Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Boraei, Αρ. Υπόθεσης: 8634/18, 9/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B12 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8634/18 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων Κατηγορούσας Αρχής - ν - XXXXX Boraei Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.10.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή, εμφανίζεται η κα Χ. Καλλένου. Για τον Κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κος Π. Χ¨Παναγιώτου (διορισμένος δυνάμει του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, Ν.165(Ι)/2002). ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από τις 17.9.2018 ως υπόδικος για την παρούσα υπόθεση, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, για τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 1 έως 7 επί του κατηγορητηρίου. Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της παράλειψης προσκόμισης αποσκευών για εξέταση και δήλωση αναφορικά με το περιεχόμενο τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 63
(1)και 102 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου αρ. 94(Ι) του 2004 και της ΚΔΠ 295/73 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 124
(1)του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, αρ. 94(Ι)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 16 Σεπτεμβρίου 2018 στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ενώ είχε αφιχθεί στη Δημοκρατία από το Κάιρο της Αιγύπτου με την πτήση MS743, παρέλειψε να προσκομίσει τις αποσκευές του στο τελωνείο εισόδου για εξέταση και να δηλώσει το περιεχόμενό τους, με αποτέλεσμα κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε σε αυτές να εντοπισθούν 60 συσκευασίες των 250 γραμματίων καπνού για ναργιλέ μάρκας NAKHLA και 137 συσκευασίες των 250 γραμμαρίων καπνού για ναργιλέ μάρκας AL FAKHER, ήτοι σύνολο 152 κιλά καπνού για ναργιλέ. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κατοχής αδασμολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 140
(3)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου αρ. 91(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, είχε στην κατοχή του τα εμπορεύματα που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος κατανάλωσης ύψους €22.800,
- Η τρίτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κατοχής αδασμολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 93 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, αρ. 94(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, είχε στην κατοχή του τα εμπορεύματα που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, για τα οποία είχε λόγους να πιστεύει ότι αποφεύχθηκε η καταβολή του οφειλόμενου σε αυτά δασμού ύψους €3.187,74σ. Η τέταρτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κατοχής αφορολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 46
(7)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(Ι) του 2000, όπως τροποποιήθηκε. Ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, είχε στην κατοχή του τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, για τα οποία δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους €5.746,31σ. Η πέμπτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης, κατά παράβαση του άρθρου 140
(2)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου, αρ. 91(Ι)/2004. Ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, απέφυγε την καταβολή του οφειλόμενου φόρου κατανάλωσης για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, που ανέρχεται στο ποσό των €22.800,00σ. Η έκτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της δόλιας αποφυγής καταβολής δασμού, κατά παράβαση του άρθρου 91
(1)του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου αρ. 94(Ι)/2004. Ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, απέφυγε την καταβολή του οφειλόμενου δασμού ύψους €3.187,74σ. για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, δασμολογητέας αξίας €4.256,00σ. Η έβδομη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της δόλιας αποφυγής καταβολής φόρου προστιθέμενης αξίας, κατά παράβαση του άρθρου 46
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(Ι) του 2000, όπως τροποποιήθηκε. Ο κατηγορούμενος, κατά τον τόπο και χρόνο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, δολίως απέφυγε την καταβολή του οφειλόμενου φόρου προστιθέμενης αξίας ύψους €5.746,31σ. για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα εξέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, είναι καταγεγραμμένα αυτολεξεί στο επίσημο πρακτικό του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης και ως εκ τούτου θα αποτελέσουν τη βάση στην οποία θα στηριχθεί το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Έχουν ως εξής꞉ Κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος αφήχθηκε με την πτήση ΜS743 από Κάιρο. Επέλεξε να διέλθει από την πράσινη δίοδο «ουδέν προς δήλωση». Ο επί καθήκοντι τελωνειακός λειτουργός τον ανέκοψε και του υπέδειξε να τοποθετήσει τις έξι
(6)αποσκευές του στην ακτινοδιαγνωστική μηχανή και έλεγχο. Διαφάνηκε ότι στη μια βαλίτσα υπήρχαν προσωπικά είδη του κατηγορουμένου και ότι οι υπόλοιπες πέντε
(5)περιείχαν καπνό συνολικού βάρους 152 κιλών καπνού και ναργιλέ. Επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορούμενου στον Νόμο, συνελήφθηκε για τα αυτόφωρα τελωνειακά αδικήματα και αφού ερωτήθηκε δεν απάντησε οτιδήποτε. Στην κατάθεση του παραδέχθηκε ότι τα έφερε για να τα πουλήσει σε κάποιον που διατηρούσε κατάστημα στην Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Ο καπνός κατασχέθηκε από το Τμήμα Τελωνείου. Ο συνήγορος Υπεράσπισης αγόρευσε για μετριασμό της ποινής, υιοθετώντας το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας (στο εξής «η Έκθεση») που ετοιμάστηκε κατόπιν συνέντευξης του Κατηγορουμένου εντός των Κεντρικών Φυλακών και η οποία έκθεση βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έκθεσης, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Αιγυπτιακής καταγωγής, είναι ηλικίας 30 ετών, έγγαμος. Η σύζυγος του, ηλικίας 26 ετών, είναι νοσηλεύτρια και διαμένει στην Αίγυπτο. Έχουν δυο παιδιά, ηλικίας 3 ετών και 3 μηνών, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα τους στην Αίγυπτο. Ο Κατηγορούμενος, πριν τη σύλληψή του για την παρούσα υπόθεση, διέμενε με την οικογένειά του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Αίγυπτο έναντι ενοικίου €180 και εργαζόταν στο γεωργικό τομέα με μηνιαίο εισόδημα €300 περίπου. Λόγω του ότι η σύζυγος του βρισκόταν με άδεια μητρότητας, δεν της καταβαλλόταν ο μηνιαίος μισθός της. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ο ίδιος πηγαινοερχόταν στην Κύπρο με σκοπό τη διευθέτηση της άδειας παραμονής και εργασίας του εδώ, για εξεύρεση καλύτερων απολαβών. Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του, ανέφερε ότι πάσχει από σπονδυλοπάθεια, ενώ δεν ανέφερε να αντιμετωπίζει προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Εξέφρασε μεταμέλεια για το αδίκημα που διέπραξε και ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα εξής꞉ Ότι όλα τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος προέρχονται από τα ίδια γενεσιουργά γεγονότα. Το ότι ο Κατηγορούμενος έφερε δια μέσω νόμιμου αερολιμένα τόσες πολλές αποσκευές ενώ ήταν μόνος του και ενόσω η παραμονή του θα διαρκούσε μόνο για τρεις μέρες, δείχνει ότι ενήργησε «ηλίθια» (κατά την έκφραση του συνηγόρου Υπεράσπισης), δηλαδή χωρίς λογική σκέψη, και έγινε εύκολος στόχος για σύλληψη. Δεν γνώριζε την Κυπριακή νομοθεσία. Δεν τον ενημέρωσε ο άλλος που βρίσκεται στην Κύπρο. Εάν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης, καλείται να λάβει υπόψη τις οικογενειακές του συνθήκες κατά την επιμέτρηση του εύρους της ποινής, έτσι ώστε να του δώσει μια λογική προσδοκία επιστροφής στην οικογένειά του. Το λευκό του ποινικό μητρώο, το ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, δικαιολογούν, ως η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, την αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου αν υπάρχει αίτημα επιστροφής των κατασχεθεισών ποσοτήτων στον Κατηγορούμενο, εφόσον αυτός καταβάλει όλους τους προβλεπόμενους στην κείμενη νομοθεσία φόρους και δασμούς, ο συνήγορος Υπεράσπισης απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία να συμμορφωθεί με τις νομοθεσίες και δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα εξατομικεύει την ποινή ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Η σοβαρότητα που προσδίδεται από τον νομοθέτη στα διάφορα αδικήματα διαφαίνεται και από το ανώτατο όριο ποινής που έχει προβλέψει στο Νόμο. Τα τελωνειακά αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος περιγράφονται στις κατηγορίες αρ. 1, 3, 6 και υπόκεινται στις ποινές που προβλέπουν τα άρθρα 102, 93 και 91
(1), αντίστοιχα, του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, το άρθρο 63
(1)προβλέπει ότι «οι επιβάτες που προέρχονται από τρίτη χώρα οφείλουν να προσκομίζουν τις αποσκευές τους στο τελωνείο εισόδου για εξέταση και να δηλώνουν προφορικά, σε τόπο, χρόνο και με τέτοιο τρόπο που ήθελε καθορίσει ο Διευθυντής, οτιδήποτε περιέχεται στις αποσκευές τους ή μεταφέρεται από αυτούς» και το άρθρο 102 καθιερώνει αδίκημα την παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 63
(1), προβλέποντας ότι - «102. Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να προσκομίσει αποσκευές ή άλλα είδη για εξέταση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδες λίρες (€3.417,20σ.) ή σε φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή και στις δύο αυτές ποινές.». Σε σχέση με την τρίτη κατηγορία, το άρθρο 93 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, προβλέπει ότι - «Οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή, ή με οποιοδήποτε τρόπο ενέχεται στη μεταγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, στέγαση, φύλαξη ή απόκρυψη οποιωνδήποτε εμπορευμάτων ή εμπορεύεται οποιαδήποτε εμπορεύματα, και έχει λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του δασμού ή και φόρου, έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή, μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543,00σ.) ή σε φυλάκιση μέχρι δύο έτη ή και στις δυο αυτές ποινές.». Σε σχέση με την έκτη κατηγορία, το άρθρο 91
(1)του Τελωνειακού Κώδικα προβλέπει ότι꞉ «Οποιοδήποτε πρόσωπο ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου ή προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό την δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου είτε από το ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει την τριπλάσια αξία των εμπορευμάτων ή σε φυλάκιση μέχρι τρία έτη χρόνια ή και στις δύο αυτές ποινές.». Σοβαρότερη εκ των ανωτέρω τριών κατηγοριών είναι η έκτη κατηγορία. Επισύρει εν προκειμένω μέγιστη 3ετή ποινή φυλάκισης ή μέγιστη χρηματική ποινή €12.768, λαμβάνοντας υπόψη ότι η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων ανερχόταν σε €4.256 (βλ. λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου). Τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 2 και 5 υπόκεινται στις ποινές που προβλέπουν τα άρθρα 140
(3)και 140
(2), αντίστοιχα, του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου (91(Ι)/2004), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, όπου προβλέπεται ότι꞉ 140.-
(3)Οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει αφορολόγητα προϊόντα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (€2.562,90σ.) ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές αυτές και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση. 140.-
(2)Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του ή λόγω βαριάς αμέλειας ενέχεται με οποιοδήποτε τρόπο στην αποφυγή ή απόπειρα αποφυγής της καταβολής των οφειλόμενων στα προϊόντα φόρων κατανάλωσης ή στη μη τήρηση των διατυπώσεων, που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων κατανάλωσης, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες (€5.125,80σ.) ή το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα υπόκεινται σε δήμευση. Εν προκειμένω, εφόσον ο φόρος κατανάλωσης που αποφεύχθηκε να καταβληθεί από τον Κατηγορούμενο ανέρχεται σε €22.800,00σ., έπεται ότι η μέγιστη χρηματική ποινή που δύναται να επιβληθεί δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 140
(2)
(3)ανέρχεται σε €68.400,00σ. και η μέγιστη ποινή φυλάκισης ανέρχεται σε 3 χρόνια (βλ. άρθρο 140
(2)). Τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 4 και 7 υπόκεινται στις ποινές που προβλέπουν τα άρθρα 46
(7)και 46
(1), αντίστοιχα, του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (95(Ι)/2000), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, όπου προβλέπεται ότι꞉ «46.-
(7)Οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή οποιωνδήποτε αγαθών ή εμπορεύεται οποιαδήποτε αγαθά, ή αποδέχεται την παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών, έχοντας λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του Φ.Π.Α. του επιβλητέου επί της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, επί της απόκτησης των αγαθών από άλλο κράτος μέλος ή επί της εισαγωγής των αγαθών από τόπο εκτός των κρατών μελών έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543,00σ.) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. 46.—
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α. ή προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α., είτε από το ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το τριπλάσιο του ποσού του Φ.Π.Α. που οφείλεται ή σε φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.». Εν προκειμένω, εφόσον στην παρούσα υπόθεση ο ΦΠΑ που αποφεύχθηκε να καταβληθεί από τον Κατηγορούμενο ανέρχεται σε €5.746,31σ., έπεται ότι η μέγιστη χρηματική ποινή που δύναται να επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 46
(1)ανωτέρω, ανέρχεται σε €17.238,93σ. Κατ'αρχάς, σημειώνω ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο την επαύριο της διάπραξης των αδικημάτων και συνεπώς δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση, η οποία να δικαιολογεί ποινή σημαντικά μειωμένη εν σχέση προς την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή (βλ. Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Ωστόσο, υπάρχουν ικανοί μετριαστικοί παράγοντες τους οποίους λαμβάνω υπόψη, στην έκταση και στο μέτρο που περιγράφω ακολούθως. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου επιτρέπει στο Δικαστήριο να τον μεταχειριστεί με την επιείκεια που αρμόζει σε κάποιον που είναι πρώτη φορά παραβάτης (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132). Πρόκειται όμως για αλλοδαπό πρόσωπο, το οποίο δεν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως μόνιμη εγκατάσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία, γι'αυτό και το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει παρά μόνο περιορισμένη αξία στο μετριαστικό αυτό παράγοντα, εφόσον υπό τις συνθήκες που ανάφερα, το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί ασφαλή δείκτη της προσήλωσης του κατηγορούμενου στους Νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου εμπεριέχει το απτό στοιχείο της μεταμέλειας και είναι κατάλληλο να αμοίβεται με έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), διότι αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Η συνεργασία του Κατηγορούμενου με τις διωκτικές αρχές και η ομολογία των αδικημάτων είναι ακόμη ένας παράγοντας που χωρεί στάθμισης ως μετριαστικός, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται ότι εδώ ο Κατηγορούμενος συνελήφθη επ'αυτοφώρω και ως εκ τούτου η παροχή θεληματικής κατάθεσης είναι μικρότερης αξίας, σύμφωνα με όσα επεξηγεί ο Γεώργιος Πικής στο Σύγραμμα «Sentencing in Cyprus», 2η έκδοση, 2007, σελ. 65 - 66꞉ «The weight that may be attached to confessions will depend on the state at which they are made, other evidence in the hands of the police supporting the charge and the principal motive behind the confession. While a court by its sentencing policy should encourage confessions, little or no weight can be attached to a belated confession made at the trial before sentence, or a confession made when the culprit is caught red-handed.» Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 1, 2 και 4 επί του κατηγορητηρίου είναι, ως εκ της διατύπωσης των νομοθετικών διατάξεων επί των οποίων εδράζονται οι σχετικές κατηγορίες, αδικήματα αυστηρής ευθύνης, γι'αυτό και δεν απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις η απόδειξη υποκειμενικής υπόστασης - ένοχης διάνοιας (mens rea) του Κατηγορουμένου (βλ. π.χ. στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 140 του Ν.91(Ι)/2004 την απόφαση στην Ποινική Έφεση 119/2009, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνη Δημητρίου, ημερομηνίας 18.06.2010 και Γενικός Εισαγγελέας ν Αντώνη Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298). Απεναντίας, τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 3, 5, 6 και 7, ως εκ της χρήσης των φράσεων «έχει λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του δασμού ή και φόρου, έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί», «εν γνώσει του ή λόγω βαριάς αμέλειας ενέχεται στην αποφυγή» και «ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου» (βλ. τη φρασεολογία αυτή στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις των άρθρων 93 του Ν. 94(Ι)/2004, 140
(2)του Ν.91(Ι)/2004, 91
(1)του Ν.94(Ι)/2004 και 46
(1)του Ν.95(Ι)/2000), προϋποθέτουν την απόδειξη, ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της προαναφερθείσας υποκειμενικής υπόστασης - ένοχης διάνοιας (mens rea). Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες. Εν προκειμένω, παραδέχτηκε ότι ενήργησε, σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 του Κατηγορητηρίου, με την ένοχη διάνοια που εμπειρέχουν οι εν λόγω κατηγορίες. Η αρμόζουσα ποινή για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο του δόλου ή της βαριάς αμέλειας είναι η ποινή φυλάκισης, πάντα βέβαια υπό τον όρο της εξατομίκευσης της ποινής. Η ροπή σε τέτοιου είδους αδικήματα, δέον να αναχαιτίζεται διά της επιβολής αποτρεπτικών ποινών, όχι μόνον για τον συγκεκριμένο παραβάτη αλλά και για άλλους επίδοξους παραβάτες. Στην Κύπρο είναι ευρέως γνωστό ότι ευδοκιμεί η χρήση καπνικών προϊόντων και ότι συχνά επιχειρείται η εισαγωγή τέτοιων προϊόντων ως αφορολόγητων ή αδασμολόγητων, όπως άλλωστε φαίνεται από τον αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται στα Δικαστήρια. Τέτοια συμπεριφορά βαίνει εις βάρος των δημόσιων ταμείων και πρέπει να αντιμετωπιστεί με αυστηρότητα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις μέχρι και τη στιγμή που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης είναι η αρμόζουσα ποινή. Έχοντας ως αφετηρία τη μέγιστη προβλεπόμενη σε έκαστο Νόμο ποινή, και αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο των συνθηκών του Κατηγορουμένου και ιδιαίτερα το Λευκό του Ποινικό Μητρώο, το γεγονός ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, βιοπαλαιστής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτός παραδέχτηκε αμέσως τα αδικήματα ενώπιον του Δικαστηρίου, το ότι ο ίδιος δεν πρόλαβε να προσπορίσει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος εφόσον δεν τα διοχέτευσε στην Κυπριακή αγορά, μη έχοντας ενώπιον μου οποιανδήποτε μαρτυρία ότι αυτός έχει ήδη εισπράξει οποιοδήποτε αντίτιμο για την εισαγωγή τους στην Κύπρο, καταλήγω να περιορίζω το εύρος της ποινής φυλάκισης ως εξής꞉ Στην πρώτη κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στην τέταρτη κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην πέμπτη κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στην έκτη κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στην έβδομη κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στoν κατηγορούμενο ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186(Ι)/03, προβλέπει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη ότι το κίνητρο ήταν οικονομικό, ήτοι η αποκόμιση εσόδων από τη διάθεση στην Κυπριακή αγορά των καπνικών προϊόντων, για σκοπούς βιοπορισμού του παραβάτη. Για τέτοιου είδους αδικήματα, αποφυγής της καταβολής φόρων και δασμών στα δημόσια ταμεία του Κράτους εισαγωγής, τα οποία εμπεριέχουν δόλο ή βαριά αμέλεια δεν είθισται να αναστέλλεται η ποινή φυλάκισης, αφού η άμεση τιμωρία χρειάζεται να επιβάλλεται για παραδειγματισμό. Η οικονομική αδυναμία του Κατηγορούμενου για συμμόρφωση με την κείμενη Κυπριακή νομοθεσία και την καταβολή των νενομισμένων φόρων και δασμών, αποστερεί από την παρούσα υπόθεση εκείνο τον δείχτη έμπρακτης μεταμέλειας που θα έγερνε την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής. Το ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και παραδέχθηκε τα αδικήματα αμέσως μετά τη σύλληψή του, ελέγχεται υπό το φως του γεγονότος ότι η σύλληψή του έγινε επ' αυτοφώρω. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Η έκταση όμως της ποινής που θα εκτιθεί, επιτρέπω όπως μειωθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 115, κατά το χρονικό διάστημα, από τις 17.9.2018 μέχρι σήμερα, που ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση ως υπόδικος. (υπ.)............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο