Δημοκρατία ν. Jan Kruzic, Αρ. Υπόθεσης: 1914/18, 2/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2018:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1914/18 Δημοκρατία v. Jan Kruzic Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Μαίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Κωνσταντίνου (κ. Αντωνίου για να ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Χ' Παναγιώτου Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κράτηση ενός κατηγορουμένου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του, όπως είναι το παρόν αίτημα, άπτεται της ελευθερίας του ατόμου, και είναι αξιωματικό ότι ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται, ως θέμα γενικής αρχής, που είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένης και συνάδει με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, να μένει ελεύθερος, εφόσον, όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του, αυτός συμμορφώνεται (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 138/15, ημερ.10.7.15). Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.109, υπεδείχθη ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να αρχίζει με την πεποίθηση ή την υπόθεση ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και ότι το βάρος απόδειξης ενοχής βαρύνει την κατηγορούσα αρχή. Η αρχή αυτή, ως υπεδείχθη, καλύπτει όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας και συνεπώς, περιλαμβάνει, και το στάδιο εξέτασης του παρόντος αιτήματος. Οι πιο πάνω γενικές αρχές αποτελούν το βάθρο επί του οποίου εξετάζεται αίτημα κράτησης κατηγορουμένου. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά εννέα κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 - 6 του Περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91
(1)/
- Τα αδικήματα, όπως εμφαίνεται από το κατηγορητήριο, διαπράχθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου του 2015, καθώς και Δεκεμβρίου και Αυγούστου του 2017 στη Λάρνακα, σε βάρος της ανήλικης κόρης του. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 21.9.
- Το αίτημα της κας Κωνσταντίνου εκ μέρους της κατηγορούσης αρχής, για την κράτηση του κατηγορουμένου, εστιάστηκε στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στην δίκη. Στήριξε το αίτημα της σε συγκεκριμένες καταθέσεις που εφοδίασε το δικαστήριο, για να καταδείξει στην βάση αυτών, την σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου, σε συνάρτηση με την ποινή που πιθανό να επιβληθεί. Ο κ. Χ' Παναγιώτου για τον κατηγορούμενο έφερε ένσταση στο αίτημα. Ακούσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τις θέσεις των δυο πλευρών και έχουμε μελετήσει τις παραπομπές ενός εκάστου στις καταθέσεις των μαρτύρων. Έχουμε επίσης πλήρως υπόψη μας όλα όσα ανέφεραν προς υποστήριξη των θέσεων τους, και στην συνέχεια και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η απόλυση υποδίκων με εγγύηση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 είναι θέμα αναγόμενο στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Τα κριτήρια που καθοδηγούν την κρίση του δικαστηρίου και η σημασία που αυτά ενέχουν σε κάθε περίπτωση, καθορίζονται από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία επί τούτου, είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κωνσταντινίδης ανωτέρω, Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 42/11, ημερ. 8.4.2011). Στην υπόθεση Νικήτα ανωτέρω, αναφορικά με τους λόγους κράτησης αναφέρθηκαν τα εξής: «Το εάν ένας κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του αποφασίζεται με αναφορά:- (α) Στον κίνδυνο μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της δίκης. (β) Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Οι πιο πάνω λόγοι δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν. Ένας από αυτούς να διαπιστώνεται αρκεί, για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορουμένου. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της δίκης του, είναι νομολογημένο ότι σταθμίζεται ανάλογα με:- (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος. (β) Την πιθανότητα καταδίκης· και (γ) Την ποινή που δυνατό να επιβληθεί. Όπως έχει λεχθεί στη Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48:- (σελ. 53) «... σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος.» Όσο, βέβαια, πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία τόσο μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να μην παρουσιαστεί στη δίκη του». Δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρότατες κατηγορίες, γεγονός αποδεκτό και από τις δυο πλευρές, αναδεικνυόμενο το στοιχείο αυτό ως αυτόδηλο και προφανές από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Η κατ' ανώτατο όριο προβλεπόμενη ποινή, επισύρει ποινή δια βίου φυλάκισης, με την ανάλογη επί καταδίκης, ποινή. Έχουμε πλήρως υπόψη μας ότι σύμφωνα με την νομολογία, το μαρτυρικό υλικό, για σκοπούς της παρούσης διαδικασίας, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς να είναι δυνατό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα και να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσης αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Μας δόθηκε η κατάθεση της παραπονούμενης, κόρης του κατηγορουμένου, η οποία αποτελεί και τον κεντρικό άξονα επί του οποίου στηρίζει το αίτημα της η κατηγορούσα αρχή. Την έχουμε μελετήσει δεόντως. Κρίνουμε ότι στο παρόν στάδιο η εκτεταμένη αναφορά σε πτυχές της μαρτυρίας της δεν απαιτείται. Πρόκειται για οπτικογραφημένη κατάθεση που της λήφθηκε από γυναίκα αστυφύλακα, ειδικά εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες. Η μαρτυρία λήφθηκε στη παρουσία οικογενειακής συμβούλου του γραφείου κοινωνικών υπηρεσιών. Η παραπονούμενη κατά τον χρόνο λήψης της μαρτυρίας της ήταν ηλικίας 13 ετών. Προσθέτουμε ότι μας δόθηκε, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, η απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της ανηλίκου. Περιληπτικά, αναφέρει διάφορα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης που έτυχε, εμπλέκοντας σε αυτά απευθείας τον κατηγορούμενο. Ορθά κατά την κρίση μας ο κ. Χ΄Παναγιώτου απέφυγε να σχολιάσει αυτά που η παραπονούμενη, στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, καταλογίζει στον πατέρα της. Ως αναφέραμε, η με λεπτομέρειες αναφορά την κατάθεση της παραπονούμενης δεν απαιτείται. Και τούτο γιατί, το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του και αν βάση αυτού, πιθανολογείται, μέσα από την δύναμη της υπόθεσης της κατηγορούσης αρχής, η καταδίκη του κατηγορουμένου και τίποτε περισσότερο. Αρκεί να αναφέρουμε πως, για τους σκοπούς της παρούσης διαδικασίας, η παραπονούμενη καταλογίζει στον κατηγορούμενο, διάφορες σεξουαλικές πράξεις, ενέργειες και διαφόρων ειδών παρενοχλήσεις σε διάφορες ημερομηνίες, και σε διαφορετικά μέρη, είτε εντός της οικίας τους, στο κρεβάτι και τον καναπέ, είτε σε παραθαλάσσιο μέρος. Έχουμε επίσης υπόψη μας, με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, ότι το παράπονο έγινε αρχικά σε σύμβουλο του σχολείου και στη συνέχεια ειδοποιήθηκαν οι κοινωνικές υπηρεσίες του Κράτους με αποτέλεσμα να γίνει η καταγγελία στην αστυνομία. Ασφαλώς, όπως ανέφερε ο κ. Χ' Παναγιώτου, ο κατηγορούμενος, παρά την κατάθεση της παραπονούμενης, έχει και διατηρεί το δικαίωμα της υπεράσπισης και τούτο πάντοτε στην βάση του τεκμηρίου της αθωότητας κάθε κατηγορουμένου. Αυτό όμως από μόνο του δεν αναιρεί τις διαχρονικές αρχές που διέπουν αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του. Εξηγήθηκε στην υπόθεση Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου.» Κατά συνέπεια, το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου, εξετάζεται στα εντελώς περιορισμένα πλαίσια και τις ανάγκες του αιτήματος κράτησης και ακριβώς για τον λόγο αυτό και δεν αξιολογείται προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων Εξετάζοντας συνεπώς στην όψη τους όλα όσα καταλογίζει η παραπονούμενη στην κατάθεση της στον κατηγορούμενο και βεβαίως χωρίς ίχνος διάθεσης αξιολόγησης της, και κρινόμενη η μαρτυρία ως προς την ισχύ της, κρίνεται ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία που ευθέως εμπλέκει τον κατηγορούμενο με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω, το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό και αυτό στην όψη του, κρίνεται ως αρκούντως επαρκές και τέτοιου βαθμού ώστε να ικανοποιείται ο παράγων της πιθανολόγησης καταδίκης του κατηγορουμένου. Εκείνο που εξετάζεται είναι κατά πόσο το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή της η κατηγορούσα αρχή, ενδεικτικά, παρέχει εκείνο το υπόβαθρο, που παραπέμπει σε ενδεχόμενο καταδίκης. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη μας ότι το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορουμένου, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, αναδεικνύεται ως σοβαρό και ορατό, επί κατηγοριών που κατ' ανώτατο όριο επισύρουν ισόβια φυλάκιση. Επί καταδίκης ανάλογος θα είναι και ο κολασμός, υπό την έννοια της ποινής που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων στις οποίες έγινε ήδη αναφορά, έχουν το δικό τους ειδικό βάρος ως προς την πιθανότητα μη προσέλευσης. Στην Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, έχει τονιστεί ότι όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Στην υπόθεση Νικήτα ανωτέρω, υπεδείχθη ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών δεν προσδιορίζεται μόνο από την προβλεπόμενη ποινή, η οποία, για μερικές από τις κατηγορίες, όπως ακριβώς και στην παρούσα υπόθεση, είναι μέχρι διά βίου φυλάκιση, αλλά και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Στην προκειμένη υπόθεση καταλογίζεται στον κατηγορούμενο κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής και εξουσίας που είχε, ως ο βιολογικός πατέρας της παραπονούμενης. Στάθμιση συνεπώς όλων των πιο πάνω σχετικών παραγόντων, ως προς την εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης, αποκλίνουν υπέρ της θέσης της κατηγορούσης αρχής ότι ο κίνδυνος αυτός ενυπάρχει ως μια ισχυρή πιθανότητα. Διαχρονικά η νομολογία θέτει σειρά άλλων παραγόντων που συνυπολογίζονται ως προς τον κίνδυνο διαφυγής, γιατί, τελικά, αυτό είναι το ζητούμενο, αφού το τεκμήριο αθωότητας ενός κατηγορουμένου παραμένει σταθερό αξίωμα και δεδομένο σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Η πιθανότητα καταδίκης επί ενός σοβαρού αδικήματος, με την ανάλογη επιβολή ποινής, συνεξετάζεται μαζί με την αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος και τούτο ως δημόσια πολιτική που σχετίζεται άμεσα με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης. Έχοντας βέβαια πάντοτε κατά νου, πως όσο πιο σοβαρή είναι η κατηγορία, άλλο τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος διαφυγής ενός κατηγορουμένου. Η υπόθεση Θεοχάρους κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, παρέχει το υπόβαθρο επί του οποίου αξιολογείται ο παράγων αυτός. Εξηγείται ότι είναι ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Και ως τέτοιοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, είναι στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και οι ευρύτεροι δεσμοί του με τη χώρα στην οποία διώκεται, χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. Και τούτο γιατί δεν είναι πάντοτε οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου αρκετές για να εξαλείψουν τον κίνδυνο διαφυγής, ούτε και μπορούν σε κάθε περίπτωση να επενεργούν ως ασπίδα, ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790). Ότι εξετάζεται, δεν είναι αορίστως ο κίνδυνος διαφυγής, αλλά οι επιπτώσεις που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές συνθήκες ενός εκάστου συγκεκριμένου κατηγορουμένου, επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Τίποτε δεν αποτελεί δεδομένο και όλα αποτιμώνται στα πλαίσια των συγκεκριμένων δεδομένων ενός εκάστου κατηγορουμένου. Οι προσωπικές και άλλες συνθήκες ενός κατηγορουμένου, θα πρέπει να προβάλλουν ως σοβαρό αντιστάθμισμα στον κίνδυνο διαφυγής του, αποτιμώμενες αντικειμενικά και στην βάση της καθημερινής εμπειρίας. Είναι ορθή η εισήγηση του κ. Χ'Παναγιώτου ότι σημασία, από άποψη δεσμών, δεν έχει η χώρα καταγωγής του κατηγορούμενου, αλλά η χώρα διαμονής του. Σύμφωνα με αυτά που ανέφερε η κα Κωνσταντίνου, και δεν αμφισβητήθηκαν, ο κατηγορούμενος είναι Σλοβάκος υπήκοος και φαίνεται να ευρίσκεται στην Κύπρο από το 2010. Εργάζεται περιστασιακά και τώρα είναι άνεργος, τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του. Δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο κ. Χ' Παναγιώτου. Στην Κύπρο έχουν δυο παιδιά, την παραπονούμενη και ακόμα ένα μεγαλύτερο γιό. Πέραν αυτών, κάποια στοιχεία και δεδομένα για την οικογενειακή κατάσταση και άλλες προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, εξάγονται και από καταθέσεις λειτουργών των κοινωνικών υπηρεσιών του Κράτους που μας έχουν δοθεί. Προκύπτει από αυτές ότι ο κατηγορούμενος, όσο και η σύζυγος του, υπέβαλλαν τα δυο τους παιδιά σε επαιτεία με σκοπό την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Τα παιδιά του αναγνωρίστηκαν ως θύματα εμπορίας προσώπων με σκοπό την επαιτεία. Το 2015 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα αφαίρεσης γονικής μέριμνας και επιμέλειας από τους γονείς και ανάθεσης της στην Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Διατήρησαν επικοινωνία με τα παιδιά τους, τα οποία διέμεναν σε Κρατική Παιδική Στέγη. Στην συνέχεια υπήρξαν και διανυκτερεύσεις των παιδιών μαζί με τους γονείς τους. Οι γονείς λόγω εξάρτησης από το αλκοόλ υπεβλήθησαν σε θεραπευτική αγωγή με αρνητικά αποτελέσματα. Στη συνέχεια τα παιδιά επέστρεψαν στην οικογένεια υπό την παρακολούθηση των Kρατικών Yπηρεσιών. Πριν από εννέα περίπου μήνες η παραπονούμενη ζήτησε να επιστρέψει στην παιδική στέγη γιατί εκεί περνούσε καλύτερα, είχε φαγητό και την βοηθούσαν στα μαθήματα. Εκδόθηκε προς τούτο και σχετικό δικαστικό διάταγμα. Έκτοτε η παραπονούμενη διαμένει στην παιδική στέγη. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη μας ότι σύμφωνα με τον δικηγόρο του, είναι αδύνατον να παράσχει κάποια εγγύηση λόγω οικονομικής αδυναμίας του. Το ερώτημα που προβάλλει είναι αν οι προσωπικές συνθήκες του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν καταγραφεί, αποτιμούμενες αντικειμενικά, τείνουν να αναιρέσουν τη θεωρητική πιθανότητα μη προσέλευσης του στη δίκη (Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 718) και αν αποτελούν αντιστάθμισμα στον κίνδυνο διαφυγής του. Πέραν αυτών που αναφέραμε, δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να αξιολογηθεί και να συσταθμιστεί από άποψη επιπτώσεων, τέτοιων, που να εξανεμίζουν ή να μειώνουν σε ισχυρό βαθμό τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στη δίκη, ως αντιστάθμισμα βεβαίως με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Κατά την άποψη μας, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές έχουν εκτεθεί είναι τέτοιες, και οι δεσμοί του με την Κύπρο είναι τέτοιας υφής, ώστε, θεωρητικώς πάντοτε, δεν εξαλείφουν, ούτε αποτελούν κάποιας μορφής αντιστάθμισμα στην πιθανότητα μη προσέλευσης στην δίκη του. Περί διαφυγής το ζητούμενο, και αποφυγής του κατηγορουμένου να παρουσιαστεί στο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του ο λόγος. Ο παράγοντας του χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο άμεσα συναφές, υπολογίσιμο και αξιολογήσιμο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Κατά την κρίση μας, παρόλο που δεν τέθηκε το θέμα αυτό εκ μέρους της υπεράσπισης, κρίνουμε ότι ο παράγων αυτός των 6 περίπου μηνών, μέχρι της έναρξης της ακρόασης της υπόθεσης, δεν τόσο μεγάλος ή και υπερβολικός, ώστε να θεωρηθεί ως παράγων τέτοιος που να αναιρεί τα υπόλοιπα κριτήρια και να παραμείνει ελεύθερος (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση138/15, ημερ.10.7.15). Κατά συνέπεια, και αυτή είναι η κατάληξη μας, στην βάση όσων έχουμε εξηγήσει και αναλύσει, το αίτημα της κατηγορούσης αρχής προς κράτηση του κατηγορουμένου κρίνεται δικαιολογημένο. Εξασκώντας συνεπώς την διακριτική μας ευχέρεια διατάσσουμε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την 21.9.18, ημέρα έναρξης δίκης του. (Υπ.) ................... Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Ν. Ταλαρίδου, Ε.Δ. (Υπ.) ................ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Θέμα: Ενδιάμεση/Κράτηση Subject: Endiamesi/Kratisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο