← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Λοίζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8244/16, 12/6/2018

Δημοκρατία ν. Λοίζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8244/16, 12/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2018:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8244/16 Δημοκρατία ν.

  1. XXXXX Λοίζου
  2. XXXXX Γεωργίου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 12 Ιουνίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κέκκος Για τον κατηγορούμενο 1 και 2: κ. Ν. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 : Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την ακόλουθη κατηγορία. ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι)
(2), 7 και 8 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες του Νόμου του 2007 με αριθμό 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ των ημερομηνιών 16.3.2015 - 22.1.2016, συμπεριλαμβανομένων στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας απέκτησαν περιουσία αξίας 313,897 ευρώ, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι αυτή αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Η περιουσία περιγράφεται σε συνημμένο παράρτημα. Μετά που ακούστηκαν πέντε μάρτυρες κατηγορίας και καταχωρήθηκαν ορισμένα παραδεκτά γεγονότα, το δικαστήριο ήγειρε θέμα κατά πόσο η κατηγορία ως είναι διαμορφωμένη, αποκαλύπτει ποινικό αδίκημα. Ζητήθηκαν οι απόψεις, αλλά και οι θέσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής, όσο και του δικηγόρου των κατηγορουμένων. Το δικαστήριο ως προς το θέμα που ήγειρε, άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση Δήμος Λευκωσίας ν. Νικολάου
(2008)2 Α.Α.Δ. 361, στην οποία υπεδείχθη ότι: «Θέματα διαδικασίας που αφορούν υπόθεση η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση, εξετάζονται από το δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε με πρωτοβουλία των διαδίκων είτε αυτεπάγγελτα από το ίδιο το δικαστήριο. Το δικαστήριο έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της διαδικασίας ώστε αυτή να διατηρείται, από την αρχή μέχρι το τέλος της δίκης, στην ορθή πορεία της. Στην Παναρέτου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1707, τονίστηκε ότι η πορεία της διαδικασίας δεν είναι ιδιωτική υπόθεση των διαδίκων και η τήρηση των θεσμών δεν είναι θέμα επιλογής. Η επιλογή του κατηγορητηρίου είναι θέμα το οποίο σχετίζεται άμεσα με την έναρξη της ποινικής δίωξης προσώπου και πρέπει το κατηγορητήριο να συνάδει με τον καθορισμένο τύπο όπως άλλωστε απαιτείται από το Άρθρο 38 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Όπως ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί υπόθεσης η οποία ξεκίνησε εσφαλμένα ή εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου. Βλ. Haslbury's Laws of England, 4th ed., vol. 1, para. 53-
  2. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αμφιβολία κατά πόσο ο τύπος του κατηγορητηρίου ήταν ο ενδεδειγμένος, είχε καθήκον να εξετάσει το θέμα και να δώσει την ευκαιρία, όπως ορθά έπραξε, στους δικηγόρους των διαδίκων να διατυπώσουν τις θέσεις τους. Θεωρούμε συνεπώς ότι η εξ ιδίας πρωτοβουλίας παρέμβαση του Δικαστηρίου για εξέταση του προαναφερόμενου θέματος, έγινε στα πλαίσια ορθής ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας με βάση την εξουσία που έχει για έλεγχο κλπ. της διαδικασίας» Ο κ. Κέκκος για την κατηγορούσα αρχή, ανέφερε ότι δεν είναι απαραίτητο να προσαφθεί ξεχωριστή κατηγορία για γενεσιουργό αδίκημα, ούτε και πρέπει να αποδείξει κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί και με περιστατική μαρτυρία και ο Νόμος αποτελεί ένα εργαλείο, ώστε η Πολιτεία να παίρνει περιουσία που αποτελεί προϊόν παράνομων εσόδων. Ήταν επίσης η θέση του, ότι ο νόμος θα πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως των Διεθνών Συμβάσεων. Παρέπεμψε σε νομολογία τόσο Αγγλικών δικαστηρίων, όσο και της Αυστραλίας, αλλά και του Ε.Δ.Α.Δ, για να καταδείξει τον ορθό, κατά την εισήγηση του, τρόπο διατύπωσης της κατηγορίας. Προς επίρρωση της θέσης του, παρέπεμψε ομοίως και σε διάφορες εκθέσεις, επεξηγηματικές του τρόπου εφαρμογής του Νόμου, αλλά και της σύνταξης κατηγοριών. Αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια. Ο κ. Δημητρίου για τους κατηγορούμενους, εισηγήθηκε ότι με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, θα πρέπει να συντρέχουν δυο προϋποθέσεις. Η διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος αφενός και η ύπαρξη εσόδων από την διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος αφετέρου. Παρέπεμψε στην υπόθεση Pal κ.ά ν. Δημοκρατίας 2010
(2)Α.Α.Δ. 551, και ήταν η θέση του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, και κατά συνέπεια η δίκη εναντίον των κατηγορουμένων θα πρέπει να διακοπεί. Έχουμε ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή όσα ανέφερε ο κ. Κέκκος στην αγόρευση του ενώπιον μας και έχουμε ενδιατρίψει σε όσα μας εφοδίασε προς τον σκοπό αυτό. Έχουμε επίσης υπόψη μας όσα ανέφερε επί τούτου και ο κ. Δημητρίου για τους κατηγορούμενους. Αφετηρία για τη διάγνωση ποινικής ευθύνης, ως υποστηρίζει η νομολογία, είναι πάντοτε το κατηγορητήριο. Κατά συνέπεια θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το κατηγορητήριο, όπως είναι διατυπωμένο, πιο πάνω, αναφέρεται σε αδίκημα που προβλέπεται από τον Νόμο. (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Με άλλα λόγια αν, ως είναι η κατηγορία, αποκαλύπτεται αδίκημα, ώστε να αναλάβει δικαιοδοσία το δικαστήριο να το εκδικάσει. Προτού συνεπώς αναφερθούμε στις επί μέρους εισηγήσεις των μερών, είναι απαραίτητο, αν όχι και σημαντικό, να γίνει αναφορά στο νομοθετικό πλαίσιο που υποστυλώνει την κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Καταγράφουμε πάντως, ότι ο κ. Κέκκος δεν έκαμε καμιά αναφορά στα σχετικά Άρθρα του Νόμου. Η κατηγορία στηρίζεται στον Περί Παρεμπόδισης Και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων Από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο, Ν.188(Ι)/97, ως έχει τροποποιηθεί. Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, σύμφωνα με την κατηγορία, διαπράχθηκε μεταξύ των ημερομηνιών 16.3.2015 - 22.1.
  1. Ο επίδικος Νόμος που ίσχυε τότε, ήταν ο Ν.188(Ι)/07, ως είχε τροποποιηθεί δια του Νόμου 18(Ι)/
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου: «αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες" σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 4»˙ «γενεσιουργά αδικήµατα» σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 5» «έσοδο» σηµαίνει οποιασδήποτε µορφής περιουσία ή οικονοµικό όφελος, που προήλθε άµεσα ή έµµεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος» Το άρθρο 3, υπό τον πλαγιότιτλο, Καθορισµένα αδικήµατα, προνοεί ότι: «
  3. Ο Νόµος αυτός εφαρµόζεται σε σχέση µε αδικήµατα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόµου αυτού θα καλούνται καθορισµένα αδικήµατα: (α) Αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες (β) γενεσιουργά αδικήµατα». Στο Άρθρο 4 καθορίζονται τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες. «4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (Ι) ............................. (ιι) .............................. (iii ) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις». Στο Άρθρο 5 καθορίζονται τα γενεσιουργά αδικήµατα. «5. Γενεσιουργά αδικήµατα είναι: (α) Τα ποινικά αδικήµατα τα τιµωρούµενα µε ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος, ως αποτέλεσµα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείµενο αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο 4· (β) αδικήµατα χρηµατοδότησης τροµοκρατίας όπως καθορίζονται στο άρθρο 4 των Περί της ∆ιεθνούς Σύµβασης για την Καταπολέµηση της Χρηµατοδότησης της Τροµοκρατίας (Κυρωτικός και άλλες διατάξεις) Νόµων του 2001 και 2005, καθώς και η συλλογή χρηµάτων για χρηµατοδότηση προσώπων ή οργανώσεων που συνδέονται µε την τροµοκρατία (γ) αδικήµατα διακίνησης ναρκωτικών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόµου. (Ο τονισμός είναι του δικαστηρίου). Προκύπτει, από τον συνδυασμό των πιο πάνω άρθρων, πως, όσο και αν οι αναφορές του κ. Κέκκου είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσες, καθώς και η σχετική, αγγλική κυρίως νομολογία που μας παρέπεμψε, κρίνονται ότι δεν είναι υποβοηθητικές εν σχέσει με το θέμα που μας απασχολεί, ενόψει ακριβώς των σαφών νομοθετικών προνοιών του Νόμου που ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Συμφωνούμε με τον κ. Κέκκο ότι ο Νόμος με το Άρθρο 3 δημιουργεί ξεχωριστό αδίκημα, εκείνο της νομιμοποίησης εσόδων. Σύμφωνα με την Pal ανωτέρω, στο νόμο, Ν.188(Ι)/07, τα αδικήματα εξειδικεύονται στα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων (Αρ.4), και στα γενεσιουργά αδικήματα (Αρ.5). Για μεν τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων η προβλεπόμενη ποινή είναι εκείνη του Άρθρου 4, ανάλογα αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ενώ για τα γενεσιουργά αδικήματα, είναι η αντίστοιχη προβλεπόμενη για το ποινικό αδίκημα, στον ποινικό κώδικα, ποινή, ή στο αντίστοιχο νομοθέτημα. Στην Pal ανωτέρω, υπεδείχθη ότι θα ήταν καλύτερα να μην είχαν προστεθεί οι κατηγορίες για την νομιμοποίηση εσόδων, γιατί, στα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης, περισσότερο περιπλοκή της νομικής πτυχής προκαλούσαν, κυρίως γιατί υπήρχαν κατηγορίες γενεσιουργών αδικημάτων. Το ζήτημα που εγείρεται εδώ είναι αντίστροφο. Και τούτο γιατί, δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να καταχωρήσει κατηγορία μόνο για την νομιμοποίηση εσόδων, χωρίς την αντίστοιχη κατηγορία για γενεσιουργό αδίκημα, όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει, το ερώτημα είναι αν θα πρέπει, το γενεσιουργό αδίκημα, να κατονομάζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Είναι σαφές εκ των πιο πάνω προνοιών του Νόμου που παραθέσαμε, να υπενθυμίσουμε ότι αυτές ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων, είναι η περιουσία να αποτελεί έσοδο, το οποίο όμως, θα πρέπει να προέρχεται από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Ο Νόμος ενσωματώνει, ως ένα εκ των ουσιαστικών συστατικών στοιχείων του, αυτοτελούς, αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων, τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, από το οποίο προήλθαν τα έσοδα. Δεν είναι όμως κάθε ποινικό αδίκημα που αποτελεί, σύμφωνα με το Νόμο, γενεσιουργό αδίκημα. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας του ζητήματος που θέσαμε. Γενεσιουργά αδικήματα, σύμφωνα με το Άρθρο 5, είναι μόνο τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος, ή αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή διακίνησης ναρκωτικών, ως ορίζονται στο άρθρο 2 του Νόμου, ως αποτέλεσµα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείµενο αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, ως ορίζεται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου. Διαπιστώνεται ότι ο Νόμος, στο Άρθρο 2, δεν ορίζει ποιες είναι οι παράνομες δραστηριότητες. Οι παράνομες δραστηριότητες των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων του άρθρου 3, εξειδικεύονται ή και εξομοιώνονται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου, και συναρτώνται με την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, το οποίο με τη σειρά του ορίζεται στο Άρθρο 5 του Νόμου. Με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις, είναι σαφές ότι ο Νομοθέτης δεν όρισε όλα τα ποινικά αδικήματα ως γενεσιουργά αδικήματα. Για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, θα πρέπει να υπάρχει περιουσία που αποτελεί έσοδο, για το οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι προέρχεται α. από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος που επισύρει ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους, ή από αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή διακίνησης ναρκωτικών και β. να δύναται να αποτελέσει - το έσοδο - αντικείμενο του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων. Μόνο τότε στοιχειοθετείται ή και δημιουργείται το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4
(1)του Νόμου. Το θέμα που ηγέρθη από το δικαστήριο δεν αφορά τον τρόπο με τον οποίο η κατηγορούσα αρχή θα επιδιώξει να αποδείξει την κατηγορία, με περιστατική ή άμεση μαρτυρία, όπως ανέφερε ο κ. Κέκκος, ούτε και αν θα έπρεπε να προσαφθεί ξεχωριστή κατηγορία για το γενεσιουργό αδίκημα. Πόσω δε μάλλον στο κατά πόσο η πλευρά του κατηγορουμένου γνωρίζει ή όχι τι έχει να αντιμετωπίσει με την κατηγορία, όπως άφησε να νοηθεί ο κ. Κέκκος. Παρεμβάλλουμε ότι, σύμφωνα με προγενέστερα πρακτικά του δικαστηρίου, ο κ. Δημητρίου ανέφερε ότι ζήτησε καλύτερες λεπτομέρειες και ζήτησε χρόνο για το σκοπό αυτό. Στην επόμενη δικάσιμο ο κ. Δημητρίου ανάφερε στο δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι ήταν έτοιμοι να απαντήσουν στην κατηγορία και απέστειλε γραπτό αίτημα για λεπτομέρειες. Επί του γραπτού αιτήματος, ως ανέφερε, ο κ. Κέκκος του απάντησε τηλεφωνικώς. Ως εκ τούτου ικανοποιήθηκε και θεωρούσε ότι, στο στάδιο εκείνο, οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να προχωρήσουν να απαντήσουν στις κατηγορίες. Όμως, όπως ανέφερε, θα δηλώσει ο ίδιος - ο κ. Κέκκος - τις λεπτομέρειες που ζήτησε στο δικαστήριο. Έκτοτε, ουδέν αναφέρθηκε στο δικαστήριο περί του θέματος αυτού και παρέμεινε άγνωστο τι ζήτησε η πλευρά των κατηγορουμένων και ποια ήταν η απάντηση της κατηγορούσης αρχής. Καμιά δήλωση έγινε, ενώπιον του δικαστηρίου, από την κατηγορούσα αρχή προς αυτή την κατεύθυνση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά, ούτε και όταν ηγέρθη το θέμα από το δικαστήριο, δεν επιδιώχθηκε από την κατηγορούσα αρχή να δοθούν, στο δικαστήριο, οι όποιες λεπτομέρειες ζητήθηκαν από την πλευρά των κατηγορουμένων, εμμένοντας σταθερά στην θέση ότι δεν απαιτείται η απόδειξη γενεσιουργού αδικήματος. Σύμφωνα με τον Blackstone's Criminal Practice, 2004, παρα. D18, σελ.1292-1293, οι λεπτομέρειες παρέχονται γραπτώς είτε στην κατηγορία, είτε με κάποιο άλλο τρόπο. Στην παρούσα περίπτωση, από όσα ανέφερε ο κ. Κέκκος, συνάγεται ότι η κατηγορούσα αρχή έκρινε, για τους λόγους που εξήγησε, ότι δεν έχρηζαν τροποποίησης οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Στην υπόθεση Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.217, 222, υπεδείχθη ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία διωκόταν ο κατηγορούμενος δεν είχε εξειδικευτεί στις λεπτομέρειες. Η υποχρέωση για παροχή λεπτομερειών του αδικήματος δεν εκπληρώνεται με τον ορισμό, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, του αδικήματος. Όταν κυρίως, όπως εδώ, αποτελεί νομοθετική επιταγή η εξειδίκευση του αδικήματος του γενεσιουργού αδικήματος, κατά τα οριζόμενα στο Αρ.5 του Νόμου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ.100, παρόλο που δεν είναι απαραίτητη η αναφορά σε όλες τις λεπτομέρειες του αδικήματος, αυτές πρέπει να αποκαλύπτουν τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος. Ούτε και μπορεί τα ζητήματα αυτά να αφεθούν στην κρίση και στην συνεννόηση των μερών, αφού ζήτημα δικαιοδοσίας ενός δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξεως, που επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. (Δήμος Λευκωσίας, ανωτέρω και Λάντου κ.ά ν. Συμεού κ.ά, Πολ. Έφεση 54/10, ημερ.7.3.14). Αναφορά στο πιο πάνω θέμα θα γίνει στη συνέχεια, εξεταζόμενη η πτυχή αυτή υπό άλλη σκοπιά. Ο λόγος που γίνεται ο πιο πάνω σχολιασμός, είναι γιατί εκ της αγορεύσεως του κ. Κέκκου είναι σαφές ότι, εξ υπαρχής, από τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, ήταν, ως νομική θεώρηση και προσέγγιση, στοχευμένος και συγκεκριμένος ο τρόπος σύνταξης του κατηγορητηρίου. Το γεγονός ότι ακούστηκαν μάρτυρες δεν μεταβάλλει την κατάσταση, αφού ως υποδεικνύεται στον Blackstone, ανωτέρω, παρα. D.10.39, σελ.1326-1327, το θέμα μπορεί να εγερθεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, και το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα (is not entitled) να εξετάσει τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Άλλωστε, θέματα δικαιοδοσίας ή μη αποκάλυψης ποινικού αδικήματος μπορούν να εγερθούν ακόμα και κατ' έφεση, ως ήταν για παράδειγμα η υπόθεση Παπαλαζάρου, ανωτέρω. Ούτε και βεβαίως το εγερθέν ζήτημα σχετίζεται με το κατά πόσο παραπλανήθηκε ή όχι η πλευρά των κατηγορουμένων, άλλωστε δεν υπήρξε τέτοιο θέμα από την πλευρά της υπεράσπισης, αλλά κατά πόσο, στις λεπτομέρειες του αδικήματος, εν όψει των προνοιών του Νόμου, ως ίσχυε τότε, αποκαλύπτεται ποινικό αδίκημα και ειδικότερα της νομιμοποίησης εσόδων. Το θέμα είναι εξόχως δικαιοδοτικό, ως προς την ανάληψη εξουσίας από το δικαστήριο προς εκδίκαση της υπόθεσης, και όχι τι γνωρίζει, ή δεν γνωρίζει ο κατηγορούμενος, ή ακόμα τι συνεννοήσεις έγιναν μεταξύ των δυο πλευρών. Εξάγεται από τον συνδυασμό των πιο πάνω άρθρων, ότι για να μπορεί να έχει υπόσταση κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων, με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, θα πρέπει απαραίτητα, ως επιβεβλημένη νομοθετική προϋπόθεση, η διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 5 του Νόμου. Η μη καταγραφή και αναφορά του γενεσιουργού αδικήματος στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, δημιουργεί ανυπέρβλητο κενό ως προς το κατά πόσο, το γενεσιουργό αδίκημα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους, ή αφορά αδίκημα χρηματοδότησης τρομοκρατίας, ή διακίνησης ναρκωτικών, ώστε να παρέχει υπόσταση στην κατηγορία, αλλά και να αποκαλύπτει και να στοιχειοθετεί το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων. Η εισήγηση του κ. Κέκκου ότι ο νόμος δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί με τρόπο ώστε, απαραιτήτως, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει συγκεκριμένο γενεσιουργό αδίκημα, δεν βρίσκει έρεισμα στις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου. Αντιστρατεύεται όμως και την ίδια διατύπωση των λεπτομερειών του αδικήματος, που ευθέως παραπέμπουν σε διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, έστω και αν δεν κατονομάζεται. Εναλλακτικά, ήταν η εισήγηση, εδραζόμενος ο κ. Κέκκος σε σχετική επεξηγηματική έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης, ότι αν δεν μπορεί να αποδείξει για παράδειγμα ότι το αδίκημα είναι της κλοπής, αλλά είναι ξεκάθαρο και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η περιουσία, με βάση περιστατική μαρτυρία, είναι προϊόν παρανόμων δραστηριοτήτων, τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να καταδικαστεί. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στο Explanatory Report του Συμβουλίου, παράγραφοι 100 και 101, επεξηγηματικό του Άρθρου 9.5 και 9.6 της Σύμβασης «On Laundering, Search, Seizure and Confiscation of the Proceeds from Crime and on the Financing of Terrorism». Σύμφωνα με το Άρθρο 9.5 της Σύμβασης, κάθε Μέλος θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η προηγούμενη, ή η ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα, δεν αποτελεί προϋπόθεση για καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων. Στο Άρθρο 9.6, αναφέρεται ότι κάθε Μέλος θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων είναι δυνατή, όταν αποδειχθεί ότι η περιουσία προέρχεται από γενεσιουργό αδίκημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ποιο ακριβώς είναι το αδίκημα. Παρέπεμψε ομοίως στην υπόθεση του Ε.Δ.Α.Δ, Αρ.23572/07, Zschushen v. Belgium, ημερ.2.5.17, προς επιβεβαίωση της θέσης του, ότι δεν απαιτείται η ακριβής περιγραφή του γενεσιουργού αδικήματος. Έχουμε μελετήσει τις πιο πάνω παραπομπές του κ. Κέκκου, καθώς και την Αγγλική επί τούτου νομολογία που μας παρέπεμψε. Έχουμε διαπιστώσει ότι τόσο ο σχετικός Νόμος του Βελγίου, που γίνεται αναφορά στην πιο πάνω απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ, όσο και ο αντίστοιχος που ίσχυε στην Αγγλία, δες για παράδειγμα την υπόθεση R v. Anwoir [2008] EWCA Crim.1354, παρουσιάζει διαφορές ως προς την διατύπωση των σχετικών νομοθετικών προνοιών, σε σχέση με τον δικό μας Νόμο, όπως τον έχουμε καταγράψει. Ειδικότερα, δεν υπάρχει η διατύπωση των Άρθρων 3, 4 και 5 που υπάρχει στο δικό μας Νομοθέτημα και ιδίως, στον ισχύοντα κατά τον επίδικο χρόνο, Νόμο. Στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443, 451, υπεδείχθη ότι: «Στο Maxwell on Interpretation of Statutes, Δωδέκατη Έκδοση, σελ. 29, διαβάζουμε:- "Where, by the use of clear and unequivocal language capable of only one meaning, anything is enacted by the legislature, it must be enforced however harsh or absurd or contrary to common sense the result may be. The interpretation of a statute is not to be collected from any notions which may be entertained by the court as to what is just and expedient: words are not to be construed, contrary to their meaning, as embracing or excluding cases merely because no good reason appears why they should not be embraced or excluded. The duty of the court is to expound the law as it stands, and to 'leave the remedy (if one be resolved upon) to others.'" Οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους - (βλ. Maxwell, (ανωτέρω), σελ. 238 και 245)». Με την εισήγηση του ο κ. Κέκκος, ουσιαστικά επιζητεί από το δικαστήριο να παραβλέψει αφενός τις πιο πάνω σαφείς νομοθετικές πρόνοιες και να δώσει αφετέρου, μια άλλη ερμηνεία, διαφορετική και αντίθετη με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις. Πέραν του γεγονότος ότι η κατηγορία δεν στηρίζεται στην πιο πάνω Σύμβαση, η οποία βεβαίως δεν δημιουργεί κάποιο ποινικό αδίκημα, ο ημεδαπός Νομοθέτης, εφαρμόζοντας την Σύμβαση, θέσπισε σε Νόμο τις πιο πάνω πρόνοιες, οι οποίες και αποτελούσαν, κατά τον επίδικο χρόνο, το Νόμο της Πολιτείας και καθόριζαν το θεσμοθετημένο πλαίσιο της κατηγορίας για νομιμοποίηση εσόδων. Δεν παραγνωρίζουμε ότι ο Νόμος, μεταγενέστερα, το 2018, τροποποιήθηκε, αλλά το γεγονός αυτό ουδόλως μεταβάλλει το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Η εισήγηση θα αντιστρατευόταν και την αρχή, όπως διακηρύχτηκε στην Παπαλαζάρου, ανωτέρω, ότι: «. προκειμένου περί της δημιουργίας ποινικής ευθύνης, οι διατάξεις ερμηνεύονται αυστηρά δίχως δυνατότητα για στήριξη έννοιας με υπονοούμενα και δίχως χώρο για ασάφεια. Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα». Στην Pal ανωτέρω, υπεδείχθησαν τα εξής σημαντικά: «Παρατηρείται ότι στις λεπτομέρειες των δύο αυτών αδικημάτων συγκεκριμενοποιήθηκαν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, που, ως δηλώνεται, οι εφεσείοντες γνώριζαν ότι αποτελούσαν «.. έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα ...». Κρίνεται ότι το γενεσιουργό αδίκημα για το οποίο υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 6
(1)η αίτηση για δήμευση, πρέπει να εμπίπτει σε καθορισμένο αδίκημα, ενώ σκοπός της έρευνας είναι η διαπίστωση από το Κακουργιοδικείο ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Η έρευνα, δηλαδή, με την εισαγωγή της αίτησης από τη Δημοκρατία δεν γίνεται in abstracto, αλλά έχει αναφορά στο συγκεκριμένο αδίκημα, εξ ου και το τεκμήριο που δημιουργεί το Άρθρο 7
(2), συναρτά τη διαπίστωση της αποκόμισης εσόδων από τη συγκεκριμένη διάπραξη του αδικήματος. Η νομιμοποίηση εσόδων δεν θα ήταν ποτέ δυνατή να στοιχειοθετηθεί ως ξέχωρο αδίκημα, ιδιαιτέρως στα γεγονότα όπως ήταν εξ αρχής στη γνώση της Κατηγορούσας Αρχής και όπως τελικά αυτά κατέστησαν εύρημα του Δικαστηρίου». Σχετική και υποβοηθητική προς τούτο, είναι και η υπόθεση Αβραάμ κ.ά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.102/16, ημερ.13.12.
  1. Στην υπόθεση αυτή οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν, μεταξύ άλλων, και κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 4 (ΙΙ) και 5 του Νόμου 188(Ι)/
  2. Στις λεπτομέρειες του αδικήματος καταγραφόταν ότι συγκάλυψαν κέρδη που προήλθαν από την εμπορία αδασμοαφορολόγητων καπνικών προϊόντων. Υπεδείχθη ότι, για σκοπούς πληρότητας, το εκεί εξεταζόμενο αδίκημα τιμωρείτο με φυλάκιση άνω του ενός έτους (Άρθρο 4
(1)). Ιδιαίτερα χρήσιμη, προς άντληση καθοδήγησης, κρίνεται ότι είναι και η υπόθεση Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, όπου, με αναφορά σε παρόμοιες νομοθετικές πρόνοιες του προγενέστερου Νόμου, Ν.61
(1)/96, υπεδείχθη ότι: «Όσον αφορά το αδίκημα της συγκάλυψης, αυτό συντελείται όταν πρόσωπο ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι οποιαδήποτε μορφή περιουσίας αποτελεί «έσοδο», αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία. Το «έσοδο» συναρτάται με οποιασδήποτε μορφής περιουσία που αποκτήθηκε από τη διάπραξη «γενεσιουργού αδικήματος», το οποίο με τη σειρά του ορίζεται στο άρθρο 5 να είναι το ποινικό εκείνο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1), η κατοχή και χρησιμοποίηση μεταξύ άλλων τέτοιας περιουσίας, η απόκρυψη ή συγκάλυψη της αληθούς φύσης της πηγής της αποτελούν έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος». Ο κ. Κέκκος μας έχει παραπέμψει επίσης στο Crown Prosecution Service της Αγγλίας, ως προς τον ορθό τρόπο σύνταξης του κατηγορητηρίου. Παρατηρούμε ότι, πέραν της απουσίας αναφοράς εκ μέρους του κ. Κέκκου, στις ισχύουσες επίδικες νομοθετικές πρόνοιες, παρά την καταγραφή στις λεπτομέρειες του αδικήματος της διάπραξης γενεσιουργού αδικήματος, απουσιάζει επίσης η αναγραφή και του Άρθρου 5 του Νόμου, που καθορίζει τα γενεσιουργά αδικήματα. Αναφορά στο θέμα αυτό θα γίνει στη συνέχεια. Η θέση του κ. Κέκκου ήταν σαφής, ό,τι δεν απαιτείται η απόδειξη διάπραξης κάποιου συγκεκριμένου αδικήματος. Υποδεικνύουμε συναφώς, ότι στην υπόθεση Pal ανωτέρω, καθώς και στην Αβραάμ ανωτέρω, αρκούντως καταγράφονται με τον ορθό τρόπο οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, περιλαμβανομένου και του Άρθρου 5, με την ορθή, κατά την αντίληψη μας, αναφορά ως προς το ποιο είναι το γενεσιουργό αδίκημα. Στην υπόθεση Zschushen, ανωτέρω, σκέψη 39, αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχε υποχρέωση να εξειδικευτούν οι παράνομες δραστηριότητες από τις οποίες προήλθαν τα έσοδα, που ήταν αντικείμενο της νομιμοποίησης εσόδων, γιατί οι δραστηριότητες αυτές, δεν ήταν αντικείμενο της κατηγορίας με βάση τον Βελγικό νόμο και ως εκ τούτου δεν παραβιαζόταν το Άρθρο 6
(3)(α) της Ε.Σ.Δ.Α. Στην υπόθεση Regina v Montila and others [2004] UKHL 50, 25.11.04, η Βουλή των Λόρδων ερμηνεύοντας τις πρόνοιες των σχετικών Νόμων που ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο, στη σκέψη 43, υπέδειξε ότι: «Proof that the origin of the property was of the kind which the subsection describes is, after all, a necessary element of the offence in subsection
(1)» Εξηγήθηκε ακόμα (σκέψη 38), ότι για την αποτελεσματική εφαρμογή της Σύμβασης είναι θέμα του εθνικού νομοθέτη να βρει τις δικές του λύσεις στο εσωτερικό του νομικό σύστημα. Ο δικός μας νομοθέτης, δια των άρθρων 3, 4 και 5 του Νόμου, ενσωμάτωσε ως αναγκαίο στοιχείο της κατηγορίας της νομιμοποίησης εσόδων, Άρθρο 4
(1), τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, κατά τον ορισμό του Άρθρου 5. Με βάση τις πρόνοιες του, τότε, ισχύοντος νόμου, μόνο τότε θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων, με τον προσδιορισμό και την καταγραφή του γενεσιουργού αδικήματος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου, ώστε με αυτό τον τρόπο να διαφανεί αν αποκαλύπτεται αδίκημα. Κατά συνέπεια, η κατηγορία στερείται νομικού ερείσματος, με αποτέλεσμα, ως λέχθηκε στην Παπαλαζάρου, ανωτέρω, την έλλειψη έγκυρου κατηγορητηρίου για διεξαγωγή δίκης. Όπως επεξηγήθηκε και στην υπόθεση Khudaykulova ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 136/15, ημερ.8.7.16: « Όπου όμως στο κατηγορητήριο διατυπώνεται μία λανθασμένη κατηγορία, ή όπου δεν γίνεται αναφορά σε ουσιαστικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή όπου η κατηγορία δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί με τρόπο ώστε, σε περίπτωση που δεν τροποποιηθεί, να παραπλανηθεί ο κατηγορούμενος, τότε η κατηγορία δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Lee v. Wiltshire Chief Constable [1979] R.T.R. 349 στην οποία παρέπεμψαν και οι δύο συνήγοροι» Η κατηγορία ως είναι διαμορφωμένη, δεν αποκαλύπτει, ούτε και στοιχειοθετεί αδίκημα που θα μπορούσε το δικαστήριο να αναλάβει δικαιοδοσία να εκδικάσει, ούτε μπορεί να διασωθεί. Μας έχει προβληματίσει κατά πόσο θα μπορούσε, το δικαστήριο, να δώσει οδηγίες ώστε να δοθούν λεπτομέρειες του αδικήματος. Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά ν. Δημοκρατίας 2008
(2)Α.Α.Δ. 486, υπεδείχθη ότι επί ελλιπών κατηγορητηρίων, των οποίων οι λεπτομέρειες είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση, είτε ακόμα το ίδιο το δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετική οδηγία. Για τους λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως πιο κάτω, η απάντηση, για δυο διακριτούς λόγους, είναι αρνητική. Πρώτο, έχουμε την νομική προσέγγιση και ερμηνεία του κ. Κέκκου επί της κατηγορίας, ό,τι δεν απαιτείται η απόδειξη διάπραξης κάποιου συγκεκριμένου αδικήματος. Από την αγόρευση του κ. Κέκκου αποκαλύπτεται η ανεπιθυμία της κατηγορούσας αρχής να προχωρήσει σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της ένθεσης συγκεκριμένου γενεσιουργού αδικήματος, ή έστω την παροχή λεπτομερειών. Είχε την ευκαιρία και δεν το έπραξε. Η παράλειψη μάλιστα αναφοράς στο άρθρο 5 του Νόμου, όπως υπεδείχθη στην Ανδρονίκου, ανωτέρω, συνιστά παράβαση του Άρθρου 39(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, αφού η νομοθετική επιταγή απαιτεί την περίληψη στην κατηγορία και του άρθρου του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα, που στην υπόθεση εκείνη είχε τηρηθεί, σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση, που το Άρθρο 5 ελλείπει και δεν αποτελεί μέρος της κατηγορίας. Και τούτο, ως είναι αντιληπτό, στη βάση της συλλογιστικής και των επιχειρημάτων που ανέπτυξε ενώπιον μας ο κ. Κέκκος. Κατά συνέπεια η παροχή λεπτομερειών από μόνη της, δεν θεραπεύει την κατάσταση πραγμάτων. Θα απαιτείτο εκ των πραγμάτων και περαιτέρω διάβημα και πρόσθετα αιτήματα προς αυτή την κατεύθυνση από την πλευρά της κατηγορούσης αρχής. Προσκρούει όμως, κατά την αντίληψη μας, με τον επόμενο λόγο για τον οποίο δεν θα μπορούσαν να δοθούν σχετικές οδηγίες από το δικαστήριο, ο οποίος, κρίνεται ότι είναι θεμελιακός. Το ουσιαστικότερο θέμα, το οποίο κατά την κρίση μας είναι καταλυτικό, είναι αυτή τούτη η ουσία του πράγματος. Ότι το παρουσιαζόμενο ζήτημα δεν αφορά ελαττωματικότητα ή ανεπάρκεια του κατηγορητηρίου, ή ακόμα παροχή ελλιπών λεπτομερειών, ώστε να μπορούσε να διασωθεί, δια της έκδοσης ανάλογης διαταγής του δικαστηρίου. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό. Στο σύγγραμμα των Α. Λοίζου και Γ. Πική, Criminal Procedure In Cyprus, 1η έκδοση, σελ.67, αναφέρεται ότι: «It is the duty of a court exercising criminal jurisdiction to strike out a charge which, on the face of it, is beyond the jurisdiction of the court». Παραπέμπει, το πιο πάνω σύγγραμμα, στην υπόθεση Rex v. Mustafa Hadjihassan, 7 C.L.R. 33, στην οποία υπεδείχθη ότι: «In our view this is not a mere irregularity. It is an assumption of jurisdiction. It is not a mistaken or irregular way of exercising an existing jurisdiction, but it is the doing of something which is not within the jurisdiction of the Court at all» Προκύπτει, ότι η μη αποκάλυψη κατηγορίας και η κατ' επέκταση έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, που διαπιστώνεται στην όψη του κατηγορητηρίου, δεν μπορεί να διασωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, αφού η έλλειψη δικαιοδοσίας ενυπάρχει εξ υπαρχής, από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Στην όψη του πράγματος κρίνεται το θέμα, χωρίς περαιτέρω εξέταση. Αν δηλαδή οι πράξεις και ενέργειες που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, θα μπορούσαν, αν αποδειχθούν, να υποστηρίξουν την καταδίκη του επί της προσαφθείσης κατηγορίας. Δεν μπορεί συνεπώς, το δικαστήριο, ενώ δεν έχει δικαιοδοσία, να αναλάβει δικαιοδοσία προς έκδοση οδηγιών, ή άλλων διαταγμάτων. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Chloe Garment Industry Ltd v. John Vassialiades Services Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1575: «Το ζήτημα επιδέχεται σύντομης απάντησης. Κατ' αρχήν, από τη στιγμή που το δικαστήριο ήταν σε θέση να διαγνώσει ότι εστερείτο αρμοδιότητας, όφειλε να μην προχωρήσει πιο πέρα γιατί, όντας αναρμόδιο, η απόφανσή του επί οποιασδήποτε πτυχής επί της ουσίας της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να έχει νόημα.» Σχετική ακόμα είναι και η υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.226. Ο όρος δικαιοδοσία, έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά (Αρ.1)
(2009)1 Α.Α.Δ. 114, στην οποία επεξηγήθηκε ότι: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Παραμένει συνεπώς άγνωστο, ποιο είναι το γενεσιουργό αδίκημα και αν αυτό επισύρει ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους, ή αν αφορά αδίκημα χρηματοδότησης τρομοκρατίας, ή διακίνησης ναρκωτικών. Κατά την κρίση μας και αυτή είναι η κατάληξη μας, η κατηγορία δεν είναι αρκετό, και αυτό ως θέμα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ως προς την αποκάλυψη διάπραξης αδικήματος, να αναφέρεται γενικώς και αορίστως σε διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Το αδίκημα θα πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύεται, για να διαφανεί αν πράγματι είναι αδίκημα από εκείνα που καθορίζονται στο Άρθρο 5 του Νόμου ως γενεσιουργά αδικήματα, που το καθιστά, κατά νομοθετική επιταγή, ως ένα εκ των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας της νομιμοποίησης εσόδων, ώστε να παρέχει δικαιοδοσία στο δικαστήριο προς εκδίκαση της κατηγορίας. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαγούν, και ως εκ τούτου απαλλάσσονται από την κατηγορία που αντιμετωπίζουν (Παπαλαζάρου, ανωτέρω). Εν όψει της απόφασης που έχουμε αχθεί, η αίτηση εκ μέρους των κατηγορουμένων, για επιστροφή των κατασχεθέντων αντικειμένων, δυνάμει του εντάλματος έρευνας, καθίσταται άνευ αντικειμένου. Τα έξοδα θα καταβληθούν από την Δημοκρατία, με σχετική δήλωση της κατηγορούσας αρχής προς τον πρωτοκολλητή. (Υπ.)................ Ν. Γιαπανάς,Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ (Υπ.)................ Λ. Παντελή, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.