← Κύπρος

ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 1160/2016, 19/11/2018

ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 1160/2016, 19/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ, Ε.Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 1160/2016 Μεταξύ: XXXXX ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ Παραπονούμενου -και- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία꞉ 19.11.2018 Για την Κατηγορούσα Αρχή꞉ κ. Ατάου, για Νέστορα Αδάμου Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Γ. Λουκαΐδης ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Στην παρούσα υπόθεση, ο πιο πάνω Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, της συμμετοχής σε έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμου 186/86, 36(Ι)/97, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003, 4(Ι)/2004 και 5(Ι)/
  1. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αναγράφονται στο Κατηγορητήριο είναι ότι «Ο Κατηγορούμενος κατά ή περί την 15/04/2013 στη Λάρνακα ως διευθυντής και μέτοχος και/ή ως αντιπρόσωπος της C.G.C. Constantinou General Construction Ltd εξέδωσε και παρέδωσε προς τον παραπονούμενο την υπ' αριθμό XXX5356, επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ διά το ποσό των €700,00=, η οποία αφού κατετέθη από τον παραπονούμενο στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη και επεστράφη απλήρωτη με την ένδειξη ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, χωρίς εύλογη αιτία και/ή λόγο, και η οποία παρέμεινε αλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής της και η εταιρεία C.G.C. Constantinou General Construction Ltd παρέλειψε να εξοφλήσει ταύτη εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσιάσεώς της στην Τράπεζα.». Ο Κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η έναρξη της οποίας συνέχιζε να εκκρεμεί μέχρι και τη δικάσιμο ημερ. 30.10.
  2. Κατά την εν λόγω ημερομηνία και ενώ η Κατηγορούσα Αρχή ήταν έτοιμη με ένα μάρτυρα, τον παραπονούμενο, για έναρξη της ακρόασης, με το παρόν Δικαστήριο να δηλώνει επίσης ότι είχε διαθέσιμο χρόνο για έναρξη της ακρόασης, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε να ακουσθεί πρώτα επί της προδικαστικής ενστάσεως, ότι η παρούσα ποινική υπόθεση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ειδικότερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης, ανέλυσε την εν λόγω προδικαστική ένσταση με αναφορά σε τρεις άξονες επιχειρηματολογίας, ως τους περιγράφω πιο κάτω. Πρώτον, ότι καταχρηστικά ο ίδιος παραπονούμενος XXXXX Ττοφαλλής, επέλεξε να καταχωρήσει τέσσερις ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις, μία για έκαστη εκ των τεσσάρων επιταγών που του εξέδωσε η εταιρεία C.G.C. Constantinou General Construction Ltd, παρά το ότι οι εν λόγω επιταγές είχαν εκδοθεί περίπου τον ίδιο καιρό, ήτοι μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου του 2013, για ισότιμη αξία, ήτοι €700 η καθεμιά. Η μία εκ των τεσσάρων ποινικών υποθέσεων εκδικάστηκε και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο, την οποία εξέτισε. Η παρούσα ποινική υπόθεση υπ'αριθ. 1160/2016, καθώς και η υπόθεση αρ. 655/2016, εξακολουθούν να εκκρεμούν για ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και υποβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο ο Κατηγορούμενος σε πολλαπλές δικαστικές διαδικασίες. Πράγματι, στην υπόθεση 655/2016, της οποίας το κατηγορητήριο βρίσκεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 2 (που είναι ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου) είναι το ίδιο άτομο με τον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση 1160/2016 και αντιμετωπίζει την ίδια επακριβώς κατηγορία της συμμετοχής στην έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα, με πανομοιότυπες λεπτομέρειες αδικήματος, με μόνη διαφορά ότι στην 655/2016 αναγράφεται άλλος αριθμός επιταγής και συγκεκριμένα ο αριθμός «XXX5354». Ο συνήγορος Υπεράσπισης θέτει το ερώτημα, γιατί να υπάρχουν καταχωρημένες δύο ποινικές υποθέσεις με μια επιταγή η κάθε μια, όταν μάλιστα όλα τα γεγονότα που αφορούσαν στην έκδοση των επιταγών αυτών ήταν όλα υπόψη του κατήγορου και των δικηγόρων του από τον Απρίλη του 2013; Το ότι ο ίδιος κατήγορος επέλεξε να καταχωρήσει δύο ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις το 2016, δηλαδή 3 χρόνια μετά που έλαβε γνώση των επίδικων γεγονότων, συνιστά, κατά την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης «κλασική περίπτωση κατάχρησης». Εισηγείται ότι θα έπρεπε να καταχωρήτο μια ποινική υπόθεση με δύο κατηγορίες, τις δύο επιταγές. Κατά την έκφρασή του, «η επιλογή των δύο ποινικών υποθέσεων εξυπηρετεί μόνο την τσέπη του δικηγόρου των κατήγορων, τίποτε άλλο». Ο δεύτερος άξονας επιχειρηματολογίας όσον αφορά την κατάχρηση διαδικασίας αφορά στο ότι για την ίδια επιταγή με αριθμό «XXX5356», στην οποία αφορά η παρούσα ποινική υπόθεση υπ' αριθ. 1160/16, είχε καταχωρηθεί παλαιότερα η ποινική υπόθεση με αριθμό 6238/14, η οποία ήδη εκδικάστηκε. Συγκεκριμένα, στις 21.10.2014 επιβλήθηκε, κατόπιν διαδικασίας απόδειξης, ποινή προστίμου στην εκδότρια εταιρεία, ήτοι στην εταιρεία C.G.C. Constantinou General Construction Ltd, που ήταν Κατηγορούμενη αρ. 1.[1] Περαιτέρω, η εν λόγω Κατηγορούμενη καταδικάστηκε στα έξοδα και διατάχθηκε όπως αποπληρώσει το ποσό της επιταγής, δηλαδή €
  3. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο αρ.2, η υπόθεση 6238/14 αποσύρθηκε ως ανεπίδοτη. Ο Κατηγορούμενος αρ.2 σε εκείνην την υπόθεση είναι το ίδιο πρόσωπο, ήτοι ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, που είναι κατηγορούμενος στην 1160/16 για την ίδια επιταγή. Ουσιαστικά, επανέρχονται σήμερα εναντίον του κ. Κώστα Κωνσταντίνου για την ίδια επιταγή, για να ξαναπάρουν τα €700 και να ξαναπάρουν δικηγορικά έξοδα. «Και πάλι αυτό το γεγονός από μόνο του ή και σε συνδυασμό με τα όσα έχω αναφέρει, αποτελεί κατάχρηση», εισηγήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης. Πρόσθεσε ο κ. Λουκαΐδης τη θέση ότι, η συμπεριφορά του κατηγόρου αποτελεί κατά τρόπο «και κατάχρηση αλλά και παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, δηλαδή του Άρθρου 30, για εκδίκαση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο». Δεν μπορούμε να δικάζουμε εν έτει 2018, επιταγή η οποία εκδόθηκε τον Απρίλη του
  4. Καταχωρήθηκε το 2016 αυτή η ποινική υπόθεση, αλλά και πάλιν τα 3 χρόνια καθυστέρησης, τα οποία σημειώθηκαν από την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής εντός του 2013 μέχρι το έτος 2016 που καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση είναι εντελώς αδικαιολόγητα και από μόνη της η καθυστέρηση αυτή συντελεί παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου και, ασφαλώς, κατάχρηση. Υπενθύμισε συναφώς προς το Δικαστήριο ότι, στην παρούσα πονική υπόθεση αρ. 1160/16, τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο αφορούν σε λογαριασμό που ήταν κλειστός από την ημερομηνία κατά την οποία κατατέθηκε η επιταγή, ενώ ο κατήγορος ήρθε μετά από τρία χρόνια να καταχωρήσει την ποινική υπόθεση. Αυτό το πράγμα δεν μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, ο κ. Γ. Λουκαΐδης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Στ. Ναθαναήλ, ημερ. 2.10.2018, στην Ποινική Αίτηση 14/18, L.C.A. Domiki Ltd. Από την άλλη, ο συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, κ. Ατάου παρουσίασε στο Δικαστήριο το φάκελο την Ποινικής υπόθεσης 6238/14 και ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι βάσει των πρακτικών που εμφαίνονται στο φάκελο της εν λόγω υπόθεσης, επιβεβαιώνονται τα λεγόμενα του κ. Γ. Λουκαΐδη ότι, πράγματι, στις 14.10.14 το Δικαστήριο όρισε για απόδειξη την υπόθεση στις 21.10.2014 όσον αφορά την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ενώ όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 Κώστα Κωνσταντίνου απέρριψε την υπόθεση λόγω μη επίδοσης. Υπό το φως των ανωτέρω παραδεκτών γεγονότων, ο κ. Ατάου παρατήρησε ότι ο παραπονούμενος - κατήγορος, ο οποίος εκτέλεσε εργασίες για την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, έλαβε από τον Κατηγορούμενο αρ. 2 επιταγές έναντι των εργασιών του παραπονούμενου. Οι επιταγές εκδόθηκαν στις 15.4.2013 (ως φαίνεται στα κατηγορητήρια) και ο παραπονούμενος - κατήγορος καταχώρησε τις ποινικές υποθέσεις στις 9.4.14 εναντίον και της εταιρείας (κατηγορούμενης 1) και του Κώστα Κωνσταντίνου κατηγορούμενου αρ. 2 (Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση). Διερωτήθηκε «Πού είναι αυτή η καθυστέρηση που αναφέρεται ο συνάδελφος; Άμεσα καταχώρησε το Κατηγορητήριο του ο παραπονούμενος. Τώρα εάν ο κατηγορούμενος 2 απέφευγε την επίδοση ή εάν δεν ήταν στη Δημοκρατία, αυτό είναι άλλο θέμα, αυτό είναι ένα θέμα το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε στο δικαστικό μας σύστημα. Πρέπει να επιδοθεί το Κατηγορητήριο στον κατηγορούμενο
  5. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε καθυστέρηση από τον παραπονούμενο στην καταχώρηση του Κατηγορητηρίου.». Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, δεν εξετάζουμε καθυστέρηση από την έκδοση της επιταγής μέχρι την καταχώρηση της 6238/14, αλλά μέχρι την καταχώρηση της 1160/
  6. Συνέχισε ο κ. Ατάου επισημαίνοντας ότι η υπόθεση 6238/14 ορίστηκε 5 φορές για επίδοση στον κατηγορούμενο XXXXX Κωνσταντίνου, οπόταν ο παραπονούμενος αναγκάστηκε να αποσύρει την υπόθεση λόγω μη επίδοσης. Περί το έτος 2016, ο παραπονούμενος ενημερώθηκε ότι ο εν λόγω Κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο και έδωσε οδηγίες στο γραφείο των δικηγόρων του να καταχωρηθεί εκ νέου Κατηγορητήριο, εφόσον αποσύρθηκε το προηγούμενο λόγω της μη επίδοσης. Υπό το φως αυτών των στοιχείων, ήταν η θέση του κ. Ατάου ότι ουδέποτε υπήρξε καθυστέρηση υπερβολική και/ή αντισυνταγματική. Εξέφρασε μάλιστα την εκτίμηση ότι, «Εάν μπορούν οι κατηγορούμενοι να αποφεύγουν την ευθύνη τους με το να αποφεύγουν την επίδοση και να μην δικαιούται ο παραπονούμενος, ο οποίος εκτέλεσε εργασίες να υποβάλλει πλέον το παράπονο του, θα φεύγουν όλοι οι κατηγορούμενοι από την Κύπρο μέχρι να περάσουν 2‑ 3 χρονιά και να επιστρέφουν χωρίς φόβο.». Ο κ. Λουκαΐδης αμφισβήτησε το αν δόθηκε οποτεδήποτε στο Δικαστήριο που εκδίκαζε την 6238/2014 οποιαδήποτε αιτιολογία για την απόσυρση της υπόθεσης ως ανεπίδοτης, η οποία να έχει στη βάση της τυχόν απουσία του Κατηγορούμενου στο εξωτερικό. Ήταν η θέση του ότι αυτό είναι ζήτημα μαρτυρίας, στη βάση των πρακτικών του Δικαστηρίου, που δεν δύναται ο συνήγορος του κατηγόρου να δώσει ο ίδιος στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο συμφώνησε ότι θα έπρεπε να έρθει ο Πρωτοκολλητής για να υπεισέλθουν στο κείμενο των πρακτικών του Δικαστηρίου. Στην όψη του Κατηγορητηρίου και των πρακτικών του φακέλου της 6238/14, αυτό που μπορούσε να φανεί ήταν μόνο ότιη υπόθεση 6238/14 καταχωρήθηκε στις 11.4.2014 και ορίστηκε στις 20.5.2014 για επίδοση, ξανά στις 24.6.2014, στις 31.7.2014 και στις 14.10.2014 για επίδοση. Άρα, υπήρξαν τέσσερις διαδοχικές ημερομηνίες για επίδοση και δεν επιδόθηκε. Θα χρειαζόταν Πρωτοκολλητής για να δώσει μαρτυρία για τυχόν ενημέρωση που δόθηκε στο Δικαστήριο ως προς τους λόγους μη επίδοσης. Δεν επέμειναν οι συνήγοροι στο να κληθεί Πρωτοκολλητής. Ως εκ τούτου, το μόνο παραδεκτό στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι η υπόθεση 6238/14 απεσύρθη ως απεπίδοτη εναντίον του Κατηγορούμενου 2 Κώστα Κωνσταντίνου. Διαφώνησε ο κ. Ατάου, με την εισήγηση του κ. Λουκαΐδη ότι τίθεται ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας όταν καταχωρείται μια ποινική δίωξη για κάθε επιταγή, ενώ θα μπορούσαν να καταχωρούνταν στο ίδιο Κατηγορητήριο απλώς ξεχωριστές κατηγορίες ανά επιταγή. Τοποθετήθηκε ως εξής꞉ «Είναι δύο υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν γνωρίζω για άλλες επιταγές που έχει υπόψη του ο συνάδελφος, ούτε γνωρίζω εάν πήγε φυλακή ο κατηγορούμενος για άλλες επιταγές. Σήμερα το Δικαστήριο έχει δύο υποθέσεις και δύο επιταγές. Δεν είναι κατάχρηση της διαδικασίας να καταχωρείται μια ποινική υπόθεση για μια επιταγή και άλλη ποινική υπόθεση. Δεν είναι 20 οι επιταγές, είναι δύο επιταγές δύο υποθέσεις. Εάν ήθελε ο συνάδελφος ή ο κατηγορούμενος να παραδεχτεί και να ληφθούν υπόψη η μια στην άλλη για να μην έχει δύο ποινές, αυτό είναι δικαίωμα του.». Περαιτέρω, ο κ. Ατάου επεσήμανε ότι ουδέν ποσό έχει καταβληθεί από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην υπόθεση 6238/2014 έναντι της επίδικης επιταγής ή και των εξόδων ή και των εξόδων επίδοσης. Οπόταν δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή η επιταγή (αρ. 9085356), το πρόβλημα της ή το αδίκημα έχει επιλυθεί, καθότι κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί από την εταιρεία ή και από τον κατηγορούμενο. Αξίζει να σημειωθεί ότι προτού το Δικαστήριο επιφυλάξει την απόφασή του για το ζήτημα κατάχρησης και/ή αντισυνταγματικότητας της δίκης, ο κ. Λουκαΐδης επανέλαβε προς την Κατηγορούσα Αρχή μία εισήγηση στην οποία είχε προβεί και σε παλαιότερες δικασίμους, ήτοι να αποσυρθεί η μια από τις δύο ποινικές υποθέσεις και να προστεθούν οι κατηγορίες της αποσυρθείσας υπόθεσης στην άλλη. Δηλαδή να αποσυρθεί η υπόθεση 655/16 και η κατηγορία της να εισαχθεί στο κατηγορητήριο της 1160/16, ή το αντίστροφο. Διαφώνησε, όμως με την εισήγηση αυτή ο κ. Ατάου, αφού, όπως επανέλαβε, θεωρεί ότι δεν συνιστά κατάχρηση η καταχώρηση των δύο κατηγορητηρίων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Το Δικαστήριο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει αν υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας και, εφόσον εντοπίσει τέτοια, τότε να την παρεμποδίσει (βλ. Constantinides v Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348). Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ιδίου στόχου (Βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 4).
(1993)1 Α.Α.Δ. 961). Στην απόφαση Beogradska DD
(1996)1 C.L.R. 911 το Δικαστήριο παρέπεμψε στην Thames Launches v Trinity Hours [1961] 1 All ER 26, όπου ο Δικαστής Buckley είπε (σε μετάφραση στα Ελληνικά), «Εάν υπάρχουν δύο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια, εάν με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιά και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο.». Κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Beogradska ανωτέρω, να εισηγείται τα εξής: «Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.». Αποφάσισε, επίσης, ότι κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων καταχρηστικών διαδικασιών, που απολήγουν σε καταπίεση του διαδίκου, είναι σύμφυτη, χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Δεν υπάρχουν προκαθορισμένες κατηγορίες καταχρηστικών διαδικασιών. Όπως το έθεσε ο Λόρδος Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037꞉ ".............. this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Υπό το φως των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω κατά πρώτον αν η καταχώρηση ξεχωριστών ποινικών διώξεων για κάθε μια επιταγή ξεχωριστά, οδηγεί σε καταχρηστική πολλαπλότητα διαδικασιών. Στην απόφαση Ηλίας Τσιακλίδης ν Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768 εξετάστηκε το θέμα του κατά πόσον εγείρεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας ή/και δεδικασμένου σε πολιτική αγωγή, ως εκ της εκδίκασης μιας αγωγής, εκεί όπου καταχωρήθηκαν τρεις ξεχωριστές αγωγές για τρία ξεχωριστά δάνεια. Λέχθηκε, με αναφορά στην Τράπεζα Κύπρου ν. Ηλία Μιχαήλ Τσιακλίδη, Αγωγή 1196/98, ημερ. 31.1.2002, στη σελίδα 16 της απόφασης, ότι: «Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις η αρχή του δεδικασμένου καλύπτει όχι μόνο θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίσθηκαν στην προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και θέματα που μπορούσαν κατάλληλα να συμπεριληφθούν, αν βέβαια αυτά αποτελούσαν μέρος της διαφοράς (part of the contest) και/ή ήσαν σημεία τα οποία κανονικά ανήκαν στο επίδικο θέμα (points which properly belonged to the subject of litigation) και τα οποία μπορούσαν οι διάδικοι με εύλογη φροντίδα να εντοπίσουν και συμπεριλάβουν στην πρώτη αγωγή τους. Είναι δηλαδή φανερό ότι η εν λόγω αρχή δεν απαιτεί να θέσουν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου σε μια μόνο αγωγή όλες τις διαφορές τους γενικά, αλλά μόνο εκείνες που είναι μέρος του επίδικου θέματος. Επομένως ουσιώδη σημασία για το θέμα που εξετάζουμε είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, 12η έκδοση, σελ. 543 §1343 κάτω από τον τίτλο «Whole case» μεταξύ άλλων διαβάζουμε: "But plaintiffs are not bound, nor estopped if they fail to join dinstict causes of action though arising in respect of the same transaction."» Η παρούσα περίπτωση αφορούσε τρεις διαφορετικούς λογαριασμούς, που συνιστούσαν ξεχωριστές αιτίες αγωγής και έτσι ήταν ελεύθερη η εφεσίβλητη να εγείρει τρεις διαφορετικές αγωγές για κάθε λογαριασμό. Κατά συνέπεια, τούτο απαντά και το θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Όπως παρατήρησε και το Εφετείο στην Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ (δέστε πιο πάνω), οι αγωγές αφορούσαν τρία διαφορετικά δάνεια και η καταχώρηση υπό τις περιστάσεις τριών αγωγών δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Το Εφετείο επίσης ορθά επεσήμανε πως ο ίδιος ο εφεσείων θα μπορούσε να ζητήσει τη συνένωση των αγωγών, κάτι που δεν έπραξε.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι έχει σημασία να εξεταστεί η έννοια του όρου «επιταγή», ποια δικαιώματα αναφύονται από αυτήν και αν η βλάβη που υπέστη ο παραπονούμενος - κατήγορος από τη μη πληρωμή της επίδικης επιταγής καθώς και των άλλων επιταγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ξεχωριστών ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, εντάσσεται στο πλαίσιο της ίδιας «διαφοράς», έτσι ώστε να είναι καταχρηστικός ο κατακερματισμός της εκδίκασης της ποινικής ευθύνης του εκδότη τους με την καταχώρηση πολλαπλών ποινικών υποθέσεων εναντίον του. Εξετάζω το θέμα αυτό πιο κάτω. Κάθε επιταγή αποτελεί διαπραγματεύσιμο έγγραφο, το οποίο δύναται να μεταβιβαστεί από ένα πρόσωπο σε άλλο με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστήσει το άλλο πρόσωπο κάτοχο αυτής (βλ. άρθρο 31
(1)του περί συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Η επιταγή παύει να είναι διαπραγματεύσιμη, αν καταστεί ληξιπρόθεσμη ή όταν αναγράφεται ρητά σε αυτήν ότι είναι «μη μεταβιβάσιμη». Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά, «Τραπεζική Επιταγή», Κύπρος 1987, σελ. 70, «Η σοφία της διαπραγματευσιμότητας της επιταγής φαίνεται από το γεγονός ότι το πρόσωπο που εξασφάλισε την επιταγή καλόπιστα και για αξία, χωρίς να γνωρίζει τον τρόπο που εξασφαλίστηκε η επιταγή από το πρόσωπο που την πήρε ή χωρίς να γνωρίζει τις διαφορές που πιθανόν να υπάρχουν μεταξύ του εκδότη και του δικαιούχου, έχει καλό τίτλο στην επιταγή με δικαίωμα να μπορεί να ενάξει τον εκδότη». Ενόψει του προαναφερθέντος χαρακτηριστικού γνωρίσματος των επιταγών, δηλ. της διαπραγματευσιμότητάς τους, απορρέουν από κάθε μία επιταγή ξεχωριστά δικαιώματα προς όφελος του κατόχου της εναντίον του εκδότη της και νομιμοποιείται συνεπακόλουθα ο νόμιμος κάτοχος κάθε μιας επιταγής ξεχωριστά στη λήψη ένδικων μέτρων, είτε αγωγής είτε ποινικής δίωξης, αναλόγως της περίπτωσης. Συνεπώς, το ότι ασκήθηκε ξεχωριστή ποινική δίωξη σε σχέση με κάθε μία επιταγή ξεχωριστά δεν είναι αφ' εαυτού καταχρηστικό. Αξίζει όμως να ελεγχθεί δικαστικά αν υπήρχε αποχρών λόγος για αυτή την επιλογή του κατηγόρου. Εδώ εν προκειμένω, μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί ότι τόσο η επιταγή στην υπόθεση 1160/16 όσο και η επιταγή στην υπόθεση 655/2016 βρίσκονται στα χέρια του ιδίου κατόχου (παραπονούμενου - κατηγόρου) και αποτελούν επιταγές που εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία από τον εκδότη τους και οι οποίες παρέμειναν απλήρωτες με την ίδια αιτιολογία, ότι δηλαδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε στο ΚΑΠ. Ο συνήγορος του Κατηγορόρου δήλωσε μάλιστα ευθαρσώς ότι αμφότερες οι επιταγές εκδόθηκαν ως αντάλλαγμα για την ίδια συναλλαγή, ήτοι την ίδια παροχή υπηρεσιών. Δεν προκύπτει στην όψη των δύο Κατηγορητηρίψν, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος σε έκαστο εξ αυτών, να υπήρχε κάποιος αποχρών λόγος που καταχωρήθηκαν ξεχωριστά κατηγορητήρια αντί να ενσωματωθούν ξεχωριστές κατηγορίες σε ένα κατηγορητήριο. Υπ' αυτή την έννοια, διαφαίνεται κάποιας μορφής καταχρηστικότητα, ως εκ της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης 655/16 και ξεχωριστά της υπόθεσης 1160/16, η οποία καταχρηστικότητα συνίσταται στην υποβολή του Κατηγορουμένου σε έξοδα υπερασπίσεως εις διπλούν για τα ίδια κατά βάσην επίδικα γεγονότα μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Αναμένεται ότι τα επίδικα θέματα που θα συζητηθούν θα είναι κοινά. Γι'αυτό και κατά την κρίση μου μία εκ των δύο ποινικών υποθέσεων θα πρέπει κανονικά να ανασταλεί λόγω κατάχρησης διαδικασίας. Ορθότερο είναι να ανασταλεί η δεύτερη κατά σειρά υπόθεση που καταχωρείται, εν προκειμένω η 1160/2016. Προχωρώ όμως, για χάριν πληρότητας, και εξετάζω και τις λοιπές πτυχές κατάχρησης που συζητήθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Καταπιεστική έχει κριθεί νομολογιακά η άσκηση ποινικών διώξεων, η απόσυρσή τους και η επανακαταχώρισή τους με σκοπό την άσκηση πίεσης για μία εκκρεμούσα παράλληλα αστική διαδικασία τη αγωγής για είσπραξη του ποσού της επιταγής. Ενδεικτική είναι η απόφαση M & M LOIZOU LTD., κ.α. v. JUMBO INVESTMENTS LTD
(2000)2 Α.Α.Δ. 717, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «Η χρήση της ποινικής διαδικασίας, στην παρούσα υπόθεση, για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους είναι τεταγμένη, ενισχύεται και από το γεγονός των τριών προηγούμενων διώξεων του
  1. Οι επιταγές, που αποτέλεσαν το αντικείμενο των τριών διώξεων του 1997, εκδόθηκαν τις αρχές του
  2. Η δίωξη του παραβάτη, ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του, αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Ο συσχετισμός της απόσυρσης των τριών διώξεων, τον Οκτώβριο του 1997, και της επαναφοράς τους, το Μάιο του 1998, τείνει να υποστηρίξει τη χρήση της ποινικής διαδικασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους αυτή προορίζεται και την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων. [...] Κρίνουμε ότι η μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποκάλυψε ότι η ποινική δίωξη των εφεσειόντων είχε ως αντικείμενο την άσκηση πίεσης εκ μέρους των εφεσιβλήτων, προς ανάκτηση των χρηματικών τους διεκδικήσεων· και, όντως, η πίεση αυτή επενέργησε προς την κατεύθυνση που ήθελαν, όπως διαφάνηκε από την εξέλιξη της ποινικής υπόθεσης. Παρά την προβληθείσα θέση και την υπεράσπισή τους στην πολιτική δίκη, οι εφεσείοντες κατέβαλαν το σύνολο του ποσού το οποίο αντιπροσώπευαν οι επιταγές. Καταλήγουμε ότι η δίωξη των εφεσειόντων είχε ως πρωταρχικό σκοπό τη χρήση της ποινικής διαδικασίας ως μοχλού πίεσης για την ανάκτηση του ποσού, το οποίο διεκδικούσαν οι εφεσίβλητοι στην πολιτική δίκη. Η δίωξη των εφεσειόντων συνιστούσε κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας, η οποία έπρεπε να είχε ανακοπεί. [...] Η πρωτόδικη απόφαση και η παρεπόμενη ποινή που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες καθώς και η διαταγή για τα έξοδα παραμερίζονται. Η ποινική δίωξη τερματίζεται και η υπόθεση απορρίπτεται.». Στην ενώπιον μου υπόθεση υπ' αριθ. 1160/2016, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι εκκρεμεί ξεχωριστή αστική διαδικασία για την είσπραξη του ποσού της επιταγής, έτσι ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι η καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης στοχεύει στο να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για την κατάληξη στην αστική υπόθεση. Έχει, ασφαλώς, γίνει παραδεκτό ότι είχε εκδοθεί από το Ποινικό Δικαστήριο που επιλαμβανόταν της προγενέστερα ασκηθείσας ποινικής δίωξης υπ' αριθ. 6238/14, ένα Διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό της επίδικης επιταγής εναντίον της εκδότριας εταιρείας (Κατηγορούμενης αρ. 1), το οποίο ποσό δεν πληρώθηκε ακόμη από αυτήν στον παραπονούμενο - κατήγορο. Επομένως, είναι συζητήσιμο το κατά πόσον η νέα ποινική δίωξη αριθ. 1160/16 εναντίον του διευθυντή της ίδιας εταιρείας για την ίδια επιταγή, έχει τη δυναμική να ασκεί πίεση στον Κατηγορούμενο - Διευθυντή της εταιρείας να λάβει μέτρα ώστε η εκδότρια εταιρεία να εξοφλήσει το Διάταγμα αποζημίωσης, εφόσον η εταιρεία ενεργεί μέσω του Διευθυντή της, μη έχοντας δική της διάνυα. Κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η ποινική δίωξη κατά του διευθυντή έχει δικό της αυτοτελή και νόμιμο σκοπό, που δεν είναι άλλος από την ποινική τιμωρία του Διευθυντή της εκδότριας εταιρείας, για το ξεχωριστό αδίκημα που αυτός διαπράττει ως συνεργός στην έκδοση της επιταγής βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού κώδικα, Κεφ.
  3. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σημειώθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τη δυνατότητα να κατηγορηθεί ο συνεργός ως αυτουργός (Βλ. Ajini και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Συνεπώς, καταλήγω ότι δεν είναι καταχρηστικό το να προωθεί ποινική δίωξη κατά διευθυντή, ακόμη και αν έχει εκδοθεί απόφαση κατά την εκδότριας εταιρείας υπό τις συνθήκες που εμφανίζει η παρούσα υπόθεση, ότι δηλαδή ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν είχε εκδοθεί απόφαση κατά του Διευθυντή ταυτόχρονα με την έκδοση απόφασης κατά της εταιρείας ήταν διότι δεν εντοπιζόταν ο διευθυντής για να του επιδοθεί το κατηγορητήριο. Περαιτέρω, εξετάζω το ζήτημα της κατάχρησης που συνδέεται με το αργοπορημένο της καταχώρησης της ποινικής δίωξης αρ. 1160/16 εν σχέση προς το χρόνο που ο παραπονούμενος - κατήγορος απέκτησε για πρώτη φορά γνώση όλων εκείνων των γεγονότων που του επέτρεπαν να ασκήσει την ποινική δίωξη. Στην απόφαση ημερ. 2.10.2018, του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Στ. Ναθαναήλ, στην Ποινική Αίτηση 14/18, L.C.A. Domiki Ltd, σημειώθηκαν τα εξής꞉ «Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αρνήθηκε την καταχώρηση του εν λόγω κατηγορητηρίου για τους λόγους που καταγράφει στη βεβαίωση που έδωσε σύμφωνα με το σχετικό άρθρο 43 του Κεφ. 155 και που σχετίζονται στην ουσία με το γεγονός ότι η δίωξη, κατά τη θέση του Δικαστηρίου, εισήχθηκε προς καταχώρηση πολύ καθυστερημένα και ως εκ τούτου ήταν ενοχλητική, σημειώνοντας ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα είναι αδικήματα που εκδικάζονται κατά συνοπτικό τρόπο γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να κατηγορηθεί και να εκδικαστεί όσο το δυνατό συντομότερα. Οι λόγοι είναι εμφανείς και άπτονται της καλής πορείας της δικαιοσύνης, της αντίληψης και της ενθύμησης γεγονότων και βεβαίως της εκδίκασης της υπόθεσης σε σύντομο χρόνο. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι είναι ασυμβίβαστο με την ίδια τη φύση και το σκοπό της συνοπτικής δίκης, η θέση που προβλήθηκε από πλευράς της παραπονούμενης εταιρείας και νυν αιτήτριας στο Ανώτατο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση στην προτεινόμενη δίωξη. Η καθυστέρηση αυτή αναγόταν σε προσπάθειες μεταξύ των διαδίκων για διευθέτηση ή ρύθμιση της διαφοράς ή των διαφορών, αλλά, όπως σημείωσε το Δικαστήριο, αυτές οι προσπάθειες δεν δικαιολογούσαν την καθυστέρηση της ποινικής δίωξης κατηγορουμένου που σκοπό έχει βεβαίως την τιμωρία του σε περίπτωση καταδίκης. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία R. V. Gateshead Justices ex parte Tesco Stores Ltd
(1981)2 W.L.R. 419 και R. (Kay and another) v. Leeds Magistrates Court
(2018)EWHC 1233 (Admin.), για την ικανοποίηση πταισματοδίκη στην Αγγλία ως προς τα όσα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την καταχώρηση κατηγορητηρίου, αλλά και νομολογία (Ευθυμίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 424 και Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, για τη φύση της ποινικής διαδικασίας και το επιθυμητό της σύντομης δίωξης ούτως ώστε η τιμωρία να είναι και αποτελεσματική και να μην χρησιμοποιείται απλώς ως μοχλός πίεσης σε δεδομένα τα οποία αφορούν στην ουσία αστική διαφορά που έχουν, δηλαδή, προκύψει από εμπορικές δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων. Η επιδίωξη της παρούσας αίτησης στοχεύει στην έκδοση διατάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο προς καταχώρηση του ιδίου κατηγορητηρίου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η αίτηση που εισάγεται στο Ανώτατο Δικαστήριο μετά από άρνηση παραχώρησης άδειας καταχώρησης κατηγορητηρίου στο Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν έχει την έννοια της εφέσεως. Επομένως το Δικαστήριο, ως Ανώτατο, κρίνει πρωτογενώς και εξ ιδίων του την υπόθεση και τα περιβάλλοντα γεγονότα και δύναται, ανάλογα, να ασκήσει τη δική του ευχέρεια διατάσσοντας την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. [...] Ένα κατηγορητήριο δεν πρέπει να είναι μόνο διατυπωμένο ορθά και νομότυπα ώστε να αποφεύγεται σύγχυση ή κατάχρηση ή πίεση σε ένα κατηγορούμενο πρόσωπο, αλλά πρέπει και να συνάδει με τους σκοπούς της ποινικής δίωξης ευρύτερα. Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη είναι και η πάροδος του χρόνου, η φύση των αδικημάτων, η δυνατότητα εναλλακτικής ή πρόσθετης θεραπείας και βεβαίως η ενόχληση που μπορεί να προκύψει στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης λόγω μακράς καθυστέρησης ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. [...] Στην περίπτωση της έκδοσης επιταγών αφετηρία της κατά το Νόμο ποινικής ευθύνης έχει η διαπίστωση ότι δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια ή ο λογαριασμός ήταν κλειστός και όχι πότε αποφασίζει ο παραπονούμενος να προχωρήσει σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος. Η ποινική φύση της δίωξης τη διαφοροποιεί από την αστική ευθύνη και δεν είναι ζήτημα που άπτεται μόνο της επιβολής ποινής εάν και εφόσον κριθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι. Η ουσία παραμένει ότι η καθυστερημένη δίωξη σε αυτά τα δεδομένα είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας δικαιολογεί ένα Δικαστήριο να αναχαιτίσει την περαιτέρω πορεία όσον αφορά τουλάχιστον την ποινική πτυχή της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Οι διαβουλεύσεις προς επίλυση της διαφοράς είναι ως ένα σημείο θεμιτές. Ο παράγων του χρόνου όμως έχει τη δική του αυτοτέλεια. Για τους ίδιους λόγους και το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να καταχωρηθεί το κατηγορητήριο το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, περιλαμβάνει 57 κατηγορίες με αδικήματα που έχουν διαπραχθεί προ πενταετίας και με γεγονότα τα οποία κάλλιστα μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο επίλυσης της αντιπαράθεσης των διαδίκων σε άλλες ευχερέστερες διαδικασίες. Η αίτηση απορρίπτεται.». Δεν υπάρχει κατά την κρίση μου ουδείς λόγος για μη εφαρμογή της ίδιας νομολογιακής προσέγγισης και σε ό,τι αφορά το χρόνο άσκησης δίωξης κατά του προσώπου που συμμετείχε ως συνεργός στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Αναλύω το θέμα πιο κάτω. Στην απόφαση ημερ. 17.6.2016 στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, Vrontis Builders Ltd ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, λέχθηκε ότι꞉ «Η συνέργεια αποτελεί ιδιαίτερο αδίκημα, η διάπραξη του οποίου μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ο δράστης του αδικήματος αυτού τυγχάνει μεταχείρισης ως ο αυτουργός του αδικήματος, τη διάπραξη του οποίου έχει εξυπηρετήσει με κάποιο από τους τρόπους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Ουσιαστικά, τυγχάνει μεταχείρισης και αυτός ως αυτουργός για τη διάπραξη του βασικού αδικήματος, (βλ. Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, σελίδα 267). Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορίες στις οποίες καταδικάστηκε ο εφεσείων, όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειές τους στο κατηγορητήριο, τον έφεραν, σύμφωνα με την πρόνοια του άρθρου 20(γ) του Κεφ. 154, ως συνεργό, ο οποίος παρέσχε συνδρομή για τη διάπραξη από την εφεσείουσα του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1), που αφορά στη μη πληρωμή επιταγής κατά την παρουσίασή της, για το λόγο ότι ο λογαριασμός επί του οποίου αυτή έχει εκδοθεί είναι κλειστός. Η συνδρομή δε αυτή συνίστατο στην υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον εφεσείοντα, για την εφεσείουσα, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της. Το γεγονός της υπογραφής των επιταγών, που συνέδραμε στη διάπραξη, ακολούθως, των αδικημάτων από την εφεσείουσα, αποτελεί την ένοχη πράξη, (actus reus), της συνέργειας. Για να υπάρχει, όμως, καταδίκη, πρέπει να διαπιστώνεται, συγχρόνως, και η ύπαρξη ένοχης γνώσης ή, όπως αλλιώς αναφέρεται, ένοχης διάνοιας, (mens rea). Το στοιχείο αυτό αφορά στην υποκειμενική υπόσταση της συνέργειας και σχετίζεται με τη γνώση που έχει ο συνεργός των περιστάσεων διάπραξης του βασικού αδικήματος, (βλ. Αλ-Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σελίδες 137 έως 138), στην προκειμένη περίπτωση, των περιστάσεων των προαναφερθέντων αδικημάτων, τα οποία διαπράχθηκαν από την εφεσείουσα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1). Ο χρόνος, κατά τον οποίο πρέπει να διαπιστώνεται η ένοχη γνώση, είναι αυτός κατά τον οποίο τελείται η ένοχη πράξη, εν προκειμένω, η υπογραφή των επιταγών στις 31.3.2011, (βλ. Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd, πιο πάνω, και Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609).». Κατά την προμνησθείσα νομολογία, (Μiltos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261) η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ΄ όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης, μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε.). Όπως εξηγείται και στον Archbold
(2006)σελ. 1730, παρ. 17-67, εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι ο συνεργός κατά το χρόνο της παροχής της συνδρομής μπορούσε να αντιληφθεί ότι ήταν πραγματική η δυνατότητα ο αυτουργός (εδώ η εταιρεία), να διαπράξει το αδίκημα. Στην παρούσα υπόθεση από τον Απρίλιο του 2013 έχουν διαμορφωθεί τα γεγονότα στη βάση των οποίων προέκυψε το παράπονο του κατηγόρου. Η επιταγή υπογράφηκε από το Διευθυντή της εκδότριας εταιρείας στις 15.4.
  1. Εκείνος ήταν ο ουσιώδης χρόνος για την όποια δική τους ευθύνη ως συνεργού. Η δίωξη του ως αυτουργού θα μπορούσε να είχε ασκηθεί μόλις παρουσιάστηκε η επιταγή και προέκυψε η μη πληρωμή της λόγω παγοποιημένου λογαριασμού. Από τότε μέχρι τον Ιανουάριο του 2016 που καταχωρήθηκε η υπόθεση 1160/16 παρήλθαν σχεδόν 3 χρόνια. Αυτό είναι το χρονικό διάστημα που θα πρέπει να αξιολογηθεί για να φανεί αν υπήρξε τέτοια καθυστέρηση στην άσκηση της ποινικής δίωξης ώστε να αγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Παρατηρώ ότι στην απόφαση που εξέτασε ο έντιμος κ. Ναθαναήλ Δ. ανωτέρω, σημειώθηκε ότι είχε παρέλθει μια 5ετία από την έκδοση των επιταγών μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Στην ενώπιον μου υπόθεση είναι σαφώς μικρότερο το χρονικό διάστημα. Μεσολάβησε επίσης η προγενέστερη καταχώρηση ποινικής υπόθεσης, υπ αριθ. 6238/14 για την ίδια επιταγή, κάτι που δείχνει ότι ο παραπονούμενος - κατήγορος δεν έμεινε αδικαιολόγητα αδρανής. Επομένως, απορρίπτω τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής καθυστέρησης στην άσκηση της ποινικής δίωξης αρ. 1160/
  2. Εφόσον όμως αποδέκτηκα ανωτέρω την άλλη έκφανση της κατάχρησης διαδικασίας, ήτοι της άσκησης πολλαπλών (δύο τουλάχιστον) διώξεων χωρίς αποχρώντα λόγο, για επιταγές που εντάσσονται στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς, καταλήγω να κρίνω δικαιολογημένο να αναστείλω την ποινική δίωξη 1160/
  3. Θα εκδικάσω την ποινική υπόθεση 655/16 που είναι η πρώτη καταχωρηθείσα. Διατηρεί την ευχέρεια ο κατήγορος στην 655/16 να εισάξει σε εκείνη τυχόν πρόσθετη κατηγορία που προκύπτει μέσα από την ίδια διαφορά μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Δεδομένου ότι αναστέλλω και δεν απορρίπτω την παρούσα υπόθεση, αναστέλλεται και η όποια διαταγή για έξοδα. (υπ)................................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Σημειωτέον ότι πρόκειται για την ίδια Κατηγορούμενη αρ. 1 και στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης αρ. 655/
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.