← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μάριος Λοϊζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8244/16, 1/3/2018

Δημοκρατία ν. Μάριος Λοϊζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8244/16, 1/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2018:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8244/16 Δημοκρατία ν.

  1. Μάριος Λοϊζου, Λάρνακα
  2. Σωτήρα Γεωργίου, Λάρνακα Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 1 Μαρτίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κέκκος Για τον κατηγορούμενο 1 και 2: κ. Ν. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 : Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) Κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του ΜΚ1, υπαστυνόμου Σπύρου Χρυσοστόμου, στην αναφορά του ότι διεξήγαγε έρευνα στην κατοικία των κατηγορουμένων δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, υπεβλήθη ένσταση εκ μέρους του κ. Δημητρίου για τους κατηγορούμενους, σε ότι αφορούσε το νομότυπο της έρευνας που έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Ο κ. Κέκκος συμφώνησε ότι τα θέματα που ηγέρθηκαν από τον κ. Δημητρίου μπορούν να εξεταστούν σε δίκη εντός δίκης. Τρία είναι τα ερωτήματα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει, στη βάση όσων τέθηκαν με την ένσταση. 1) Κατά πόσο η έρευνα, ή μέρος αυτής, διεξήχθη χωρίς την ύπαρξη εντάλματος έρευνας. 2) Ότι κατά την διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν αντικείμενα για τα οποία το Δικαστήριο δεν εξουσιοδότησε την αστυνομία να κατάσχει και, 3) Η έρευνα ή μέρος αυτής, διεξήχθη απόντων των δυο κατηγορουμένων από την κατοικία τους. Η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε τέσσερις μάρτυρες για τους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, ενώ η υπεράσπιση κάλεσε από την πλευρά της τον κατηγορούμενο. Θα πρέπει εξ΄ αρχής να τονιστεί ότι η δίκη εντός δίκης έχει την δική της αυτοτέλεια και το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο ιδιαίτερο και συγκεκριμένο πλαίσιο της. Η προσαχθείσα για σκοπούς δίκης εντός δίκης μαρτυρία θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της να προσεγγίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να παραμένει ανοικτό το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων (Ioannides v The Republic

(1968)2 CLR 16). Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να είναι προσεκτικό στην αξιοπιστία των μαρτύρων και ιδίως εκείνης του κατηγορουμένου. Τα συμπεράσματα του δικαστηρίου θα πρέπει να καταλήγουν σε πραγματικά γεγονότα. Αποτελεί βεβαίως δεδομένο, ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος και την υποχρέωση να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε αμφιβολία ότι τα στοιχεία της μαρτυρίας που επιχειρεί να προσκομίσει, δεν μολύνονται από παράνομη, επιλήψιμη ή και αντισυνταγματική ενέργεια των αστυνομικών οργάνων, περιλαμβανομένης και οποιασδήποτε παράλειψης τους. Κατά συνέπεια η μαρτυρία θα προσεγγιστεί όσο είναι δυνατό εντός των πλαισίων και της περιορισμένης ανάγκης και του σκοπού της διαδικασίας, όπως έχει τεθεί πιο πάνω. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Υπαστυνόμος Σπύρος Χρυσοστόμου που υπηρετεί στο ΤΑΕ Λάρνακας, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν λοχίας
(501). Κατέθεσε το ένταλμα έρευνας συνοδευόμενο από τον όρκο, καθώς και την οπισθογράφηση της εκτέλεσης του εντάλματος ως Τεκμήριο ΔΔ
  1. Κατέθεσε ομοίως το ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου ως Τεκμήριο ΔΔ
  2. Σύμφωνα με τον μάρτυρα παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα στο ένταλμα έρευνας, γιατί στον όρκο είχαν γραφτεί αντίστροφα οι διευθύνσεις της κατοικίας του κατηγορουμένου, με εκείνη της εργασίας του. Διαπίστωσε το πρόβλημα με την άφιξη του στην κατοικία των κατηγορουμένων. Αφού εντόπισε τον κατηγορούμενο 1 εντός της οικίας, τον πληροφόρησε ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, τον συνέλαβε, του ανέφερε τους λόγους της σύλληψης του, τα αδικήματα που διερευνώνται εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Παρενθετικά να αναφέρουμε ότι συνοδευόταν με ακόμα τρία αστυνομικά όργανα. Μετά από αυτή την εξέλιξη επικοινώνησε με την Δικαστή που είχε εκδώσει το ένταλμα, της επεξήγησε το πρόβλημα που δημιουργήθηκε και έστειλε το ένταλμα κοντά της, αφού προηγουμένως διόρθωσε και μονόγραψε τις σωστές διευθύνσεις και μονόγραψε η Δικαστής. Όλα αυτά πήραν περίπου ούτε 10 λεπτά. Δεν θυμόταν από ποιον πληροφορήθηκε ότι η Δικαστής έκανε την διόρθωση στο ένταλμα, έστειλε όμως συνάδελφο του, ο οποίος ήταν μαζί του να το διορθώσει, αλλά δεν θυμόταν ποιος ήταν. Μετά την διόρθωση πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διορθώθηκε, ότι υπήρχε πλέον στο ένταλμα η σωστή διεύθυνση της κατοικίας του και ότι θα διενεργείτο έρευνα στην παρουσία του. Εκ μνήμης δεν θυμόταν τι του είπε ο κατηγορούμενος, τηρείτο όμως πρακτικό από συνάδελφο του στο οποίο καταγράφονταν όλες οι απαντήσεις του κατηγορουμένου. Πρόκειται για ημερολόγιο ενεργείας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΔ
  3. Ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα στην κατοικία, έδωσε όμως οδηγίες σε συνάδελφο του να ερευνήσει σωματικά τον κατηγορούμενο, ως πρόσωπο που είχε συλληφθεί και να παραληφθεί οποιαδήποτε περιουσία βρισκόταν στην κατοχή του. Όλα αυτά είναι καταγραμμένα στο ημερολόγιο ενεργείας. Όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την διόρθωση του εντάλματος, αυτός του είπε να κάνει την έρευνα. Εξ' όσων θυμόταν, ο Κατηγορούμενος 1 δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση και όλα είναι καταγραμμένα στο ημερολόγιο ενεργείας. Παρέμεινε εκεί μέχρι τις 16:
  4. Στη συνέχεια, μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ακόμη δυο συναδέλφους του αναχώρησαν από την κατοικία για να μεταβούν σε τραπεζικά ιδρύματα, προς εκτέλεση ενταλμάτων έρευνας σε θυρίδες. Η έρευνα συνεχίστηκε στην απουσία μεν του κατηγορουμένου 1, αλλά στην παρουσία της συζύγου του, κατηγορουμένης 2 και τους υπόλοιπους συναδέλφους του που είχαν μείνει εκεί. Πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 αναφορικά με το πρόβλημα που υπήρχε με το ένταλμα έρευνας και τον ρώτησε αν είχε πρόθεση να τους δώσει συγκατάθεση για έρευνα της κατοικίας του. Ζήτησε να συμβουλευθεί προηγουμένως τον δικηγόρο του, το οποίο και έκανε. Αφού συνομίλησε μαζί του, του είπε ότι δεν ήθελε να δώσει τέτοια συγκατάθεση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 15:25 αντιλήφθηκε ότι το ένταλμα έρευνας έπασχε. Πληροφορήθηκε ότι το ένταλμα έρευνας διορθώθηκε στις 15:
  5. Δέχθηκε ότι εισερχόμενος στην κατοικία των κατηγορουμένων, στην ουσία δεν είχε στην κατοχή του ένταλμα έρευνας. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη στις 15:
  6. Η σωματική έρευνα του κατηγορουμένου 1 είχε αρχίσει πριν τις 15:41, παρόλο που στο ημερολόγιο ενεργείας Τεκ.ΔΔ3 αναφέρεται ότι στις 15:41 κατασχέθηκαν δυο κινητά τηλέφωνα. Δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος φορούσε κοντό παντελόνι, νομίζει ότι φορούσε φόρμες αθλητικές. Του υπεβλήθη ότι τα αντικείμενα που καταγράφονται στο ημερολόγιο ενεργείας, στην ώρα 15:45, δεν ήταν στην φυσική κατοχή του κατηγορουμένου, αλλά σε παρακείμενο τραπεζάκι. Ήταν η θέση του ότι τόσο τα κινητά τηλέφωνα, όσο και το χρηματικό ποσό των €1854, ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 και ανεβρέθηκαν κατά την διάρκεια της σωματικής του έρευνας. Σε ερωτήσεις αναφορικά με την νομιμότητα παραμονής τους στην οικία του κατηγορουμένου 1 λόγω απουσίας του εντάλματος έρευνας, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν τους ζήτησε να βγουν έξω από το σπίτι. Στις 15:46 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διορθώθηκε το ένταλμα έρευνας. Δέχθηκε επίσης ότι εκείνη την ώρα δεν το είχε στην κατοχή του και έτσι δεν το έδειξε του κατηγορουμένου. Όταν επέστρεψε ο συνάδελφος του και παρέλαβε το ένταλμα του το υπέδειξε. Στην υποβολή ότι ποτέ δεν υπεδείχθη στον κατηγορούμενο 1 το ένταλμα έρευνας και ότι η έρευνα συνεχίστηκε στη βάση της προφορικής δήλωσης του κατηγορουμένου, επέμενε πως όταν παρέλαβε το ένταλμα, το υπέδειξε στον κατηγορούμενο, άλλωστε ως ανέφερε δεν είχε κανένα λόγο να μην του το υποδείξει αφού είχε διορθωθεί. Στην υπόδειξη ότι κάτι τέτοιο δεν καταγράφεται στο ημερολόγιο ενεργείας (Τεκ.ΔΔ3), επανέλαβε ότι όταν παρέλαβε στην κατοχή του το ένταλμα, του το υπέδειξε, δεχόμενος ότι θα ήταν καλύτερα να καταγραφεί αυτό το γεγονός το ημερολόγιο ενεργείας. Η έρευνα σύμφωνα με την οπισθογράφηση του Τεκμηρίου 1 διεκπεραιώθηκε στις 18:
  7. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Αστ.1392 Ελευθερία Θωμά. Στην κατάθεση της Τεκ. ΔΔ4, αναφέρει ότι στις 28.1.15 και ώρα 15:15 μετέβηκε με άλλους συναδέλφους της στην οικία του κατηγορουμένου 1 στην οδό Αλικαρνασσού 10 στη Λάρνακα, γιατί εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης και έρευνας της κατοικίας του, για υπόθεση σχετικά με αδικήματα κλοπής από κλειδωμένο κιβώτιο και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Μεταξύ των ωρών 15:41 - 18:55 μαζί με τους συναδέλφους της ερεύνησαν την κατοικία κατά την διάρκεια της οποίας τηρούσε πρακτικό. Πρόκειται για το Τεκ.ΔΔ
  8. Στις 16:15 η έρευνα διακόπηκε λόγω της άφιξης της κατηγορουμένης 2 και στις 16:20 την συνέλαβε. Ενόρκως ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, αποχώρησαν όλοι από το μέρος. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με το ένταλμα έρευνας. Η έρευνα δεν ξεκίνησε μέχρι να διορθωθεί το ένταλμα από τον Δικαστή. Ζήτησαν συγκατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, αφού αντιλήφθηκαν το λάθος που υπήρχε, αλλά αυτός αρνήθηκε και έτσι δεν ξεκίνησαν έρευνα. Είδε το διορθωμένο ένταλμα έρευνας και στην ερώτηση αν ήταν η ίδια που μετέβη στον Δικαστή απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι δεν μετέβηκαν στον Δικαστή, αλλά η διόρθωση έγινε μέσω τηλεφώνου. Επικοινώνησαν με τον Δικαστή, εξήγησαν το λάθος που υπήρχε και έδωσε την συγκατάθεση του να το διορθώσουν. Στην ερώτηση αν τηλεφώνησαν στον Δικαστή, το διόρθωσαν και το εκτέλεσαν, απάντησε «το πιο πιθανό ναι, δεν είναι εγώ που έκανα το τηλεφώνημα» και «λογικά έτσι πρέπει να έγινε». Ο Αστ.1150 Γιάννος Ιωάννου ανέφερε ότι το ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε από τον λοχία
  9. Με την σύλληψη του Κατηγορουμένου 1, ο λοχίας του έδωσε οδηγίες να τον ερευνήσει. Εντόπισε στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 δυο κινητά τηλέφωνα και ένα πορτοφόλι μάρκας Rocco Barocco εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των €1854,
  10. Το ποσό καταμετρήθηκε από τον ίδιο. Υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο ένταλμα έρευνας με την διεύθυνση και δεν προχώρησαν στην έρευνα της οικίας και ανέμεναν να διορθωθεί η διεύθυνση και μετά να προχωρήσουν σε έρευνα της οικίας. Ενημερώθηκε, ο κατηγορούμενος 1, για το πρόβλημα στο ένταλμα έρευνας και του ζητήθηκε η συγκατάθεση του για να προχωρήσουν σε έρευνα. Ο κατηγορούμενος 1 επικοινώνησε με τον δικηγόρο του, στην παρουσία τους, ο οποίος του είπε να μην δώσει συγκατάθεση. Αυτός ήταν και ο λόγος που προχώρησαν στην διόρθωση του εντάλματος έρευνας. Αν θυμάται καλά, ο λοχίας 501 επικοινώνησε με συνάδελφο του ο οποίος μετέβηκε στον Δικαστή που έκδωσε το ένταλμα και διόρθωσε την διεύθυνση. Ο λοχίας 501 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για την διόρθωση και τους είπε να προχωρήσουν στην έρευνα. Οι ενέργειες και η εξέλιξη της έρευνας καταγραφόταν σε πρακτικό από την Αστ.
  11. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η ώρα 15:25 εισήλθαν εντός της κατοικίας και είχαν στην κατοχή τους ένταλμα έρευνας στο οποίο διαπιστώθηκε ότι η διεύθυνση ήταν λάθος. Ο λοχίας 501 επικοινώνησε με συνάδελφο τους στο γραφείο για να γίνει αλλαγή της διεύθυνσης, γιατί ο κατηγορούμενος δεν έδινε συγκατάθεση. Στην ερώτηση γιατί πέρασαν περίπου 15 λεπτά από την σύλληψη του μέχρι να ερευνηθεί ο κατηγορούμενος 1 σωματικά, απάντησε ότι τον συνέλαβε ο λοχίας, υπήρξε η διαδικασία με το λάθος στο ένταλμα και ακολούθως, μόλις διευκρινίστηκε ότι ήταν ξεκάθαρο και θα προχωρούσαν με την αλλαγή της διεύθυνσης στο ένταλμα έρευνας, του είπε ο λοχίας να προχωρήσει και να τον ερευνήσει. Ανέμεναν να έλθει το διορθωμένο ένταλμα έρευνας το οποίο έφερε ο λοχίας
  12. Πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 λέγοντας του, «ορίστε ήρθε» και του το υπέδειξε. Δεν θυμόταν, όταν εισήλθαν στην κατοικία του κατηγορούμενου 1, αν αυτός ήταν ξαπλωμένος στο καναπέ, ήταν όμως στο καθιστικό. Σε καμιά περίπτωση δεν φορούσε μποξεράκι, δεν θυμόταν τι φορούσε, τζιν ή φόρμα, αλλά σίγουρα δεν φορούσε κοντό. Είχαν γυναίκα αστυφύλακα μαζί τους και αν φορούσε κοντό παντελόνι θα τον καλούσε να ντυθεί. Αρνήθηκε ότι κάλεσαν τον κατηγορούμενο να ντυθεί. Προέκυψε ακόμη, ότι ο μάρτυρας ήταν και ο χειριστής των τεκμηρίων και κατατέθηκε προς αυτή την κατεύθυνση κατάλογος τεκμηρίων ως Τεκμ. ΔΔ
  13. Του υπεβλήθη ότι τα δυο κινητά τηλέφωνα και το πιο πάνω χρηματικό ποσό βρίσκονταν σε παρακείμενο τραπεζάκι και ήταν η θέση του ότι ήταν στην φυσική κατοχή του κατηγορούμενου 1 και τα εντόπισε μετά από σωματική του έρευνα. Το ένταλμα έρευνας έπαυσε να ισχύει η ώρα 18:
  14. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Αστ.1766 Κυριάκος Μουττάς. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις 28.1.16 και ενώ ήταν στο γραφείο του, κατόπιν οδηγιών του υπευθύνου του ΤΑΕ μετέβη στην οδό Αλικαρνασσού όπου συνάντησε τον τότε λοχία
  15. Του έδωσε τον όρκο μαζί με τα εντάλματα έρευνας και του ανέφερε ότι είχε μιλήσει προηγουμένως με τον Δικαστή που τα είχε εκδώσει και ότι τον ανέμενε να γίνει μια αλλαγή πάνω στα εντάλματα σε σχέση με την διεύθυνση. Αναγνώρισε από το Τεκμ. ΔΔ1 την γραφή του σε δυο γραμμές. Στην τρίτη γραμμή της πρώτης παραγράφου διέγραψε την οδό Τεύκρου και έγραψε Αλικαρνασσού 10Α και στην επόμενη γραμμή έσβησε το Αλικαρνασσού και έγραψε Τεύκρου. Αυτή ήταν η αλλαγή που έπρεπε να γίνει. Αναφορικά με τον όρκο, ανέφερε ότι οι δυο χειρόγραφες αναφορές είναι ο δικός του γραφικός χαρακτήρας και δίπλα είναι η μονογραφή της Δικαστού. Από το ΤΑΕ μέχρι το σπίτι του κατηγορουμένου του πήρε περίπου 8 λεπτά και μετά, για να μεταβεί στο σπίτι της Δικαστού του πήρε γύρω στα 6 με 7 περίπου λεπτά. Όταν έγινε η διόρθωση ενημέρωσε τηλεφωνικά τον λοχία. Του είπε ότι έγινε η αλλαγή και μετά αναχώρησε για να πάει στο μέρος να παραδώσει το ένταλμα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι χειρόγραφες λέξεις, Μάριος Λοίζου και Σωτήρα Γεωργίου που φαίνονται στο ένταλμα έρευνας (Τεκμ. ΔΔ1), δεν είναι δικά του γράμματα. Όταν πήρε το ένταλμα για διόρθωση στην Δικαστή, αυτά ήταν ήδη γραμμένα πάνω. Δεν γνώριζε ποιος τα έγραψε. Η οδηγία που του έδωσε ο υπεύθυνος του ΤΑΕ, ήταν να πάει στην συγκεκριμένη διεύθυνση γιατί χρειάζονταν κάποια βοήθεια. Ο κατηγορούμενος επέλεξε, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, να δώσει μαρτυρία. Ανέφερε ότι πριν εισέλθουν οι αστυνομικοί στο σπίτι του φορούσε μποξεράκι και φανέλα και καθόταν στο καναπέ. Δεν του έκαναν σωματική έρευνα και τα δυο τηλέφωνα μαζί με το πορτοφόλι και τα μετρητά ήταν μέσα σε τσαντάκι στην κουζίνα. Ποτέ δεν του υπέδειξαν το διορθωμένο ένταλμα έρευνας. Αντεξεταζόμενος ότι λεει ψέματα για την σωματική έρευνα και πως, αν τα αντικείμενα τα είχε μέσα στην τσάντα, η αστυνομία θα προχωρούσε σε κατάσχεση και της τσάντας, απάντησε ότι του ζήτησαν το τηλέφωνο του δικηγόρου του. Πήγε στην κουζίνα να πιάσει το τηλέφωνο, πήρε το τηλέφωνο μέσα από το τσαντάκι, βρήκε το τηλέφωνο του δικηγόρου και το έδωσε του λοχία. Τα υπόλοιπα που υπήρχαν μέσα στο τσαντάκι τα έπιασαν από μόνοι τους. Μέσα ήταν και το πορτοφόλι του. Του δικηγόρου του είπε ότι έχει μέσα στο σπίτι του 4-5 αστυνομικούς που θέλουν να κάνουν έρευνα και τους ζήτησε το ένταλμα αλλά δεν το είχαν. Πήρε το τηλέφωνο ο λοχίας και είπε του δικηγόρου του έχουμε ένταλμα αλλά έχει λάθος. Ο λοχίας του ξαναέδωσε πίσω το τηλέφωνο και ο δικηγόρος του είπε, «αν δεν σου δείξουν το ένταλμα να μην κάνουν έρευνα» και αυτά που του είπε ο δικηγόρος, τα μετέφερε του λοχία. Μόλις τον συνέλαβαν ανέβηκε πάνω να φορέσει παντελόνι και όταν κατέβηκε του πέρασαν χειροπέδες. Σε κάποια φάση και ενώ γινόταν η έρευνα, του είπαν ότι το ένταλμα έρευνας διορθώθηκε. Ποτέ δεν του έδειξαν το ένταλμα έρευνας και ο λοχίας του είπε, «θέλεις εν θέλεις εγώ θα κάνω έρευνα» και αυτός του απάντησε «θέλεις να κάνεις, κάνε». Επέμενε ότι ποτέ δεν του υποδείχθηκε το ένταλμα έρευνας. Στο τέλος οι δυο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Έχουμε ενδιατρίψει και μελετήσει όλα όσα αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις, όσο και σε αυτά που ανέπτυξαν προφορικά ενώπιον μας οι δυο δικηγόροι. Εκεί όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά στη συνέχεια. Πλείστες απαντήσεις επί των εγειρομένων θεμάτων θα δοθούν στη συνέχεια, μέσα από το σκεπτικό της απόφασης μας. Σύμφωνα με το άρθρο 28
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155: «Κάθε ένταλμα έρευνας φέρει την υπογραφή του Δικαστή που το εκδίδει, την ημερομηνία και ώρα εκδόσεως καθώς επίσης και βεβαίωση του Δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης εκδόσεως του εντάλματος». Προκύπτει από τη μαρτυρία ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι το ένταλμα έρευνας που αφορούσε τις λανθασμένες διευθύνσεις, δεν φέρει ώρα εκδόσεως. Για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης θα καλείται ως πρώτο ένταλμα. Αποτελεί επίσης διαπίστωση ως παραδεκτό και ομοίως αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι και το δεύτερο ένταλμα έρευνας, ομοίως δεν φέρει ώρα εκδόσεως. Εκείνο που υπάρχει είναι η ώρα που λήφθηκε ο όρκος του λοχία 501, αναφορικά με το πρώτο ένταλμα, η οποία, ως καταγράφεται, είναι 14:30. Το τι έγινε στη συνέχεια για την διόρθωση και έκδοση νέου εντάλματος έρευνας, ανάγλυφα φαίνεται στη μαρτυρία που παραθέσαμε. Παρόλο που δεν ηγέρθη θέμα, από πλευράς της κατηγορούσης αρχής, κατά πόσο το δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει το δεύτερο ένταλμα έρευνας, κρίνουμε πως θα πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στο θέμα αυτό. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κυρίως μονομελούς σύνθεσης σε προνομιακά εντάλματα, υποδεικνύει ότι θέματα που αφορούν υπέρβαση της δικαιοδοσίας έκδοσης εντάλματος έρευνας εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του άρθρου 155
(4)του Συντάγματος. Στην υπόθεση Αλ-Χάματ κ.α. ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, υπεδείχθη ότι το Κακουργιοδικείο στερείται δικαιοδοσίας να αναθεωρήσει διαταγή, ή απόφαση άλλου πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η δικαστική απόφαση ή διαταγή μπορεί να αναθεωρηθεί είτε με έφεση, είτε με προνομιακό ένταλμα (certiorari). Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την έκδοση του εντάλματος έρευνας, συμπεριλαμβανομένης και της ποιότητας της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστή, μπορεί να ελεγχθεί μόνο στα πλαίσια διαδικασίας για τον έλεγχο της εγκυρότητας του δικαστικού εντάλματος. Κατά συνέπεια διερεύνηση του κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του εντάλματος, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Μιχαήλ, Πολ. Έφεση 345/13 ημερ. 30.1.15 υπεδείχθη το εξής: « Ο εφεσείων δεν εμποδίζεται να εγείρει, εφόσον η εκδίκαση της ποινικής εναντίον του υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει, θέματα παρανομίας που σχετίζονται με τη διαδικασία εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, πέραν και έξω από την κατ΄ ισχυρισμόν υπέρβαση της δικαιοδοσίας έκδοσης του, που κατά την Πολυκάρπου
(1991)1 ΑΑΔ 207 (δέστε και την Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα
(1997)1 ΑΑΔ 1014), εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 171, υπεδείχθη ότι θα πρέπει να διαχωριστούν οι εξελίξεις και περιστάσεις που λαμβάνουν χώρα μέχρι του σημείου της εκδόσεως του εντάλματος έρευνας, από τις μετέπειτα πιθανές περιστάσεις ή συνθήκες εκτέλεσής του. Είναι στο πρώτο στάδιο που ελέγχεται, με προνομιακό ένταλμα, η εγκυρότητα της έκδοσης του εντάλματος έρευνας, ως το αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης. Ο λόγος που αναφερθήκαμε στην πιο πάνω νομολογία, επικεντρώνεται στο κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει, αν η ανυπαρξία του χρόνου έκδοσης του δεύτερου εντάλματος έρευνας - ώρα εκδόσεως - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, έχει καταλυτική σημασία. Έχουμε την άποψη ότι τα πιο πάνω προαπαιτούμενα του άρθρου 28
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και κατά πόσο αυτά έχουν τηρηθεί, στα πλαίσια πλέον εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα και τον έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά τη κρίση μας, έπονται της εγκυρότητας ή της νομιμότητας της δικαστικής απόφασης που αναθεωρείται μόνο κατ' έφεση, ή με προνομιακό ένταλμα. Ο έλεγχος των στοιχείων που απαιτεί ο νόμος, εντάσσονται στα πλαίσια της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας. Το ίδιο, κατ΄ αναλογία, αφορά και την περίπτωση που ένα ένταλμα έρευνας δεν φέρει την υπογραφή του Δικαστή, έστω και αν φέρει ημερομηνία και ώρα εκδόσεως. Κατά την κρίση μας, σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να παρακάμψει, στα πλαίσια της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, και να μην αποφασίσει τη σημασία που ενέχει η απουσία, στην όψη του εντάλματος, της υπογραφής, ή του χρόνου, ή της ώρας έκδοσης του από τον Δικαστή. Το πιο πάνω Άρθρο 28
(1)του Κεφ.155 απαιτεί σωρευτικά και όχι διαζευκτικά, την ύπαρξη των προαπαιτουμένων, ως απαραίτητα ουσιώδη στοιχεία για την εκτέλεση ενός εντάλματος έρευνας. Το απαραβίαστο της κατοικίας προστατεύεται από το Άρθρο 16 του Συντάγματος και η οποιαδήποτε έρευνα δεν επιτρέπεται, εκτός όπως ορίζει ο νόμος και κατόπιν δικαστικού εντάλματος. Το ένταλμα έρευνας κατά Συνταγματική επιταγή, πρέπει να πληροί σωρευτικά όλες τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής και εκτέλεσης. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, θέματα που αναδείχθηκαν ή ηγέρθησαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, σε σχέση με τις υπογραφές, ή τις χειρόγραφες προσθήκες τόσο στον όρκο, όσο και στο σώμα του εντάλματος, που προηγήθηκαν της δικαστικής κρίσης, ή αποτέλεσαν μέρος αυτής, αναφορικά είτε με το πρώτο, είτε με το δεύτερο ένταλμα έρευνας, δεν μπορούν να εξεταστούν και ως εκ τούτου δεν θα ληφθούν υπόψη. Υπό αυτή την έννοια, κατά τη κρίση μας, η απουσία καταγραφής της ώρας εκδόσεως στο δεύτερο ένταλμα είναι καταλυτική. Η αναφορά μας στο δεύτερο ένταλμα γίνεται γιατί, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είναι στα πλαίσια αυτού του εντάλματος που εκτελέστηκε η έρευνα στην οικία των κατηγορουμένων. Τι προηγήθηκε, και πως ακριβώς έλαβαν χώρα τα γεγονότα για την έκδοση, ή την διόρθωση του πρώτου εντάλματος έρευνας, με αποτέλεσμα να προκύψει το δεύτερο και επίδικο ένταλμα, για τους λόγους που εξηγήσαμε, δεν θα μας απασχολήσει, αφού σύμφωνα με την νομολογία εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου του παρόντος δικαστηρίου. Η απουσία της ώρας εκδόσεως, συνιστά ουσιώδες ελάττωμα και παράλειψη στην όψη του εντάλματος, κατά παράβαση του Άρθρου 28
(1)του Κεφ.155, σε βαθμό που το καθιστά ανύπαρκτο. Κατά συνέπεια, εκ των πραγμάτων, το ένταλμα δεν παρέχει εξουσία, τέτοια, ώστε να μπορεί να παράξει αποτελέσματα. Στην ουσία, και ανεξάρτητα από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας για σκοπούς δίκης εντός δίκης, τα αστυνομικά όργανα ποτέ δεν είχαν στα χέρια τους προς εκτέλεση, ένταλμα έρευνας. Επιβεβαίωση της πιο πάνω άποψης μας, αποτελεί το άρθρο 29
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, δυνάμει του οποίου Δικαστής που εξουσιοδοτεί την εκτέλεση εντάλματος έρευνας σε οποιαδήποτε ώρα άλλη από αυτήν μεταξύ της 5ης πρωινής και της 8ης νυχτερινής, η εξουσιοδότηση αυτή μπορεί να περιληφθεί στο ένταλμα κατά τον χρόνο έκδοσης του, ή δύναται να οπισθογραφηθεί κατά οποιοδήποτε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης αλλά, και το τονίζουμε αυτό, προηγούμενο της εκτέλεσης. Το πόσο καταλυτικής σημασίας είναι η ώρα έκδοσης του εντάλματος έρευνας, αναδύεται σε όλη της την έκταση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακόμα και άλλως να είχαν τα πράγματα, και χάριν πληρότητας της απόφασης μας, θα εξετάσουμε ορισμένα θέματα που ηγέρθησαν από τον κ. Κέκκο. Εισηγήθηκε, ο κ. Κέκκος, ότι υπάρχει αρκετή μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να αντληθεί συμπέρασμα ως προς την ώρα διόρθωσης, ή έστω έκδοσης του δεύτερου εντάλματος. Κατά κρίση μας τέτοια δυνατότητα όχι μόνο δεν προσφέρεται, αλλά ούτε και υπάρχει. Δεν μπορεί, ούτε και είναι δυνατό, το πρακτικό, ή η απόφαση, ή το διάταγμα του δικαστηρίου, ως είναι το ένταλμα έρευνας - δες Πολυκάρπου και Αλ-Χάματ ανωτέρω - να συμπληρωθεί με προφορική ή άλλη μαρτυρία, η κενά που υπάρχουν σε αυτό, να καλυφθούν με μαρτυρία. Δεν πρόκειται για κάποιες τυπικές διατυπώσεις, αλλά για ουσιαστικά στοιχεία, κατόπιν συνταγματικής επιταγής και νομοθετικής εξουσιοδότησης δυνάμει του Άρθρου 28
(1)του Κεφ.155, και θα πρέπει, ως απαραίτητη προϋπόθεση, να υπάρχουν στο ένταλμα έρευνας. Άλλως θα παραβιάζετο ο πυρήνας του ασύλου της κατοικίας και η συνταγματική προστασία που παρέχεται. Ούτε και η καταγραφή της ώρας στον όρκο, ή την βεβαίωση που υπάρχει στο πρώτο ένταλμα δεν μπορεί να καλύψει το κενό. Και τούτο τόσο γιατί η ώρα στον όρκο αφορά το πρώτο ένταλμα, όσο και κυρίως γιατί ο όρκος αποτελεί τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και δεν συνιστά, ούτε και αποτελεί την απόφαση, ή την διαταγή του δικαστηρίου. Εν ολίγοις, είναι ανίκανος ο όρκος να υποκαταστήσει ή να συμπληρώσει όσα θα έπρεπε να αποτυπώνονται στο ένταλμα. Κυρίως όταν, καθώς η νομολογία αναγνωρίζει, οι χρονικές ενδείξεις μεταξύ της λήψης και μελέτης του όρκου και της υπογραφής του εντάλματος, δεν είναι πάντοτε οι ίδιες (Αντώνης Ανδρέου ΔΕΠΕ, Πολ. Αίτηση 126/15, ημερ.30.11.15) Με βάση την εισήγηση του κ. Κέκκου, έστω και για σκοπούς συζήτησης, από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία και φέρει το βάρος απόδειξης, κατά τη κρίση μας, πέρα ακόμα και από την οποιαδήποτε δυνατή, στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας αξιολόγηση που θα μπορούσε να γίνει, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ο χρόνος έναρξης, όποιος και να είναι αυτός, της έρευνας εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων της οικίας των κατηγορούμενων. Κυρίως, είναι αδύνατο να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ώρα που υπέγραψε ο δικαστής το ένταλμα, δυνάμει του οποίου διενεργήθηκε η έρευνα στην οικία των κατηγορουμένων. Η μαρτυρία, ως έχει καταγραφεί, ήταν ασαφής, αόριστη και νεφελώδης. Θα γίνει μια σύντομη αναφορά στη μαρτυρία για να καταδειχθεί του λόγου το ασφαλές. Σύμφωνα με το Τεκμήριο ΔΔ3, ημερολόγιο ενεργείας, σελ.2, καταγράφεται ως ώρα έναρξη της έρευνας της οικίας η 15:
  1. Σύμφωνα επίσης με το ημερολόγιο ενεργείας, στις 15:46, ο λοχίας 501 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 ότι το ένταλμα διορθώθηκε. Από την άλλη, και σύμφωνα με την οπισθογράφηση της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο ΔΔ1), αναφέρεται ή και καταγράφεται εκεί, ότι η εκτέλεση της έρευνας άρχισε στις 15:
  2. Αντιπαρερχόμαστε όσα ανακόλουθα κατέθεσαν, όλοι οι μάρτυρες, ως προς το ποιος πήγε στον δικαστή, ή τι ακριβώς έγινε τελικά, αναφορικά με την διόρθωση του εντάλματος, με αποτέλεσμα να προκύψει το επίδικο ένταλμα, ο αστ.1766 Μουττάς ανέφερε πως όταν έγινε η διόρθωση τηλεφώνησε του λοχία. Για σκοπούς έστω και πάλι συζήτησης, δεν ανέφερε στο δικαστήριο ποια ώρα τηλεφώνησε στον λοχία, όσα δε αναφέρθηκαν για τον χρόνο που του πήρε να μεταβεί από το ΤΑΕ για να διορθώσει το ένταλμα μέχρι να επιστρέψει στην οικία των κατηγορουμένων, είναι αρκούντως αντιληπτό, ότι στερούνται πραγματικού και λογικού υποβάθρου. Τελικά, εκείνο που προκύπτει, είναι πως ακόμα και οι καταγραφές των αστυνομικών οργάνων επί των τεκμηρίων ΔΔ1 και ΔΔ3 δεν συνάδουν μεταξύ τους, ούτε και θα μπορούσαν να αποτελέσουν ασφαλή βάση προς εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων. Τέλος ακόμα μια συναφής πτυχή, αποκαλυπτική των διαδραματισθέντων ως προς το συνολικό σκηνικό που περιβάλλει την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, αποτελεί η αρχική άρνηση του κατηγορουμένου 1 να δώσει συγκατάθεση για την έρευνα στην οικία του, κατόπιν μάλιστα, ως ήταν κοινά παραδεκτό, συμβουλής του δικηγόρου του. Δεδομένης της άρνησης του κατηγορουμένου 1, αλλά και της συμβουλής του δικηγόρου του, η οποία σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του κατηγορουμένου 1, την μετέφερε στον λοχία, δηλαδή, «αν δεν σου δείξουν το ένταλμα να μην κάνουν έρευνα», θα αναμένετο, αν πραγματικά ο λοχίας είχε στην κατοχή του το διορθωμένο ένταλμα έρευνας, όχι μόνο να το δείξει στον κατηγορούμενο 1, αλλά να υπάρχει και σχετική καταγραφή στο ημερολόγιο ενεργείας, κατ' αναλογία προς τα υποδειχθέντα στην Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. Η μαρτυρία του λοχία πως όταν του έφεραν το ένταλμα το έδειξε στον κατηγορούμενο 1, στην καλύτερη περίπτωση δεν υποστηρίζεται, ούτε και προφανώς επιβεβαιώνεται από το ημερολόγιο ενεργείας, στην χειρότερη δε περίπτωση ανατρέπει την επί τούτου μαρτυρία του. Στην υπόθεση State v. Mathews Nos.20154,21127, Supreme Court of Idaho, ημερ.20.3.97, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία και υιοθετούμε, ως προς τις γενικές αρχές που τίθενται: «Article I, section 17 of the Idaho Constitution further establishes the substantive rights of citizens to require a valid warrant for officers to search their home. The requirement of a signed warrant enables a citizen to know that the search by the officer has in fact been authorized by a magistrate or district judge and is not being conducted at the whim or caprice of the officer. In this case, Ms Henry exercised her right to question the validity of the warrant. The police officers gain admittance through deception. Once the lack of signature is discovered or raised the search must stop until such time as the lack of a signature may be corrected by the signature of the magistrate. Failure to supply the signature once it is challenged will vitiate any further search under the warrant. "Evidence" obtained in such an unauthorized search is not admissible». Σύμφωνα με τον Blackstone 2011, κάτω από τον τίτλο Procedural Requirements and Safeguards, σελ.1217, παράγραφος D1.89: «All entries on and searches of premises under a warrant issued under any enactment are unlawful unless they comply with ss. 15 and 16 of the PACE
  2. Thus failure by a constable to produce a warrant and provide the occupier with a copy will render the resulting search unlawful and the police will be obliged to return any seized articles (chief Constable of Lancashire, ex parte Parker
(1993)QB 577 ». Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην υπόθεση 540 U.S 551
(2004), Groh v. Ramirez ET Al. του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (Supreme Court), υπεδείχθη ότι τα απαραίτητα στοιχεία για την έκδοση του εντάλματος έρευνας πρέπει να προκύπτουν από την όψη του εντάλματος και όχι από έγγραφα που αποτελούν τη μαρτυρία προς υποστήριξη του εντάλματος. Υπεδείχθη περαιτέρω ότι: «Given that the particularity requirement is set forth in the text of the Constitution, no reasonable officer could believe that a warrant that plainly did not comply with that requirement was valid... ..... No reasonable officer could claim to be unaware of the basic rule, well established by our cases, that, absent consent or exigency, a warrantless search of the home is presumptively unconstitutional». Έχουμε αναφερθεί στη Συνταγματική προστασία του ασύλου της κατοικίας και στη Ποινική Δικονομία. Το Άρθρο 30 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, προνοεί ότι καθένας που διαμένει σε κλειστό χώρο, ή είναι υπεύθυνος γι' αυτόν, κατά την απαίτηση αστυνομικού που έχει εξουσία έρευνας, πρέπει να επιτρέψει την ελεύθερη είσοδο στον χώρο προς διεξαγωγή έρευνας. Προκύπτει, από την διατύπωση του Νόμου, ότι αποτελεί υποχρέωση του αστυνομικού να αποδείξει ότι έχει εξουσία έρευνας, με την παρουσίαση του σχετικού εντάλματος έρευνας, το οποίο θα πρέπει να περιέχει όλα τα ουσιαστικά στοιχεία που προβλέπονται από το Άρθρο 28
(1)του Κεφ.155. Σχετική προς αυτή την κατεύθυνση είναι και η υπόθεση Queiss v. The Republic
(1987)2 C.L.R 49, 61. Στην υπόθεση αυτή, η είσοδος δια της βίας, σε δωμάτιο ξενοδοχείου και χωρίς ανακοίνωση ότι κατείχετο ένταλμα έρευνας (forcible and unannounced), σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 29
(3)του Νόμου Περί Ναρκωτικών, Ν.29/77, κρίθηκε δικαιολογημένη. Παρόλο που εξηγήθηκε ότι ακόμα και μια τέτοια ενέργεια θα πρέπει να δικαιολογείται από τις περιβάλλουσες περιστάσεις, εκ του συνόλου των λεχθέντων, δικαιολογείται συμπέρασμα, ότι σε κάθε άλλη περίπτωση αποτελεί υποχρέωση υπόδειξης του εντάλματος, ώστε να επιβεβαιώνεται η εξουσία του αστυνομικού οργάνου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Κεφ.
  1. Το δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε εικασίες και σενάρια ως προς τι πραγματικά έγινε. Η καταγραφή των πιο πάνω κρίσεων έγινε για να καταδείξει τα κενά και τις πολλαπλές αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί ως προς την ύπαρξη, αλλά και εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. Η απουσία του χρόνου έκδοσης του εντάλματος έρευνας, αναιρεί αλλά και αφαιρεί κάθε νομοθετικό υπόβαθρο στην εκτέλεση του. Κατά την κρίση μας, στην πραγματικότητα, και αυτή είναι η κατάληξη μας, τα αστυνομικά όργανα ποτέ δεν κατείχαν ένταλμα έρευνας. Αυτό βέβαια ως αποτέλεσμα έχει καταλυτική σημασία στα επακολουθήσαντα της σύλληψης του κατηγορουμένου 1 αναφορικά με την έρευνα που έγινε στην οικία των κατηγορούμενων, καθώς και στα κατασχεθέντα αντικείμενα και μετρητά. Κατά συνέπεια, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ή ένσταση που τέθηκε, είναι ότι η έρευνα διεξήχθη χωρίς την ύπαρξη εντάλματος έρευνας. Οτιδήποτε κατασχέθηκε στην οικία των κατηγορουμένων στα πλαίσια εκτέλεσης του επίδικου εντάλματος έρευνας είναι παράνομη. Παραμένει να εξετάσουμε στα πλαίσια του πρώτου λόγου ένστασης, ως πραγματικό γεγονός, αν τα δυο κινητά τηλέφωνα και τα μετρητά, κατασχέθηκαν κατά την σωματική έρευνα του κατηγορούμενου, ως ήταν η θέση των αστυνομικών οργάνων, ή αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου
  2. Έχουμε παραθέσει την μαρτυρία επί του θέματος, έχουμε όμως υπόψη μας και το Τεκμήριο ΔΔ1 και ειδικότερα την οπισθογράφηση εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, το οποίο υπογράφεται από τα 3 αστυνομικά όργανα, εξαιρουμένου του λοχία. Ο αστυφύλακας 1150 Ιωάννου, κατέθεσε ότι τα πιο πάνω αντικείμενα και μετρητά κατασχέθηκαν κατά την σωματική έρευνα του κατηγορούμενου 1, καθ΄ υπόδειξη του λοχία
  3. Από το ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου 1 (Τεκμήριο ΔΔ2), δεν προκύπτει ότι έγινε σωματική έρευνα του κατηγορουμένου 1 και εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει, ούτε και καταγράφεται, ότι κατασχέθηκαν οποιαδήποτε αντικείμενα ή μετρητά. Αντίθετα, τα δυο κινητά τηλέφωνα και τα μετρητά καταγράφονται στην εκτέλεση του εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο ΔΔ1) η οποία άρχισε, ως λέχθηκε, σύμφωνα με την οπισθογράφηση της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, μεταξύ των ωρών 15:41 -18:
  4. Καταγράφεται μεν στην οπισθογράφηση της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας ότι τα πιο πάνω αντικείμενα και μετρητά βρέθηκαν στη κατοχή του Κατηγορουμένου 1, όχι όμως στα πλαίσια σωματικής έρευνας. Διαπιστώνεται, ότι η ανακολουθία που παρουσιάζεται μεταξύ των μαρτύρων και των σχετικών τεκμηρίων, επιβεβαιώνουν τον κατηγορούμενο ότι τα δυο κινητά τηλέφωνα και τα μετρητά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, δεν ήταν αντικείμενο της σωματικής του έρευνας κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης του, αλλά ανεβρέθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας. Παρεμβάλλουμε εδώ, ότι σύμφωνα με το Άρθρο 10 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ο αστυνομικός που προβαίνει στη σύλληψη προσώπου δύναται να ερευνήσει τον συλληφθέντα. Δεν μπορούμε συνεπώς να αντιληφθούμε την απάντηση του αστυφ.1150 Ιωάννου, ότι μετά που συνέλαβε τον κατηγορούμενο, πέρασαν περί τα 15 περίπου λεπτά για να τον ερευνήσει, μέχρι να διευκρινιστεί ότι θα προχωρούσαν με την διόρθωση του εντάλματος έρευνας. Με άλλα λόγια, ποιος ήταν ο λόγος της διασύνδεσης του εντάλματος έρευνας, με τη εξουσία σύλληψης και έρευνας του κατηγορουμένου 1 δυνάμει του εντάλματος σύλληψης, η οποία θα έπρεπε να λάβει χώρα ταυτόχρονα με την σύλληψη του. Δεν παραγνωρίζουμε, και αναφέρθηκε σε αυτό ο κ. Κέκκος, ότι η υποβολή στους μάρτυρες Χρυσοστόμου και Ιωάννου ήταν ότι τα πιο πάνω βρέθηκαν σε παρακείμενο τραπεζάκι, ενώ ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι βρίσκονταν σε τσαντάκι στην κουζίνα. Ο πυρήνας όμως της θέσης της υπεράσπισης, ήταν πως σε καμιά περίπτωση δεν βρίσκονταν στην κατοχή του κατά τον χρόνο της σύλληψης και της σωματικής του έρευνας. Αυτό ήταν το ζητούμενο και εκ των πραγμάτων, η θέση αυτή, για τους λόγους που εξηγήσαμε, επιβεβαιώνεται. Καταλήγουμε, ότι η κατάσχεση του κινητού τηλεφώνου μάρκας Samsung χρώματος κόκκινου και ενός κινητού μάρκας Iphone χρώματος χρυσαφί, καθώς και του χρηματικού ποσού των €1,854 δεν ήταν αντικείμενο σωματικής έρευνας του Κατηγορουμένου 1 κατά την σύλληψη του, αλλά κατασχέθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας. Η ανυπαρξία, ως η πιο πάνω κατάληξη μας, εντάλματος έρευνας, αναπόφευκτα οδηγεί και σε παράνομη κατάσχεση των πιο πάνω αντικειμένων από την οικία του κατηγορουμένου
  5. Είναι συνεπώς η κατάληξη μας, ότι το σύνολο των αντικειμένων που καταγράφονται στο ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμ.ΔΔ3) αποτελεί κατασχεθέν προϊόν παράνομης έρευνας, και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικό υλικό. Ενόψει της πιο πάνω κατάληψης μας κρίνουμε ότι δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στο τι ακριβώς έγινε στην συνέχεια και κυρίως μετά τις 18:55 που περατώθηκε η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. (Υπ.)................ Ν. Γιαπανάς,Π.Ε.Δ. . (Υπ.)................ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ (Υπ.)................ Λ. Παντελή, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ενδιάμεση/Ένταλμα Έρευνας/Δίκη εντός Δίκης Subject: Interim/Entalma Erevnas/Diki entos Dikis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.