Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας ΣΕΝΤΕΡ ν. Σεργόπουλου άλλως Ζερβόπουλου κ.α., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:1483/2018, 26/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:1483/2018 Μεταξύ: Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», από Λάρνακα Κατήγορου και
- XXXXX Σεργόπουλου, άλλως XXXXX Ζερβόπουλου, από Λάρνακα
- XXXXX Ισιδώρου Μακρίδου, από Αραδίππου Κατηγορούμενων Ημερομηνία꞉ 26.11.2018 Εμφανίσεις꞉ Για την Κατήγορο꞉ κ. Κ. Κουκούνης, για Γεώργιος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1꞉ κ. Α. Κλεάνθους, για Ν. Κ. Κλεάνθους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Κατηγορούμενη αρ. 2꞉ κ. Δαμιανός, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ/Ή ΤΗΝ ΕΙΔΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ ΑΡ. 2 Βάσει του κατηγορητηρίου της ως άνω υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε στις 5.3.2018, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν από κοινού 48 συνολικά κατηγορίες. Κατά την τελευταία δικάσιμο, ημερ. 26.10.2018, ο συνήγορος της Κατηγόρου Διαχειριστικής Επιτροπής, διέκοψε τις κατηγορίες αρ. 1 έως 8 και ως εκ τούτου οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάγησαν αυτών. Παρέμειναν επί του κατηγορητηρίου οι κατηγορίες 9 έως
- Σε σχέση με τις εναπομείνασες κατηγορίες, η Κατηγορούμενη αρ. 2, προτού απαντήσει στο Κατηγορητήριο, καταχώρησε, στις 25.6.2018, προδικαστικές ενστάσεις και/ή ειδική απάντηση, ως εξής꞉ «[...] άνευ επηρεασμού τυχόν εγέρσεως ή προωθήσεως άλλων προδικαστικών ενστάσεων ή και ειδικών απαντήσεων εκ μέρους της Κατηγορούμενης 2, όταν παραδοθεί το μαρτυρικό υλικό από την Κατήγορο, το οποίο η Κατηγορούμενη 2 ζήτησε να της παραδοθεί με επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 05.04.2018 από τους Δικηγόρους της Κατηγόρου, η Κατηγορούμενη 2 με την παρούσα εγείρει τα πιο κάτω προδικαστικά νομικά σημεία και ενστάσεις προς εκδίκαση προδικαστικώς και εν πάση περιπτώσει πριν από την απάντηση στις κατηγορίες την ακρόαση της ουσίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Ποινικής Υπόθεσης: Α. Η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να ακυρωθεί και / ή το κατηγορητήριο να απορριφθεί, καθότι το κατηγορητήριο πάσχει και / ή είναι ελαττωματικό και / ή η διατύπωση και / ή καταγραφή των ισχυριζόμενων αδικημάτων και / ή των κατηγοριών είναι ασαφής και / ή κατά διαζευκτικό τρόπο και / ή εν πάση περιπτώσει κατά τρόπο που πάσχει δικονομικά λόγω πολλαπλότητας, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση της Κατηγορούμενης 2 στην έγερση της Υπεράσπισής της και / ή το δυσμενή επηρεασμό της Κατηγορούμενης 2 κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και / ή του Συνταγματικού Δικαιώματός της Κατηγορούμενης 2 της δίκαιης δίκης. Β. Άνευ επηρεασμού του υπό το Α. σημείου, η παρούσα Ποινική Υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και / ή παράτυπη και / ή ως μη συνάδουσα με το Νόμο, εφόσον η Κατήγορος Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», δεν νομιμοποιείται και / ή εν πάση περιπτώσει δεν έχει το απαραίτητο locus standi και / ή εκ της σχετικής νομοθεσίας εξουσιοδότηση να καταχωρήσει την παρούσα Ποινική Υπόθεση, εφόσον τέτοιο δικαίωμα έχει η Αρμόδια Αρχή του Δήμου Λάρνακας και / ή ο Έπαρχος Λάρνακας και/ή εν πάση περιπτώσει όχι η Κατήγορος. Γ. Άνευ επηρεασμού των υπό των Α. και Β. ανωτέρω σημείων, η Ποινική Yπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τα επίδικα κατ' ισχυρισμό ποινικά αδικήματα, εφόσον η κατ' ισχυρισμό μη προηγούμενη εξασφάλιση άδειας και / ή έγκρισης και / ή συγκατάθεσης από τη Διαχειριστική Επιτροπή για κατ' ισχυρισμόν οικοδομικές και / ή άλλες εργασίες (ως οι λεπτομέρειες κατηγοριών), δεν είναι ποινικό αδίκημα και / ή δεν αφορά ποινικό αδίκημα γνωστό στο Κυπριακό Δίκαιο.». Κατά τη δικάσιμο ημερ. 14.9.2018, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου αρ. 1 υιοθέτησε εκ μέρους του πελάτη του, ο οποίος ήταν παρών στο Δικαστήριο, τις προδικαστικές ενστάσεις που είχε εγείρει η Κατηγορούμενη 2 στις 25.6.
- Κατ' ακολουθίαν, το Δικαστήριο όρισε τα προδικαστικά ζητήματα για ακρόαση στις 26.10.2018 με γραπτές αγορεύσεις. Προσήλθαν, πράγματι, έτοιμοι όλοι οι συνήγοροι για να αγορεύσουν. Οι γραπτές αγορεύσεις τους βρίσκονται κατατεθειμένες στο φάκελο του Δικαστηρίου. Όσα προφορικά επεσήμαναν ή διευκρίνισαν είναι αυτολεξεί καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 26.10.
- Είχα την ευκαιρία να διεξέλθω των εκατέρωθεν αγορεύσεων και παρατηρήσεων και εξηγώ πιο κάτω στο κείμενο της απόφασής μου, σε ποιο βαθμό αποδέχομαι ή απορρίπτω την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ «Α» - ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατήγορο Διαχειριστική Επιτροπή ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η προδικαστική ένσταση «Α», ως είναι ανωτέρω διατυπωμένη, δεν διασαφηνίζει πού εγκειται ή σε τί συνίσταται η ισχυριζόμενη πολλαπλότητα, με αποτέλεσμα η Κατήγορος να μην είναι σε θέση να απαντήσει πλήρως επί της εν λόγω ένστασης. Ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα της κατηγόρου σε δίκαιη δίκη, εάν και εφόσον το παρόν Δικαστήριο επιτρέψει να αποφασισθεί η προδικαστική ένσταση «Α» στη βάση οποιωνδήποτε εκ των υστέρων δοθέντων λόγων ή επεξηγήσεων διαμέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της Κατηγορουμένης
- Συγκεκριμένα, παραθέτω αυτούσια πιο κάτω όσα καταγράφει και στη γραπτή του αγόρευση, επί αυτού του σημείου, ο συνήγορος της Κατηγόρου (βλ. σελ. 2, παρα. 5 έως 8 της αγόρευσής του)꞉
- «Αναφορικά με την Α προδικαστική ένσταση, η οποία άπτεται δήθεν πολλαπλότητας ή/και διαζευκτικότητας των κατηγοριών και συνεπώς δήθεν ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι είναι γενική, αόριστη και δεν προσδιορίζει αλλά ούτε και εξηγεί ποια κατηγορία θεωρείται ότι είναι πολλαπλή ή διπλή ή διαζευκτική και για ποιο λόγο. Ως εκ τούτου, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι το Σεβαστό Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει στα πλαίσια των γενικών και αόριστων ισχυρισμών των κατηγορούμενων 1 και 2 καθ'ότι δεν έχουν θέσει το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζουν την εν λόγω προδικαστική ένσταση τους. Ούτε και εξειδικεύουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ποια είναι η ένσταση τους. Το μόνο στο οποίο προβαίνουν οι κατηγορούμενοι στην γραπτή του ένσταση αναφορικά με την Α' Προδικαστική Ένσταση τους είναι σε μια αόριστη, ασαφή αναφορά που περιέχει πληθώρα διαζευκτικών θέσεων. Πουθενά δεν υποδεικνύουν οτιδήποτε από το κατηγορητήριο, ούτε και έχουν συγκεκριμενοποιήσει το φερόμενο ως παράπονο τους.
- Ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι οι κατηγορούμενοι, ενόψει της κατάθεσης γραπτώς των ενστάσεων τους, εμποδίζονται και δεν δικαιούνται να τις συγκεκριμενοποιήσουν στο στάδιο των γραπτών αγορεύσεων τους. Οι γραπτές αγορεύσεις δεν προσθέτουν μαρτυρία αλλά σχολιάζουν επί των ήδη καταχωρημένων θέσεων ενός μέρους. Επομένως, οι κατηγορούμενοι με την εν λόγω γραπτή ένσταση τους η οποία ουδέν λέγει και ουδέν συγκεκριμενοποιεί, δεν έχουν υποδείξει ούτε που βρίσκεται η ισχυριζόμενη από τους ίδιους πολλαπλότητα ή διπλότητα ή διαζευκτικότητα ή ο επηρεασμός οποιουδήποτε δικαιώματος και ως εκ τούτου, η εξέταση της Α' Προδικαστικής Ένστασης δεν μπορεί να προχωρήσει βασιζόμενη σε γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των κατηγορουμένων.
- Είναι η θέση μας ότι δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι λόγοι οι οποίοι να δικαιολογούν την άσκηση της κρίσης του Σεβαστού Δικαστηρίου ούτως ώστε να αποφασίσει επί θεμάτων τα οποία άπτονται ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν είναι σε θέση, ευσεβάστως υποβάλλουμε, χωρίς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να εξηγήσουν πλήρως και λεπτομερώς επί ποιων κατηγοριών άπτονται και αφορούν οι ισχυρισμοί τους περί δήθεν διπλότητας ή πολλαπλότητας ή διαζευκτικότητας κατηγοριών και επί τη βάση ποιων γεγονότων επικαλούνται ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου.
- Ως εκ των ανωτέρω, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι η εν λόγω προδικαστική ένσταση έδει και πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη και κενή περιεχομένου.» Άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγόρου προχωρεί και τοποθετείται επί της προδικαστικής ένστασης «Α» της Κατηγορουμένης 2, λέγοντας τα εξής (βλ. σελ. 2 έως 4 της γραπτής αγόρευσης, παρα. 9 έως 18)꞉
- «Εν πάσει περιπτώσει και άνευ επηρεασμού της ανωτέρω θέσης της κατηγόρου, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι οι κατηγορίες που βρίσκονται στο επίδικο κατηγορητήριο δεν πάσχουν από διπλότητα ή διαζευκτικότητα ή ελαττωματικότητα και ως εκ τούτου δεν εγείρεται οποιοδήποτε θέμα ελαττωματικότητας ή απόρριψης του κατηγορητηρίου. Ούτε και επηρεάζεται οποιοδήποτε δικαίωμα των κατηγορούμενων. Οι κατηγορίες είναι επαρκείς, λεπτομερείς και συγκεκριμένες, παρέχονται λεπτομέρειες επί ενός εκάστης, οι κατηγορούμενοι γνωρίζουν πλήρως τι κατηγορίες αντιμετωπίζουν και μπορούν να απαντήσουν σε αυτές, να ετοιμάσουν την υπεράσπιση τους και να ασκήσουν όλα τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Επομένως, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι κανένα δικαίωμα των κατηγορούμενων δεν επηρεάζεται. [...]
- Στο υπό κρίση κατηγορητήριο, λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό της κάθε κατηγορίας, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι δεν υπάρχει καμία κατηγορία η οποία να αφορά περισσότερα από ένα αδικήματα, αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε κατηγορία η οποία να αφορά διαζευκτικά αδικήματα, πράξεις και παραλείψεις των κατηγορούμενων 1 και
- Αντιθέτως, όλες οι κατηγορίες αφορούν ένα και μόνο αδίκημα κάθε φορά και είναι σαφείς και λεπτομερείς ούτως ώστε οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνωρίζουν ακριβώς για ποια πράξη τους κατηγορούνται και σε τί αδίκημα συνίσταται η εν λόγω πράξη τους. Η οποιαδήποτε αναφορά ή ισχυρισμός των κατηγορούμενων 1 και 2 περί επηρεασμού της υπεράσπισης τους είναι αβάσιμος και ανυπόστατος. Οι κατηγορίες είναι ξεκάθαρες και σαφής και οι κατηγορούμενοι μπορούν να απαντήσουν σε αυτές χωρίς να επηρεάζονται οποιαδήποτε συνταγματικά ή άλλα δικαιώματα τους. Το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται στις εν λόγω κατηγορίες άπτεται της απόδειξης τους και προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή στο κατάλληλο στάδιο, ήτοι κατά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας.
- Η προσπάθεια των κατηγορούμενων 1 και 2 να ακυρώσουν ή παραμερίσουν το κατηγορητήριο ή τις κατηγορίες που βρίσκονται σε αυτό στη βάση πρόωρων, γενικών και αόριστων ισχυρισμών δεν βασίζεται επί νομικών αρχών ή υπόβαθρού και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται το εν λόγω αίτημα των κατηγορούμενων 1 και
- [...]». Έπειτα, ο συνήγορος της Κατηγόρου, εισηγείται ότι, και αν ακόμη το Δικαστήριο ήθελε διαπιστώσει ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα, τούτο δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα του κατηγορητηρίου. Ενδέχεται να μπορεί να θεραπευθεί με σχετική διαταγή για τροποποίηση του Κατηγορητηρίου. Παραθέτω αυτούσια τα όσα σημειώνει ο ευπαίδευτος συνήγορος꞉
- «Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τον κανόνα της διπλότητας κατηγοριών, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)στα Ελληνικά» του Δικαστή κ. Γεώργιου Μ. Πική, σελίδα 109: - «Σειρά μεταγενέστερων κυπριακών αποφάσεων υποστηρίζει ότι η διπλότητα ή πολλαπλότητα κατηγορίας δεν επιφέρει αναπόφευκτα ακύρωση της καταδίκης εκτός αν επηρέασε δυσμενώς την Υπεράσπιση, δημιουργώντας αβεβαιότητα ως προς την υπόθεση την οποία είχε να αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος».
- Ευσεβάστως υποβάλλουμε, ότι ουδένα στοιχείο ή μαρτυρία προσκομίστηκε από τους κατηγορούμενους 1 και 2 που να δεικνύει και να υποστηρίζει ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση τους ή ότι έχει δημιουργηθεί αβεβαιότητα ως προς την υπόθεση που έχουν να αντιμετωπίσουν. Αντιθέτως, οι κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2, εκ πρώτης όψεως και κρινόμενες μόνο από το λεκτικό τους, ως έχει νομολογηθεί, είναι σαφείς και ξεκάθαρες, δεν περιέχουν περισσότερα από ένα αδικήματα και ως εκ τούτου, ευσεβάστως υποβάλλουμε, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι σε θέση να υπερασπιστούν τα δικαιώματα τους γνωρίζοντας επακριβώς τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τίποτε δεν προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει διαφορετικά. Αντιθέτως, ενεργώντας κακόπιστα έθεσαν στο Δικαστήριο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και ενστάσεις.
- Εξάλλου, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι στις περιπτώσεις όπου δεν υπήρξε καταδίκη, ως η παρούσα υπόθεση, παρέχεται εξουσία βάσει των προνοιών του Άρθρου 83 του Κεφ.155, στο δικαστήριο να τροποποιήσει την κατηγορία σε οποιονδήποτε στάδιο της δίκης, καθώς και εξουσία κατά τη διάρκεια της δίκης να τροποποιήσει την κατηγορία είτε με υποκατάσταση είτε με τροποποίηση της κατηγορίας η οποία ενέχει το στοιχείο της πολλαπλότητας. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα απόρριψης του κατηγορητηρίου ως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι 1 και
- Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι η Α' προδικαστική ένσταση των κατηγορούμενων 1 και 2 θα πρέπει να απορριφθεί.». Το επίδικο κατηγορητήριο. Το επίδικο κατηγορητήριο περιλαμβάνει 48 κατηγορίες και όλες στρέφονται εναντίον και των δύο Κατηγορουμένων. Η νομική βάση και των 48 κατηγοριών είναι ταυτόσημη, δηλαδή όλες οι κατηγορίες βασίζονται στην ίδια ακριβώς νομική βάση. Υπενθυμίζω ότι από τις 48 αυτές οι κατηγορίες, οι πρώτες 8 έχουν διακοπεί, ως εκ τούτου θα εξετάσω τυχόν πολλαπλότητα όσον αφορά τις κατηγορίες αρ. 9 έως
- Προτού αναφερθώ στο πώς ανέπτυξε τις προδικαστικές της ενστάσεις η Κατηγορούμενη 2 στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της, κρίνω σκόπιμο, για χάριν ευχερέστερης παρακολούθησης του σκεπτικού της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, να παραθέσω πιο κάτω, ενδεικτικά, τις κατηγορίες αρ. 9, 17, 25, 26, 31, 44, ως φαίνονται επί του κατηγορητηρίου꞉ «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ένατη Κατηγορία Ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α-στ),
(2)(α-β), 9
(1)(β)(i-xvi), 10
(1)και
(2), 20
(1)(α)-(δ)
(2)(α - γ), 2A,
(3)(α) (β) (γ), (3Α),
(4),
(5)και
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, και των Κανονισμών αυτού όπως τροποποιήθηκε/καν από τους Νόμους 14/1959 έως και 202(Ι)/2002 ή/και μέχρι σήμερα, του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 20
(1)
(2)(α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ), άρθρο 21 (α) και (β) και άρθρο 87
(2)(α) (β)
(3)
(4)
(5)(α) (β) (γ) και
(6), άρθρα 38Α, 38Β, 38Γ, 38Δ, 38Ε, 38ΣΤ, 38Ζ, 38Η, 38Θ, 38Ι, 38ΙΑ, 38ΙΒ, 38ΙΓ, 38ΙΔ, 38ΙΕ, 38ΙΣΤ, 38ΙΖ, 38ΙΘ, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΓ, 38ΚΔ, 38ΚΕ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ, 38ΚΗ, 38ΚΘ, 38 Λ, 38ΛΑ, 38ΛΒ, 38ΛΓ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, άρθρα 41, 41, 43, 44, 45 - 48, του Περί Αυξήσεως Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87 και των άρθρων 20 (α) (β) (γ) (δ), 21, 22, 23, 24, 25 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πριν από μερικές ημέρες περί τις 2/3/2018 και έκτοτε μέχρι σήμερα στη Λάρνακα και συγκεκριμένα στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ» στη Λεωφόρος XXXXX και πλησίον της συμβολής αυτής με τη Λεωφόρο XXXXXX, στο κατάστημα αρ. XXXXX που αποτελεί γυράδικο - ταχυφαγείο, ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης το οποίο αυτή ενοικιάζει προς τον 1ο κατηγορούμενο και το οποίο βρίσκεται στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», αρ. εγγραφής 3/XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 41/570101, τεμάχιο XXX, κατάστημα αρ. XXX, μεσοπάτωμα αρ. XXX, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, Σκάλα που αποτελεί μέρος της πολυκατοικίας «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ» που έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 40/570101, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, παράνομα προβαίνουν σε ανέγερση οικοδομής, ήτοι ανεγείρουν και επεκτείνουν παράνομα την πρόσοψη του ρηθέντος καταστήματος κατασκευάζοντας ή προσθέτοντας στέγαστρο και συναφείς κατασκευές, προσθέτουν γυψοσανίδες ή και κατασκευάζουν στέγαστρο από υδατοστεγή πέργολα, δημιουργούν βεράντα ή χώρο εστίασης ή χώρο εστίασης εστιατορίου σε κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, χωρίς την έγκριση της κατήγορου Διαχειριστικής Επιτροπής και χωρίς άδεια οικοδομής και πολεοδομική άδεια από τις αρμόδιες αρχές, ήτοι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λάρνακας και χωρίς πολεοδομική άδεια από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Λάρνακας, κατά παράβαση του Νόμου. Δέκατη Έβδομη Κατηγορία Ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α-στ),
(2)(α-β), 9
(1)(β)(i-xvi), 10
(1)και
(2), 20
(1)(α)-(δ)
(2)(α - γ), 2A,
(3)(α) (β) (γ), (3Α),
(4),
(5)και
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, και των Κανονισμών αυτού όπως τροποποιήθηκε/καν από τους Νόμους 14/1959 έως και 202(Ι)/2002 ή/και μέχρι σήμερα, του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 20
(1)
(2)(α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ), άρθρο 21 (α) και (β) και άρθρο 87
(2)(α) (β)
(3)
(4)
(5)(α) (β) (γ) και
(6), άρθρα 38Α, 38Β, 38Γ, 38Δ, 38Ε, 38ΣΤ, 38Ζ, 38Η, 38Θ, 38Ι, 38ΙΑ, 38ΙΒ, 38ΙΓ, 38ΙΔ, 38ΙΕ, 38ΙΣΤ, 38ΙΖ, 38ΙΘ, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΓ, 38ΚΔ, 38ΚΕ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ, 38ΚΗ, 38ΚΘ, 38 Λ, 38ΛΑ, 38ΛΒ, 38ΛΓ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, άρθρα 41, 41, 43, 44, 45 - 48, και του Περί Αυξήσεως Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87 και των άρθρων 20 (α) (β) (γ) (δ), 21, 22, 23, 24, 25 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πριν από μερικές ημέρες περί τις 2/3/2018 και έκτοτε μέχρι σήμερα στη Λάρνακα στη Λάρνακα και συγκεκριμένα στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ» στη Λεωφόρος XXXXX και πλησίον της συμβολής αυτής με τη Λεωφόρο XXXXX, στο κατάστημα αρ. XX που αποτελεί γυράδικο - ταχυφαγείο, ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης το οποίο αυτή ενοικιάζει προς τον 1ο κατηγορούμενο και το οποίο βρίσκεται στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», αρ. εγγραφής 3/XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 41/570101, τεμάχιο XXX, κατάστημα αρ. XX, μεσοπάτωμα αρ. XX, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, Σκάλα που αποτελεί μέρος της πολυκατοικίας «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ» που έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 40/570101, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακα, ήτοι ανεγείρουν εξωτερικά του ρηθέντος καταστήματος επεκτάσεις, προσθηκομετατροπές, βεράντες, χώρο εστίασης, ανεγείρουν ή ανακαινίζουν ή τροποποιούν το εσωτερικό του ρηθέντος καταστήματος ή αλλάζουν χρήση αυτού και ανεγείρουν άλλες οικοδομές ή προβαίνουν σε άλλες οικοδομικές ή συναφείς εργασίες σε κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της πολυκατοικίας χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή ήτοι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λάρνακας και χωρίς πολεοδομική άδεια από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Λάρνακας, κατά παράβαση του Νόμου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Εικοστή Πέμπτη Κατηγορία Ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α-στ),
(2)(α-β), 9
(1)(β)(i-xvi), 10
(1)και
(2), 20
(1)(α)-(δ)
(2)(α - γ), 2A,
(3)(α) (β) (γ), (3Α),
(4),
(5)και
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, και των Κανονισμών αυτού όπως τροποποιήθηκε/καν από τους Νόμους 14/1959 έως και 202(Ι)/2002 ή/και μέχρι σήμερα, του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 20
(1)
(2)(α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ), άρθρο 21 (α) και (β) και άρθρο 87
(2)(α) (β)
(3)
(4)
(5)(α) (β) (γ) και
(6)και του Περί Αυξήσεως Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87, άρθρα 38Α, 38Β, 38Γ, 38Δ, 38Ε, 38ΣΤ, 38Ζ, 38Η, 38Θ, 38Ι, 38ΙΑ, 38ΙΒ, 38ΙΓ, 38ΙΔ, 38ΙΕ, 38ΙΣΤ, 38ΙΖ, 38ΙΘ, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΓ, 38ΚΔ, 38ΚΕ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ, 38ΚΗ, 38ΚΘ, 38 Λ, 38ΛΑ, 38ΛΒ, 38ΛΓ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, άρθρα 41, 41, 43, 44, 45 - 48 και των άρθρων 20 (α) (β) (γ) (δ), 21, 22, 23, 24, 25 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε άγνωστο προς τους κατήγορους χρόνο πριν το 2011 και έκτοτε μέχρι σήμερα, στο υποστατικό - κατάστημα αρ.8 το οποίο ενοικιάζει ο 1ος κατηγορούμενος από την 2η και το οποίο λειτουργούσε ή χρησιμοποιείτο ως γυράδικο - ταχυφαγείο «XXXXX», ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης το οποίο αυτή ενοικιάζει προς τον 1ο κατηγορούμενο και το οποίο βρίσκεται στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», αρ. εγγραφής 3/XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 41/570101, τεμάχιο XXX, κατάστημα αρ. XX, μεσοπάτωμα αρ. XX Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, Σκάλα που αποτελεί μέρος της πολυκατοικίας «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ» που έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 40/570101, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης, παράνομα και αυθαίρετα προέβησαν στην ανέγερση οικοδομής, ήτοι ανήγειραν εξωτερικά στην πρόσοψη του εν λόγω καταστήματος επί της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου και του εξωτερικού τοίχου της ρηθείσας Πολυκατοικίας και άνωθεν του εξωτερικού χώρου - πεζοδρομίου - χώρου διάβασης αυτής που οι χώροι είναι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι, παράνομες επεκτάσεις και προσθηκομετατροπές εμβαδού από μεταλλικές κατασκευές, σκέπαστρο, σίδερα, σιδερένιες κατασκευές, τσίγκους, επενδύσεις δαπέδου από κεραμικό ή πλακάκι και άλλα ευτελή υλικά και λειτουργούν το χώρο παράνομα ως χώρο εστίασης, χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως την άδεια ή συγκατάθεση της κατήγορου και χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν σε σχέση με αυτές άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση του Νόμου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Εικοστή Έκτη Κατηγορία Επίτρεψη ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α-στ),
(2)(α-β), 9
(1)(β)(i-xvi), 10
(1)και
(2), 20
(1)(α)-(δ)
(2)(α - γ), 2A,
(3)(α) (β) (γ), (3Α),
(4),
(5)και
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, και των Κανονισμών αυτού όπως τροποποιήθηκε/καν από τους Νόμους 14/1959 έως και 202(Ι)/2002 ή/και μέχρι σήμερα, του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 20
(1)
(2)(α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ), άρθρο 21 (α) και (β) και άρθρο 87
(2)(α) (β)
(3)
(4)
(5)(α) (β) (γ) και
(6), του Περί Αυξήσεως Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87, άρθρα 38Α, 38Β, 38Γ, 38Δ, 38Ε, 38ΣΤ, 38Ζ, 38Η, 38Θ, 38Ι, 38ΙΑ, 38ΙΒ, 38ΙΓ, 38ΙΔ, 38ΙΕ, 38ΙΣΤ, 38ΙΖ, 38ΙΘ, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΓ, 38ΚΔ, 38ΚΕ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ, 38ΚΗ, 38ΚΘ, 38 Λ, 38ΛΑ, 38ΛΒ, 38ΛΓ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, άρθρα 41, 41, 43, 44, 45 - 48 και των άρθρων 20 (α) (β) (γ) (δ), 21, 22, 23, 24, 25 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε άγνωστο προς τους κατήγορους χρόνο πριν το 2011 και έκτοτε μέχρι σήμερα, στο υποστατικό - κατάστημα αρ.XX το οποίο ενοικιάζει ο 1ος κατηγορούμενος από την 2η και το οποίο λειτουργούσε ή χρησιμοποιείτο ως γυράδικο - ταχυφαγείο «XXXXX», ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης το οποίο αυτή ενοικιάζει προς τον 1ο κατηγορούμενο και το οποίο βρίσκεται στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», αρ. εγγραφής 3/XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 41/570101, τεμάχιο XXX, κατάστημα αρ. XX, μεσοπάτωμα αρ. XX, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, Σκάλα που αποτελεί μέρος της πολυκατοικίας «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ» που έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο XXX, τμήμα XX, Φ./Σχ. 40/570101, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης, παράνομα επέτρεψαν την ανέγερση οικοδομής, ήτοι επέτρεψαν την ανέγερση εξωτερικά στην πρόσοψη του εν λόγω καταστήματος επί της Λεωφόρου XXXXX και του εξωτερικού τοίχου της ρηθείσας Πολυκατοικίας και άνωθεν του εξωτερικού χώρου - πεζοδρομίου - χώρου διάβασης αυτής που οι χώροι είναι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι, παράνομες επεκτάσεις και προσθηκομετατροπές εμβαδού από μεταλλικές κατασκευές, σκέπαστρο, σίδερα, σιδερένιες κατασκευές, τσίγκους, επενδύσεις δαπέδου από κεραμικό ή πλακάκι και άλλα ευτελή υλικά και λειτουργούν το χώρο παράνομα ως χώρο εστίασης, χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως την άδεια ή συγκατάθεση της κατήγορου και χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν σε σχέση με αυτές άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση του Νόμου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Τριακοστή Πρώτη Κατηγορία Κατοχή οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α-στ),
(2)(α-β), 9
(1)(β)(i-xvi), 10
(1)και
(2), 20
(1)(α)-(δ)
(2)(α - γ), 2A,
(3)(α) (β) (γ), (3Α),
(4),
(5)και
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, και των Κανονισμών αυτού όπως τροποποιήθηκε/καν από τους Νόμους 14/1959 έως και 202(Ι)/2002 ή/και μέχρι σήμερα, του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 20
(1)
(2)(α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ), άρθρο 21 (α) και (β) και άρθρο 87
(2)(α) (β)
(3)
(4)
(5)(α) (β) (γ) και
(6), του Περί Αυξήσεως Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87, άρθρα 38Α, 38Β, 38Γ, 38Δ, 38Ε, 38ΣΤ, 38Ζ, 38Η, 38Θ, 38Ι, 38ΙΑ, 38ΙΒ, 38ΙΓ, 38ΙΔ, 38ΙΕ, 38ΙΣΤ, 38ΙΖ, 38ΙΘ, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΓ, 38ΚΔ, 38ΚΕ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ, 38ΚΗ, 38ΚΘ, 38 Λ, 38ΛΑ, 38ΛΒ, 38ΛΓ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, άρθρα 41, 41, 43, 44, 45 - 48 και των άρθρων 20 (α) (β) (γ) (δ), 21, 22, 23, 24, 25 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε άγνωστο προς τους κατήγορους χρόνο πριν το 2011 και έκτοτε μέχρι σήμερα, στο υποστατικό - κατάστημα αρ.8 το οποίο ενοικιάζει ο 1ος κατηγορούμενος από την 2η και το οποίο λειτουργούσε ή χρησιμοποιείτο ως γυράδικο - ταχυφαγείο «XXXXX», ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης το οποίο αυτή ενοικιάζει προς τον 1ο κατηγορούμενο και το οποίο βρίσκεται στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», αρ. εγγραφής 3/XXX, τμήμα XX, Φ./Σχ. 41/570101, τεμάχιο XXX, κατάστημα αρ. XX, μεσοπάτωμα αρ. XX, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, Σκάλα που αποτελεί μέρος της πολυκατοικίας «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ» που έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο XXX, τμήμα XX, Φ./Σχ. 40/570101, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης, παράνομα κατέχουν οικοδομή την οποία παράνομα ανήγειραν εξωτερικά στο πεζοδρόμιο - χώρο διέλευσης της πρόσοψης του καταστήματος επί της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου που οι χώροι είναι κοινόχρηστοι και βάση των εγκεκριμένων σχεδίων και της άδειας οικοδομής θα έπρεπε να παρέμεναν ακάλυπτοι χωρίς καμιά κατασκευή ή προσθήκη ή επένδυση, εντούτοις οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παράνομα τους μετέτρεψαν και τους χρησιμοποιούν ως χώρο εστιατορίου και εστίασης, αφού παράνομα προέβησαν στο χώρο αυτό σε παράνομες επεκτάσεις και προσθηκομετατροπές από μεταλλικές κατασκευές, σκέπαστρο, σίδερα, σιδερένιες κατασκευές, τσίγκους, επενδύσεις δαπέδου από κεραμικό ή πλακάκι και άλλα ευτελή υλικά και λειτουργούν το χώρο παράνομα ως χώρο εστίασης, χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως την άδεια ή συγκατάθεση της κατήγορου και χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν σε σχέση με αυτές άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση του Νόμου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Σαρακοστή Τέταρτη Κατηγορία Μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α-στ),
(2)(α-β), 9
(1)(β)(i-xvi), 10
(1)και
(2), 20
(1)(α)-(δ)
(2)(α - γ), 2A,
(3)(α) (β) (γ), (3Α),
(4),
(5)και
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, και των Κανονισμών αυτού όπως τροποποιήθηκε/καν από τους Νόμους 14/1959 έως και 202(Ι)/2002 ή/και μέχρι σήμερα, του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 20
(1)
(2)(α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ), άρθρο 21 (α) και (β) και άρθρο 87
(2)(α) (β)
(3)
(4)
(5)(α) (β) (γ) και
(6), του Περί Αυξήσεως Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87, άρθρα 38Α, 38Β, 38Γ, 38Δ, 38Ε, 38ΣΤ, 38Ζ, 38Η, 38Θ, 38Ι, 38ΙΑ, 38ΙΒ, 38ΙΓ, 38ΙΔ, 38ΙΕ, 38ΙΣΤ, 38ΙΖ, 38ΙΘ, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΓ, 38ΚΔ, 38ΚΕ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ, 38ΚΗ, 38ΚΘ, 38 Λ, 38ΛΑ, 38ΛΒ, 38ΛΓ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, άρθρα 41, 41, 43, 44, 45 - 48 και των άρθρων 20 (α) (β) (γ) (δ), 21, 22, 23, 24, 25 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε άγνωστο προς τους κατήγορους χρόνο πριν το 2011 και έκτοτε μέχρι σήμερα, στο υποστατικό - κατάστημα αρ.8 το οποίο ενοικιάζει ο 1ος κατηγορούμενος από την 2η και το οποίο λειτουργούσε ή χρησιμοποιείτο ως γυράδικο - ταχυφαγείο «XXXXX», ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορούμενης το οποίο αυτή ενοικιάζει προς τον 1ο κατηγορούμενο και το οποίο βρίσκεται στην Πολυκατοικία «XXXXX ΣΕΝΤΕΡ», αρ. εγγραφής 3/XXX, τμήμα XX, Φ./Σχ. 41/570101, τεμάχιο XXX, κατάστημα αρ. XX, μεσοπάτωμα αρ. XX, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, Σκάλα που αποτελεί μέρος της πολυκατοικίας «ΑΚΑΜΙΑ ΣΕΝΤΕΡ» που έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο XXX, τμήμα 3, Φ./Σχ. 40/570101, Λάρνακα, Δήμος Λάρνακας, παράνομα μετέτρεψαν την εγκεκριμένη χρήση του ρηθέντος καταστήματος ανεγείροντας και εγκαταστήνοντας σε εξωτερικό τοίχο ή εξωτερικούς τοίχους της ρηθείσας πολυκατοικίας στο εσωτερικό αίθριο της εσωτερικής αυλής αυτής - χώροι που είναι κοινόχρηστοι και βάσει των εγκεκριμένων σχεδίων και της άδειας οικοδομής θα έπρεπε να παρέμεναν ακάλυπτοι χωρίς καμιά κατασκευή ή προσθήκη ή επένδυση, φουγάρο ή βιομηχανικού τύπου φουγάρου με μεταλλικό εξάρτημα και ύψος φουγάρου/βιομηχανικού φουγάρου άνω των 15 μέτρων, ως επίσης και μεγάλου κυλίνδρου υγραερίου και λέβιτα ή συναφούς μηχανήματος σε ισόγειο χώρο στάθμευσης - αυλής στην κοινόχρηστη και κοινόκτητη εσωτερική αυλή ή και αίθριο της ρηθείσας Πολυκατοικίας, για την εξυπηρέτηση του ρηθέντος καταστήματος - γυράδικου - ταχυφαγείου και βάσει των εγκεκριμένων σχεδίων και της άδειας οικοδομής δεν φαίνεται οποιαδήποτε κατασκευή φουγάρου ή κυλίνδρου υγραερίου ή λέβητα, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν την άδεια ή τη συγκατάθεση της κατηγόρου και χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν σε σχέση με αυτά άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση του Νόμου. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μετέτρεψαν και χρησιμοποιούν το χώρο αυτό ως βάση εγκατάστασης συστήματος φουγάρου ή βιομηχανικού φουγάρου και ως χώρο αποθήκευσης μεγάλης ποσότητας υγραερίου για εξυπηρέτηση του υποστατικού τους, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση του Νόμου.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Τί σημαίνει πολλαπλότητα. Γιατί δύναται να αποτελεί ελάττωμα του κατηγορητηρίου και πότε δύναται να εγερθεί η σχετική ένσταση. Σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, «η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με κατηγορητήριο που απαγγέλλεται εναντίον του προσώπου αυτού ενώπιον Δικαστηρίου». Σύμφωνα με το άρθρο 66 του ιδίου Νόμου - «Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο [ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο] για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου [ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο] και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 69 του ιδίου Νόμου, κατά το ίδιο στάδιο, δηλαδή μετά την ανάγνωση του κατηγορητηρίου στον Κατηγορούμενο αλλά προτού αυτός απαντήσει σε αυτό και όχι αργότερα, ο Κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβάλει τις ειδικές απαντήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του εν λόγω άρθρου. Το παραθέτω꞉ «69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα, (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα, (γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα.». Το τί συνιστά «τυπικό ελάττωμα», αποφασίζεται από το Δικαστήριο με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 39 του Κεφ. 155, το οποίο προσδιορίζει ποιος είναι ο επιτρεπτός τρόπος σύνταξης ενός κατηγορητηρίου. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Σάββας Σάββα ν Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ. 496 «Η υποχρέωση ενός κατηγορουμένου να εγείρει ένσταση στο κατηγορητήριο, πριν απαντήσει στην κατηγορία, σύμφωνα με το Άρθρο 66 του Κεφ. 155, υπάρχει αν το ελάττωμα είναι τυπικό.» Εάν όμως το ελάττωμα ήταν ουσιώδες, τότε ο κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα να ενστεί στο κατηγορητήριο ακόμη και στο στάδιο της αγόρευσής του για το εκ πρώτης όψεως της υπόθεσης. Η έννοια της «πολλαπλότητας» συσχετίζεται με την μη συμμόρφωση προς τις επιταγές του άρθρου 39(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 σε ό,τι αφορά τον τρόπο σύνταξης του Κατηγορητηρίου, το οποίο παραθέτω꞉ «39. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε κάθε κατηγορητήριο και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε Νόμο ή κανόνα πρακτικής, το κατηγορητήριο, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, δεν επιδέχεται ένσταση σε σχέση με τον τύπο ή το περιεχόμενο αυτού αν είναι συνταγμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού- (α) εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος». Συνεπώς, ο κανόνας είναι ότι θα πρέπει να περιγράφεται ένα αδίκημα μόνο σε έκαστη κατηγορία. Όχι πέραν του ενός αδικήματος. Έπεται ότι η πολλαπλότητα είναι ζήτημα τύπου και όχι μαρτυρίας (βλ. R. v. Greenfield 57 Cr. App. R. 849). Κατά κανόνα δεν χρειάζεται να αναζητηθεί οτιδήποτε πέραν του λεκτικού της ίδιας της κατηγορίας. Αποφασίζεται στην όψη του κατηγορητηρίου. Είναι αχρείαστος ο συσχετισμός του κατηγορητηρίου με τυχόν προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Για τούτο το λόγο είναι που δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο της Κατηγόρου, ότι ήταν ασαφής η προδικαστική ένσταση περί πολλαπλότητας, διότι δήθεν δεν διευκρινίστηκε από το συνήγορο της κατηγορούμενης 2 υπό ποία έννοια πάσχουν από πολλαπλότητα οι κατηγορίες. Αν δεν είναι οφθαλμοφανής η πολλαπλότητα στην όψη του κατηγορητηρίου, με αποτέλεσμα να χρειάζονται αναλυτικές επεξηγήσεις ή / και συσχετισμός με την προσκόμιση μαρτυρίας, τότε στην πραγματικότητα δεν υφίσταται «πολλαπλότητα» κατά την έννοια που την αναγνωρίζει η νομολογία. Εξάλλου, όπως ορθά αναγνώρισε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγόρου Διαχειριστικής Επιτροπής, παραπέμποντας στη γραπτή αγόρευσή του στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2008, σελίδα 1534, «Whether or not a count is bad for duplicity is decided by looking at its wording without reference to the prosecution evidence as disclosed by the committal documents». Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται να κοιτάξω πέραν του ιδίου του κατηγορητηρίου. Στην υπόθεση Σωτήρη Πετεινού ν. Αστυνομίας, Πoινική Έφεση αρ. 84/2016 (Απόφαση, ημερ. 3.04.2018) λέχθηκαν τα εξής: «Ο τρόπος σύνταξης του κατηγορητηρίου εν γένει, αλλά και ο διαχωρισμός των κατηγοριών με τρόπο που να μην αποδίδεται κατηγορία η οποία να εμπεριέχει περισσότερα του ενός αδικήματος (διπλότητα ή πολλαπλότητα των κατηγοριών) είναι άκρως σημαντικό θέμα αφού ακριβώς αφορά την αρχή ότι η υπεράσπιση πρέπει να γνωρίζει την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη. Αυτό δεν είναι θέμα τύπου αλλά ουσίας που αφορά και το δίκαιο της δίκης». Το θέμα της πολλαπλότητας («duplicity») μπορεί, σύμφωνα με τη νομολογία, να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, γιατί αν το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα, το πρόβλημα είναι ζωτικό και θεμελιώδες. Η διαπίστωση της ύπαρξης πολλαπλότητας, δεν οδηγεί αφ' εαυτής στην ακυρότητα των κατηγοριών (Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, 116). Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus, σελ.103 αναφέρονται τα εξής: «Ο κανόνας κατά της διπλότητας ή πολλαπλότητας κατηγοριών έχει χαρακτηριστεί ως στοιχειώδης μη συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του οποίου καθιστά την κατηγορία ελαττωματική, δυνάμενη να οδηγήσει σε ακύρωση καταδίκης, όπου η Υπεράσπιση επηρεάστηκε δυσμενώς εκ του γεγονότος.» Είναι σαφές από τη νομολογία, ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο πρέπει να παραπλανείται κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του, εξαιτίας της πολλαπλότητας, για να μπορεί αυτή να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Η υπόθεση Ομήρου Όμηρος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588 αφορούσε την ακόλουθη κατηγορία, της οποία η νομική βάση περιελάβανε διάφορα ποινικά αδικήματα: «Η έκθεση αδικήματος στο κατηγορητήριο καθορίζει την πρώτη ως "Επηρεασμός μάρτυρα σε ποινική διαδικασία κατά παράβαση των Άρθρων 118, 121(β) και 122 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154"». Στην απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πιο πάνω κατηγορία έπασχε από πολλαπλότητα, ως ακολούθως: «Η πρώτη κατηγορία έπασχε, εξ ορισμού θα λέγαμε, από πολλαπλότητα. Απέδιδε στον εφεσείοντα τη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση των τριών άρθρων που σημειώσαμε στην αρχή και το κάθε ένα από αυτά δημιουργεί ξεχωριστό αδίκημα. [...] Δεν είναι ορθό πως οι λεπτομέρειες είχαν τέτοια μονολιθικότητα για να δικαιολογείται να εξετάσουμε θέμα όπως το τεθέν. Ο εφεσείων φερόταν να προσπάθησε μεταξύ άλλων, "να επηρεάσει" την παραπονούμενη, ενέργεια που δεν εμφανίζεται ως συστατικό στο άρθρο 121(β) αλλά, αντίθετα, ως δυνητικός στόχος στην περίπτωση του άρθρου 118 αλλά και του άρθρου 122(β). Παρεμβάλλουμε πως η πρώτη κατηγορία φέρει τον εφεσείοντα να έχει διαπράξει αδίκημα και κατά παράβαση του άρθρου 122 γενικά, ενώ οι δυο παράγραφοι του άρθρου δημιουργούν δυο αδικήματα. Μάλιστα, το άρθρο 122 (α) αναφέρεται και σε ενέργεια που είναι δυνατόν να αποτρέψει μάρτυρα, και εμφανίζεται και αυτό το ρήμα στις λεπτομέρειες του αδικήματος, σύμφωνα με τις οποίες ο εφεσείων "προσπάθησε να μεταπείσει, αποτρέψει και επηρεάσει" την παραπονούμενη». Επιπλέον, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι: «Όσα προτάθηκαν ως ενδεικτικά μή δυσμενούς επηρεασμού του εφεσείοντα δεν ευσταθούν, η πρώτη κατηγορία έπασχε θεμελιωδώς και δεν μπορούμε να δούμε οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε θετική διαπίστωση πως, παρά τα ριζικά ελαττώματα που υπήρχαν, θα ήταν δυνατό να επικυρωθεί η καταδίκη με το αιτιολογικό ότι ο εφεσείοντας δεν επηρεάστηκε δυσμενώς. Πολύ λιγότερο αν έχουμε υπόψη και την προσέγγιση του ζητήματος από την πρωτόδικο δικαστή. Είδε η πρωτόδικος δικαστής πως η πρώτη κατηγορία αφορούσε σε πλείονα αδικήματα, καταγράφει τα άρθρα, δεν στρέφει την προσοχή της προς το ελάττωμα και εξετάζει αν στοιχειοθετήθηκαν, κάθε ένα ξεχωριστά. Και αυτό, όμως, κατά τρόπο ατελή και με σύμμειξη του ενός με το άλλο. Ενώ ασχολείτο με ένα από τα συστατικά του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 118 αφήνει το θέμα εκεί εξηγώντας πως εκείνη η σκέψη της οδηγούσε στο επόμενο άρθρο. [...] Καταλήγουμε ότι η καταδίκη του εφεσείοντα στην πρώτη κατηγορία πρέπει να παραμεριστεί». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σωτήρη Πετεινού ν. Αστυνομίας, Πoινική ΄Εφεση αρ. 84/2016, ημερομηνίας 03.04.2018, διαπιστώθηκε ότι η νομική βάση της κατηγορίας: «ήταν ιδιαίτερα ευρεία, ωστόσο το επίδικο άρθρο που απασχόλησε και πρωτοδίκως υπήρξε ο Κανονισμός 3
(2)των περί Προδιαγραφών Ιδρύσεως και Λειτουργίας Φαρμακείων Κανονισμών ΚΔΠ 281/2000. Μέρος της νομικής βάσης ήταν και τα άρθρα 2, 4, 4Α, 9, 9Β, 31 και 43 του περί Φαρμακευτικού και Δηλητηρίων Νόμου, Κεφ.254..» Ο πρώτος λόγος έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που τέθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς εξέταση στην πιο πάνω υπόθεση, είχε ως εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ή/και αναιτιολόγητα ή/και πεπλανημένα κατέληξε στο ότι ο Περί Προδιαγραφών, Ιδρύσεως και Λειτουργίας Φαρμακείων Κανονισμοί του 2000 (ΚΔΠ 281/2000) ή/και ο Περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμος, Κεφ.254 προνοούν ή/και δημιουργούν αδίκημα για τη «λειτουργία φαρμακείου». Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου για λανθασμένη καταδίκη και της ευρείας αιτιολογίας του, ο εφεσείων θέτει και ζήτημα πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου, πολλαπλότητα που οδήγησε σε αμφιβολία για το ποιο αδίκημα κατηγορείται ο εφεσείων..» Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο τον εν λόγω λόγο έφεσης αποφάσισε ως ακολούθως: «Αναφορικά με την εξέταση του 1ου λόγου έφεσης, το πρωταρχικό που πρέπει να εξετασθεί είναι το θέμα που αφορά την ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου, το οποίο είχε τεθεί και πρωτοδίκως. Είναι γεγονός πως προκύπτει εν γένει ασάφεια από το κατηγορητήριο για το ποιο αδίκημα κατηγορείται ο εφεσείων. Εκτός του Κ3
(2)ανωτέρω που δημιουργεί αδίκημα σε συνάρτηση με το άθρ.43 του Κεφ.254 αναφορικά με τη διεύθυνση φαρμακείου από φαρμακοποιό, (και όχι ως προς τη λειτουργία φαρμακείου ως οι λεπτομέρειες αδικήματος), το κατηγορητήριο περιλάμβανε και τα αθρ.4 και 4Α του Κεφ.254 και με αυτό τον τρόπο περιέχει 6 άλλα αδικήματα, ως εξής:
- Διεξαγωγή επιχείρησης φαρμακοποιού ακόμη από μη εγγεγραμμένο φαρμακοποιό.
- Ετοιμασία, ανάμειξη, σύνθεση και παρασκευή φαρμάκου ή προμήθεια δηλητηρίου χωρίς την επίβλεψη φαρμακοποιού
- ΄Εκθεση ατόμου ως εγγεγραμμένου φαρμακοποιού χωρίς την κατοχή αντίστοιχου τίτλου». (Δυνάμει του άρθρου 4 ως άνω)
- Εκτέλεση συνταγής από μη φαρμακοποιό σε εγγεγραμμένο φαρμακείο.
- Πώληση φαρμάκου από μη φαρμακοποιό σε εγγεγραμμένο φαρμακείο.
- Προμήθεια φαρμάκου από μη φαρμακοποιό σε εγγεγραμμένο φαρμακείο». (Δυνάμει του άρθρου 4Α ως άνω) Προκύπτει σαφώς πως η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να κατηγορήσει τον εφεσείοντα θέτοντας στη νομική βάση του κατηγορητηρίου αυτό το ευρύ φάσμα άρθρων που θα οδηγούσε σε 6 και πλέον διαφορετικά αδικήματα, ενώ οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν συνήδαν με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω. Θεωρούμε ότι εγείρεται σοβαρό θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου ως προς την ίδια την περιγραφή αδικήματος, αλλά και πολλαπλότητας αυτού, αφού οι πολλαπλοί λόγοι τέλεσης αδικήματος a priori δημιουργούσαν πρόσθετο πρόβλημα στο κατηγορητήριο. Σημειώνεται ότι η κατηγορούσα αρχή ουδέποτε προσπάθησε να διορθώσει το κατηγορητήριο με αποτέλεσμα η βλάβη στην υπεράσπιση να είναι έκδηλη». Εφαρμογή των ως άνω νομολογηθέντων στο υπό κρίση κατηγορητήριο. Παρά το ότι η γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης 2 ήταν εκτενής, εντούτοις αναδύονται απλά και εύκολα στην όψη του κατηγορητηρίου, όσα αυτός περιγράφει ως πασιφανή και οφθαλμοφανή ελαττώματα στη σύνταξη των κατηγοριών. Κάθε Έκθεση Αδικήματος φέρει την ίδια ακριβώς νομική βάση, παρά το ότι το ότι κατ ισχυρισμόν η κάθε κατηγορία περιγράφει διαφορετικό αδίκημα. Πολλαπλά άρθρα, που θεσπίζουν διαφορετικά αδικήματα σε έκαστο εδάφιό τους, πολλαπλών νομοθεσιών, επαναλαμβάνονται σε κάθε κατηγορία χωρίς εξειδίκευση της παραγράφου ή του εδαφίου ή εκείνου του ενός άρθρου που θεσπίζει το αδίκημα για το οποίοι οι Κατηγορούμενοι καλούνται να απαντήσουν.. Έχει δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος να εντοπίζει ότι (βλ. σελ. 15 έως 17 της γραπτής του αγόρευσης)꞉ Α. Τα υπό κρίση νομοθετήματα [βλ. περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, Κεφ. 96, περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμος του 1972, περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, Ποινικός Κώδικας Κεφ. 154] και τα σχετικά άρθρα αυτών, που βρίσκονται σε κάθε μια από τις κατηγορίες, δημιουργούν στην ουσία δεκατρία
(13)διαφορετικά αδικήματα και ως εκ τούτου δεν εγείρεται θέμα διάπραξης ενός αδικήματος με διαφορετικούς τρόπους. Β. Τα εν λόγω δεκατρία αδικήματα, ως ανωτέρω έχουν επεξηγηθεί [επεξηγούνται τα αδικήματα που δημιουργεί κάθε άρθρο των πιο πάνω νομοθεσιών μέσα στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της κατηγορουμένης 2, αλλά το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να επαναλάβει την εν λόγω ανάλυση], έχουν διαφορετικά συστατικά στοιχεία και ερμηνεύονται αυτοτελώς στα εν λόγω νομοθετήματα. Γ. Η συμπερίληψη των άρθρων 21 έως και 24 του Ποινικού Κώδικα στην νομική βάση των κατηγοριών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στις Λεπτομέρειες των Κατηγοριών δεν είναι ξεκάθαρο ποια είναι η συμμετοχή και / ή συνέργια και / ή συμβουλή και / ή βοήθεια καθενός από τους κατηγορούμενους, προκαλεί περισσότερη σύγχυση για το τί οι Κατηγορούμενοι θα αντιμετωπίσουν με τις επίδικες κατηγορίες, ώστε να δύνανται να ετοιμάσουν την υπεράσπιση τους. Δεν ξεχωρίζει ποιος εκ των Κατηγορουμένων 1 και 2 είναι αυτουργός και ποιος συνεργός. Περαιτέρω, απλή ανάγνωση του κατηγορητηρίου φανερώνει ότι υπάρχει επανάληψη των κατ' ισχυρισμό αξιόποινων πράξεων σε πολλές κατηγορίες, με τρόπο που προκαλείται περισσότερη σύγχυση στους κατηγορούμενους. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούμενης 2 ότι σύγχυση δημιουργείται ως εκ των ακόλουθων στοιχείων: · Η «Έκθεση Αδικήματος» της Κατηγορίας 25 είναι η ίδια με την «Έκθεση Αδικήματος» της Κατηγορίας
- Ό,τι διαφέρει είναι μόνο ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων στις Λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου. Και πάλιν όμως, το κατηγορητήριο δημιουργεί σύγχυση αφού, η Κατηγορία 25 εμφανίζεται να αφορά σε «άγνωστο .χρόνο πριν το 2011 και έκτοτε μέχρι σήμερα», η δε Κατηγορία 17 αφορά σε χρόνο «πριν από λίγες ημέρες περί τις 2/3/2018 και έκτοτε μέχρι σήμερα». Συνεπώς, οι Λεπτομέρειες της Κατηγορίας 25 φαίνεται να περιγράφουν κατ' ισχυρισμό αξιόποινες πράξεις που επικαλύπτονται χρονικά από τις Λεπτομέρειες της Κατηγορίας
- · Αντίστοιχο, ελάττωμα φαίνεται να παρουσιάζεται σε σχέση με τις ακόλουθες Κατηγορίες: Ι. Οι Κατηγορίες 26 μέχρι και 32 καλύπτουν τις Κατηγορίες 18 μέχρι και 24 αντίστοιχα, ΙΙ. Οι Κατηγορίες 33 μέχρι και 40 καλύπτουν τις Κατηγορίες 25 μέχρι και 32 αντίστοιχα, ΙΙΙ. Οι Κατηγορίες 41 μέχρι και 48 καλύπτουν τις Κατηγορίες 33 μέχρι και 40 αντίστοιχα. Λόγω της πιο πάνω παρατηρηθείσας πολλαπλότητας όλων των επίδικων κατηγοριών ως ανωτέρω, δικαιολογημένα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αισθάνονται ότι βρίσκονται υπό το καθεστώς σύγχυσης και ουσιώδους παραπλάνησης ως προς το τι αντιμετωπίζουν ή θα αντιμετωπίσουν, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους αποτελεσματικά και δίκαια. Κρίνω πως η εντοπισθείσα πολλαπλότητα είναι τόσο ευρεία και θεμελιακή που καθιστά εκαττωματικά στη ρίζα και στην ολότητά του το κατηγορητήριο. Τυχόν έκδοση διαταγής για τροποποίηση του κατηγορητηρίου σε αυτό το στάδιο, θα οδηγούσε ουσιαστικά σε πλήρη αντικατάστασή του με νέο κατηγορητήριο. Ούτε είναι η περίπτωση που θα διασώζετο το δικαίωμα των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε δίκαιη δίκη με το να ζητήσουν οι ίδιοι περιατέρω λεπτομέριες ή με το να διατάξω να παραδοθεί στους Κατηγορούμενους 1 και 2 από την Κατήγορο το ζητηθέν από καιρό μαρτυρικό υλικό που η ίδια έχει στην κατοχή της για να αποδείξει τις κατηγορίες, όταν αυτές πάσχουν από τόσο εκτενή πολλαπλότητα .(βλ. Ιωάννης Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Η προδικαστική ένσταση «Α» επιτυγχάνει. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι είναι δίκαιο να κηρύξω άκυρο κάθε μία κατηγορία επί του κατηγορητηρίου (αρ. 9 έως 48), λόγω ουσιώδους ελαττωματικότητας, η οποία έγκειται σε πολλαπλότητα. Για χάριν πληρότητας και μόνον, εξετάζω πιο κάτω τις άλλες δύο προδικαστικές ενστάσεις. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ «Β» - ΜΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙ ΩΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ (LACK OF LOCUS STANDI). Ο συνήγορος της Διαχειριστικής Επιτροπής εισηγείται ότι αυτή δύναται να ασκεί εξ ονόματός της ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, διότι η ίδια αποτελεί πρόσωπο άμεσα επηρεαζόμενο από τις πράξεις των Κατηγορουμένων 1και
- Παραθέτω αυτούσια όσα εισηγείται ο συνήγορος της Κατηγόρου (βλ. σελ. 4 της γραπτής αγόρευσης (παρα. 19 και 20)꞉
- «Αναφορικά με τον ισχυρισμό των κατηγορούμενων ότι δήθεν η παρούσα διαδικασία δεν ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις ή ότι η κατήγορος δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα διαδικασία ή ότι η κατήγορος δεν έχει το απαραίτητο locus standi ή ότι η παρούσα ποινική διαδικασία θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί από την αρμόδια αρχή ήτοι από το Δήμο Λάρνακας ή τον Έπαρχο Λάρνακας, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι αυτή δεν ισχύει και θα πρέπει να απορριφθεί. Εις απάντηση της εν λόγω Β' προδικαστικής ένστασης, αναφέρουμε ότι η κατήγορος για ό,τι αδικήματα παρατίθενται στο κατηγορητήριο είναι το άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα επηρεάζονται. Ως αυτό το πρόσωπο λοιπόν η κατήγορος δικαιούται να εγείρει ιδιωτική ποινική υπόθεση για την επιβολή του Νόμου (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου - Κεφ. 96), ως επίσης και προς προστασία της κοινόκτητης περιουσίας της πολυκατοικίας που έχει τεθεί εν κινδύνω από τις πράξεις των κατηγορουμένων 1 και
- Το Κεφάλαιο 96 - ο Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος, δεν αποκλείει την κατήγορο, ως το άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο, από του να αξιώσει δικαστική προστασία και την επιβολή του Νόμου μέσω ποινικής διαδικασίας. Η θέση της κατηγόρου για το ανωτέρω θέμα επιβεβαιώνεται δεσμευτικά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην αυθεντία Panayiotis Ttofinis v. Loizos Theocharides and another,
(1983)2 C.L.R. 363, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε αυτό ακριβώς το θέμα, ήτοι την εμβέλεια του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου - Κεφαλαίου 96 και το κατά πόσον ο εν λόγω Νόμος μπορούσε να τύχει επίκλησης αποκλειστικά και μόνο από την κατά τόπον αρμόδια αρχή (εν προκειμένω στην υπόθεση εκείνη από το Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγίας Νάπας) η οποία να ασκούσε τη σχετική ποινική δίωξη εναντίον του παρανομούντα ή κατά πόσον ο ρηθείς Νόμος μπορούσε να τύχει επίκλησης από ιδιώτη - πολίτη του οποίου τα δικαιώματα του επηρεάζονταν ή τύγχαναν σφετερισμού από τον παρανομούντα και κατά πόσον ο εν λόγω ιδιώτης μπορούσε να καταχωρούσε σχετική ποινική δίωξη.». Επισημαίνω ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση φαίνεται να απασχόλησε και τον αδελφό μου Δικαστή Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. στο πλαίσιο ενδιάμεσης απόφασης που έδωσε στις 13.8.2018 αναφορικά με την αίτηση της Κατηγόρου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ο ίδιος αντιμετώπισε την προδικαστική ένστασης ως εξής (βλ. σελ. 22 της απόφασής του)꞉ «Όσον αφορά το αν νομιμοποιείται ή όχι η Κατηγορούσα Αρχή να καταχωρεί την παρούσα υπόθεση, σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο, είμαι ικανοποιημένος ότι με τις γενικές εξουσίες και καθήκοντα που έχει η προβλεπόμενη στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 Διαχειριστική Επιτροπή, μπορώ να εξετάσω την Αίτηση, αφήνοντας όμως ανοκτό το ενδεχόμενο να είναι διαφορετική η κατάληξη του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Στην νομοθεσία προβλέπονται τα ακόλουθα [...]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Το παρόν Δικαστήριο, ως πρωτόδικο Δικαστήριο, δε δύναται να ασκήσει αναθεωρητικό έλεγχο σε απόφαση άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου. Σχετικές μεταξύ άλλων, η Ελπίδα Ματθαίου ν. 1. Παντελίτσας Σολωμόντος κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 1201, καθώς η απόφαση ημερ. 3 Μαρτίου, 2010 στην Πολιτική Αίτηση αρ. 81/2009 Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Νικόλα Σιδέρη κ.α. για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Τύπου CERTIORARI
(2010)1 Α.Α.Δ. 286. . Αρκεί να επισημάνω, εφόσον εγείρεται ενώπιον μου η ίδια ένσταση προδικαστικά ως αφορώσα στην εγκυρότητα του κατηγορητηρίου, ότι συμφωνώ με τη θέση που διατύπωσε ο αδελφός Δικαστής Ξ. Ξενοφώντος στην προμνησθείσα απόφασή του, ότι η νομιμοποίηση της Διαχειριστικής Επιτροπής να ενεργήσει ως Κατήγορος αποτελεί ζήτημα «ουσίας» το οποίο θα πρέπει να κριθεί κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Δεν αποτελεί απλώς ζήτημα τύπου. Παραπέμπω, συναφώς, στην απόφαση της Έντιμης Δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σταματίου, Δ., ημερ. 5.7.2017, Πολιτική Αίτηση 98/2017, Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Βιολάρη κ.α για παραχώρηση άδειας καταχώρησης αίτησης εντάλματος Certiorari. Το πρωτόδικο επαρχιακό Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ηγέρθηκε το ερώτημα κατά πόσο ενυπάρχει δικαίωμα προώθησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης από το συγκεκριμένο ιδιώτη κατήγορο, θεώρησε ότι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι υπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του παραπονουμένου, κάτι το οποίο αποτελεί ζήτημα πραγματικό και, ως τέτοιο, δεν μπορεί να αποφασιστεί πριν η πλευρά της κατηγορούσας αρχής ολοκληρώσει την παρουσίαση της υπόθεσής της. Θεωρώντας, λοιπόν, την έγερση του ζητήματος ως πρόωρη, απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης. Η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έδωσε άδεια καταχώρισης αίτησης για Certiorary κατά του εν λόγω σκέλους της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Απεναντίας, παρατήρησε τα εξής꞉ «Στην υπόθεση Ttofinis ν. Theocharides
(1983)2 CLR 363 αναγνωρίστηκε το δικαίωμα έγερσης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης για παραβιάσεις του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, στις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του παραπονουμένου. Το Εφετείο διευκρίνισε ότι το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική διαδικασία, πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικά μας δικαιϊκό σύστημα με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια του Συντάγματος η οποία να εξουδετερώνει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική διαδικασία. Στην απόφαση υιοθετούνται τα αναφερθέντα από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Couriet v. Union of Post Office Workers and Others [1977] 3 All ER 70. Παράλληλα, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο διατηρεί σύμφυτη εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία με στόχο να αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Το δικαίωμα του πολίτη όπως διατυπώθηκε στην Ttofinis, πιο πάνω, να προβεί σε ποινική διώξη επιβεβαιώθηκε από την πλειοψηφία στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύψωνα
(2013)2 ΑΑΔ 22, Νεόφυτος Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου ECLI:CY:AD:2014:B917, Ποιν. Έφ. 194/13 ημερ. 2.12.2014, Άννας Γιαννή κ.ά. ν. Chrigesa Constructions & Developments Ltd κ.ά. ECLI:CY:AD:2017:B127, Ποιν. Έφ. 110/2015 ημερ. 5.4.2017 και Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρας Μακρή Ποιν. Έφ. 287/2015). Με βάση τα γεγονότα της αίτησης και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, όπου η ακροαματική διαδικασία είναι σε εξέλιξη, δεν έχει συμπληρωθεί η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και, ενδεχομένως, οι θέσεις να μην έχουν αποκρυσταλλωθεί, δεν θεωρώ ότι υπάρχει υπόβαθρο για παρέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη μορφή προνομιακού εντάλματος.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Υπό το φως της ανωτέρω τοποθέτησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση 98/2017, θεωρώ πρόωρο να αποφασίσω στο παρόν στάδιο της δίκης, επί της προδικαστικής ένστασης «Β», ήτοι κατά πόσον η Διαχειριστική Επιτροπή νομιμοποιείται ως ιδιώτης να εγείρει την υπό κρίση ποινική δίωξη. Το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να κριθεί, όταν και εφόσον η Κατηγορούσα αρχή περάτωνε την υπόθεσή της από απόψεως μαρτυρίας. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ «Γ» - ΟΤΙ ΣΤΗΝ ΟΨΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΓΝΩΣΤΟ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ. Οφείλω να παρατηρήσω ότι ο συνήγορος της Κατηγόρου δεν απαντά επακριβώς στο σημείο στο οποίο αφορά η ένσταση «Γ». Ο συνήγορος της Κατηγόρου εξετάζει ένα άλλο θέμα που, κατά την κρίση μου, δεν αναφύεται στο πλαίσιο της προδικαστικής ένστασης «Γ». Συγκεκριμένα, όπως αποκαλύπτουν οι παρα. 24 και 26 της γραπτής αγόρευσής του, ο συνήγορος της κατηγόρου, θεωρεί ότι η εν λόγω προδικαστική ένσταση αναφέται στο «ότι δήθεν η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, ήτοι η κατήγορος, δεν έχει την απαραίτητη δικαιοδοσία, καθότι δήθεν ενεργεί χωρίς εξουσιοδότηση» ή/και σε αμφισβήτηση του αν η διαχειριστική επιτροπή είναι νομίμως και δεόντως συσταθείσα διαχειριστική επιτροπή. Το θέμα της νομιμότητας της σύστασης της Διαχειριστικής Επιτροπής ως οργάνου, καθώς επίσης το θέμα της κατοχής, ή μη, εξουσιοδότησης από τους υπόλοιπους κυρίους της κοινόκτητης οικοδομής να ενεργήσει ως κατήγορος ή/και ως αιτήτρια, είχε ηγερθεί από την πλευρά της Κατηγορουμένης 2 στο στάδιο που η Διαχειριστική Επιτροπή αξίωνε προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης της διενέργειας οποιασδήποτε μετατροπής ή προσθήκης στην επίδικη οικοδομή. Η εν λόγω ένσταση εκδικάσθηκε από τον αδελφό Δικαστή κ. Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ., ο οποίος, χωρίς να διαμορφώσει τελικά συμπεράσματα επί του θέματος, επεσήμανε στην ενδιάμεση απόφασή του, ημερ.13.8.2018, στις σελ. 20 - 21, τα εξής꞉ «Οι Καθ'ων η αίτηση αμφισβητούν κατά τρόπο γενικό τη συγκρότηση της Αιτήτριας - κατηγορούσας Αρχής. Επισημαίνει δε η Καθ' ης η αίτηση 2 ότι εγείρονται αμφιβολίες από την ταχύτητα με την οποία καταχωρήθηκε η Αίτηση ως προς το εάν είναι εξουσιοδοτημένος ο κ. Α. Νικολάου και ως προς το εάν έχει ληφθεί η σχετική απόφαση. Θεωρώ ότι για σκοπούς καταχώρησης της ενδιάμεσης αίτησης, δεν χρήζει κάτι περαιτέρω από τα όσα αναφέρονται υπό μορφή θετικών ισχυρισμών στην Ένορκη Δήλωση του κ. Α. Νικολάου. Δεν παραβλέπω επίσης ότι και οι 2 κατηγορούμενοι ήταν λήπτες επιστολής από την Κατηγορούσα Αρχή (Τεκμήριο 5) και δεν υπάρχει μαρτυρία ή ισχυρισμός ότι αμφισβήτησαν τη σύσταση ή τη συγκρότησή της.». Παρατηρώ, ότι με τον τρόπο που είναι διατυπωμένες οι προδικαστικές ενστάσεις της Κατηγορούμενης 2, δεν φαίνεται αυτή να επανέρχεται με ενστάσεις οι οποίες να άπτονται της νομιμοτητας της συγκρότησής της ή του υπαρκτού νόμιμης εξουσιοδότησης προς αυτήν για να εγείρει την ποινική δίωξη. Εάν εγείρονταν τέτοια ζητήματα, θα εξέταζα σε ποιο βαθμό αυτά άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και σε ποιο βαθμό αποτελούν όντως διαδικαστικές ενστάσεις που να επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου και οι οποίες χωρούν εξέτασης πριν την περάτωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. συναφώς την απόφαση, ημερ. 29.11.2017, του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τ. Οικονόμου, στην Πολιτική Αίτηση 166/2017 Αναφορικά με την Αίτηση των ΣΤΑΥΔΗΚΟ ΛΤΔ). Απεναντίας, με κάθε σεβασμό προς το πρόσωπο του ευπαιδεύτου συνηγόρου, το αντικείμενο της προδικαστικής ένστασης «Γ» στο παρόν στάδιο της δίκης είναι άλλο. Αυτό που η Κατηγορούμενη 2 καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει είναι αν το ίδιο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. Εισηγείται πως δεν υπάρχει στο κατηγορητήριο αδίκημα γνωστό στο νόμο και ότι άρα δεν υπάρχει αντικείμενο προς εκδίκαση. Αυτό, επομένως, που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι κατά πόσον στην Έκθεση του Αδικήματος, στην όψη του κατηγορητηρίου, υπάρχει νομοθετική διάταξη η οποία, αφενός, να υποχρεώνει τον κύριο μιας μονάδας σε κοινόκτητη οικοδομή να λαμβάνει την άδεια της Διαχειριστικής Επιτροπής προτού αυτός προβεί σε οποιαδήποτε μεταροπή, προσθήκη ή επιδιόρθωση στη μονάδα του και, αφετέρου, να καθιστά αδίκημα την διενέργεια οποιασδήποτε μετατροπής, προσθήκης ή επιδιόρθωσης μονάδας σε κοινόκτητη οικοδομή χωρίς την εξασφάλιση εκ των προτέρων άδειας από τη Διαχειριστική Επιτροπή. Αυτό είναι, εν προκειμένω, το προδικαστικό ζήτημα που θα εξετάσω. Παραπέμπω συναφώς στα όσα επεσήμανε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Ν. Γιασεμής, στην απόφαση ημερ. 6.12.2017 στην Πολιτική Αίτηση 69/2017, Αναφορικά με την αίτηση των 1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια εταιρεία Λτδ., 2. Ανδρέα Αρτέμη, Γεώργιου Γεωργιάδη και Κώστα Σεβέρη. Οι Αιτητές μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, αντιμετώπιζαν, είτε σε ομάδες είτε όλοι μαζί, τις πρώτες κατηγορίες για «Χειραγώγηση της αγοράς, κατά παράβαση των άρθρων 19 και 23
(3)του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμου του 2005 (116(Ι)/2005) και του άρθρου 4(δ)(iv) της οδηγίας 3/2005, Κ.Δ.Π. 445/2005 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.» Ενώπιον του Κακουργοδικείου, οι αιτητές, στο στάδιο κατά το οποίο θα απαντούσαν στις κατηγορίες, δεδομένης της νομικής τους βάσης, υπέβαλαν, διά των συνηγόρων τους, ότι αυτές δεν αποκαλύπτουν αδίκημα γνωστό στο Νόμο, κατά παράβαση του ΄Αρθρου 12.1 του Συντάγματος προφανώς και του αντίστοιχου, με όμοιο περιεχόμενο, ΄Αρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Συνεπεία και της αντίθετης άποψης της συνηγόρου η οποία εκπροσώπησε το Γενικό Εισαγγελέα για την Κατηγορούσα Αρχή, διεξήχθη ακρόαση. Το αποτέλεσμά της ήταν η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 7.4.2017, με την οποία το Κακουργοδικείο απέρριψε την προαναφερθείσα υποβολή, για τους διάφορους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Με την προμνησθείσα Πολιτική Αίτηση 69/2017, οι Αιτητές αμφισβήτησαν την ενδιάμεση απόφαση του κακουργιοδικείου, λέγοντας ότι ήταν προϊόν πασιφανούς νομικού σφάλματος, το οποίο αφορούσε στον εφαρμοστέο νόμο ή στην ερμηνεία του εφαρμοζόμενου νόμου, (βλ. In re Argyrides
(1987)1 C.L.R. 23 και R v Preston Appeal Tribunal [1975] 2 All ER 807). Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας το ερώτημα αν το άρθρο 19 του Ν.116(Ι)/2005 θέσπιζε ποινικό αδίκημα, επεσήμανε τα εξής που εδώ ενδιαφέρουν꞉ «Πασιφανώς, η πρόβλεψη, στο άρθρο 19, ότι «Απαγορεύεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να χειραγωγεί την αγορά» είναι δηλωτικής φύσεως και μόνο, καθιερώνουσα γενικό κανόνα, υπό τύπο απαγόρευσης, στο συγκεκριμένο τομέα. ΄Οπου δε, σε νομοθέτημα, απαντά μια δηλωτικής φύσεως πρόνοια, ακόμα και υπό τη μορφή της απαγόρευσης τέλεσης συγκεκριμένης πράξης, δε δημιουργείται, χωρίς άλλο, ποινικό αδίκημα, (βλ. Sales-Matic, Ltd v. Hinchliffe [1959] 3 All E.R. 401, καθώς, επίσης, την καναδική υπόθεση Blouin v. Longtin et al [1979] 1 S.C.R. 577). Η πιο πάνω διαπίστωση εκπηγάζει από τη μείζονος σημασίας νομική αρχή ότι δεν μπορεί να υπάρχει ποινική ευθύνη, ελλείψει ρητών ή βεβαίων προς τούτο προνοιών, (βλ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου & άλλοι, ανωτέρω, και Χριστοδούλου & άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443). Σχετική ως προς το θέμα αυτό είναι η παγιωμένη νομοθετική πρακτική, σύμφωνα με την οποία μια τέτοια απαγόρευση συνοδεύεται, στο ίδιο νομοθέτημα, από άλλη πρόνοια, η οποία καθιστά την απαγορευμένη πράξη, ενέργεια ή συμπεριφορά, ρητώς, ποινικό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου επιφέρει και συγκεκριμένες ποινικές κυρώσεις, (βλ. Shistris v. C.T.O.
(1983)2 C.L.R. 72). Η εν λόγω πρακτική ακολουθείται στη σύγχρονη εποχή, όπου ένα νομοθέτημα είναι το αποτέλεσμα επίπονης εργασίας ειδικών εμπειρογνωμόνων, η δε ποινικοποίηση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς που προβλέπεται σε αυτό συνιστά ρητή έκφραση της βούλησης του νομοθέτη ως προς τούτο.» Εκεί όπου το Κατηγορητήριο διαπιστώνεται δικαστικά ότι δεν αποκαλύπτει στην Έκθεση του Αδικήματος υπαρκτό και/ή γνωστό στο Νόμο ποινικό αδίκημα, τότε αυτό δεν αποτελεί έγκυρο κατηγορητήριο και τυχόν συνέχιση της ποινικής διαδικασίας βάσει αυτού θα πάσχει στη ρίζα της. Παραπέμπω συναφώς στα όσα επεσήμανε στην προμνησθείσα απόφαση ο Έντιμος Δικαστής Γιασεμής꞉ «Με την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης (αυτή έχει αρχίσει, δεδομένης της απάντησης των αιτητών στις κατηγορίες), σημειώθηκε παραβίαση του προαναφερθέντος θεμελιώδους δικαιώματος. Προς το σκοπό δε παροχής, συναφώς, της αναγκαίας προστασίας του και κατίσχυσης, τοιουτοτρόπως, του κράτους δικαίου, δε χωρεί αναβολή στην απόδοση της προβλεπόμενης, υπό τις περιστάσεις, θεραπείας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την άμεση έκδοση εντάλματος certiorari. ΄Επειτα, ως γνωστό, δε χωρεί έφεση σε σχέση με την ενδιάμεση απόφαση του Κακουργοδικείου ημερομηνίας 7.4.2017. Οι αιτητές θα έχουν τέτοιο δικαίωμα, με το πέρας της δίκης, σε περίπτωση καταδίκης τους. Στην πραγματικότητα, όμως, το μέτρο αυτό ουδόλως αποτελεί εναλλακτικό ένδικο μέσο αμφισβήτησης της ορθότητας της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης του Κακουργοδικείου και, δη, προς αποκατάσταση της προαναφερθείσας παραβίασης θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος, η οποία έχει συντελεστεί, ευθύς μόλις οι αιτητές απάντησαν στις κατηγορίες. Η παραβίαση δε αυτή θα εξακολουθήσει να υφίσταται, με επίτασή της, εφόσον επιτραπεί να συνεχίσει η ποινική δίκη, η οποία θα διεξάγεται, όπως έχουν τα πράγματα, σε σχέση με άκυρο κατηγορητήριο, δεδομένου ότι οι υπό αναφορά κατηγορίες στερούνται νομικού ερείσματος. Υπό αυτές τις συνθήκες, σύμφωνα με την υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου & άλλοι, η δίκη που θα διεξαχθεί θα είναι άκυρη εξαρχής. Συνεπώς, καταλήγω να κρίνω ότι αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξετάσω την προδικαστική ένσταση «Γ» που ήγειρε η Κατηγορούμενη 2. Ο συνήγορος της κατηγόρου επικαλέστηκε στη σελ. 6 της γραπτής αγόρευσής του τι πρόνοιες του άρθρου 38Δ του Κεφ. 224. Το παραθέτω꞉ «Δικαιώματα των κυρίων των μονάδων για μετατροπές κτλ. 38Δ. Τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους αυτού, ο κύριος κάθε μονάδας μπορεί να προβεί σε μετατροπές, προσθήκες ή επιδιορθώσεις στη μονάδα του, νοουμένου ότι- (α) Δεν παραβλάπτουν τα δικαιώματα του κυρίου οποιασδήποτε άλλης μονάδας ούτε παρεμβαίνουν στην κάρπωση της από τον κύριο της· ή (β) δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την κοινόκτητη ιδιοκτησία, την ομαλή λειτουργικότητα ή την κάρπωση της· ή (γ) δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τους τοίχους που υποστηρίζουν την κοινόκτητη οικοδομή, τους εξωτερικούς τοίχους της κοινόκτητης οικοδομής ή οποιοδήποτε τμήμα του σκελετού της κονόκτητης οικοδομής ή δεν θέτουν με οποιοδήποτε τρόπο σε κίνδυνο την ασφάλεια ή δεν αλλοιώνουν την εξωτερική εμφάνιση της κοινόκτητης οικοδομής σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στους Κανονισμούς.». Δεδομένου ότι δεν αναφέρθηκε από οποιονδήποτε εκ των Διαδίκων αν τα μέλη της επίδικης Κοινόκτητης οικοδομής έχουν συμφωνήσει στην εφαρμογή ειδικών κανονισμών, άλλων από τους Πρότυπους Κανονισμούς που προβλέπει ο Νόμος (βλ. άρθρο 38ΚΑ Κεφ. 224), έχω ανατρέξει στους κανονισμούς που εμφαίνονται στο Πίνακα του Νόμου (Κεφ. 224) οι οποίοι εφαρμόζονται κατά τεκμήριο σε κάθε κοινότκτη οικοδομή. Ο Κανονισμός 4 συμπληρώνει το πλαίσιο του άρθρου 38 Δ του Νόμου ως εξής꞉ «ΜΕΡΟΣ IV - ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΥΡΙΩΝ Ή ΚΑΤΟΧΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ 4. Κάθε κύριος μπορεί να προβαίνει σε μετατροπές, προσθήκες ή επιδιορθώσεις στο εσωτερικό της μονάδας που του ανήκει, να συνενώνει εφαπτόμενες μονάδες, να αυξάνει την έκταση μονάδας που του ανήκει, αφού συγχωνεύσει σε αυτή τμήμα άλλης εφαπτόμενης μονάδας που επίσης του ανήκει ή να συνενώσει ολικά ή μερικά με εσωτερική σκάλα μια ή περισσότερες μονάδες που του ανήκουν με μια ή περισσότερες υπερκείμενες μονάδες που του ανήκουν: Νοείται ότι καμιά μετατροπή, προσθήκη ή επιδιόρθωση- (α) Δεν θα επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του κυρίου οποιασδήποτε άλλης μονάδας και δεν θα παρεμβαίνει στην κάρπωση της από τον κύριο της άλλης μονάδας· (β) δεν θα επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την κοινόκτητη ιδιοκτησία, την ομαλή λειτουργία ή κάρπωση της· και (γ) δεν θα επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τους τοίχους που υποστηρίζουν την κοινόκτητη οικοδομή και του εξωτερικούς της τοίχους , δεν θα θέτει με οποιοδήποτε τρόπο σε κίνδυνο την ασφάλεια της κοινόκτητης οικοδομής και δεν θα επηρεάζει την εξωτερική εμφάνιση της.». Διαπιστώνω ότι οι πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 38Δ και του κανονισμού 4 των Πρότυπων Κανονισμών δεν είναι διατυπωμένες κατά τρόπο απαγορευτικό, ούτε θεσπίζουν ρητά οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Συγχρόνως, δεν εντοπίζω να υπάρχει οποιαδήποτε ρητή απαίτηση του Νομοθέτη όπως ο κύριος ή κάτοχος της οικοδομής λάβει την εκ των προτέρων συγκατάθεση ή έγκριση της Διαχειριστικής Επιτροπής προκειμένου αυτός να δικαιούται να επιφέρει οποιαδήποτε μετατροπή, προσθήκη ή επιδιόρθωση. Ούτε υπάρχει οποιοδήποτε άρθρο που να θεσπίζει αδίκημα σε περίπτωση μη εξασφάλισης της συγκατάθεσης ή έγκρισης της Διαχειριστικής Επιτροπής για το σκοπό αυτό. Τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα παρατηρώ ότι ισχύουν και στην περίπτωση των προνοιών του κανονισμού 7 των Πρότυπων Κανονισμών όσον αφορά την αλλαγή χρήσης της μονάδας κοινόκτησης οικοδομής, τον οποίο και παραθέτω πιο κάτω꞉ «7. Κανένας κύριος ή κάτοχος- (α) Δεν θα χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μονάδα- (
- i)Για οποιοδήποτε παράνομο σκοπό · (
- ii)(δηλώστε τις μη επιτρεπόμενες χρήσεις ανάλογα με τη φύση του υποστατικού, δηλαδή διαμονή ή εργασία) · (iii) γενικά για οποιαδήποτε χρήση που είναι δυνατό να προκαλεί θόρυβο, κακοσμία ή άλλη οχληρία ή που θα μπορούσε να αποβεί επιβλαβής για την υγεία ή επικίνδυνη για την ασφάλεια των κυρίων, μισθωτών, ενοικιαστών, αδειούχων, κατόχων ή αυτών που χρησιμοποιούν τις άλλες μονάδες ή που δεν αρμόζει στα ήθη και την κόσμια συμπεριφορά· ή (
- iv)τμήμα της κοινόκτητης ιδιοκτησίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να επηρεάζεται η εμφάνιση ή η καλαισθησία της κοινόκτητης οικοδομής ή η απρόσκοπτη και ανενόχλητη χρήση από τους κυρίους, μισθωτές, ενοικιαστές, αδειούχους, κατόχους ή αυτούς που χρησιμοποιούν τις άλλες μονάδες της κοινόκτητης οικοδομής· (β) δεν θα μετατρέπει την αρχικά συμφωνημένη χρήση της μονάδας του σε άλλη χρήση που αντίκειται στους Κανονισμούς αυτούς ή που απαγορεύεται από αυτούς· (γ) τηρουμένων των δικαιωμάτων του σε σχέση με οποιαδήποτε περιορισμένη κοινόκτητη ιδιοκτησία που παραχωρήθηκε για την αποκλειστική χρήση της μονάδας του δεν θα μετακινεί, αντικαθιστά ή παρεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε τμήμα της κοινόκτητης ιδιοκτησίας.». Οι μόνες ενέργειες για τις οποίες ο κύριος ή κάτοχος μονάδας σε κοινόκτητη οικοδομή υποχρεούται να λάμβάνει εκ των προτέρων την έγκριση της Διαχειριστικής Επιτροπής είναι εκείνες για τις οποίες γίνεται ρητή μνεία στις πρόνοιες του Κανονισμού 8. Και πάλιν όμως δεν ποινικοποιείται είτε στο Νόμο (Κεφ. 224) είτε στους ίδιους τους Πρότυπους Κανονισμούς η παράλειψη λήψης της συγκατάθεσης της Διαχειριστικής Επιτροπής για τις εν λόγω ενέργειες. Παραθέτω αυτούσιο τον Κανονισμό 8꞉ «8. Κανένας κύριος ή κάτοχος χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση συγκατάθεσης της Διαχειριστικής Επιτροπής και κατά παράβαση των διατάξεων οποιουδήποτε σχετικού Νόμου ή Κανονισμών- (α) Δεν θα αναρτά, εκθέτει ή τοποθετεί οποιοδήποτε αντικείμενο ή ρουχισμό από εξώστη, βεράντα, οροφή, κιγκλίδωμα, πόρτα ή παράθυρο ή απ' οποιοδήποτε άλλο εξωτερικό τμήμα της κοινόκτητης οικοδομής ή από οποιοδήποτε τμήμα της κοινόκτητης οικοδομής ώστε να είναι ορατό απ' έξω· (β) δεν θα εγκαταλείπει, τοποθετεί ή διατηρεί οποιοδήποτε αντικείμενο στην κύρια και τη βοηθητική είσοδο, στη σκάλα, στα πλατύσκαλα, στους διαδρόμους, στην οροφή, στον ανελκυστήρα ή σ' οποιοδήποτε άλλο τμήμα της κοινόκτητης ιδιοκτησίας (γ) δεν θα μεταφέρει βαριά αντικείμενα με τον ανελκυστήρα· (δ) δεν θα μεταβάλλει το χρώμα στα παράθυρα, πόρτες εξώστες, βεράντες, κιγκλιδώματα ή εξωτερικούς τοίχους της κοινόκτητης οικοδομής και γενικά σ' οποιοδήποτε κατασκεύασμα σε εξωτερικό τοίχο, επιφάνεια ή τμήμα της κοινόκτητης οικοδομής· (ε) δεν θα αναρτά, τοποθετεί ή επιτρέπει την ανάρτηση ή τοποθέτηση οποιασδήποτε πινακίδας, τοιχοκόλλησης, διαφήμισης, ανακοίνωσης, φωτεινής επιγραφής ή ειδοποίησης οποιουδήποτε είδους σε οποιοδήποτε εξωτερικό τμήμα της κοινόκτητης οικοδομής ή στη στέγη ή σ' οποιοδήποτε παράθυρο ή άλλο τμήμα της κοινόκτητης οικοδομής, ώστε αυτή να είναι ορατή απ' έξω: Νοείται ότι οι κύριοι, μισθωτές, ενοικιαστές, αδειούχοι κάτοχοι ή αυτοί που χρησιμοποιούν τις μονάδες μπορούν να τοποθετήσουν δίπλα από την κύρια είσοδο και δίπλα από την είσοδο της μονάδας τους, σε κατάλληλη θέση που θα καθοριστεί από τη Διαχειριστική Επιτροπή, μικρές πινακίδες με τα ονόματα και τα επαγγέλματα τους, των οποίων τις διαστάσεις μπορεί να καθορίσει η Διαχειριστική Επιτροπή· (στ) δεν θα κατέχει, αποθηκεύει ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε αντικείμενα ή υλικά που μπορούν να ενοχλήσουν τους άλλους κυρίους, μισθωτές, ενοικιαστές, αδειούχους ή κατόχους των μονάδων ή τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τις μονάδες ή τους γείτονες λόγω της οσμής ή του καπνού, της σκόνης ή της αιθάλης που αναδύονται ή παράγονται απ' αυτά και γενικά οποιαδήποτε εύφλεκτα ή επικίνδυνα αντικείμενα ή υλικά ούτε θα κάμνει οτιδήποτε που είναι δυνατό να επηρεάσει ή να ακυρώσει οποιαδήποτε ασφάλεια πυρός σε σχέση με την κοινόκτητη οικοδομή ή την κοινόκτητη ιδιοκτησία ή οποιοδήποτε τμήμα τους ή να αυξήσει τα ασφάλιστρα της ασφάλειας αυτής· (ζ) δεν θα χρησιμοποιεί στερεά καύσιμα γα την παρασκευή φαγητών· (η) δεν θα ρίχνει στο νεροχύτη, αποχωρητήριο, νιπτήρα, μπιντέ, ντους ή μπανιέρα ή μέσα στο αποχετευτικό σύστημα οποιαδήποτε συμπαγή ή άχρηστα αντικείμενα ή αντικείμενα που είναι δυνατό να κλείσουν τους αγωγούς ή τους σωλήνες, να ρυπάνουν την ατμόσφαιρα ή από τα οποία μπορούν να αναδυθούν εύφλεκτα ή επικίνδυνα αέρια, ούτε θα ρίχνει στους αγωγούς ή στους σωλήνες οτιδήποτε που είναι δυνατό να προκαλέσει ζημιά σ' αυτούς· (θ) δεν θα εναποθέτει άχρηστα ή σκύβαλα οπουδήποτε αλλού, εκτός από τα σκυβαλοδοχεία ή τους άλλους χώρους που προορίζονται ειδικά για το σκοπό αυτό· (ι) δεν θα κρεμά, τινάζει, βουρτσίζει, καθαρίζει ή κτυπά χαλιά, μαξιλάρια ή άλλα οικιακά αντικείμενα ή ρουχισμό από οποιοδήποτε εξώστη, βεράντα, οροφή, κιγκλίδωμα, πλατύσκαλο, πόρτα ή παράθυρο οποιασδήποτε μονάδας ή από οποιοδήποτε τμήμα της κοινόκτητης ιδιοκτησίας· (ια) δεν θα διατηρεί οποιοδήποτε ζώο σε οποιαδήποτε μονάδα: Νοείται ότι μπορεί να διατηρεί κατοικίδιο ζώο που δεν προκαλεί οποιαδήποτε ενόχληση ή παράβαση οποιουδήποτε ισχύοντος Νόμου ή Κανονισμού· (ιβ) δεν θα επιτρέπει το τραγούδι ή το παίξιμο οποιουδήποτε μουσικού ή μηχανικού οργάνου ή τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε γραμμοφώνου, ραδιοφώνου, μαγνητοφώνου, τηλεόρασης ή συσκευής εγγραφής με τρόπο που να ενοχλεί οποιοδήποτε κύριο, μισθωτή, ενοικιαστή ή αδειούχο κάτοχο οποιασδήποτε άλλης μονάδας· (ιγ) δεν θα τοποθετεί ή εγκαθιστά τέντες ή συσκευές κλιματισμού σε εξώστη, βεράντα, οροφή, πόρτα, παράθυρο, φεγγίτη, τοίχο ή άλλη εξωτερική επιφάνεια της κοινόκτητης οικοδομής ή πάνω ή κάτω απ' αυτά, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Διαχειριστικής Επιτροπής σχετικά με τη θέση, το χρώμα, το μέγεθος και το σχήμα τους· (ιδ) δεν θα ανεγείρει, προβάλλει, τοποθετεί ή αναρτά ούτε θα επιτρέπει να ανεγερθεί, προβληθεί, τοποθετηθεί ή αναρτηθεί έξω από τη μονάδα του ή σε οποιοδήποτε εξωτερικό τμήμα της κοινόκτητης οικοδομής ή σε οποιοδήποτε τμήμα της κοινόκτητης ιδιοκτησίας κεραία ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή σύρμα ή πάσσαλο ή οποιαδήποτε άλλη συσκευή ή αντικείμενο · (ιε) δεν θα τοποθετεί ή φυτεύει οποιαδήποτε φυτά σε εξώστη, βεράντα, οροφή, παράθυρο, τοίχο ή άλλη εξωτερική επιφάνεια της κοινόκτητης οικοδομής με εξαίρεση διακοσμητικά φυτά σε καλαίσθητες ανθοδόχες ή άλλα κατάλληλα δοχεία που εναρμονίζονται με την όλη εμφάνιση της κοινόκτητης οικοδομής, έχουν εγκριθεί από τη Διαχειριστική Επιτροπή και δεν επιτρέπουν τη διαρροή νερού απ' αυτά· (ιστ) δεν θα χύνει ή θα επιτρέπει να χύνεται νερό ή άλλα υγρά από τη μονάδα του στις μονάδες των άλλων κυρίων ή στην κοινόκτητη ιδιοκτησία ή γενικά έξω από την κοινόκτητη οικοδομή. Επομένως, εφόσον δεν αποκαλύπτεται στο Νόμο (Κεφ. 224) ποινικό αδίκημα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που θεσπίζουν οι κανονισμοί 4, 7 και 8 των Πρότυπων κανονισμών ή και του άρθρου 38Δ του Κεφ. 224, έπεται ότι όσο και αν η Διαχειριστική Επιτροπή κατονομάζεται στο άρθρο 38ΚΣΤ
(1)του Κεφ. 224 ως «η υπεύθυνη για την επιβολή των Κανονισμών», εντούτοις τούτο από μόνο του δεν είναι αρκετό για να αντλήσει νομιμοποίηση για την άσκηση ποινικής διώξης. Καταλήγω να κρίνω ότι ευσταθεί η προδικαστική ένσταση «Γ». Στο βαθμό που η Έκθεση των Αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου αναφέρει ότι εδράζεται επί των άρθρων 38Α, 38Β, 38Γ, 38Δ, 38Ε, 38Στ, 38Ζ, 38Η, 38Θ, 38Ι, 38ΙΑ έως 38Θ και 38Ι έως 38ΙΘ και 38Κ έως 38ΚΘ και 38Λ έως 38ΛΓ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224), εφόσον αυτά δεν αποκαλύπτουν ποινικό αδίκημα, το κατηγορητήριο χρήζει τροποποίησης διά της διαγραφής τους, σε συνδυασμό με διαγραφή στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, της φράσης «χωρίς την έγκριση της κατηγόρου Διαχειριστικής Επιτροπής». Επειδή όμως οι κατηγορίες δεν θα θεραπεύονταν από την πολλαπλότητα που υφίσταται (βλ. την προδικαστική ένσταση «Α»), τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου ως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν μάταιο να διαταχθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το Κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό λόγω πολλαπλότητας. Ακυρώνονται οι κατηγορίες αρ. 9 έως 48. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται των κατηγοριών αυτών. Τα έξοδα που προκλήθηκαν από την έως τώρα δικαστική διαδικασία επιδικάζονται εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής και υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο