Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Σεργίδη, Αρ. Υπόθεσης: 11257/2017, 8/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΚΑΡΝΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11257/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Ανδρέα Σεργίδη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους Για κατηγορούμενο: κ. Κ. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή του, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου, κατά παράβαση του άρθρου 6
(2)και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, στις 10 Σεπτεμβρίου 2017, περί ώρα 17:00, στον αυτοκινητόδρομο Καλού Χωριού - Αεροδρομίου, παρά τη Δρομολαξιά της Επαρχίας Λάρνακας, ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από τον Αστ.893, ο οποίος εκείνη τη στιγμή διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με τη χρήση ταχυμέτρου, να οδηγεί το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής MNΧ 210, με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 216 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Ο κατηγορούμενος ανακόπηκε από την Αστυνομία, πληροφορήθηκε για το αδίκημα που διέπραξε και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «ουδέν σχόλιο ευχαριστώ». Αναφέρθηκε περαιτέρω από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες τροχαίες καταδίκες, ούτε βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε, κατ' αρχάς, το περιεχόμενο Έκθεσης που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας, αναφορά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, για σκοπούς επιμέτρησης κι επιβολής της ποινής. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω Έκθεσης, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 72 ετών, διαζευγμένος και πατέρας δυο ενήλικων παιδιών ηλικίας 26 και 28 ετών. Είναι συνταξιούχος και λαμβάνει σύνταξη γήρατος €340 μηνιαίως. Από την ηλικία των 15 ετών μετανάστευσε στην Αγγλία, όπου φοίτησε σε κολλέγιο στον κλάδο Εμπορικών και στη συνέχεια εργάστηκε ως επιχειρηματίας μέχρι το 2015 που επαναπατρίστηκε στην Κύπρο. Έκτοτε, φιλοξενείται από την αδερφή του σε οικία που ανήκει στην ίδια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου πρόσθεσε ότι ο λόγος για τον οποία επαναπατρίστηκε ο κατηγορούμενος, ήταν για να φροντίζει την αδερφή του η οποία είναι 77 ετών, μετά που απεβίωσε ο σύζυγός της. Επίσης ,ο συνήγορος ανέφερε ότι σε περίπου 7 μήνες ο κατηγορούμενος αναμένει τη γέννηση εγγονιών. Περαιτέρω, ο συνήγορος τόνισε ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος προέβη σε άμεση απολογία και παραδοχή. Εδώ και 50 χρόνια είναι κάτοχος άδειας οδήγησης και δεν έχει οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Ποτέ δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο τροχαίο αδίκημα, είτε στην Κύπρο είτε στην Αγγλία και η παρούσα υπόθεση αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο αυτοκινητόδρομος ήταν άδειος και κανένας δεν τέθηκε σε κίνδυνο συνεπεία της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο συνήγορος ανέφερε ότι δεν είναι του χαρακτήρα του κατηγορουμένου να διαπράττει τέτοιας φύσεως αδικήματα και δεν αποτελεί άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία. Ο κατηγορούμενος έχει μετανιώσει ειλικρινά για τη συμπεριφορά του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε περαιτέρω ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, συντρέχουν οι λόγοι όπως η εκτέλεση αυτής ανασταλεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος αντικατοπτρίζεται στην προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, αλλά προσδιορίζεται ταυτοχρόνως και βάσει των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 527, 532). Με βάση το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε, το αδίκημα οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι €1708 ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, με βάση τα άρθρα 19 και 20Α του ίδιου Νόμου, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μέχρι 6 βαθμούς ποινής, αναλόγως της υπέρβασης και των γεγονότων της υπόθεσης, όπως επίσης και στέρηση της δυνατότητας κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα θεωρεί πρέπον. Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη, όπως επίσης και η χρονική διάρκεια αυτής (βλ. μεταξύ άλλων, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, 137 αναφέρθηκαν τα εξής : "Η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Οδήγηση καθ΄ υπέρβαση του ορίου ταχύτητας αποτελεί σοβαρή μορφή παράβασης του κώδικα τροχαίας, λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί για την ασφάλεια του κοινού αφενός, και της δυνατότητας που παρέχεται στον οδηγό να περιορίσει την ταχύτητα μέσα στο επιτρεπτό όριο, αφετέρου. Οι συνέπειες της υπερβολικής ταχύτητας έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Συνεπώς το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής, όσο και στον καθορισμό του ύψους της (βλ. Τροκούδης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 306)". Κατά την επιβολή ποινής, απαιτείται από το Δικαστήριο η εξισορρόπηση, αφενός, του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και αφετέρου, η εξατομίκευση της ποινής, στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, για λόγους που δεν έχουν διευκρινιστεί, επέλεξε να οδηγήσει το όχημά του με ταχύτητα υπερδιπλάσια από την επιτρεπόμενη. Η υπέρβαση αυτή αναμφίβολα επαυξάνει κατά πολύ τη σοβαρότητα του αδικήματος. Οδήγηση με ταχύτητα 216 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ καταδεικνύει άκρως εγωιστική και αντικοινωνική συμπεριφορά, όπως επίσης και αδιαφορία για την ασφάλεια τρίτων προσώπων. Αποτελεί ευτύχημα το ότι δεν βρέθηκαν άλλα πρόσωπα στο δρόμο του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έχοντας υπόψη τις πιθανές συνέπειες που θα μπορούσαν να προκληθούν από τη συμπεριφορά αυτή, σε μια περίοδο που τα σοβαρά τροχαία ατυχήματα βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση, μέσω της επιβολής ποινής, να στείλει το μήνυμα πρωτίστως στον κατηγορούμενο, αλλά και σε κάθε άλλο οδηγό, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά κρίνεται απαράδεκτη και τιμωρείται αυστηρά. Όπως υποδεικνύεται και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Έχοντας προδιαγράψει τη σοβαρότητα του αδικήματος, δεν παραβλέπω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να είναι μεν αποτρεπτική, αλλά να αρμόζει, κατά το δυνατόν και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, προκύπτει ότι η παρούσα υπόθεση, παρ' όλη τη σοβαρότητά της, αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό και τούτο διαφαίνεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 72 ετών και δεν έχει οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες για τροχαία αδικήματα, ούτε βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω επίσης υπόψη την άμεση παραδοχή και απολογία του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας από τη μια το σύνολο των γεγονότων, το ύψος της υπέρβασης και τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως την έχω προδιαγράψει και από την άλλη τα ελαφρυντικά υπέρ του κατηγορουμένου στοιχεία, που εστιάζονται στην άμεση παραδοχή και απολογία του και κυρίως στο λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του, έχω αποφασίσει να δώσω στον κατηγορούμενο μια ευκαιρία να αναμορφώσει την οδική του συμπεριφορά, χωρίς να επιβάλω σε αυτόν το έσχατο μέτρο τιμωρίας που είναι η ποινή φυλάκισης. Εν όψει όλων των ανωτέρω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή €1.400, 5 βαθμούς ποινής και επιπλέον στέρηση της δυνατότητας κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης για χρονική περίοδο 5 μηνών. Σημειώνεται ότι δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, αναφορικά με την αναγκαιότητα της άδειας οδήγησης του τελευταίου, ως ειδικός λόγος, ώστε να μην αποστερηθεί της άδειας οδήγησής του ο κατηγορούμενος. Οι βαθμοί ποινής και η στέρηση της άδειας οδήγησης να αναγραφούν επί της άδειας οδηγήσεως του κατηγορουμένου. Υπ. ........ Α. Κάρνου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο