με τη σειρά του, να είναι σε θέση να εξετάσει το βάσιμο και το εύλογο των προβαλλόμενων λόγων. Η απουσία λόγων προβάλλει, αναπόφευκτα, αλυσιτελής ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της κατηγορούσης αρχής και κατ' επέκταση βεβαίως και του ελέγχου υπό του δικαστηρίου. Έχουμε ενδιατρίψει σε αυτά που μας ανάφερε ο κ. Αντωνίου, τόσο κατά το στάδιο της πρωτολογίας του όσο και απαντητικώς προς τον κ. Μάτσα. Δεν μπορούμε παρά να πούμε ότι μας έχουν προβληματίσει έντονα όλα όσα στο σύνολο τους μας ανέφερε ο κ. Αντωνίου εν σχέσει με τους λόγους που τον οδήγησαν να καταλήξει ότι οι δυο μάρτυρες δεν πρόκειται να πουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η δήλωση του βασίζεται επί μιας υποθέσεως στηριζόμενης σε κάποια πληροφόρησή του ότι η μαρτυρία των μαρτύρων έχει μολυνθεί. Επιβεβαίωση, σύμφωνα με τη θέση του, αποτελεί το γεγονός ότι μίλησε ξεχωριστά με τις δυο μάρτυρες και δεδομένου ότι και οι δυο του είπαν ότι θα πρόσθεταν πράγματα στην μαρτυρία τους, αντιλαμβανόμαστε πέραν των όσων ανέφεραν στις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία, το γεγονός αυτό από μόνο του δείχνει ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων και αυτό ως γεγονός, τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν θα πουν την αλήθεια στο δικαστήριο. Ταυτόχρονα ανέφερε ότι ενώ από την μια οι μάρτυρες θα πρόσθεταν «πράγματα στην μαρτυρία τους», στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε αναφέροντας σε αλλαγή, χωρίς όμως, στο τέλος της ημέρας, να γνωρίζει τι θα πρόσθεταν ή έστω θα άλλαζαν οι μάρτυρες. Θεωρούμε ότι στη βάση των πιο πάνω, η απάντηση στο ερώτημα που εγείρεται όπως τέθηκε από τον κ. Αντωνίου, έχει ρητορική σημασία παρά ουσιαστική και πραγματική αξία. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι διαφορετικό κάποιος μάρτυρας να προσθέσει κάτι στη μαρτυρία του, πέραν όσων ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία, και είναι εντελώς διαφορετικό ο μάρτυρας να αλλάζει την κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία. Αφήνουμε κατά μέρος ότι ακόμα και η αλλαγή της κατάθεσης αυτής καθ΄ εαυτής χωρίς πραγματικό υπόβαθρο ως προς το τι ακριβώς θέλει να αλλάξει ο μάρτυρας από την κατάθεση του, καθιστά το εγχείρημα άνευ αντικειμένου. Λείπει δηλαδή το πραγματικό υπόστρωμα επί του οποίου, τουλάχιστον καθόσον αφορά το δικαστήριο, θα ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να κρίνει το εύλογο της απόφασης του κατηγόρου για την μη κλήτευση των μαρτύρων. Τα ίδια θα μπορούσαν να λεχθούν και στην περίπτωση που ο μάρτυρας θέλει να προσθέσει γεγονότα ή οτιδήποτε άλλο πέραν εκείνων που ανέφερε στην κατάθεση του. Δεν μας διαφεύγει ακόμα, ότι σύμφωνα με την Russell- Jones, που υιοθετείται στην Ιωάννου, υπάρχει ακόμα μια πτυχή καθόλου αμελητέα, τουλάχιστον καθόσον αφορά στην παρούσα υπόθεση και με τον τρόπο που τέθηκε το θέμα από τον κ. Αντωνίου. Η μαρτυρία θα πρέπει να αφορά κύρια γεγονότα (primary facts). Η άσκηση συνεπώς του ελέγχου της μαρτυρίας γίνεται επί των πρωταρχικών και κύριων γεγονότων της υπόθεσης και όχι επί περιθωριακών ή άλλων παρεμφερών και εν πάση περιπτώσει μη ουσιωδών για τις κατηγορίες ζητημάτων. Ούτε και απ' αυτής της πτυχής ήταν διαφωτιστική η δήλωση του κ. Αντωνίου. Κατά συνέπεια, κατά την αντίληψη μας, δεν είναι η αλλαγή, ή η προσθήκη γεγονότων στην κατάθεση ενός μάρτυρα που δικαιολογούν την μη κλήτευσή του, αλλά η ανάδειξη, στη βάση συγκεκριμένων και προσδιορίσιμων στο δικαστήριο γεγονότων του αναξιόπιστου του μάρτυρα, ή του ψεύδους του. Χωρίς πραγματικό υπόβαθρο, είτε αυτό αφορά αλλαγή, είτε προσθήκη γεγονότων από τους μάρτυρες, το δικαστήριο ουσιαστικά δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως, σε τελική ανάλυση, ο κ. Αντωνίου άσκησε την διακριτική του ευχέρεια για να καταλήξει σε ένα αρχικό, έστω, συμπέρασμα ότι οι μάρτυρες δεν θα πουν την αλήθεια στο δικαστήριο. Το γεγονός και μόνο ότι είναι άγνωστο στην κατηγορούσα αρχή τι θα πουν οι μάρτυρες, και συμφωνούμε επ΄ αυτού με τον κ. Μάτσα, θέτει το ερώτημα στη βάση ποιων, τελικά, γεγονότων κρίθηκαν οι μάρτυρες, ώστε κατά την κρίση της κατηγορούσης αρχής θα πουν ψέματα στο δικαστήριο. Η νομολογία που παραθέσαμε πιο πάνω αναδεικνύει ακριβώς την ανάγκη ύπαρξης συγκεκριμένων γεγονότων και δεδομένων επί των οποίων ασκείται η διακριτική αυτή εξουσία. Ακόμα και η απλή υποψία του κατηγόρου από μόνη της δεν είναι αρκετή ώστε να δικαιολογεί τέτοια προσέγγιση και ενέργεια για την μη κλήτευση των δυο αυτών μαρτύρων. Δεν πρέπει δε να παραγνωρίζεται ότι στα ευρύτερα πλαίσια της δίκαιης δίκης, μια από τις παραμέτρους που την προσδιορίζουν είναι και η διαφάνεια. Στην προκειμένη περίπτωση και στην απουσία πραγματικού υποβάθρου, ακόμα και η απλή υποψία ως προς την φιλαλήθεια των δυο μαρτύρων κρίνεται εντελώς απομακρυσμένη, αν όχι και αυθαίρετη, αφού της ελλείπει ουσιαστικό υπόβαθρο. Καταλήγουμε ότι δεν υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που να δικαιολογούν τέτοια ενέργεια, δηλαδή να μην κληθούν ή προσφερθούν οι μάρτυρες εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, αλλά και κατ΄ επέκταση για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω δηλώσεων όπως μας τέθηκαν από τον κ. Αντωνίου κρίνουμε ότι θα πρέπει να παρέμβουμε. Καλούμε συνεπώς την κατηγορούσα αρχή να καλέσει τους δυο μάρτυρες στο δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία στο στάδιο εκείνο που η ίδια θα κρίνει κατάλληλο. (Υπ.)............. Ν. Γιαπανάς,Π.Ε.Δ. . (Υπ.)............... Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ (Υπ.)............... Λ. Παντελή, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Αναφορά: Ενδιάμεση/Κλήτευση μάρτυρα Subject: Interim/Klitevsi martira cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.