← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργου Μπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 5273/17, 7/2/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργου Μπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 5273/17, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΚΑΡΝΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5273/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Γιώργου Μπύρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Χατζησέργης Ο Κατηγορούμενος παρών. Ποινή Ο κατηγορούμενος, αντιμετώπιζε αρχικά στην παρούσα υπόθεση κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης στη βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής τροποποίησε το κατηγορητήριο δια της προσθήκης κατηγορίας για αμελή οδήγηση και στη συνέχεια ανέστειλε την κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να παραδεχθεί ενοχή στη νέα κατηγορία και ως εκ τούτου να κριθεί ένοχος στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος στις 13 Φεβρουαρίου 2016, περί ώρα 20.14, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής KVD 160, στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα, με κατεύθυνση προς το λιμάνι, με συνοδηγό τη σύζυγό του Ευγενία Μπύρου, εισερχόμενος στη διασταύρωση με τις οδούς Δ. Παπανικολή και Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Μαχαιριώτη, παρέλειψε να αντιληφθεί την εξ αντιθέτου κινούμενη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής HPY 167 που οδηγούσε το θύμα, Ανδρέας Παύλου, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της, κατά την προσπάθειά του να στρίψει δεξιά προς την οδό Αρχ. Μαχαιριώτη. Τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν βίαια και συνεπεία της σύγκρουσης τραυματίστηκε η συνοδηγός του κατηγορουμένου και το θύμα βρήκε ακαριαίο το θάνατο. Το θύμα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Λάρνακας, όπου ο επί καθήκοντι ιατρός, Δρ. Κουτενιάν, διαπίστωσε το θάνατό του. Την ίδια μέρα, οι Αστ.2933 και Λοχ.381 επισκέφθηκαν τη σκηνή για εξετάσεις. Σχεδιαγράφημα της σκηνής, το οποίο ετοιμάστηκε από τον Λοχ.381 επί κλίμακας 1:250, κατατέθηκε ως Τεκμήριο

  1. Στις 15 Φεβρουαρίου 2016, περί ώρα 09.30, η σορός του θύματος αναγνωρίστηκε από τον Christopher Ανδρέου και στη συνέχεια η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου, διενήργησε επί της σορού τη νενομισμένη νεκροψία. Σύμφωνα με την εν λόγω ιατροδικαστή, ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε από πολυτραυματισμό, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Κατόπιν εξετάσεων, διαπιστώθηκε από την Αστυνομία ότι η ορατότητα του κατηγορουμένου ως η πορεία του, κατά τον ουσιώδη τρόπο και χρόνο, ήταν 330 μέτρα χωρίς εμπόδια. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και απάντησε: «Δεν έχω να πω τίποτε». Αναφέρθηκε περαιτέρω από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε, κατ' αρχάς, το περιεχόμενο Έκθεσης που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου για σκοπούς επιμέτρησης κι επιβολής ποινής. Σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών, έγγαμος και πατέρας 3 ενήλικων παιδιών ηλικίας 18, 25 και 27 ετών. Εργάζεται ως επιχειρηματίας σε οικογενειακή επιχείρηση και λαμβάνει από την εργασία του €3.500 μηνιαίως. Η σύζυγός του εργάζεται ως Διευθύντρια Δημοτικού σχολείου και διαμένουν μαζί με 2 από τα 3 τους παιδιά σε ιδιόκτητη οικία στην Ορόκλινη. Οι διαπροσωπικές σχέσεις του κατηγορουμένου με την οικογένεια του περιγράφονται ως άριστες. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο κύριος Χατζησέργης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη διασταύρωσε ενώ στο φωτεινό σηματοδότη για την πορεία του, ήταν αναμμένο το πράσινο φως. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του εντός της διασταύρωσης, ήλεγξε το δρόμο και αφού δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα σε αυτόν, επιχείρησε στροφή προς τα δεξιά. Δυστυχώς, εκείνη τη στιγμή, το όχημα του κατηγορουμένου συγκρούστηκε με τη μοτοσυκλέτα του θύματος η οποία κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δεν είχε γίνει αντιληπτή από τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τις μετρήσεις της Αστυνομίας, όταν ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει το όχημά του πίσω από τη γραμμή του αλτ στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε απόσταση μεταξύ 135 - 150 μέτρων μακριά και κινούνταν με ταχύτητα μεταξύ 145 και 158 χαω αντί 50 χαω, που είναι το ανώτατο επιτρεπτό όριο ταχύτητας στην εν λόγω διασταύρωση. Ο κύριος Χατζησέργης υποστήριξε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν φαίνεται να έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια αποφυγής του δυστυχήματος, εφόσον δεν ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο. Επιπλέον, ο συνήγορος τόνισε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε υπό νυχτερινές συνθήκες, με οδικό φωτισμό και πολλές φωτεινές επιγραφές, οι οποίες καθιστούν δυσκολότερο για ένα οδηγό να αναγνωρίσει το φως από το μπροστινό φανάρι μοτοσυκλέτας που πλησιάζει από απέναντι, λόγω έλλειψης αντίθεσης με το περιβάλλον στο οποίο κινείται. Περαιτέρω, ο κύριος Χατζησέργης έκανε αναφορά και στην Αστυνομική Έκθεση που ετοιμάστηκε σε σχέση με το δυστύχημα, με βάση την οποία, δεν είναι δυνατόν για ένα οδηγό, υπό νυκτερινές συνθήκες, να αντιληφθεί την ταχύτητα εξ' αντιθέτου κινούμενου οχήματος, βλέποντας μόνο τα φώτα πορείας του. Επίσης, σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, το όχημα του κατηγορουμένου (σύστημα πέδησης και διεύθυνσης, φώτα και δείκτες πορείας και εξωτερικά ελαστικά) ήταν κατά το χρόνο του δυστυχήματος σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, σε αντίθεση με τη μοτοσυκλέτα του θύματος, στην οποία τα συστήματα πέδησης μπροστά και πίσω ήταν 'φαγωμένα' και τα εξωτερικά ελαστικά στο 'τέλος ωφέλιμης ζωής'. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου ήταν μικρού βαθμού και στιγμιαία. Πρόκειται για στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία, ως ανέφερε και όχι για αντικοινωνική ή εγωιστική συμπεριφορά ή παραγνώριση της ασφάλειας άλλων. Ο κύριος Χατζησέργης τόνισε επίσης την ετοιμότητα της Ασφαλιστικής Εταιρείας που καλύπτει τον κατηγορούμενο, να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση σύμφωνα με το νόμο, λόγω της αμέλειας που επέδειξε ο κατηγορούμενος, εάν και εφόσον υποβληθεί σχετική απαίτηση, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, ο κύριος Χατζησέργης τόνισε ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος βρίσκεται για πρώτη φορά ενώπιον Δικαστηρίου. Είναι κάτοχος άδειας οδήγησης εδώ και 37 έτη χωρίς κανένα βαθμό ποινής. Επιπλέον, ο συνήγορος, κάνοντας αναφορά σε σχετική νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη ως μετριαστικό υπέρ του κατηγορουμένου παράγοντα, την άμεση παραδοχή του στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Ανέφερε επίσης ότι λόγω του δυστυχήματος, ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό έντονη συναισθηματική και ψυχολογική φόρτιση. Αυτό που του συνέβη, οφείλεται σε μια κακή και άτυχη στιγμή και έχει στιγματίσει την προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος, μεταμελείται, απολογείται ειλικρινά και υπόσχεται, μέσω του συνηγόρου του, ότι δεν πρόκειται ποτέ να απασχολήσει ξανά τη Δικαιοσύνη. Ο κύριος Χατζησέργης εισηγήθηκε ότι, με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας στην οποία παρέπεμψε, κατάλληλο είδος ποινής για τον κατηγορούμενο είναι η χρηματική ποινή και όχι το έσχατο μέτρο τιμωρίας, που είναι η ποινή φυλάκισης. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει όπως επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος, κάνοντας παραπομπή σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν λόγοι όπως η εκτέλεση αυτής ανασταλεί. Τέλος, σχετικά με το ενδεχόμενο στέρησης της δυνατότητας κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης από τον κατηγορούμενο, ο συνήγορος ανέφερε ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος του κατηγορουμένου, η άδεια οδήγησης του είναι απολύτως απαραίτητη. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος εργάζεται ως Διευθυντής Πωλήσεων σε ιδιωτική εταιρεία και είναι υπεύθυνος να προμηθεύει όλες τις υπεραγορές της Κύπρου με διάφορα εμπορεύματα και προϊόντα της εν λόγω εταιρείας. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του, ο κ. Χατζησέργης προσκόμισε στο Δικαστήριο σχετική βεβαίωση της εταιρείας LISKO FOODSTUF LTD η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στη βεβαίωση αυτή, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, επισκέπτεται τακτικά πελάτες και συνεργάτες της εταιρείας σε όλη την Κύπρο για προώθηση των πωλήσεων και για εισπράξεις και ότι τυχόν στέρησης της άδειας οδήγησης, θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην εταιρεία αλλά και στον ίδιο. Επιπλέον, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος χρειάζεται την άδεια οδήγησής του ώστε να επισκέπτεται την υπέργηρη μητέρα του, η οποία πάσχει από πολλαπλά προβλήματα υγείας. Η σοβαρότητα του αδικήματος, το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη και αντικατοπτρίζεται στην προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, αλλά προσδιορίζεται ταυτοχρόνως και βάσει όλων των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2002)2 ΑΑΔ 527, 532). Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε, με ανώτατη ποινή φυλάκισης ενός έτους ή με χρηματική ποινή €1708 ή και τις 2 αυτές ποινές. Επιπρόσθετα, με βάση τα άρθρα 19 και 20 Α του εν λόγω Νόμου, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει από 2 έως 4 βαθμούς ποινής και επιπλέον στέρηση της δυνατότητας κατοχής ή απόκτησης της άδειας οδήγησης, για όσο διάστημα θεωρεί πρέπον. Κατά την επιλογή της ποινής για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, το Δικαστήριο λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 235, με αναφορά στην Diran Der Avedisian v. Ρ
(1969)2 C.L.R. 57): (α) Το βαθμό της αμέλειας, (β) Τις συνέπειες του δυστυχήματος, (γ) Τυχόν αμέλεια άλλου προσώπου εμπλεκόμενου στο δυστύχημα και (δ) Τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ειδικότερα σε σχέση με το μητρώο του ως οδηγού. Συνήθης ποινή για αμελή οδήγηση είναι η ποινή προστίμου. Όπου η αμέλεια του κατηγορουμένου είναι ιδιαίτερα σοβαρή ή όπου ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου, ή και τα δύο, η ποινή προστίμου συνδυάζεται με στέρηση της άδειας οδήγησης (βλ. Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 235, 236). Ποινή φυλάκισης για το αδίκημα αυτό δεν αποκλείεται όταν η αμέλεια συνίσταται σε άκρως αδιάφορη για την ασφάλεια τρίτων συμπεριφορά (βλ. Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ.239). Αναφορικά με τη δυνατότητα στέρησης της άδειας οδηγού, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν δικαιολογείται ή όχι η αποστέρηση της άδειας όπως επίσης και η χρονική διάρκεια αυτής (βλ. μεταξύ άλλων, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Έχει κατ' επανάληψη επισημανθεί στην πλούσια επί του θέματος νομολογία, ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν πάρει διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας στη χώρα μας, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο κατά την επιλογή της ποινής. Τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορήσουν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Το καθήκον τους για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, επιβάλλει την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Κατά την επιβολή ποινής, απαιτείται από το Δικαστήριο η εξισορρόπηση αφενός, του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και αφετέρου, η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη. Όπως έχει λεχθεί επανειλημμένα, για αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως η πρόκληση ατυχήματος λόγω αμελούς οδήγησης, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του κατηγορουμένου, λαμβάνονται μεν υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία του παραβάτη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο ο κατηγορούμενος διέπραξε καθώς και η μεγάλη συχνότητα διάπραξής του, δημιουργεί την ανάγκη για επιβολή αυστηρής ποινής για σκοπούς ειδικής και γενικής αποτροπής. Στην προκειμένη περίπτωση, ως ελαφρυντικούς υπέρ του κατηγορουμένου παράγοντες, λαμβάνω υπόψη τα όσα ανέφερε ο κύριος Χατζησέργης και ειδικότερα το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του και το ότι δεν έχει κανένα βαθμό ποινής στην άδεια οδήγησής του, κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, καθώς και την παραδοχή και απολογία του, αμέσως μετά τη σχετική τροποποίηση επί του κατηγορητηρίου. Επιπρόσθετα, με βάση τα γεγονότα, αποδέχομαι τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου, ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω στιγμιαίας αβλεψίας του κατηγορουμένου και όχι λόγω εγωιστικής ή αδιάφορης για την ασφάλεια τρίτων, συμπεριφοράς. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, λαμβάνω υπόψιν προς όφελος του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως, σταμάτησε το όχημά του και ήλεγξε το δρόμο πριν επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά, αλλά απέτυχε να αντιληφθεί την εξ' αντιθέτου διερχόμενη μοτοσυκλέτα, η οποία εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν σε σχετικά μακρινή απόσταση, ήτοι απόσταση 138 - 150 μέτρων. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψιν ότι το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάτι που σε συνδυασμό με την πολύ μεγάλη ταχύτητα με την οποία κινούνταν η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε το θύμα, ήτοι 145 -158 χαω αντί 50 χαω, όπως επίσης και τη μεγάλη απόσταση που υπήρχε μεταξύ των δυο οχημάτων, πριν ο κατηγορούμενος επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά, περιόριζε τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να αντιληφθεί εγκαίρως την εν λόγω μοτοσυκλέτα. Από την άλλη, ως ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα, λαμβάνω υπόψη ότι συνεπεία της αμέλειας που επέδειξε ο κατηγορούμενος, έστω και στιγμιαίας, χάθηκε μια ανθρώπινη ζωή. Σε σχέση με όσα αναφέρθηκαν για την αναγκαιότητα κατοχής άδειας οδήγησης από τον κατηγορούμενο, αναφέρω ότι, εν όψει και της σοβαρότητας του αδικήματος, δεν θεωρώ ότι αυτά συνιστούν ειδικό λόγο, ώστε να μην αποστερηθεί καθόλου της άδειας οδήγησής του ο κατηγορούμενος, αλλά λαμβάνονται υπόψιν αναφορικά με τη διάρκεια της αποστέρησης, η οποία θα είναι και αναλόγως μειωμένη. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν εργάζεται ως επαγγελματίας οδηγός, ούτε και κινδυνεύει να απολέσει την εργασία του λόγω της στέρησης της άδειας οδήγησης. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερθέντα, επιβάλλω στον κατηγορούμενο χρηματικό πρόστιμο €1.400, 4 βαθμούς ποινής και επιπλέον στέρηση της δυνατότητας κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης για 4 μήνες. Υπ. ........ Α. Κάρνου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.