← Κύπρος

Blue Green Wave Frozen Food Ltd ν. G & P Hadjiyiannis Ltd κ.α., Υπόθεση αρ. 22896/12, 5/2/2018

Blue Green Wave Frozen Food Ltd ν. G & P Hadjiyiannis Ltd κ.α., Υπόθεση αρ. 22896/12, 5/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Νικολάου Υπόθεση αρ. 22896/12 Blue Green Wave Frozen Food Ltd v. 1.G & P Hadjiyiannis Ltd

  1. Πέτρος Χατζηγιάννης
  2. Γιάννης Χατζηγιάννης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την παραπονούμενη εταιρεία: κ. Σ. Σταύρου για Α. Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους 1 και 3: κ. Η. Κονναρής για Georgios E. Konnaris & Co. LLC Κατηγορούμενος 3: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με απόφαση, ημερ. 11.2.2016, το Εφετείο διέταξε επανεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με τους κατηγορουμένους 1 και 3 για αδικήματα αφορώντα σε επιταγές, κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (όπως τροποποιήθηκε). Ως προς τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν είχε παραδεχθεί ενοχή, η κατήγορος απέσυρε πρωτόδικα τις εναντίον του κατηγορίες, με αποτέλεσμα την αθώωση και απαλλαγή του. Πρόκειται για ιδιωτική ποινική υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε στις 20.12.2012. Προσάπτονται εναντίον της κατηγορουμένης 1, που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, κατηγορίες για την έκδοση τεσσάρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα (1η, 2η, 4η και 5η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα και για την πρόκληση, χωρίς εύλογη αιτία, της μη εξόφλησης άλλης μιας επιταγής (3η κατηγορία) κατά παράβαση του εδαφίου
(2)του ίδιου άρθρου. Με βάση τα ίδια στοιχεία, προσάπτονται και κατηγορίες (11η - 15η κατηγορία), εναντίον του κατηγορουμένου 3, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εταιρείας, για συμμετοχή στη διάπραξη των προαναφερθέντων αδικημάτων, κατά παράβαση των ίδιων διατάξεων, όπως επίσης γενικότερα και του άρθρου 20, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (όπως τροποποιήθηκε). Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, δεν παραδέχθηκαν ενοχή και διόρισαν δικηγόρο. Πρόβαλαν ως υπεράσπιση ότι σε κάποιο στάδιο, μετά την έκδοση των επιταγών, η παραπονούμενη εταιρεία και η κατηγορούμενη εταιρεία προέβηκαν σε προφορική συμφωνία ότι το ποσό των επιταγών θα καταβαλλόταν στο πλαίσιο συνέχισης της συνεργασίας τους, ώστε με την κάθε πληρωμή θα εξοφλείτο πρώτα το εκάστοτε τρέχον τιμολόγιο και, εν συνεχεία, τυχόν υπόλοιπο έναντι της οφειλής στην οποία αναφέρονταν οι επιταγές. Προς υποστήριξη των κατηγοριών, κατέθεσαν στη δίκη ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, κ. Γεώργιος Γεωργίου, ο κ. Θρασύβουλος Χριστοφή, λειτουργός της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας (ΣΠΕ) Τραχωνίου - Κολοσσίου / περιφερειακής ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ, και ο κ. Άκης Αβραάμ, διευθυντής της εταιρείας Cycom Business Solutions Ltd, η οποία είχε εγκαταστήσει το λογισμικό πρόγραμμα το οποίο η παραπονουμένη χρησιμοποιούσε για την καταχώριση των χρεώσεων και των πιστώσεων των πελατών της. Στις 10.5.2016 οι συνήγοροι δήλωσαν τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία το δικαστήριο ενέκρινε: ʺ
  1. Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο με αρ. εγγραφής ΗΕ
  2. Ο κ. Γεώργιος Γεωργίου είναι ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας.
  3. Η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο με αρ. εγγραφής ΗΕ
  4. Ο κατηγορούμενος αρ. 3, Γιάννης Χατζηγιάννης, υπήρξε διευθυντής της κατηγορούμενης εταιρείας αρ. 1 από την 29.4.2006 μέχρι και την 1.2.
  5. Επίσης ο κατηγορούμενος αρ. 3 από την 1.2.2011 μέχρι και την 6.9.2012 υπήρξε γραμματέας της κατηγορούμενης εταιρείας αρ.
  6. Κατά την 31.10.2011 δυνάμει απόδειξης με αρ. 0990, η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 διά της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, εξέδωσε την επιταγή με αρ. 32660442 της ΣΠΕ Τραχωνίου για το ποσό των €2.490,48 πληρωτέα την 5.1.
  7. Η επιταγή αφού παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για πληρωμή κατά την ημερομηνία πληρωμής της, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ʺΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑʺ.
  8. Κατά την 31.10.2011 δυνάμει απόδειξης με αρ. 0990, η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 διά της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, εξέδωσε την επιταγή με αρ. 32660441 της ΣΠΕ Τραχωνίου για το ποσό των €2.500,00 πληρωτέα την 8.1.
  9. Η επιταγή αφού παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για πληρωμή κατά την ημερομηνία πληρωμής της, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ʺΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑʺ.
  10. Κατά την 28.11.2011 δυνάμει απόδειξης με αρ. 1107, η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 διά της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, εξέδωσε την επιταγή με αρ. 33261884 της ΣΠΕ Τραχωνίου για το ποσό των €2.000,00 πληρωτέα την 20.1.
  11. Η επιταγή αφού παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για πληρωμή κατά την ημερομηνία πληρωμής της, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ʺΗ ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣʺ.
  12. Κατά την 28.11.2011 δυνάμει απόδειξης με αρ. 1107, η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 διά της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, εξέδωσε την επιταγή με αρ. 33261885 της ΣΠΕ Τραχωνίου για το ποσό των €1.825,25 πληρωτέα την 3.2.
  13. Η επιταγή αφού παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για πληρωμή κατά την ημερομηνία πληρωμής της, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ʺΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠʺ και επίσης με την ένδειξη ʺΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗʺ.
  14. Κατά την 3.1.2012 δυνάμει απόδειξης με αρ. 1146, η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 διά της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, εξέδωσε την επιταγή με αρ. 34014983 της ΣΠΕ Τραχωνίου για το ποσό των €2.681,14 πληρωτέα την 26.3.
  15. Η επιταγή αφού παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για πληρωμή κατά την ημερομηνία πληρωμής της, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ʺΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠʺ και επίσης με την ένδειξη ʺΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗʺ.
  16. Ο κατηγορούμενος 3 κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών αλλά και κατά την ημερομηνία πληρωμής τους ήταν εξουσιοδοτημένος με ειδικό ψήφισμα της κατηγορούμενης εταιρείας αρ. 1 να εκδίδει επιταγές και να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες που αφορούν αυτές.
  17. Η επιταγή με αρ. 33261884 της ΣΠΕ Τραχωνίου για το ποσό των €2.000,00 πληρωτέα την 20.1.2012, ανακλήθηκε από την κατηγορούμενη εταιρεία 1 δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 3, την 17.1.2012 με σχετική επιστολή προς την ΣΠΕ Τραχωνίου Κολοσσίου.ʺ Επιπλέον, κατατέθηκαν τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 1: Επιταγή, ημερ.5.1.2012, με αρ.
  18. Τεκμήριο 2: Επιταγή, ημερ.8.1.2012, με αρ.
  19. Τεκμήριο 3: Επιταγή, ημερ.20.1.2012, με αρ.
  20. Τεκμήριο 4: Επιταγή, ημερ.3.2.2012, με αρ.
  21. Τεκμήριο 5: Επιταγή, ημερ.26.3.2012, με αρ.
  22. Τεκμήριο 6: Απόδειξη είσπραξης, ημερ.31.10.2011, με αρ. 0990, ποσού €4.990,
  23. Τεκμήριο 7: Απόδειξη είσπραξης, ημερ.28.11.2011, με αρ. 1107, ποσού €3.825,
  24. Τεκμήριο 8: Απόδειξη είσπραξης, ημερ.3.1.2012, με αρ. 1146 ποσού €2.681,
  25. Τεκμήριο 9: Κατάσταση λογαριασμού για περίοδο από 2.9.2011 μέχρι 3.7.
  26. Τεκμήριο 10: Κατάσταση λογαριασμού για περίοδο από 3.1.2012 μέχρι 14.12.
  27. Τεκμήριο 11: Επιστολή, ημερομηνίας 17.1.2012, προς Σ.Π.Ε. Τραχωνίου Κολοσσίου. Τεκμήριο 12: Κάρτα δείγματος υπογραφής. Τεκμήριο 13: Κατάσταση λογαριασμού για περίοδο από 2.9.2011 μέχρι 31.12.
  28. Μαρτυρία Ο διευθύντης της παραπονουμένης, κ. Γεώργιος Γεωργίου (ΜΚ1), ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η εταιρεία πωλούσε στην κατηγορουμένη 1 κατεψυγμένα προϊόντα τα οποία πληρώνονταν κατά το τέλος κάθε μήνα, και η παραπονουμένη καταχωρούσε τις χρεώσεις και πιστώσεις σε λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε στο όνομα της κατηγορουμένης
  29. Παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 9) για την περίοδο από 2.9.2011 μέχρι 3.7.2014, όπου φαίνεται ως υπόλοιπο το ποσό των €9.379.
  30. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές (τεκμ. 1 - 5), ο μάρτυρας είπε ότι ήταν μεταχρονολογημένες και ότι με την παραλαβή τους η παραπονουμένη εξέδιδε απόδειξη ήτοι, την απόδειξη, ημερ. 31.10.2011 (τεκμ. 6) για τις επιταγές με αρ. 32660442 και αρ. 32660441 (τεκμ. 1 και 2 αντίστοιχα), την απόδειξη, ημερ. 28.11.2011 (τεκμ. 7) για τις επιταγές αρ. 33261884 και αρ. 33261885 (τεκμ. 3 και 4 αντίστοιχα), και την απόδειξη, ημερ. 3.1.2012 (τεκμ. 8) για την επιταγή με αρ. 34014983 (τεκμ. 5). Όλες οι επιταγές παραδόθηκαν μέχρι τις 3.1.2012, ημερομηνία της τελευταίας απόδειξης. Η πρώτη επιταγή έφερε ημερομηνία πληρωμής την 5.1.2012 και η τελευταία στις 26.3.
  31. Όλες οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν αλλά καμία δεν τιμήθηκε. Προέκυψε δε ότι μια από αυτές, η επιταγή με αρ. 33261884 (τεκμ. 3), είχε ανακληθεί. Σε σχέση με την πορεία συνεργασίας των δύο εταιρειών, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του ΜΚ1: ʺΕ. Κύριε μάρτυς, όταν οι επιταγές αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες, σε ποιες ενέργειες προβήκατε για την είσπραξη τους; Α. Ήρθε πρώτα πρώτα η μια που τες 5 επιταγές. Είχε ανακληθεί η πληρωμή της αναίτια, χωρίς κανένα λόγο. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Σε ποια αναφέρεστε; Α. Στάληκε μήνυμα από την εταιρεία, μέσω των υπαλλήλων μου, να κάμω υπομονή, να συνεχίσουμε τη συνεργασία. Να μου πληρώνουσιν τα τιμολόγια όταν παν στο supermarket, στην εταιρεία τους, μετρητά, ή κάποτε το τιμολόγιο. Παράδειγμα το σημερινό, πληρώνετουν με την επόμενη παραγγελία. Όταν υπήρχε ευχέρεια, μπορεί να μου διούσασιν και κάποια λεφτά έξτρα, έναντι του υπολοίπου. Έκαμνα υπομονή με αυτό το πνεύμα, να τους βοηθήσω σιγά σιγά, να φτάσουμε στο σημείο, που να πιάνω και λεφτά, έναντι των επιταγών.ʺ Ως προς το κατά πόσο η κατηγορουμένη 1 κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό το οποίο να αφορούσε τις επιταγές, ο ΜΚ1 είπε ότι ʺ . με κάποια λεφτά, λίγα λίγα που μου διούσαν έναντι, σε μιαν επιταγή στην ουσία, εισπράξαμε €2.117 και 26 σεντ, από το σύνολο των 5 επιταγών.ʺ Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε γύρω από δύο θέματα. Το πρώτο ήταν το κατά πόσο οι εταιρείες συμφώνησαν ότι τα ποσά των επιταγών θα αποπληρώνονταν με δόσεις, το δε δεύτερο ήταν το κατά πόσο η κατηγορουμένη 1 έχει εξοφλήσει τις επιταγές με διάφορες πληρωμές προς την παραπονουμένη. Αναφορικά με το πρώτο θέμα, η υπεράσπιση προέβαλε ότι η συμφωνία την οποία επικαλείτο έγινε με τον πατέρα του κατηγορουμένου 3, κ. Μιχάλη Χατζηγιάννη, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος για οικονομικά θέματα και, γενικότερα, ασκούσε έλεγχο επί της κατηγορουμένης
  32. Παραθέτω, ως προς αυτό το σημείο, το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του ΜΚ1: ʺΑ. Όπως είπα στα αρχικά μου λόγια, όταν ξεκίνησε σήμερα, είπα ότι όταν οι επιταγές δεν τιμήθηκαν, για διάφορους λόγους, υπήρχαν πέραν των επιταγών, υπόλοιπο πέραν των επιταγών. Οπότε σε επικοινωνία που είχαμε μαζί τους, συνεχίζουμε να πληρώνουμε όλα τα τιμολόγια τοις μετρητοίς ή κάποτε αφήνουμε το τιμολόγιο μέσα και πιάναμε την επόμενη παραλαβή και παίρναμε και κάποια λεφτά ή λίγα ή πολλά, τα οποία πηαίννασιν έναντι του λογαριασμού. Σε καμιά περίπτωση, ούτε απόδειξη δώσαμε ότι τα λεφτά που παίρναμε ήταν έναντι των επιταγών. ... E. Συμφωνείτε μαζί μου, ότι η συμφωνία με αυτόν τον κύριο που συναντήσατε στο γραφείο της εταιρείας και ήταν περίπου της ηλικίας σας, ήταν ο κύριος Μιχάλης Χ' Γιάννης; Α. Δεν ήταν συνάντηση συμφωνίας, ήταν μια εθιμοτυπική συνάντηση, μετά από αρκετό χρόνο συνεργασίας. Συγκεκριμένα, πήγαινα στη Σαλαμιού της Πάφου που κατάγομαι και πέρασα να γνωρίσω τους πελάτες μου. Ήπιαμε καφέ και θυμούμαι, είχε ωραία ψωμιά και αγόρασα και κάποια ψωμιά, επήρα μαζί μου. Με αυτό το πνεύμα, τους γνώρισα εκείνους που γνώρισα εκεί. ... E. Σας υποβάλλω, ότι εσείς μιλήσετε με τον κύριο Μιχάλη Χ' Γιάννη και καταλήξατε σε συμφωνία. Είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου. A. Εντιμοτάτη, με ξαναρώτησε προηγουμένως κάτι παρόμοιο και απάντησα, ότι τες πλείστες συμφωνίες, τις κάμνουν οι υπάλληλοι μου, πάντοτε με την έγκριση μου. Πάντα με την έγκριση μου και λάθος να κάμουν οι υπάλληλοι μου, εγώ προσπαθώ να τους καλύψω, πάντοτε με την έγκριση μου. Στην προκειμένη περίπτωση, που λέει ο κύριος Κονναρής τέτοιο πράγμα, συγκεκριμένη συμφωνία, ότι τα λεφτά θα τα πάρουν έναντι των επιταγών, ουδέποτε γίνηκε και συμφωνήσαμε με ένα τηλέφωνο. Νομίζω πρέπει να είναι ο πατέρας που τηλεφώνησε μια φορά και λέω του, "γιατί έκαμε stop payment"; "Για να μεν πάω ΚΑΠ". Νομίζω εν η πρώτη επιταγή που γίνηκε και έκαμεν την stop payment. Λέω του "τι κάμνουμε"; "Θα πληρώνουμε τα τιμολόγια τοις μετρητοίς, μέχρι εκείνη την ημέρα με statement, με κατάσταση λογαριασμού και σιγά σιγά, θα πιάσουμε τα παλιά". Πού λέω ψέματα; E. Επίσης σας υποβάλλω, ότι έλεγχο της εταιρείας και αποφάσεις για την εταιρεία και συμφωνίες μαζί σας, έκαμνε ο κύριος Μιχάλης Χ' Γιάννης και όχι ο κατηγορούμενος
  33. A. Για τούτο, δεν είμαι απόλυτος. E. Και σας υποβάλλω, ότι εσείς το γνωρίζετε πολύ καλά αυτό και το αναφέρατε στην προηγούμενη δίκη, που έγινε ενόρκως. A. Απάντησα και για τούτο. Έναν άνθρωπο που είδα 4‑ 5 φορές, μπορεί ναν έτσι τα πράγματα. Δεν ήμουν τζιαμέ να βλέπω πώς διοικά την εταιρεία, με απόλυτη κρίση. Πιθανότατα να είναι έτσι, να τη διοικούσε. Δεν έχω τη δύναμη να ελέγχω όλους τους πελάτες, τις διαδικασίες τους.ʺ Σε σχέση με το δεύτερο θέμα, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την κατάσταση του λογαριασμού με την κατηγορουμένη
  34. Κατατέθηκαν σε σχέση με τον λογαριασμό δύο έγγραφα. Το ένα, ημερ. 18.4.2016 (τεκμ. 9), κατατέθηκε από την παραπονουμένη και το άλλο που είχε κατατεθεί στο πλαισίο της πρώτης δίκης, ημερ. 14.12.2012 (τεκμ. 10), παρουσιάστηκε στο πλαίσιο αντεξέτασης του ΜΚ1, Γ. Γεωργίου. Τα εν λόγω έγγραφα διαφέρουν στα εξής δύο σημεία. Πρώτο, διαφέρει η χρονική περίοδος την οποία καλύπτουν και δεύτερο, διαφέρει το αντίστοιχο υπόλοιπο. Το ένα (τεκμ. 9) είναι από 2.9.2011 μέχρι 3.7.2014 με υπόλοιπο €9.379,71 και το άλλο (τεκμ. 10) είναι από 3.1.2012 μέχρι 14.12.2012 με υπόλοιπο €11.040,
  35. Στο τεκμήριο 9, το οποίο καλύπτει μεγαλύτερη περίοδο, το υπόλοιπο μέχρι τις 14.12.2012 ήταν, όπως και στο τεκμήριο 10, €11.040,28, όμως στη συνέχεια για την περίοδο 13.5.2014 - 3.7.2014 φαίνονται διάφορες πληρωμές συνολικού ποσού €1.660,57, μειώνοντας έτσι το υπόλοιπο του λογαριασμού σε €9.379,
  36. Επομένως, στην έκταση που αφορά την χρονική περίοδο μέχρι 14.12.2012 το υπόλοιπο στα δύο έγγραφα είναι ακριβώς το ίδιο. Σημειώνω, σε σχέση με το προαναφερθέν ποσό των €1.660,57, ότι ο ΜΚ1 ανέφερε πως αυτό σχετιζόταν με την πληρωμή άλλων επιταγών, για χρέος της κατηγορουμένης 1, τις οποίες είχε εκδώσει η σύζυγος του κατηγορουμένου 3, Ελπινίκη Χατζηγιάννη, από προσωπικό της λογαριασμό. Για εκείνες τις επιταγές η παραπονουμένη προώθησε άλλη δικαστική διαδικασία που είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξουν σε χωριστή συμφωνία αποπληρωμής εκείνων των επιταγών, όπως αποτυπώνεται στην κατάσταση (τεκμ. 9) με τις πιστώσεις από 13.5.2014 - 3.7.
  37. Στα δύο υπό αναφορά τεκμήρια υπάρχει, επιπλέον και η εξής διαφορά μεταξύ τους στο κάτω μέρος της τελευταίας σελίδας του αντίστοιχου λογαριασμού. Αναγράφεται και στα δύο, με αγγλικούς χαρακτήρες, ως επικεφαλίδα η φράση 'Aged Balance Analysis' και, πιο κάτω, με τέσσερα κουτάκια προσδιορίζεται η χρονική διάρκεια σε σχέση με οφειλές: 0-30 Days, 31 - 60 Days, 61 - 90 Days, 91+. Στο τεκμήριο 9 τα πρώτα τρία κουτάκια δείχνουν μηδενικό ποσό και στο τελευταίο σημειώνεται ως οφειλόμενο το ποσό των €9.379,
  38. Στο τεκμήριο 10 το οποίο, όπως έχω ήδη σημειώσει, κατατέθηκε από την υπεράσπιση στην αντεξέταση, τα πρώτα τρία κουτάκια περιέχουν κάποιο ποσό, το άθροισμα των οποίων ισοδυναμεί με το προαναφερθέν υπόλοιπο των €11.040,28, ενώ το τελευταίο κουτί έχει μηδενική ένδειξη. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας για την ανομοιομορφία στις δύο καταστάσεις είπε ότι περί το τέλος του 2015 με αρχές του 2016, η παραπονουμένη άρχισε να εφαρμόζει διαφορετικό σύστημα χρεοπιστώσεων με βάση το οποίο, κατά την καταβολή ενός ποσού, γινόταν ταύτιση (allocation) του ποσού του σχετικού τιμολογίου ολικώς ή μερικώς με την ανάλογη σημείωση, ήτοι αστερίσκου (fully allocated) ή αστερίσκων (partially allocated). Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο στο τεκμήριο 10 ο λόγος για τον οποίο στο τελευταίο κουτάκι με τις 91+ ημέρες δεν φαίνεται οποιοδήποτε υπόλοιπο ήταν επειδή η κατηγορουμένη 1 δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό για περίοδο πέραν των 91 ημερών και επομένως, εφόσον η τελευταία επιταγή έφερε ημερ. 26.3.2012, η κατάσταση λογαριασμού έδειχνε ότι οι επιταγές είχαν εξοφληθεί, ο ΜΚ1 έδωσε την εξής απάντηση: ʺΚάτω Εντιμοτάτη, υπάρχουσιν 3 ποσά, κάτω στη σελίδα. Υπάρχουν 3 ποσά εδώ. Αυτά τα 3 ποσά, είναι μια φωτογραφία του λογαριασμού της εταιρείας, που μπορεί να ερμηνευτεί ανάλογα πώς χειρίζεται το πρόγραμμα, το συγκεκριμένο, το λογισμικό πρόγραμμα. Ο κύριος συνήγορος, προσπαθεί, γνωρίζει ότι είναι λάθος και επιμένει, ότι δήθεν, επειδή γράφει από κάτω 30, 60, 90 μέρες, outstanding balance, άρα λοιπόν οι επιταγές εν πληρωμένες. Τα ποσά τούτα κάτω, είναι οι χρεοπιστώσεις των τελευταίων 30 ημερών, των 60, των 90, διότι τον τότε καιρό οι προγραμματιστές μας δεν μας είχασιν μέσα στο σύστημα, το σύστημα allocate. Δηλαδή, το allocate είναι πάντρεμα τιμολογίου με ποσό. Αφού τούτο το πράγμα δεν υπήρχε, το σύστημα μπορεί να σου παρουσιάσει οτιδήποτε πληρωμές πάσιν, έναντι του αρχικού υπολοίπου. Οπότε, αφού οι επιταγές ήταν παλιές, κατά τους λανθασμένους ισχυρισμούς τους, άρα λοιπόν, οι επιταγές εν πληρωμένες. Όμως, κάθε πράξη πάνω στο statement που φαίνεται, είναι πληρωμένα ισόποσα τα τιμολόγια της ημέρας. Άρα λοιπόν, τούτο το πράγμα, δεν μπορεί να επικαλεστεί τούτο το πράγμα, διότι εν παραπλανητικά. Μας παραπλανεί ότι δήθεν εμείς πληρωθήκαμε τις επιταγές. Εξάλλου, γιατί έχω τις επιταγές; Γιατί είμαι εδώ και διεκδικώ και λέω ότι αυτές οι επιταγές, είναι απλήρωτες; Δεν έχουν καμία απόδειξη, που να λέει έναντι της επιταγής, δεν υπάρχει καμία συμφωνία ότι μας δώσαν λεφτά, έναντι της επιταγής. ....... Εν λογιστικό τούτο, να σας το εξηγήσω. Όπως είπα, δεν υπήρχε το σύστημα allocate. Εάν υπήρχε το σύστημα allocate Εντιμοτάτη, κάτω τα 3 ποσά, δεν θα υπήρχαν. Θα υπήρχε πέραν των 91 ημερών, το €11.040 σαν σύνολο. Όπως φαίνεται και το νέο που σας έχουμε δώσει. .. Αφού δεν κάμνει το σύστημα allocate, σου δείχνει το υπόλοιπο. Δεν πηγαίνει ... στην ουσία, το σύστημα, αφού δεν υπήρχε το allocate, πήγαινε και έπιανε έναντι του παλιού υπολοίπου, το οποίο είναι λάθος. ʺ Παρεμβάλλω εδώ, ως προς αυτή την πτυχή, και τη μαρτυρία του ΜΚ3, Ιάκωβου Αβραάμ. Ανέφερε ότι εργαζόταν στην εταιρεία Cycom Business Solutions Ltd η οποία ασχολείται με την κατασκευή, προώθηση και συντήρηση λογισμικών προγραμμάτων. Η παραπονουμένη 1 είναι πελάτης τους. Του υποδείχθηκε η κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 9) οπότε εξήγησε ότι αυτή βασίζεται σε σύστημα της εταιρείας του το οποίο μπορεί να λειτουργήσει με ένα από δύο τρόπους, ανάλογα με την επιλογή του πελάτη, ως εξής. Με τον ένα τρόπο, το σύστημα ʺπαντρεύειʺ το ποσό είσπραξης με την αντίστοιχη χρέωση τιμολογίου οπότε, στην τελευταία σελίδα, υπό την επικεφαλίδα 'aged balance analysis' φαίνεται το υπόλοιπο για χρόνο πέραν των 91 ημερών. Με τον άλλο τρόπο, ο οποίος αντικατοπτρίζεται στην κατάσταση (τεκμ. 10), δεν γίνεται η αντιστοιχία μεταξύ πληρωμής και τιμολογίου. Η πληρωμή αφαιρείται από το εκάστοτε συνολικό υπόλοιπο του λογαριασμού και, στο τέλος του λογαριασμού, υπό την προαναφερθείσα επικεφαλίδα, φαίνεται η κίνηση πωλήσεων για την εκάστοτε περίοδο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επανέλαβε ότι ο κάθε πελάτης επιλέγει ο ίδιος το σύστημα που θέλει να εφαρμόσει. Διευκρίνισε ότι το 90% επιλέγει το δεύτερο τρόπο, δηλαδή χωρίς αντιστοιχία μεταξύ πληρωμής και τιμολογίου διότι ʺο τρόπος που δουλεύει το παζάρι στην Κύπρο είναι έναντι λογαριασμούʺ. Ο μάρτυρας ανεξετάστηκε επί του περιεχομένου της κατάστασης, τεκμήριο 9, ως προς τις πληρωμές από 13.5.2014 μέχρι 3.7.2014, δηλαδή το μέρος εκείνο που διαφέρει στις δύο καταστάσεις. Ανέφερε ότι για εκείνες τις πληρωμές δεν έγινε αντιστοιχία ή έστω μερική αντιστοιχία με κάποια χρέωση, και ότι αυτό φαίνεται από το ότι δεν έγινε σχετική σημείωση αλλά δεν γνώριζε τις περιστάσεις των εν λόγω συναλλαγών. Επανέρχομαι στη μαρτυρία του ΜΚ1, κ. Γεωργίου, ο οποίος στην κύρια εξέταση κατέθεσε επιπλέον τα ακόλουθα αναφορικά με τις διάφορες πληρωμές της κατηγορουμένης
  39. Καταλογιζόταν πρώτα προς εξόφληση του τρέχοντος τιμολογίου και τυχόν περίσσευμα καταλογιζόταν έναντι του ποσού των επιταγών οπότε, κατ' αυτό τον τρόπο, η κατηγορουμένη 1 εξόφλησε €2.117,26 από το σύνολο των €11.496,87 των επιταγών, ενώ παραμένει οφειλόμενο ποσό €9.379,
  40. Αντεξετάστηκε επί τούτου. Πιο άμεσα σχετικό είναι το παρακάτω απόσπασμα: ʺE. Απαντήστε στο ερώτημα μας. Τελικά, το εκάστοτε υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 9 και 10, περιλαμβάνει το ποσό των επιταγών ή όχι; A. Βεβαίως, αφού εν χρεωμένο μέσα. E. Και σας υποβάλλω, ότι οποιαδήποτε είσπραξη on account γινόταν και για τις επιταγές οι οποίες ήταν χρεωμένες ‑‑ A. €2.117, 26 ναι. Αφού το είπαμε από την αρχή τούντο πράγμα. ... Ε. Μπορείτε να μας υποδείξετε στο Τεκμήριο 9, το ποσό των 2.117 και 26 σεντ, που εισπράξατε έναντι των 5 επιταγών; Α. Τούντο πράγμα, όπως τούτη τη στιγμή, δεν μπορώ να το κάμω με παράδειγμα, διότι πρέπει να κάτσω να έβρω τις πιστωτικές αναλυτικά, μικρά, μικρά ποσά, να τα προσθέσω με υπολογιστική. Δεν πρέπει να γίνει βάσει του statement αυτήν τη στιγμή, δεν μπορεί. E. Μπορείτε να μας υποδείξετε κάποια πιστωτική σημείωση, από το Τεκμήριο 9, για να καταλάβουμε και εμείς; A. Πρώτη σελίδα 27/09 του '11, αναφέρεστε στην πρώτη ημερομηνία 29/09 του '11, σημαίνει πιστωτικές. E. Όλες οι πιστωτικές σημειώσεις, πήγαιναν έναντι των 5 επιταγών; A. Αφού είπαμε, το ποσό στην αρχή, όχι. Σε κάποιο στάδιο όμως, πήγαν και έναντι των επιταγών, για να μπορέσουμε να μαζέψουμε τούτο το ποσό των €2.
  41. E. Τα cash που πληρώνουνταν, πήγαιναν έναντι των επιταγών, για να ποσώσουμε τις €2.117 και 26 σεντ; A. Τα πρώτα cash, πήγαιναν έναντι του υπολοίπου, το οποίο ήταν πέραν των επιταγών. Όταν καλύψαμε το υπόλοιπο, που ξεπερνούσε τις €15.000 και σε κάποιο στάδιο, πήγαιναν έναντι μιας επιταγής, διότι αυτή ήταν η συμφωνία που συνήψαν οι υπαλλήλοι μου, μαζί τους. E. Με ποιους; A. Με την εταιρεία Χ' Γιάννη. E. Ψεύδεστε. A. Όχι.ʺ Η μαρτυρία του Θρασύβουλου Χριστοφή (ΜΚ2), λειτουργού της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας (ΣΠΕ) Τραχωνίου - Κολοσσίου (μετά την ενοποίηση ονομάζεται περιφερειακή ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ) συνοψίζεται ως εξής. Ήταν υπεύθυνος του τρεχούμενου λογαριασμού της κατηγορουμένης 1, για τον οποίο υπήρχε δικαίωμα παρατραβήγματος €
  42. Η κατηγορουμένη 1 εξέδωσε τις επιταγές (τεκμ. 1- 5) οι οποίες κατατέθηκαν για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκαν. Ως προς τις τέσσερεις επιταγές (τεκμ. 1, 2, 4 και 5) δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της εν λόγω εταιρείας, ενώ η άλλη επιταγή (τεκμ. 3) δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης για την οποία δεν δόθηκε λόγος. Ο μάρτυρας παρέπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 13) τον οποίο η κατηγορουμένη 1 διατηρούσε στο πιστωτικό ίδρυμα και ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που η κάθε μια από τις επιταγές είχε εκδοθεί και, εν συνεχεία, κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέα, υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο δεν επέτρεπε την πληρωμή τους. Ερωτηθείς ως προς το πρόσωπο με το οποίο αυτός συνομιλούσε όταν παρουσιαζόταν πρόβλημα στο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, ο μάρτυρας απάντησε ότι ενημέρωνε τον κατηγορούμενο 3 και τον πατέρα του κατηγορουμένου
  43. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με αυτό το τελευταίο, ο μάρτυρας επέμενε ότι συνομιλούσε και με τους δύο, αλλά επίσης ανέφερε ότι κάποιες φορές ο κατηγορούμενος 3 τον παρέπεμπε στον πατέρα του, ο οποίος είχε την οικονομική διαχείριση της εταιρείας. Ως προς την κίνηση του λογαριασμού, ο ΜΚ2 είπε ότι κατά την περίοδο έκδοσης των επιταγών υπήρχαν διακυμάνσεις από πιστωτικό σε χρεωστικό και αντίστροφα, ότι σε κάποιο στάδιο έγιναν καταθέσεις μεγάλων ποσών όπως €14.000 και €23.000, και ότι γενικότερα υπήρχε μια ελαστικότητα στο θέμα του παρατραβήγματος, αλλά ότι, εν τέλει, το χρέος υπερέβη τις καταθέσεις οπότε, λόγω ακάλυπτων επιταγών, ο λογαριασμός τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ. Τόσο η κατηγορουμένη 1 και ο κατηγορούμενος 3 κλήθηκαν σε απολογία. Ο κατηγορούμενος 3 επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως και να μην προβεί σε ανόμωτη δήλωση. Για την υπεράσπιση, που ήταν κοινή, κατέθεσε ο Μιχάλης Χατζηγιάννης (ΜΥ1), πατέρας του κατηγορουμένου
  44. Ανέφερε ότι αυτός διαχειριζόταν τα οικονομικά θέματα της κατηγορουμένης 1, ενώ ο κατηγορούμενος 3 απασχολείτο σε εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και αρτοποιίας στη Σωτήρα. Σε σχέση με τις εν λόγω επιταγές ο μάρτυρας είπε ότι όλες υπογράφτηκαν από τον κατηγορούμενο 3 βάσει καθιερωμένης πρακτικής της εταιρείας. Ο κατηγορούμενος 3, ως διευθυντής, υπέγραφε σε τακτά χρονικά διαστήματα περίπου τριών με τεσσάρων ημερών, ολόκληρο μπλοκ επιταγών της κατηγορουμένης
  45. Στη συνέχεια, και όποτε υπήρχε ανάγκη να δοθεί επιταγή, υπάλληλος της κατηγορουμένης 1 συμπλήρωνε τα υπόλοιπα στοιχεία και παρέδινε την επιταγή στον εκάστοτε έμπορο συνεργασίας. Οι επίδικες επιταγές (τεκμ. 1 - 5), υπογράφτηκαν από τον κατηγορούμενο 3, ενώ συμπλήρωνε ο ίδιος ο μάρτυρας την ημερομηνία έκδοσης και κατά περίπτωση άλλος υπάλληλος της κατηγορουμένης 1 έθετε τα υπόλοιπα στοιχεία, όπως το ποσό και το όνομα δικαιούχου. Ο κατηγορούμενος 3 δεν ενημερωνόταν για την παράδοση των επιταγών. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι η κατηγορουμένη 1 δημιούργησε χρέος προς την παραπονουμένη, μέρος του οποίου ακόμα οφείλεται. Οι εν λόγω επιταγές δεν τιμήθηκαν, καθώς είπε, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κατηγορουμένη 1, οπότε προέβη ο ίδιος σε συμφωνία με το διευθυντή της παραπονουμένης, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας. Αυτή η συμφωνία περιλάμβανε και σταδιακή διευθέτηση των εν λόγω επιταγών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από την κύρια εξέταση: ʺΕ. Η ερώτηση μου ήταν για τις επιταγές. Είχατε οποιαδήποτε επικοινωνία σχετικά με τις επιταγές; Α. Ναι. Όπως ανέφερα πριν, σταματήσαμε τη συνεργασία με τράπεζες. Ως εκ τούτου είχαμε έρθει σε επαφή και με τους κατηγορουμένους όπως και τις υπόλοιπες εταιρείες. Ε. Τους παραπονούμενους; Α. Ναι, τους παραπονουμένους. Και έγινε συμφωνία του τρόπου συνέχισης της συνεργασίας. Με τη συγκεκριμένη εταιρεία την Blue Green Wave Frozen Food Ltd είχαμε συμφωνήσει όλα τα τιμολόγια που θα μας παρέδιδαν μετά τον τερματισμό του λογαριασμού μας στην τράπεζα θα πληρώνονταν τοις μετρητοίς και σε τακτικά χρονικά διαστήματα θα δίναμε έναντι του λογαριασμού προς εξόφληση του υπολοίπου που είχαμε προς αυτούς. Ε. Όταν αυτές οι επιταγές επιστράφηκαν πίσω απλήρωτες γνωρίζατε τι απέγινε το ποσό το οποίο ανέφεραν οι επιταγές πάνω. Όταν τα τεκμήρια 1-5 δεν είχαν εξαργυρωθεί γνωρίζετε το ποσό αυτό τι απέγινε, αν πιστώθηκε ή χρεώθηκε κάπου; Α. Στη συμφωνία που είχαμε κάμει κάθε επιστρεφόμενη επιταγή έμπαινε στο λογαριασμό της εταιρείας ως οφειλόμενο ποσό. Ε. Τ.
  46. Μπορείτε να μας υποδείξετε την αναφορά της επιταγής και σε χρεώσεις αυτών των ποσών όταν ήλθαν πίσω οι επιταγές απλήρωτες . Φαίνονται 4 επιταγές στις οποίες κάματε αναφορά. Α. Ναι. .. Ε. Δηλαδή αυτό που μας λέτε είναι ότι .. οι επιταγές αυτές όταν ήρθαν απλήρωτες τα ποσά τους χρεώθηκαν στον λογαριασμό; Α. Ναι. Ε. Μας είπατε ότι κάματε μια συμφωνία με τους παραπονούμενους. Θυμάστε με ποιον από τους παραπονούμενους μιλούσατε; Α. Τον κ. Γιώργο. Ε. Εκαμάτε μια συμφωνία με τον κ. Γιώργο όσον αφορά την πληρωμή των επιταγών αυτών και έναντι να δίνατε κάποιο ποσό είπατε. Να σας δείξω το τεκμήριο 10 και μπορείτε να αναφέρεται περιπτώσεις ή αναφορές στο οποίο να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός σας περί συμφωνίας; Δηλαδή αυτό που είπατε ότι πληρώνατε τα τρέχοντα και έναντι του λογαριασμού. Μια ενδεικτική περίπτωση ή δύο; Α. 24.1.2012 αρ. απόδειξης 0134 cash on account €
  47. Ε. Από τη 2η σελίδα του τεκμηρίου 10 κάποια αναφορά; Α. . 15.3.2012 αρ. απόδειξης 1575, €
  48. Ε. Μπορείτε να δείξετε που πληρώνονταν τα τρέχοντα τιμολόγια; Α. Ναι, πριν τη συγκεκριμένη απόδειξη υπάρχει απόδειξη 1379 το οποίο αφορά το επόμενο τιμολόγιο και το ποσό είναι €245.38 Αυτό παρουσιάζεται και στο προηγούμενο τιμολόγιο με αρ. απόδειξης και στο προηγούμενο με αρ. απόδειξης. Ε. Πάμε στην επόμενη σελίδα. Πάμε Ιούνιο και Ιούλιο του
  49. Μπορείτε να μας αναφέρετε πληρωμή τιμολογίου τοις μετρητοίς καθώς και πληρωμή έναντι του συνολικά οφειλόμενου ποσού; Α. Ναι. Στις 3.5.2012 στη 2η σελίδα κατόπιν συνεννόησης με τον κ. Γιώργο του έκδωσα δύο επιταγές των €2.500 από το λογαριασμό της νύφης μου διότι η εταιρεία δεν είχε πλέον λογαριασμό και είχαμε συμφωνήσει τα επόμενα τιμολόγια μέχρι να καλύψουμε μέρος αυτών να μην πληρωθούν τοις μετρητοίς πράγμα που φαίνεται και στα επόμενα τιμολόγια που ακολουθούν. Από τις 4/5 -29/
  50. Ε. Αυτό που λέτε είναι ότι προπληρώσατε μερικές αγορές; Α. Επειδή υπήρχε καλή συνεργασία και συνεννόηση μεταξύ μας μου ζήτησε αν υπήρχε τρόπος να τον βοηθήσω διότι ήθελε να κάνει κάποιες επιπλέον εισαγωγές και καταλήξαμε στη συμφωνία να του εκδώσω τις επιταγές και μετά να μου παραδώσει εμπορεύματα.ʺ Στην αντεξέταση ο μάρτυρας εξήγησε ότι η κατηγορουμένη 1, η οποία ιδρύθηκε το 2005, ως οικογενειακή εταιρεία με διευθυντή αρχικά τον ίδιο, αλλά κατά διαστήματα, λόγω οικονομικών προβλημάτων του, διετέλεσαν διευθυντές διάφορα μέλη της οικογένειας. Κατά τον χρόνο έκδοσης των εν λόγω επιταγών διευθυντής της εταιρείας ήταν ο κατηγορούμενος 3, αλλά ο ίδιος ο μάρτυρας ήταν που λάμβανε όλες τις αποφάσεις και συνομιλούσε με τους υπευθύνους στην τράπεζα. Σε σχέση με αυτά τα θέματα, αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: ʺΕ. Υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με την οποία πληρώθηκαν οι επιταγές; Γιατί δεν τις ζητήσατε ποτέ πίσω από την εταιρεία; Α. Ο λόγος είναι διότι δεν ασχολούμασταν πλέον με τράπεζες ή με επιταγές. Υπήρχε συνεργασία άψογη ως το σημείο εκείνο οπότε δεν είχα ζητήσει από καμία άλλη εταιρεία επιταγές πίσω. ... Η εταιρεία σταμάτησε να συνεργάζεται με τράπεζες. Όντως όταν είχα πρόβλημα ρευστότητας η εταιρεία, ζητούσα από τη νύφη μου και μου έκδιδε κάποιες επιταγές για να βοηθηθώ. Οι επιταγές ήταν από τον προσωπικό λογαριασμό της νύφης μου και δεν αναφέρονται στα βιβλία της εταιρείας παρά μόνο ως cash. ... Ε. Σου υποβάλω ότι μοναδική συμφωνία μεταξύ της εταιρείας G & P Hadjiyiannis Ltd και της Blue Green Wave Frozen Food Ltd αφορούσε την πρώτη επιταγή ημερ 5.1.2012 και αρ.32660442, που είναι το τεκμ. 1, και προνοούσε η συμφωνία πληρωμή της επιταγής αυτής τμηματικά και πληρωμή των τιμολογίων που θα έρχονταν από κει και πέρα τοις μετρητοίς Α. Εάν αυτό που λέτε ίσχυε τότε η εταιρεία δεν θα έβαζε τις επιταγές στο statement όταν είχαν επιστραφεί και θα τις έκαμνε απαιτητές από τότε . Η Blue Green Wave Frozen Food Ltd. ... A. Ο λόγος που έγινε ανάκληση της επιταγής ήταν διότι είχαμε αποφασίσει να σταματήσουμε τη συνεργασία με τη συγκεκριμένη τράπεζα. E. Συμφωνείς ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην επιστολή αυτή A. Όχι, η τράπεζα δεν μπορεί να κάμει ανάκληση πέραν του λόγου τον οποίο αναφέρω στην επιταγή . Με πληροφόρησε η τράπεζα πριν κάμω την ανάκληση. ... Η επιστολή έχει ετοιμαστεί στο γραφείο μου, έχει ετοιμαστεί από το γιο μου αλλά στην τράπεζα πήγε από την υπεύθυνη βοηθό μου όταν πήγε να κάνει κατάθεση στην τράπεζα. Ε. Δηλαδή θέλετε να μας πείτε ότι ο Γ. Χατζηγιάννης ήταν ένα άτομο υποχείριο στην ουσία της εταιρείας . χωρίς καμία άποψη, χωρίς να ρωτά γιατί υπογράφω επιταγή ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. Προχωρούσε σε αυτές τις πράξεις μόνο κατόπιν δικών σας υποδείξεων; Α. Είμαστε μια οικογενειακή επιχείρηση. Αν το θέλετε παλαιών αρχών, και εγώ είμαι ο κύριος, συζητώ με τα παιδιά μου, αλλά οι αποφάσεις είναι δικές μου. ... Ε. Σου υποβάλω ότι ο Γ. Χατζηγιάννης είχε άμεση συμμετοχή τόσο στις αποφάσεις της εταιρείας ..όσο και στις εργασίες της εταιρείας, που διεξαγάγει η εταιρεία αυτή. Α. Δεν συμφωνώ μαζί σου. Ε. Σου υποβάλλω ότι ο λόγος που η Ελπινίκη Χατζηγιάννη εξέδωσε τις άλλες επιταγές που αναφέρθηκαν πριν ήταν γιατί ήταν εμπλεκόμενος ο κ. Γ. Χατζηγιάννης. Α. Άποψη σας.ʺ Νομική Πτυχή Ως θέμα νομολογιακά παγιωμένης αρχής, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων ποινικού αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία επιτυγχάνει μόνο εφόσον αποδείξει ότι οι κατηγορίες στοιχειοθετούνται σε επίπεδο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό προϋποθέτει μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή, αξιόπιστη και σαφής, όπως επίσης προϋποθέτει τη δικαστική κρίση ότι η μαρτυρία είναι τόσο ισχυρή ώστε να μην αφήνει χώρο για λογική αμφιβολία. Βλ. μεταξύ άλλων τις Χαρίτωνος κ.α. v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110, Χαραλάμπους κ.α. v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97, Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Γενικός Εισαγγελέας v. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν κατηγορίες (1,2,4,5,11,12,14,15) για αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 305Α εδάφιο
(1), το οποίο διαλαμβάνει ότι: ʺ305Α
(1). Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.ʺ Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα βάσει της πιο πάνω διάταξης χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα στοιχεία: (α) έκδοση επιταγής̇ (β) παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε̇ (γ) παρουσίαση της επιταγής κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα̇ (δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται (ι) στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή (ιι) στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της̇ και (ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για δεκαπέντε ημέρες από την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ως προς τον ορισμό της 'επιταγής', το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 164(Ι)/2003), προβλέπει ότι: "'Επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή." Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Θεόδωρου Μ. Ιωαννίδη v. 1. Gastop Boutique Ltd, κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B235, Ποιν. Εφ. αρ. 161/2014, ημερ. 30.6.2017, το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα της ευθύνης προσώπου ως συνεργού, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και, πιο συγκεκριμένα, τις ευθύνες και τα καθήκοντα διευθυντή εταιρείας σε ό,τι αφορά την έκδοση επιταγών. Παρέπεμψε στην πρωτόδικη απόφαση και ανέλυσε το ζήτημα ως ακολούθως: ʺΣύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση η ευθύνη, με βάση το άρθρο 305Α του Κεφ. 154, βαρύνει τον εκδότη της επιταγής και εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος-διευθυντής που υπογράφει την επιταγή, ο οποίος γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην αγγλική υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd
(1986)1 W.L.R., 517, στην οποίαν αποφασίστηκε, όπως σημείωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της, δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαραίνει την ίδια την εταιρεία η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Με αναφορά στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2000, το πρωτόδικο δικαστήριο παρατηρεί ότι η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση, (β) σε αδίκημα, με ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία σχετίζεται με την παροχή βοήθειας ή παρακίνηση, σε αδίκημα. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε συναφώς στις υποθέσεις Johnson v. Youden
(1950)1 K.B., 455, National Coal Board v. Gamble
(1959)1 K.B., 11, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ., 261 και Militos Trading Limited ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ.,
  1. Καθοδηγούμενη από τις προαναφερθείσες αυθεντίες, η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι . η κατηγορουμένη 2 να έπρεπε να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία
  2. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο αφού συνυπολόγισε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη 2 γνώριζε για την έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής και το σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε, ενώ ήταν απούσα κατά τη συμπλήρωση της. Δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη 2 γνώριζε για την κίνηση και το υπόλοιπο του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή. Δεν δόθηκε μαρτυρία για την ημερομηνία κατά την οποία έθεσε η κατηγορουμένη 2 την υπογραφή της επί της επιταγής και δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 εταιρείας κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής. Με τα προαναφερόμενα υπόψιν, το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε πως η κατηγορουμένη 2, κατά το χρόνο έκδοσης και παράδοσης της επίδικης επιταγής, είχε πρόθεση μη πληρωμής της επιταγής. .. Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Procecutor
(2003)2 LRC 658 το Ανώτατο Δικαστήριο της Συγκαπούρης έκρινε ότι η ποινική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας, τους επέβαλλε το καθήκον να ενεργούν έντιμα και με εύλογη επιμέλεια (duty to act honestly and with reasonable diligence). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση (Δέστε: Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 486). Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσείων ήταν Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσείουσα ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Εφετείο έκρινε ότι και οι δύο εφεσείοντες γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα. Αναφορικά με την ευθύνη των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο καθοδηγήθηκε εσφαλμένα από την υπόθεση Bondina (ανωτέρω). Η Bondina αφορούσε αστικήν ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας οι οποίοι υπέγραφαν επιταγές της εταιρείας. Είναι ορθό ότι εκδότης των επιταγών αυτών είναι η εταιρεία και επομένως ότι δεν υπάρχει, γενικά, προσωπική αστική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, το υπό εξέταση ζήτημα αφορά σε ποινική ευθύνη διοικητικού συμβούλου, ο οποίος υπέγραψε επιταγή εκ μέρους εταιρείας η οποία καταδικάστηκε δυνάμει του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, ως συνεργού της εταιρείας. Είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319).ʺ Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 επιπλέον αντιμετωπίζουν κατηγορίες (3 και 13) για αδικήματα κατά παράβαση του εδαφίου 2 του άρθρου 305Α, του Κεφ.154, όπου προβλέπεται ότι: "305Α
(2). Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της." Σημειώνω συναφώς και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: "
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους ...." Για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα βάσει του άρθρου 305Α
(2)χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα στοιχεία: (α) η έκδοση επιταγής· και (β) η από τον εκδότη πρόκληση της μη εξόφλησης της με οποιαδήποτε πράξη του, είτε πριν είτε κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Βλ. σχετικά, ανάμεσα σε άλλες υποθέσεις, τη Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142. Αποτελεί υπεράσπιση το ότι η ανάκληση επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης ότι η αιτία ήταν εύλογη, το οποίο δεν υπερβαίνει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, βρίσκεται στους ώμους του κατηγορουμένου. (Βλ. μεταξύ άλλων τις Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 C.L.R. 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)C.L.R. 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 10, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108, G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, όπως και το σύγγραμμα Cross on Εvidence, 4η Έκδ., σελ. 85-87.) Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο 'εύλογη αιτία' έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Εφετείο αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) είναι συναρτημένη με την έννοια της δίκαιης αιτίας, και η έννοια της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Εφετείο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο), ήταν ορθή. Το Εφετείο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2), και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Αξιολόγηση και κατάληξη Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους. Αναφέρθηκαν στη δοθείσα μαρτυρία και ανέπτυξαν επιχειρηματολογία. Ο συνήγορος της παραπονουμένης, με τη γραπτή αγόρευση του, κάλεσε το δικαστήριο να κρίνει ένοχους τους κατηγορουμένους. Εισηγήθηκε ότι έχουν στοιχειοθετηθεί οι εναντίον τους αντίστοιχες κατηγορίες, κατά παράβαση των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 305Α όπως και, ως προς τον κατηγορούμενο 3, του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ο συνήγορος ανέφερε συναφώς ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την προσαχθείσα μαρτυρία η κατηγορουμένη 1 ενεργώντας μέσω του διευθυντή της, κατηγορουμένου 3, (α) εξέδωσε όλες τις επίδικες επιταγές, (β) αυτές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν μετά που κατέστησαν πληρωτέες, και (γ) δεν τιμήθηκαν, οι τέσσερεις επειδή δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό με, συνακόλουθα, την παγοποίηση του, και άλλη μια λόγω ανάκλησης της χωρίς εύλογη αιτία. Η υπεράσπιση προέβαλε ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί ότι οι επιταγές παρέμειναν απλήρωτες μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους, διότι η παραπονουμένη και η κατηγορουμένη 1 προέβησαν σε προφορική συμφωνία με βάση την οποία το ποσό των επιταγών δεν θα πληρωνόταν εντός των προβλεπόμενων δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους στην τράπεζα, αλλά θα καταβαλλόταν σταδιακά σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν με πληρωμές για νέα εμπορεύματα, θα εξοφλούντο πρώτα τα τρέχοντα τιμολόγια και, έπειτα, το όποιο επιπλέον ποσό θα πιστωνόταν έναντι των επιταγών. Η υπεράσπιση υπέβαλε περαιτέρω ότι, εν πάση περιπτώσει, μέχρι τις 14.9.2012 οι επιταγές είχαν εξοφληθεί. Παρέπεμψε ως προς αυτό στην κατάσταση λογαριασμού στο τεκμήριο 10 υποδεικνύοντας ότι στην τελευταία σελίδα του, υπό την επικεφαλίδα ʺaged balance analysisʺ, δεν αναγραφόταν οφειλόμενο ποσό πέραν των 91 ημέρων, πριν από τις 14.9.2012. Σε σχέση με την αναφερθείσα ως συμφωνία για διευθέτηση των επιταγών, ο συνήγορος της παραπονουμένης αντέτεινε ότι με βάση τη μαρτυρία η διευθέτηση στην οποία προέβηκαν, αφενός ο διευθυντής της παραπονουμένης και αφετέρου ο πατέρας του κατηγορουμένου 3, αφορούσε μόνο την πρώτη επιστραφείσα ως απλήρωτη επιταγή (τεκμ. 1), όχι εκ προοιμίου και τις υπόλοιπες επιταγές οι οποίες δεν είχαν ακόμα παρουσιαστεί στην τράπεζα. Σε σχέση δε με την κατάσταση του λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων, ο συνήγορος επεσήμανε ότι τα τεκμήρια 9 και 10 αντικατοπτρίζουν τον ίδιο λογαριασμό αλλά κατ' εφαρμογήν διαφορετικού συστήματος το καθένα και εξήγησε ότι οι διαφορές τους συνίστανται στο ότι στο τεκμήριο 9 γινόταν ταύτιση μεταξύ της εκάστοτε πληρωμής και του τιμολογίου στο οποίο αντιστοιχούσε, ενώ στο τεκμήριο 10 σημειώνονταν οι χρεώσεις και οι πληρωμές αλλά χωρίς τέτοια ταύτιση. Ως προς το αδίκημα της ανάκλησης επιταγής (3η και 13η κατηγορία), κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Νόμου, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε ότι αυτό πρέπει να ιδωθεί υπό το φως της συμφωνίας η οποία, όπως την προέβαλλε η υπεράσπιση, περιλάμβανε το σύνολο των επιταγών. Διαφορετική επί τούτου ήταν η θέση του συνηγόρου της παραπονουμένης, ο οποίος υπέβαλε ότι η υπεράσπιση δεν έχει αποδείξει ότι η ανάκληση έγινε για εύλογη αιτία εφόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος προέβη στην ανάκληση (τεκμ. 11), δεν κατέγραψε στο έντυπο ανάκλησης οποιοδήποτε λόγο. Υπέβαλε ότι αυτή η έλλειψη καταδεικνύει επίσης ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία η οποία να αφορούσε όλες τις επιταγές αφού, αν υπήρχε, θα γινόταν περί τούτου σημείωση στο έντυπο ανάκλησης. Τέλος, αναφορικά με τη συμμετοχή του κατηγορουμένου 3 στα αδικήματα, ο συνήγορος της παραπονουμένης υπέδειξε, αναφερόμενος στη μαρτυρία ότι αυτός ήταν που, έχοντας ειδικά την ευθύνη, υπέγραψε τις επιταγές, έπειτα προέβη στην ανάκληση της μιας από αυτές και ότι εξάλλου αυτός απασχολείτο ενεργώς στην οικογενειακή επιχείρηση. Πρόσθεσε δε ότι ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι ο πατέρας του, ήτοι ο ΜΥ1, λάμβανε τις αποφάσεις, αυτό δεν σήμαινε ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν αμέτοχος ή δεν είχε γνώση των εκκρεμούντων οικονομικών θεμάτων. Ο συνήγορος υπεράσπισης αντιτάχθηκε σε αυτή τη θεώρηση των αντίστοιχων ρόλων. Επικαλέστηκε τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι αυτός ο ίδιος ήταν που είχε αποκλειστική διαχείριση και έδινε εντολές για τα οικονομικά της κατηγορουμένης, ότι η παραπονουμένη δεν την αμφισβήτησε αυτή τη μαρτυρία και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας όπως και το μάρτυρα υπεράσπισης να καταθέτουν ενώπιον μου. Σημειώνω, ως προς τον κατηγορούμενο 3, ότι αυτός άσκησε το δικαίωμα σιωπής σε σχέση με το οποίο δεν μπορεί εν προκειμένω να εξαχθεί οποιοδήποτε δυσμενές για αυτόν συμπέρασμα. Στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας όπως και του μάρτυρα υπεράσπισης, λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, όχι κατά λεκτική απομόνωση, αλλά στο πλαίσιο της αντίστοιχης στάσης και συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (Βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Aγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207, Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1367, Χρίστου v. Khoreva
(2002)1(A) A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173, Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ. 706, Βούτουνος v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 71, Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, Munteaunu v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 219/11, ημερ. 1.7.2013). Θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω ότι η επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων είχε ως κύριο άξονα το κατά ποσό, στο πλαίσιο υπόθεσης για παράβαση του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, μπορεί να εκτοπισθεί η ποινική ευθύνη από διευθετήσεις οι οποίες γίνονται για την αποπληρωμή τραπεζικής επιταγής που επιστρέφεται από την τράπεζα ως απλήρωτη και παραμένει έτσι για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα ή ανακαλείται χωρίς εξειδίκευση καλής αιτίας. Επισημαίνω κατ' αρχάς, σε σχέση με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΥ1, τη σύγκλιση ότι σε κάποια μεταξύ τους επικοινωνία λέχθηκε ότι παρόλον που προέκυψε πρόβλημα οικονομικών σχέσεων λόγω της μη πληρωμής των επιταγών, η συνεργασία των δύο εταιρειών θα συνεχιζόταν εφόσον η κατηγορουμένη 1 θα αποπλήρωνε νέα, τρέχοντα τιμολόγια και, σταδιακά, τις επιταγές. Θέματα που τέθηκαν κατά την αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων ως προς το ποιος από τους δύο επικοινώνησε πρώτος και ως προς το κατά πόσο η συζήτηση έγινε τηλεφωνικώς ή σε κάποια συνάντηση τους, δεν έχουν πρακτική σημασία, εφόσον και οι δύο δέχθηκαν ότι υπήρξε συνομιλία των δύο πλευρών και κατέληξαν στον τρόπο με τον οποίο θα συνεχιζόταν η συνεργασία. Σημασία στη διαφορά της μιας μαρτυρίας από την άλλη έχει, στην ουσία, το κατά πόσο η διευθέτηση κάλυπτε ή όχι και τις πέντε επιταγές και ποια ήταν η έννοια και το αποτέλεσμα της για όσες επιταγές κάλυπτε ή μπορεί να μην κάλυπτε. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, η διευθέτηση αφορούσε το σύνολο των επιταγών. Από την άλλη πλευρά, η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν ήταν σταθερή ως προς αυτή την πτυχή. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι η μεταξύ τους συνομιλία έγινε μετά που επιστράφηκε η πρώτη επιταγή, αφήνοντας να εννοηθεί ότι επρόκειτο για την πρώτη πληρωτέα, αλλά μετά ταύτισε χρονικά την πρώτη επιστραφείσα επιταγή με την επιταγή που ανακλήθηκε, η οποία ήταν η τρίτη στη σειρά πληρωμής και, από τις σχετικές σφραγίδες στις επιταγές, φαίνεται ότι η ανάκληση της (στις 17.1.2012, ενώ ήταν πληρωτέα στις 20.1.2012) έγινε μετά την επιστροφή των πρώτων δύο. Στις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. 9 και 10), φαίνεται ότι το ποσό της ανακληθείσας επιταγής χρεώθηκε πρώτο στο λογαριασμό, ήτοι στις 24.1.2012, ενώ τα ποσά των πρώτων δύο επιταγών, όπως και των δύο τελευταίων, χρεώθηκαν στο λογαριασμό αρχίζοντας από τις 4.2.2012 και συνεχίζοντας σε άλλες ημερομηνίες. Ούτε η μαρτυρία του ΜΥ1 φωτίζει επακριβώς το πότε έγινε η διευθέτηση την οποία περιέγραψε, ακόμα και αν, όπως είπε, αυτή αφόρουσε το σύνολο των επιταγών. Θεωρώ όμως βέβαιο και σημαντικό ότι η διευθέτηση μελλοντικής συνεργασίας έγινε μετά που εκδηλώθηκε η αδυναμία εξασφάλισης, μέσω της τράπεζας, μιας ή πλέον της μιας εκ των επιταγών. Σημειώνω δε ότι όλες σημειώθηκαν και χρεώθηκαν στο λογαριασμό της κατηγορουμένης
  1. Η τελευταία σφραγίστηκε ως ΚΑΠ στις 27.3.2012 αλλά, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. 9 και 10) και την ημερομηνία του τελευταίου τιμολογίου, η συνεργασία των εταιρειών συνεχίστηκε μέχρι τις 14.12.
  2. Σημειώνω επίσης ως σημαντικό το ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση σε σχέση με ουσιώδη στοιχεία, όπως η έκδοση των επιταγών (τεκμ. 1 - 5), η παρουσίαση τους στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, η μη εξόφληση των τεσσάρων επιταγών, (α) για τις δύο (τεκμ. 1 και 2) λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης 1 για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών, (β) για τις άλλες δύο (τεκμ. 4 και 5) λόγω καταχώρισης του λογαριασμού στο (ΚΑΠ) και (γ) ενδιάμεσα, σε σχέση με την άλλη επιταγή (τεκμ. 3) λόγω ανάκληση της. Ως προς το πρώτο σημείο, πιο άμεσα σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΚ1, διευθυντή της παραπονουμένης και του ΜΥ1, πατέρα του κατηγορουμένου
  3. Ο ΜΚ1, ο οποίος μου έκαμε καλή εντύπωση, δέχθηκε ότι συζήτησε με τον ΜΥ1 για τη μελλοντική συνεργασία των δύο εταιρειών μετά που προέκυψε η αδυναμία της κατηγορουμένης 1 στην πληρωμή των επιταγών. Ο ΜΥ1 μου έδωσε την εντύπωση ότι απέβλεπε με τη μαρτυρία του να απομακρύνει την ποινική ευθύνη από τους κατηγορουμένους 1 και
  4. Υπενθυμίζω ότι η ουσία της μαρτυρίας του συνίστατο στο ότι οι υποχρεώσεις της κατηγορουμένης 1 οι οποίες προέκυπταν από την έκδοση των επίδικων επιταγών, υποκαταστήθηκαν εξ' ολοκλήρου και απαλείφθηκαν με συμφωνία μελλοντικής συνεργασίας των διαδίκων που προνοούσε εξόφληση νέων τιμολογίων με πληρωμές τοις μετρητοίς και εφόσον τέτοιες πληρωμές ήταν για μεγαλύτερο ποσό η διαφορά θα καταλογιζόταν έναντι των απλήρωτων επίδικων επιταγών. Το τελευταίο μέρος, που αφορά το πως θα καταλογιζόταν η κάθε μελλοντική πληρωμή, είναι αδιαμφισβήτητα ορθό. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ το πρώτο μέρος που εμφανίζει τη διευθέτηση για μελλοντική συνεργασία ως εκμηδενίζουσα τις υποχρεώσεις της κατηγορουμένης 1 οι οποίες είχαν προκύψει με την έκδοση των επιταγών. Σημειώνω ότι δεν έγινε εισήγηση ότι θα επιστρέφετο από την παραπονουμένη προς την κατηγορουμένη 1 οποιαδήποτε μη παρουσιασθείσα στην τράπεζα επιταγή. Σημειώνω επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν διατυπώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο των γεγονότων οποιαδήποτε διαμαρτυρία από μέρους της κατηγορουμένης 1 για παρουσίαση στην τράπεζα επιταγών οι οποίες δεν είχαν παρουσιαστεί πριν από τη διευθέτηση. Προκύπτει από τις προαναφερθείσες εξελίξεις και ευρίσκω ότι η αναφερομένη ως διευθέτηση δεν είχε σκοπό να αναιρέσει την εκπλήρωση της νομοθετικής υποχρέωσης της κατηγορουμένης 1 για πληρωμή των επιταγών όπως ο Νόμος ορίζει. Οι επιταγές παρέμειναν σε ισχύ και αυτός φαίνεται να ήταν ο λόγος που αν η διευθέτηση έγινε πρωτού κάποιες παρουσιαστούν στην τράπεζα, καμία δεν επιστράφηκε. Η κάθε μια κατατέθηκε κανονικά στην τράπεζα και η κάθε μια επιστράφηκε απλήρωτη για τους λόγους στους οποίους έχω ήδη αναφερθεί. Εξάλλου, η ανάγκη για αποπληρωμή με άλλο τρόπο, με βάση κάποια άλλη διευθέτηση, ανέκυψε μετά που η τράπεζα εκδήλωσε αδυναμία να προβεί σε πληρωμή. Κάτω από τις περιστάσεις που εξήγησα, θεωρώ ότι η συνέχιση της συνεργασίας των δύο εταιρειών, όπως και η αναφερθείσα ως διευθέτηση να καταβληθεί σταδιακά το ποσό των επιταγών, ακόμα και αν αφορούσε το σύνολο των επιταγών, δεν αφαιρούσε οτιδήποτε από τα στοιχεία που συνθέτουν τα αδικήματα του άρθρου 305Α
(1). Η εν λόγω διευθέτηση αποτελούσε, ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες της, ένα μεταγενέστερο, εξωγενές ζήτημα, και τούτο όχι μόνο για επιταγή ή επιταγές που είχαν ήδη παρουσιαστεί στην τράπεζα αλλά και για επιταγές που ίσως να μην είχαν ακόμα παρουσιαστεί για πληρωμή. Το ίδιο κατ' αναλογία και για την ανακληθείσα επιταγή. Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα την ανάκληση, ο ΜΥ1 απέδωσε την εντολή ανάκλησης σε λόγους που αφορούσαν ζήτημα τερματισμού της συνεργασίας της κατηγορουμένης 1 με την τράπεζα. Σημασία εν προκειμένω έχει το γεγονός της ανάκλησης και όχι οι σχέσεις της κατηγορουμένης 1 με την τράπεζα και επομένως δεν χρειάζεται να επεκταθώ επί τούτου. Παρατηρώ ωστόσο ότι στον τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 (τεκμ. 13), η κίνηση χρεωπιστώσεων συνεχιζόταν μέχρι τις 26.4.2012, με τελευταία κίνηση την χρέωση τόκου από την τράπεζα στις 31.12.2012. Προκύπτει πάντως από τη μαρτυρία του λειτουργού της τράπεζας, του υπευθύνου για το λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, και ευρίσκω ότι η εν λόγω ανάκληση ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης κεφαλαίων της κατηγορουμένης 1 προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της. Ως προς την ανάκληση, εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο η κατηγορουμένη 1 ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής και, επιπρόσθετα, το κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις ήταν εύλογο να το πιστεύει. Σημειώνω, ως προς αυτό, ότι η κατηγορουμένη 1 δεν επικαλέστηκε ως λόγο ανάκλησης την αναφερθείσα ως διευθέτηση σε σχέση με τις επιταγές, ούτε διατύπωσε όταν έγινε η ανάκληση συγκεκριμένο λόγο που νομικά να τη δικαιολογεί. Υπό το φως των εν λόγω δεδομένων, δεν μπορεί να λεχθεί ότι εύλογα ζητήθηκε η ανάκληση της εν λόγω επιταγής (τεκμ. 3). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 , 2, 3, 4 και 5, κατά παράβαση των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 305Α του Κεφ.
  1. Αναφορικά τώρα με τον κατηγορούμενο 3, τα όσα έχω ήδη αναφέρει σε σχέση με την ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης 1, αποτελούν το υπόβαθρο και για δική του ποινική ευθύνη. Σημαντική για την υπεράσπιση του είναι η μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ίδιος ήταν που είχε τον οικονομικό έλεγχο της εταιρείας, όχι ο κατηγορούμενος 3, και ότι παρόλο που συζητούσε τα της εταιρείας με τα παιδιά του, ο ίδιος ήταν που είχε τον τελευταίο λόγο. Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος απασχολείτο σε εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και αρτοποιίας, ενεργούσε κατόπιν υπόδειξης του ίδιου του μάρτυρα και, παρόλο που ο κατηγορούμενος 3 υπέγραφε τις επιταγές της κατηγορουμένης 1, δεν ενημερωνόταν για την παράδοση τους. Όπως ο ΜΥ1 περαιτέρω ανέφερε, λόγω της έλλειψης ρευστότητας της κατηγορουμένης 1, σε κάποιο στάδιο η σύζυγος του κατηγορουμένου 3 εξέδωσε από προσωπικό της λογαριασμό διάφορες επιταγές για την πληρωμή χρεών της κατηγορουμένης
  2. Έχω εξάλλου υπόψη και τη μαρτυρία του τραπεζικού λειτουργού, ΜΚ2, σύμφωνα με την οποία αυτός ενημέρωνε τον κατηγορούμενο 3 όταν παρουσιαζόταν πρόβλημα στο λογαριασμό της εταιρείας, αλλά αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 τον παρέπεμπε στον ΜΥ
  3. Δεν μπορεί πάντως να υποστηριχθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν γνώριζε για τις οικονομικές δυσκολίες της κατηγορουμένης 1 και, συνακόλουθα, την αδυναμία πληρωμής των επιταγών. Η τράπεζα τον ενημέρωνε σχετικά. Αυτός φαίνεται δε να ήταν ο λόγος που αυτός παρέπεμπε τον τραπεζικό λειτουργό στον ΜΥ
  4. Επίσης φαίνεται ότι η ανάγκη εμπλοκής της συζύγου του και η έκδοση δικών της επιταγών προέκυψε ακριβώς λόγω της οικονομικής αδυναμίας της εταιρείας. Με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις στη νομολογία αναφορικά με την ευθύνη του διευθυντή εταιρείας για εκδοθείσες επιταγές, το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 ενημερωνόταν ή όχι για την πορεία των επιταγών δεν μεταβάλλει το καθήκον επιμέλειας που αυτός είχε, ώστε να γνώριζε για τις εξελίξεις στην οικονομική κατάσταση της εταιρείας και, κατ' επέκταση των επιταγών της, οι οποίες έφεραν τη δική του υπογραφή, προορίζονταν για παρουσίαση στην τράπεζα και, θα μπορούσαν εξάλλου να κυκλοφορήσουν στην αγορά. Συνεπώς, ακόμα και αν οι αποφάσεις λαμβάνονταν αποκλειστικά από τον ΜΥ1, η ανάληψη από τον κατηγορούμενο 3 του ρόλου διευθυντή της κατηγορουμένης 1 εταιρείας δεν επιτρέπει την αποφυγή της ευθύνης την οποία αυτός ο ρόλος συνεπάγεται. Ο κατηγορούμενος 3 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 11, 12, 13, 14 και 15, κατά παράβαση των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 305Α, σε συνάρτηση με το άρθρο 20(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Ως προς το κατά πόσο υπήρξε πληρωμή πλήρως ή μερικώς του συνολικού ποσού των εν λόγω επιταγών, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 και ευρίσκω ότι από το άθροισμα του ποσού των πέντε επιταγών, ήτοι €11.496,87, η κατηγορουμένη 1 κατέβαλε, με τις πληρωμές της, €2.117,26 και, επομένως, παραμένει υπόλοιπο €9.379,71 το οποίο αντιστοιχεί στο χρέος που σημειώνεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία τόσο του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ3, την οποία επίσης αποδέχομαι, αυτή η κατάσταση λογαριασμού συνάδει με εκείνη του τεκμηρίου 10 το οποίο ετοιμάστηκε με διαφορετικό λογιστικό σύστημα. Όσον αφορά τα έξοδα, υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου τα έξοδα της προηγούμενης πρωτόδικης διαδικασίας πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας. Επομένως, οι κατηγορούμενοι θα καταβάλουν το σύνολο των πρωτόδικων εξόδων. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Τ. Νικολάου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.