Δημοκρατία ν. Χρίστος Ανθίας κ.α., Αρ. Υπόθεσης:13700/17, 26/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2018:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:13700/17 Μεταξύ: Δημοκρατία ν.
- Χρίστος Ανθίας
- Πανίκος Λοιζίδης Κατηγορούμενοι -------------- Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γαβριηλίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επτά κατηγορίες, ήτοι συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 214(α) και 371 του Ποινικού κώδικα, απόπειρα φόνου, κατά παράβαση των Άρθρων 20 και 214(α) του Ποινικού Κώδικα, και κατηγορίες για κατοχή και χρήση εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, κατηγορίες για παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλου όπλου, κατά παράβαση των Νόμου Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων, Ν.113
(1)/04 και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος την κατηγορία της κατοχής πυροβόλου όπλου με σκοπό επαγωγής βλάβης, κατά παράβαση των Άρθρων 20 και 92 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι, την 9.11.2017, και μεταξύ των ωρών 09:30 - 10:00, στην οδό Θήρας στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας, αποπειράθηκαν παράνομα να επιφέρουν το θάνατο στον Νίκο Μιχαηλίδη από την Λευκωσία, δηλαδή τoν πυροβόλησαν. Οι κατηγορούμενοι, μετά που τους απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες, δεν παραδέχθηκαν ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 15.3.
- Ακολούθως, ο κ Παπανικολάου για την κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα για την κράτηση των κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη τους. Και οι δυο δικηγόροι για τους κατηγορούμενους έφεραν ένσταση στο αίτημα, με αποτέλεσμα οι δύο πλευρές να προχωρήσουν σε αγορεύσεις. Το αίτημα του κ. Παπανικολάου, εστιάστηκε στην εξασφάλιση της παρουσίας των κατηγορουμένων στη δίκη, με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, και στην πιθανότητα καταδίκης των κατηγορουμένων και της ποινής που ενδεχομένως θα επιβληθεί, ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος μη εμφάνισης τους στη δίκη τους. Παρέπεμψε το δικαστήριο σε διάφορες καταθέσεις που κατατέθηκαν για το σκοπό αυτό. Ομοίως ήταν η θέση του, με αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένων, αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια, ότι υπάρχει ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Επιπλέον για τον κατηγορούμενο 1, ήταν η εισήγηση του ότι υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων, ώστε να δικαιολογείται η κράτηση του και για τον ανεξάρτητο αυτό λόγο. Εστίασε περισσότερο την προσοχή στην κατάθεση του παραπονούμενου (Κυανούν 3) και στην κατάθεση του Χριστόφορου Κατέκκου. Στη βάση των πιο πάνω παραγόντων, εισηγήθηκε ότι το αίτημα δικαιολογείται. Κρίνουμε σκόπιμο και αναγκαίο να παραθέσουμε το, παραδεκτό, ποινικό ιστορικό ενός εκάστου κατηγορουμένου, όπως αυτό αναφέρθηκε από τον κ. Παπανικολάου. Κατηγορούμενος
- Αρ. Υπόθεσης 4896/
- Διάρρηξη εν καιρώ νυχτός και διάρρηξη κατοικίας, ημερ. καταδίκης 12.9.
- Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης κατά ανώτατο όριο 3 χρόνια. Λήφθηκαν υπόψη οι πιο κάτω υποθέσεις: α. 15516/96 Για Κλοπή από κατοικία β. 647/95 Τέσσερις κατηγορίες για Διάρρηξη Κατοικίας και μια για απόπειρα διάρρηξης γ. 875/96 Δημόσια βλάβη και έξι υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών. Δ.2428/96 Απόδραση από Νόμιμη Κράτηση και Κακόβουλη Ζημιά.
- Αρ. Υπόθεσης 6107/
- Η υπόθεση αφορούσε δύο κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφου, μια για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπία και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Επιβλήθηκε, την 22.12.00, κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Εκκρεμούν εναντίον του:
- 1996/15 για Πλαστογραφία και Κυκλοφορία Πλαστών Εγγράφων.
- 4033/17 για Κυκλοφορία Πλαστού Εγγράφου.
- 8775/16 για Απόσπαση Χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις.
- 11292/
- Εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης στις 7.11.17 και συνελήφθη για τα υπό κρίση αδικήματα στις 10.11.
- Κατηγορούμενος 2
- 9665/
- Λήφθηκε υπόψη η 8983/
- Και οι δύο υποθέσεις αφορούν ναρκωτικά ήτοι, κατοχή Τάξεως Α΄ και Β΄. Την 14.6.16 επιβλήθηκε κατά ανώτατο όριο 3 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Εκκρεμούν εναντίον του:
- 7464/17 υπόθεση Τροχαίας
- 42/
- Πρόκειται για υπόθεση που αφορά την Τροχαία και στις 2.12.14 ανεστάλη η ποινική δίωξη γιατί δεν ανευρίσκετο και τοποθετήθηκε στο alert list στις 11.2.
- Μας εξηγήθηκε ότι αν ο κατηγορούμενος εντοπιστεί σε σημεία εξόδου - εισόδου της Δημοκρατίας να ληφθούν τα στοιχεία του για επανακαταχώρηση. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Γαβριηλίδης για τον κατηγορούμενο 1, αναφορικά με τις εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του, ανάφερε ότι στις υποθέσεις που εκκρεμούν είναι ελεύθερος με όρους, τους οποίους τηρεί και παρουσιάζεται στο δικαστήριο. Οι προηγούμενες του καταδίκες είναι πολύ παλιές, όταν ήταν ηλικίας 20 χρόνων και έκτοτε ουδέποτε έγινε παραβίαση των νόμων. Ήταν επίσης η θέση του ότι η κατηγορούσα αρχή δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με την πρόθεση του κατηγορούμενου να διαφύγει. Αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου και ότι έχει δεσμούς στην Κύπρο, τέτοιους που εξαλείφουν τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο. Δεν υπάρχει επίσης έκθεση εμπειρογνώμονα στο κατά πόσο υπάρχουν κατάλοιπα πυρίτιδας στα δείγματα που έδωσε προς εξέταση. Αναφέρθηκε επίσης στο ποιόν του μάρτυρα κατηγορίας Κατέκκου και ότι αυτός ήταν κρατούμενος για ναρκωτικά και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ του και της αστυνομίας για να δώσει κατάθεση. Ο κ. Ταμπούρλας για τον κατηγορούμενο 2 αναφέρθηκε σε διάφορα σημεία από τις καταθέσεις που τέθηκαν ενώπιον μας, αναλύοντας και επεξηγώντας τις θέσεις του καθ΄ όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 και στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την εισήγηση του, δεν προκύπτει κάποια συνωμοσία μεταξύ του κατηγορούμενου 2 και του κατηγορούμενου 1 αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε σε λάθος τόπο και λάθος ώρα και απλώς βρέθηκε στο σημείο για να δώσει 1γρ. κρίσταλ (ναρκωτική ουσία) στον παραπονούμενο. Οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου είναι άσχετες και αφορούν μικρές ποσότητες ναρκωτικών. Αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για σκοπούς Νομικής Αρωγής. Έχουμε ακούσει και μελετήσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις και έχουμε πλήρως υπόψη μας όσα και οι δύο πλευρές αναλυτικά ανέφεραν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχουμε επίσης μελετήσει, στον αναγκαίο βαθμό που απαιτείται στο παρόν στάδιο, τις καταθέσεις που μας δόθηκαν αναφορικά με το αίτημα κράτησης των κατηγορουμένων. Το Δικαστήριο κάθε φορά που καλείται να αποφασίσει κράτηση κάποιου προσώπου, δυνάμει του άρθρου 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ασκεί διακριτική ευχέρεια η οποία αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα νομολογιακά κριτήρια και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση138/15, ημερ.10.7.15, υπεδείχθησαν τα εξής, αναφορικά με το κρινόμενο αίτημα «Είναι αξιωματικό, πλέον, ότι ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται, ως θέμα γενικής αρχής, που είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένη και συνάδει με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, να μένει ελεύθερος, εφόσον, όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του, αυτός συμμορφώνεται. Είναι η κλασσική υπόθεση Χ″Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45. Το δικαίωμα της ελευθερίας, το οποίο βεβαίως είναι προεξάρχον, είναι συνυφασμένο με την έννοια της δίκαιης δίκης, δύο καλά εμπεδωμένες αρχές που ενυπάρχουν στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ερώτημα, πάντοτε, που τίθεται σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει την κράτηση του ατόμου, κατ΄ εξαίρεση προς τη νομολογιακή αρχή που έχει, ήδη, αναφερθεί και το ερώτημα αυτό, αν θα παραμείνει ή όχι υπό κράτηση, εξετάζεται με αναφορά σε τρεις ουσιώδεις παράγοντες, που έχουν νομολογηθεί και είναι ο κίνδυνος μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμη, η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Αυτά έχουν αναγνωρισθεί σε πάρα πολλές υποθέσεις, αρκεί να αναφερθούν η Χ″Δημητρίου, ανωτέρω, η Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183 και η Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά μπορεί ο καθένας από αυτούς ανεξάρτητα από τον άλλο, να επενεργήσει κατά τρόπο που να δικαιολογεί την κράτηση, κατά περίπτωση, βεβαίως. Σχετικές υποθέσεις είναι η Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 και η Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538.» Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σοβαρότατες κατηγορίες, αναδεικνυόμενο το στοιχείο αυτό ως αυτόδηλο και προφανές από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Η κατ' ανώτατο όριο προβλεπόμενη ποινή στη σοβαρότερη κατηγορία που αντιμετωπίζουν, εκείνη της απόπειρας φόνου, επισύρει ισόβια φυλάκιση, ενώ στις άλλες κατηγορίες η προβλεπόμενη ποινή είναι 10, 15 χρόνια και 5 χρόνια, αντίστοιχα. Θα εξετάσουμε το αίτημα σε σχέση με την αξιολόγηση της πιθανότητας μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη, σε συνάρτηση με την πιθανότητα καταδίκης, έχοντας υπόψη ότι το μαρτυρικό υλικό, για σκοπούς της διαδικασίας, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς να είναι δυνατό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα και να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα. Θα πρέπει όμως να υποδειχθεί ότι οι καταθέσεις στην αστυνομία, ως λέχθηκε στην Ευριπίδου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής, εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης ενός κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσης αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Έχουμε ενδιατρίψει στις καταθέσεις που μας παρέδωσε ο κ. Παπανικολάου και όπως προκύπτει από αυτές, κυρίως του παραπονούμενου, μετά από μεσολάβηση του κατηγορούμενου 1, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 και του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε να του κανονίσει κανένα γραμμάριο κρίσταλ (ναρκωτική ουσία). Διευθετήθηκε συνάντηση τους σε συγκεκριμένο μέρος στο χωριό Λειβάδια. Ο κατηγορούμενος 2 δεν εμφανίστηκε, και σε τηλεφώνημα του παραπονούμενου, του είπε ότι ήταν στην Ορόκλινη, οπότε ο παραπονούμενος πήγε σε κάποιο σημείο στο χωριό Ορόκλινη. Ο κατηγορούμενος 2 δεν εμφανίστηκε και ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε ξανά και ο κατηγορούμενος 2 του έθεσε νέο σημείο συνάντησης, αλλά και πάλι δεν εμφανίστηκε. Σε νέο τηλεφώνημα του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος 2 του είπε να συναντηθούν σε κάποιο δρόμο που οδηγούσε σε αδιέξοδο. Όταν ο παραπονούμενος έφθασε στο σημείο, είδε να έρχεται το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 2, ο οποίος του άναψε τα φώτα για να μπει μέσα στο αδιέξοδο και ο κατηγορούμενος 2 σταμάτησε δίπλα του. Την ώρα που ο κατηγορούμενος 2 σταμάτησε δίπλα του, μέσα στο αυτοκίνητο είδε μόνο αυτόν. Την ίδια ώρα σταμάτησε πίσω του κατηγορούμενου 2 ακόμα ένα αυτοκίνητο. Στην ερώτηση του παραπονούμενου πού είναι το γραμμάριο του, ο κατηγορούμενος 2 του είπε να προχωρήσει πιο κάτω μέχρι να κανονίσει τον άνθρωπο του, που ήταν στο άλλο αυτοκίνητο. Στο άλλο αυτοκίνητο ήταν κάποιο πρόσωπο γνωστό ως «άραπας» από την Ορόκλινη, τον οποίο γνωρίζει αλλά δεν θυμάται το όνομα του. Προχώρησε μέσα στο αδιέξοδο και έκαμε επαναστροφή και εκείνη την στιγμή είδε το αυτοκίνητο του «άραπα» να φεύγει. Μόλις κόντεψε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου 2, είδε ότι υπήρχαν 3 άτομα μέσα σε αυτό. Ο κατηγορούμενος 2 στεκόταν έξω από το αυτοκίνητο στη δεξιά πόρτα του οδηγού. Σταμάτησε σε απόσταση περίπου 2μ και τον ρώτησε για το γραμμάριο και αυτός του είπε ότι θα τον κανονίσει. Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα πίσω από τον οδηγό και κατέβηκε ο κατηγορούμενος 1 που κρατούσε κάτι που του φάνηκε ως κομμένο όπλο (σιεπέτος). Φοβήθηκε και ξεκίνησε να φύγει και αφού προχώρησε μερικά μέτρα άκουσε ένα πυροβολισμό και θόρυβο πάνω στο πίσω γυαλί του αυτοκινήτου του. Αμέσως μετά άκουσε ακόμα ένα πυροβολισμό από τον οποίο τραυματίστηκε στην κεφαλή, σβέρκο, ράχη και στα χέρια. Συνέχισε με το αυτοκίνητο του και έφυγε. Τα ιατροδικαστικά ευρήματα, καθώς και οι ιατρικές εκθέσεις ως προς τα τραύματα του παραπονούμενου είναι σχετικές. Σε συμπληρωματική κατάθεση του ο παραπονούμενος (Κυανούν 65) ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του «άραπα» ήταν στη μέση του δρόμου και του κατηγορούμενου 2 δεξιά του, δίπλα από το αυτοκίνητο του «άραπα». Όταν κόντεψε, τα φώτα του αυτοκινήτου του κτύπησαν στο αυτοκίνητο του «άραπα» και τον είδε καλά. Εκείνη την στιγμή ο «άραπας» έβαλε πισινή και έφυγε. Γύρισε το αυτοκίνητο του για να δει το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου 2 και είδε και άλλους μέσα και κατάλαβε ότι κάτι γινόταν. Όταν είδε τον κατηγορούμενο 1 να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο δεν του άρεσε και υποψιάστηκε ότι κάτι του «έστηναν». Ο κατηγορούμενος 1 του είπε «έλα να σου πω» και τον είδε που κρατούσε κάτι στα χέρια του. Σίγουρα δεν ήταν ένα απλό σίδερο. Ο ίδιος κατάλαβε ότι ήταν όπλο κομμένο και πάτησε βενζίνη (πάλαρε) για να φύγει γρήγορα. Οδήγησε αριστερά - δεξιά ώστε αν τον πυροβολήσουν να μην τον βρουν. Ακολούθως, και ενώ ακόμα οδηγούσε, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 και του είπε «τούτο ήταν η προειδοποίηση». Στη συνέχεια του τηλεφώνησε ξανά ο κατηγορούμενος 1 και του είπε, «εννά έρτω χώρα να σε έβρω να σε παίξω». Είναι σίγουρος ότι ο κατηγορούμενος 1 κρατούσε όπλο. Ο Χρίστος Γεωργίου (Αράπης), πέραν των υποδείξεων των σκηνών, στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1, το επίδικο βράδυ, του τηλεφώνησε και του ζήτησε να του πάρει όπλο για να φοβίσει τον παραπονούμενο γιατί παρενοχλούσε τη γυναίκα του. Αρχικά του είπε ότι σκεφτόταν να τον κτυπήσει, αλλά τελικά σκέφτηκε να τον φοβίσει με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να του πει λεπτομέρειες. Πήρε το κυνηγετικό όπλο με κομμένες τις κάνες που είχε στο σπίτι του και πήγε σε κάποιο σημείο που του είπε ο κατηγορούμενος
- Όταν έφθασε στο σημείο είδε ότι ο παραπονούμενος ήταν ήδη εκεί, ενώ στην άλλη πλευρά του δρόμου ήταν οι δυο κατηγορούμενοι. Τότε είδε τον παραπονούμενο που οδήγησε το όχημα του βαθιά μέσα στο δρόμο. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έδωσε το όπλο στον κατηγορούμενο 1 ο οποίος ξαναμπήκε μέσα στο αυτοκίνητο. Ο παραπονούμενος στο μεταξύ είχε γυρίσει και πήγαινε προς το μέρος τους. Έβαλε πισινή και ο παραπονούμενος πέρασε από δίπλα του και προχώρησε 50μ. Τότε ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πυροβόλησε δυο φορές στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του παραπονούμενου και είδε ότι τον βρήκε στο πίσω γυαλί. Όταν έγιναν αυτά, αυτός καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο του, ενώ ο παραπονούμενος συνέχισε και έφυγε. Μετά τους πυροβολισμούς κατέβηκε και πήρε το όπλο από τον κατηγορούμενο 1 που έφυγε μαζί με τον κατηγορούμενο
- Όταν έφυγαν έμεινε για λίγο στο σημείο να συνειδητοποιήσει τι έγινε, γιατί δεν περίμενε - ο κατηγορούμενος 1 - να πυροβολήσει τον παραπονούμενο πάνω στο αυτοκίνητο, αλλά ότι θα τον φόβιζε. Το όπλο το πέταξε σε κάποιο σημείο και στη συνέχεια βρέθηκαν μαζί με τους δύο κατηγορούμενους στο σπίτι του στην Ορόκλινη. Ο κατηγορούμενος 1 μιλούσε με τον παραπονούμενο στο τηλέφωνο και τον άκουσε που του είπε ότι «τούτη ήταν προειδοποίηση, την επόμενη φορά που θα πειράξεις την γενέκα μου εννά σε σκοτώσω». Στη συνέχεια, μαζί με τον κατηγορούμενο 2 πήγαν εκεί που πέταξε το όπλο και το πήρε και το έχωσε σε άλλο σημείο. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν πήγε και έπιασε το όπλο και το πέταξε σε ένα λάκκο κοντά στην Ορόκλινη. Το όπλο που έδωσε στον κατηγορούμενο 1 είχε μέσα δυο κανονικές χαρτούτσιες που τις έβαλε το ίδιο βράδυ, με σκοπό να φοβερίσει ο κατηγορούμενος 1 τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος 1 δεν υπέγραψε την κατάθεση του στην αστυνομία γιατί ήθελε προηγουμένως να μιλήσει με τους συγκατηγορούμενους του. Ο κατηγορούμενος 2, για ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία, στην κατάθεση του (Κυανούν 59), δέχεται αυτά που κατέθεσε ο παραπονούμενος αναφορικά με τα διάφορα σημεία συνάντησης τους και πως πίσω από τη θέση του οδηγού καθόταν ο κατηγορούμενος 1 γιατί δεν ήθελε να τον δει ο παραπονούμενος. Κατά την επαναστροφή του παραπονούμενου στο αδιέξοδο, ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 τι θα κάμουν και αυτός του είπε πως όταν πάει κοντά τους ο παραπονούμενος θα κατεβεί και θα τον κανονίσει. Είδε ότι πίσω τους είχε άλλο αυτοκίνητο. Ο παραπονούμενος σταμάτησε δίπλα τους, ο ίδιος καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο και κατέβηκε ο κατηγορούμενος 1 και τον άκουσε που φώναξε του παραπονούμενου να πάει να του πει. Ο παραπονούμενος πάτησε βενζίνη να φύγει και εκείνη τη στιγμή άκουσε 2 πυροβολισμούς, αλλά δεν είδε ποιος τους έριξε. Φοβήθηκε και φώναξε «εφύαμε» και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Μετά το συμβάν ο κατηγορούμενος 1 τηλεφώνησε του παραπονούμενου και του είπε ότι «τούτο εν προειδοποίηση». Επιπλέον ο κατηγορούμενος 2 υποστήριξε ότι φαίνεται πως ήταν στημένο σχέδιο του κατηγορουμένου 1, αλλά ο ίδιος δεν είχε ιδέα. Απλώς έκαμε τον ταξιτζή. Δεν είδε κυνηγετικό όπλο μέσα στο αυτοκίνητο του και δεν είδε ποιος πυροβόλησε, ούτε είχε σκοπό να χρησιμοποιήσουν το όπλο για να κτυπήσουν τον παραπονούμενο. Αν έμπαινε όπλο μέσα στο αυτοκίνητο του δεν θα ξεκινούσε να πάει στο σημείο συνάντησης με τον παραπονούμενο. Προκύπτει από την κατάθεση του αστυφύλακα 2196 Ν. Θεοδοσίου (Κυανούν 101) ότι ο κατηγορούμενος 2, μετά που έδωσε την κατάθεση του στην αστυνομία, την 15.11.17, του εξέφρασε την επιθυμία να τους οδηγήσει σε χώρο όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, βρισκόταν κρυμμένο το ΔΟΚΟ που χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη των αδικημάτων. Του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και επέμενε να τους οδηγήσει στο χώρο. Τελικά οδήγησε τον ίδιο και την αστυφύλακα 3485 Σ. Μπότσαρη, σχετικό είναι το Κυανούν 100, σε ανοικτό χωράφι του χωριού Κελιά, χωρίς όμως, παρά την προσπάθεια του, να εντοπιστεί οτιδήποτε. Ο Χριστόφορος Κατέκκου στην κατάθεση του ανέφερε ότι την 16.11.17, και ενώ ο κατηγορούμενος 1 ήταν υπό κράτηση, του τηλεφώνησε και του είπε να τηλεφωνήσει του παραπονούμενου, τον οποίον δεν γνωρίζει, και να του πει ότι είναι κοινός φίλος και να προσπαθήσει να σπείρει ζιζάνια μέσα στο νου του (παραπονούμενου) και να προσπαθήσει να τον πείσει ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος 1 που τον πυροβόλησε αλλά ο «άραπας». Του είπε επίσης ότι για να το πετύχει αυτό, να του πει ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι φίλος του και το μόνο που ήθελε ήταν να τον δέρει και ότι αυτό που κρατούσε ο κατηγορούμενος 1 ήταν «φέρσο» του αυτοκινήτου και όχι κομμένο όπλο και πως είναι ο «άραπας» που τον πυροβόλησε. Επίσης, ο κατηγορούμενος 1, του είπε να πει του παραπονούμενου ότι κινδυνεύει από τον «άραπα» και ότι ο λόγος που τον πυροβόλησε ήταν γιατί έκαμαν δουλειές μαζί και τον «τράμπαρε». Να προσπαθήσει να τον πείσει να αλλάξει την κατάθεση του στην αστυνομία και να πει ότι είναι ο «άραπας» που τον πυροβόλησε και όχι ο κατηγορούμενος
- Σε κάποιο στάδιο αργότερα του τηλεφώνησε η φιλενάδα του κατηγορούμενου 1 και του είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 πρόσφερε του παραπονούμενου €5.000 για να αλλάξει την κατάθεση του και να πει ότι είναι ο «άραπας» που τον πυροβόλησε αλλά δεν τα βρήκαν. Μας δόθηκαν επίσης και ορισμένες καταθέσεις κάποιων αστυνομικών οργάνων, αναφορικά με διάφορες ενέργειες που έκαμαν σε σχέση με την διερεύνηση των αδικημάτων. Ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου.» Κατά συνέπεια η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 2, όπως αναλυτικά προβλήθηκε από τον κ. Ταμπούρλα επί διαφόρων πτυχών αυτής και κατά πόσο πραγματικά ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε τις προθέσεις του κατηγορούμενου 1 και αν ήταν μέρος της συνομωσίας με αυτόν, καθώς και διαφόρων άλλων τινών εκ της μαρτυρικού υλικού, αλλά και επί μέρους θέσεων και αναλύσεων του ως προς την αξιολόγηση ουσιαστικά της μαρτυρίας, δεν χωρεί εξέτασης στο παρόν στάδιο και θα ήταν εντελώς αδόκιμο τέτοιο εγχείρημα. Δεν είναι αυτό το στάδιο της δίκης. Εκείνο που εξετάζεται εδώ είναι η δύναμη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής υπό τη μορφή και την έννοια που έχει εξηγηθεί και μάλιστα στην όψη του, και τίποτε περισσότερο. Ανάλογες είναι και οι κρίσεις επί ορισμένων θεμάτων που ανέπτυξε και ο κ. Γαβριηλίδης εκ μέρους του κατηγορούμενου 1. Στην Τσέκουρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, υπεδείχθη ότι «είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται τώρα ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων» και συνεπώς, «δεν χωρούν ατελέσφορες παρατηρήσεις που μπορούν να επηρεάσουν οτιδήποτε που ανήκει στη δίκη». Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 924, εκείνο που απαιτείται είναι μαρτυρία που να συνδέει και να εμπλέκει ευθέως τον κατηγορούμενο. Είναι αυτονόητο βέβαια, ότι η πιο πάνω περιληπτική αναφορά στα γεγονότα, προερχόμενη από αποσπάσματα από τις καταθέσεις, έστω και περιγραφικά, γίνεται όπως αυτή εμφανίζεται στα σχετικά έγγραφα και τις καταθέσεις που μας δόθηκαν και για τους εντελώς περιορισμένους σκοπούς και των εγγενών παραμέτρων που περιβάλλουν το επίδικο θέμα της κρινόμενης διαδικασίας κράτησης, ως προς την ανεύρεση της δύναμης της υπόθεσης της κατηγορούσης αρχής. Που είναι και το μόνο ζητούμενο και τίποτε περισσότερο, και όχι προς εξαγωγή ευρημάτων ή άλλων συμπερασμάτων ενοχής των κατηγορουμένων. Άλλωστε, σύμφωνα με την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.319/15, ημερ.21.12: «Η νομολογία στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο είναι αρκετή για να προσδιορίσει τον τρόπο αντίκρισης του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, και τη δυνατότητα σύνδεσης του με τον κατηγορούμενο. Πλην, όμως, πρέπει να σημειώσουμε ότι η απλή αναφορά σε ονόματα μαρτύρων, χωρίς την αναφορά στο σημείο επί του οποίου το πρωτόδικο δικαστήριο εστιάζει την προσοχή του για να καταδείξει την πιθανότητα καταδίκης, δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει σε συντομία και με αναφορά στο εύρος και το είδος της μαρτυρίας, να καταφαίνεται πού εστίασε την προσοχή του το πρωτόδικο δικαστήριο. Βεβαίως, στην υπό κρίση περίπτωση, το μαρτυρικό υλικό στο οποίο αναφέρθηκε το δικαστήριο είναι πολύ περιορισμένο και εύλογα καταδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετώπισε». Είναι στα πλαίσια της πιο πάνω νομολογίας που παρατέθηκαν τα κύρια σημεία από ορισμένες εκ των καταθέσεων, ώστε να καταδειχθεί πού ακριβώς εστίασε τη προσοχή του το δικαστήριο, σε συνάρτηση με το είδος και το εύρος της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, στα πλαίσια πιθανολόγησης καταδίκης των κατηγορουμένων. Εξετάζοντας συνεπώς στην όψη τους όλα τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα, και χωρίς ίχνος διάθεσης αξιολόγησης της μαρτυρίας, και κρινόμενη η μαρτυρία ως προς την ισχύ της, κρίνεται ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία που ευθέως εμπλέκει και τους δυο κατηγορούμενους με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Περαιτέρω, το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό και αυτό στην όψη του, κρίνεται ως αρκούντως επαρκές και τέτοιου βαθμού ώστε να ικανοποιείται ο παράγων της πιθανολόγησης καταδίκης των κατηγορουμένων. Εκείνο που εξετάζεται εδώ είναι η αποτελεσματικότητα και η επάρκεια της μαρτυρίας που έχει στην κατοχή της η κατηγορούσα αρχή και τίποτε περισσότερο. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη μας ότι το ενδεχόμενο καταδίκης των κατηγορουμένων, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, αναδεικνύεται ως σοβαρό και ορατό, επί κατηγοριών που κατ΄ ανώτατο όριο επισύρουν ισόβια φυλάκιση. Επί καταδίκης ανάλογος θα είναι και ο κολασμός, υπό την έννοια της ποινής που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων στις οποίες έγινε ήδη αναφορά, έχουν το δικό τους ειδικό βάρος ως προς την πιθανότητα μη προσέλευσης. Στην Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, έχει τονιστεί ότι όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Στην υπόθεση Νικήτα ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, υπεδείχθη ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών δεν προσδιορίζεται μόνο από την προβλεπόμενη ποινή, η οποία, για μερικές από τις κατηγορίες, όπως ακριβώς και στην παρούσα υπόθεση, είναι μέχρι διά βίου φυλάκιση, αλλά και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, που υποδηλώνουν, όπως, κατά την αντίληψη μας και εδώ, ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο και εκτέλεσή του. Στάθμιση συνεπώς όλων των πιο πάνω σχετικών παραγόντων, ως προς την εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης, αποκλίνουν υπέρ της θέσης της κατηγορούσης αρχής ότι ο κίνδυνος αυτός ενυπάρχει ως μια ισχυρή πιθανότητα. Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο εκ του ιστορικού του κατηγορουμένου 1 το οποίο έχει την δική του σημασία και αξία. Το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε στην υπόθεση 11292/15 που εκκρεμούσε εναντίον του, με αποτέλεσμα την 7.11.17, δηλαδή πριν τη σύλληψη του για τα υπό κρίσιν αδικήματα, να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, αποτελεί ακόμα μια ένδειξη της ροπής αλλά και της στάσης του προς τους νόμους της πολιτείας, αλλά και για ότι αφορά εδώ, στη σχετική υποχρέωση του να παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου, και υπό οποιανδήποτε σκοπιά και αν αντικριστεί, ενδυναμώνει τους φόβους αλλά και τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο δικαστήριο. Ανάλογης σημασίας αποτελεί και το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορουμένου 2 διακόπηκε ποινική διαδικασία και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής του και τοποθετήθηκε το όνομα του στο alert list. (Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 62/14, ημερ.9.4.14). Λάβαμε υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, όπως αυτές καταγράφονται από την έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, που ετοιμάστηκαν για σκοπούς νομικής αρωγής, στις οποίες παρέπεμψαν οι δικηγόροι των κατηγορουμένων. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 42 ετών και διαζευγμένος. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Έχει ακόμη δύο αδέλφια και όταν ήταν ηλικίας 8 ετών οι γονείς του χώρισαν. Φοίτησε μέχρι το δημοτικό σχολείο, διέκοψε δε τη φοίτηση λόγω οικονομικών και οικογενειακών προβλημάτων και εργάστηκε στις οικοδομές για να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Πήρε αναστολή από την εκτέλεση της στρατιωτικής του θητείας λόγω απροσάρμοστης συμπεριφοράς. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε μια κόρη ηλικίας 21 ετών. Είναι επίσης διαζευγμένος από δεύτερο γάμο από τον οποίο απέκτησε μια κόρη ηλικίας 14 ετών. Συζεί με άλλη γυναίκα η οποία βρίσκεται στον έβδομο μήνα της κύησης. Πριν τη σύλληψη του φιλοξενείτο μαζί με τη συμβία του στην προσφυγική οικία της μητέρας του. Εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας με μηνιαίο εισόδημα €1.000 περίπου. Επίσης ελάμβανε, από οφειλόμενες εισπράξεις προηγούμενων συνεργατών του από κάποια εταιρεία, το χρηματικό ποσό των €500. Έχει χρέη €1.500 από δάνειο στο οποίο δεν καταβάλλει μηνιαία δόση και έχει οικία στην περιοχή Παραλιμνίου στην οποία διαμένει η πρώην δεύτερη σύζυγος του μαζί με την ανήλικη κόρη του. Καταβάλει μηνιαία διατροφή €400 για τις δυο του κόρες και επίσης χρηματικό ποσό €250 για την κάλυψη των φοιτητικών εξόδων της μιας του κόρης και €200 για αθλητικές δραστηριότητες της άλλης του κόρης. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 26 ετών άγαμος και άνεργος. Έχει ακόμη τρία αδέλφια και τους τελευταίους 12 μήνες δεν έχει σταθερό εισόδημα, οφείλει δε σε Τραπεζικό Ίδρυμα €4.000 αλλά δεν καταβάλλει κανονικά δόση. Οι σχέσεις μεταξύ της οικογένειας περιγράφονται καλές. Απασχολείται περιστασιακά, τους τελευταίους 12 μήνες, με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων και είναι χρήστης σκληρών ουσιών. Έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, καθώς και οι δεσμοί που έχει με τον τόπο του, δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Φλεριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ.13/16, ημερ.3.3.16, Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 114/16, ημερ.7.7.16). Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Στη Θεοχάρους κ.ά Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκε ότι τελικά είναι ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Και ως τέτοιοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, είναι στοιχεία που συνδέονται με το χαρακτήρα του, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και οι ευρύτεροι δεσμοί του με τη χώρα στην οποία διώκεται, χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. Στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, 798, υπεδείχθη ότι: «Είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με την χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή τον υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται«. Πέραν αυτών που έχουμε αναφέρει, και όπως αυτά αναδύονται εκ των σχετικών εκθέσεων τα οποία έχουμε αξιολογήσει και ζυγίσει για κάθε κατηγορούμενο ξεχωριστά, τίποτε άλλο έχει τεθεί ενώπιον μας που θα μπορούσε να αξιολογηθεί και να συσταθμιστεί από άποψη επιπτώσεων, τέτοιων, που να εξανεμίζουν ή να μειώνουν σε ισχυρό βαθμό τον κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη τους, ως αντιστάθμισμα βεβαίως με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, σε συνάρτηση με την ιδιαίτερη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Εν κατακλείδι, έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι το αίτημα της κατηγορούσης αρχής, ως προς τον κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορουμένων δικαιολογείται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας, θα εξετάσουμε και το δεύτερο, αυτοτελή, λόγο για τον οποίο επιζητείται η κράτηση των κατηγορουμένων. Αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Έρεισμα στην εισήγηση του κ. Παπανικολάου αποτελούν οι προηγούμενες καταδίκες ενός εκάστου κατηγορουμένου, καθώς και εκκρεμούσες ποινικές κατηγορίες εναντίον τους, τις οποίες έχουμε παραθέσει. Έχουμε παραθέσει τις θέσεις των δικηγόρων των κατηγορουμένων αναφορικά με τις προηγούμενες τους καταδίκες. Η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη, μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώρηση άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ, 373, Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130). Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον δεν αποδεικνύεται, ούτε και είναι εύκολο να αποδειχθεί, με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι, αν, στη βάση όλων των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων (Οικονομίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492, Σιακαλλής, ανωτέρω, και Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164). Η πιθανολόγηση δεν μπορεί να είναι ούτε ασαφής ούτε αόριστη. Θα πρέπει να έχει ως έρεισμα συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εκ της οποίας θα πρέπει να εξάγεται η τάση και η ροπή του προς το έγκλημα και η τυχόν επανάληψη παρόμοιων αδικημάτων. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Σπανού ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, αρκεί, με βάση ολόκληρο το ενώπιον του δικαστηρίου τεθέν υλικό, η δημιουργία της ισχυρής εντύπωσης ότι υπάρχει αυτή η πιθανότητα, ως προσδιοριζόμενη σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αναγόμενη στο μέλλον, με στοιχεία του ιστορικού του κατηγορουμένου στο παρελθόν. Ανάμεσα στις συντεταγμένες, είναι και το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, που λαμβάνεται υπόψη. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 138/15, ημερ.10.7.15, υπεδείχθη ότι: «Οι προηγούμενες καταδίκες και το τι, συναφώς, αντιμετωπίζει ο εφεσείων από πλευράς άλλων αδικημάτων, είναι ενδεικτικές του σεβασμού που δείχνει ένα πρόσωπο προς τους νόμους της πολιτείας και καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι ένας ο οποίος έχει προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά είναι πλέον επιρρεπής στη διάπραξη άλλων αδικημάτων». Σχετική ακόμα είναι και η υπόθεση Σιακαλλής, ανωτέρω. Θα εξετάσουμε το αίτημα για κάθε ένα κατηγορούμενο ξεχωριστά. Είναι ορθή αφενός η παρατήρηση του κ. Γαβριηλίδη για τον κατηγορούμενο 1, ότι η μια προηγούμενη καταδίκη ανατρέχει σε πολύ παλαιό χρόνο. Από την άλλη, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την εισήγηση του κ. Γαβριηλίδη ότι, έκτοτε, από το 1996 ο κατηγορούμενος 1 δεν παρουσίασε παραβατικότητα. Το ιστορικό του, όπως αυτό έχει καταγραφεί, αναδύει μια πλούσια, διαχρονική θα λέγαμε, δραστηριότητα και παραβατική συμπεριφορά, τέτοια που αρκούντως αποτελεί δείκτη της στάσης και του σεβασμού του προς τους νόμους της πολιτείας. Θα μπορούσε μάλιστα να χαρακτηριστεί και ως αναβαθμισμένη προς νέας μορφής παραβατικότητα, στη βάση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει στο παρόν κατηγορητήριο, τηρουμένου βεβαίως πάντοτε του τεκμηρίου της αθωότητας του. Η τάση και η ροπή του κατηγορουμένου 1 προς την εγκληματική συμπεριφορά, είναι έκδηλη και αυταπόδεικτη. Κατά συνέπεια ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων προβάλλει ως λογικοφανής που δικαιολογεί τους φόβους της κατηγορούσας αρχής. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ενώ την 14.6.16 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών με τριετή αναστολή, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει διαπράχθηκαν εντός της περιόδου της αναστολής της ρηθείσας ποινής φυλάκισης. Η νομολογία, στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 16/16, ημερ.18.2.16, επί του συγκεκριμένου θέματος υποδεικνύει τα εξής: « . στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 597, στην οποία τονίστηκε ότι, όπου η διάπραξη νέων αδικημάτων λαμβάνει χώρα κατά την περίοδο που ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό καθεστώς αναστολής έκτισης ποινής φυλάκισης, τότε ο παράγων αυτός αποκτά αυξημένη ισχύ. Εάν από την άλλη οι προηγούμενες καταδίκες ανήκουν στο απώτερο παρελθόν, και έκτοτε η συμπεριφορά ενός πρώην καταδίκου δείχνει στοιχεία ατόμου με διάθεση, πλέον, συμμόρφωσης με τους πολιτειακούς νόμους, ο παράγων της πιθανότητας διάπραξης νέων αδικημάτων αναμφίβολα λαμβάνει άλλες διαστάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο εφεσείων, κατ΄ ισχυρισμό βέβαια, διαπράχθηκαν εντός της περιόδου της αναστολής της τελευταίας ποινής που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα. Είναι επίσης γεγονός ότι η πρώτη καταδίκη του εφεσείοντα έγινε το 2007, αυτός όμως αποφυλακίστηκε το 2011 και σύντομα, μετά την αποφυλάκισή του, ο εφεσείων ξανακαταδικάστηκε, για ομοειδή μάλιστα αδικήματα, σε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Το ιστορικό του εφεσείοντα δυστυχώς δεν δείχνει ότι πρόκειται περί ανθρώπου με διάθεση, πλέον, συμμόρφωσης με τους Νόμους, αλλά, αντίθετα, δείχνει άτομο με ροπή στη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων, όπως ορθά παρατήρησε, στη σελίδα 8 της απόφασής του, το Κακουργιοδικείο». Κρίνουμε συνεπώς ότι, εκ του ιστορικού και των δυο κατηγορουμένων, αναδεικνύεται ως ισχυρή διαπίστωση η διάθεση, αλλά και η ροπή τους προς τη διάπραξη άλλων παρομοίων αδικημάτων. Υποδεικνύεται εδώ, ότι στη Σπανού ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι αρκετό να προβάλλει ως λογικοφανής, στη βάση της προηγούμενης εγκληματικής δράσης των κατηγορουμένων. Κατά συνέπεια, και αυτή είναι η κατάληξή μας, στη βάση όσων έχουμε εξηγήσει και αναλύσει, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση περί του κινδύνου που ελλοχεύει, ως ορατό και ενδεχόμενο δεδομένο, αλλά και πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων εκ μέρους των κατηγορουμένων. Για τον κατηγορούμενο 1 επιζητείται η κράτηση του για ακόμα ένα ανεξάρτητο και αυτοτελή λόγο. Τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Το αίτημα στηρίζεται στην κατάθεση του Κατέκκου. Την έχουμε παραθέσει ως προς τα κύρια σημεία της. Παρόλο που δεν υπήρξε αντίλογος επί του συγκεκριμένου αυτού λόγου κράτησης του 1ου κατηγορουμένου, το ζήτημα εδώ δεν είναι αν αυτά τα οποία ανάφερε ο Κατέκκος ότι του λέχθηκαν από τον Κατηγορούμενο 1, όντως του λέχθηκαν με τον τρόπο που διατυπώθηκαν, ή ακόμη και αν τελικώς ανταποκρίνονται στην αλήθεια αυτών που αναφέρει. Εκείνο το οποίο εξετάζεται είναι το κατά πόσον αυτά που συναφώς αναφέρονται στην κατάθεση του Κατέκκου, δημιουργούν, αντικειμενικώς, ουσιαστική βάση επί της οποίας θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα περί της ύπαρξης δυνητικού κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων και όχι επηρεασμός μαρτύρων ως ζήτημα βεβαιότητας ή πραγματικού γεγονότος (Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 90, 95). Ομοίως στην υπόθεση Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 472, υπεδείχθη ότι εκείνο που εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Εκείνο που απαιτείται είναι η ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Το ζητούμενο είναι η πιθανολόγηση του επηρεασμού μαρτύρων, ουσιαστικά η πρόθεση για τέτοιο επηρεασμό. Χρειάζεται απλά μαρτυρία που να φανερώνει ότι οι φόβοι και οι ανησυχίες της αστυνομίας είναι γνήσιες και δικαιολογημένες. Να επαναλάβουμε όσα ο Κατέκκου αναφέρει στην κατάθεση του κρίνεται αχρείαστο. Το περιεχόμενο της κατάθεσης του, όπως έχει σκιαγραφηθεί, είναι αυτόδηλο και προφανές. Εκ του περιεχομένου της κατάθεσης αυτής, αντικειμενικώς κρινόμενα τα πράγματα, οι ανησυχίες της αστυνομίας κρίνονται ως εύλογα γνήσιες και απόλυτα δικαιολογημένες. Τέλος, ο παράγοντας του χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο άμεσα συναφές, υπολογίσιμο και αξιολογήσιμο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Νικολάου και Σπανού ανωτέρω). Κατά την κρίση μας, ο παράγων αυτός δεν εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, ενόψει του σχετικά σύντομου ορισμού έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες και δεδομένα, και στη βάση όσων έχουμε αναφέρει, κρίνουμε, και αυτή είναι η κατάληξη μας, ότι το αίτημα της κατηγορούσης αρχής, για τους λόγους που εξηγήσαμε, είναι δικαιολογημένο εναντίον και των δυο κατηγορουμένων. Εξασκώντας συνεπώς τη διακριτική μας ευχέρεια διατάσσουμε όπως οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την 15.3.18, ημέρα έναρξης της δίκης τους. (Υπ.) ..................... Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................... Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ (Υπ.) ..................... Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ενδιάμεση/Απόπειρα Φόνου -Πυροβόλα/Κράτηση Subject: Interim/Apopeira Fonou -Pirovola/Kratisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο