← Κύπρος

ΚΑΡΟΥΣΙΟΣ ν. ΗΛΙΑ, Αριθμός Αγωγής: 872/12, 23/11/2018

ΚΑΡΟΥΣΙΟΣ ν. ΗΛΙΑ, Αριθμός Αγωγής: 872/12, 23/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B21 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 872/12 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΡΟΥΣΙΟΣ Ενάγοντας -και- XXXXX ΗΛΙΑ Εναγόμενη Ημερομηνία: 23/11/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: Εμφανίζεται αυτοπροσώπως ο ίδιος ο ενάγοντας Για Εναγόμενους: Ο κ. Β. Θεοδώρου για Θεοδώρου και Θεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη το ποσό των €38.564,80 πλέον Φ.Π.Α, δυνάμει οφειλόμενου ποσού και/ή δυνάμει αθέτησης συμφωνίας από την εναγόμενη σε σχέση με οικοδομικές εργασίες που εκτέλεσε. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, όπως προκύπτει μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία, από τα δικόγραφα αλλά και μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, ότι ο ενάγοντας, ο οποίος ασχολείτο με διάφορες οικοδομικές εργασίες, περί τον Φεβρουάριο του 2009 εκτέλεσε, κατόπιν προφορικής συμφωνίας με την εναγόμενη, εργασίες προς επιδιόρθωση και/ή ανακαίνιση της κατοικίας της, η οποία βρίσκεται στην Οδό XXXXX αρ.74 στην XXXXX (στο εξής καλούμενη «η οικία»). Οι εργασίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την επιδιόρθωση τοίχων, μπογιατίσματα, κλάδεμα δέντρων, αλλαγή κεραμικών, τοποθέτηση γυψοσανίδων, μόνωση οροφής καθώς και ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Το κόστος των πιο πάνω εργασιών σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα ανήλθε στο ποσό των €38.564,80 πλέον Φ.Π.Α, μετά από ειδική μελέτη που ετοίμασε η εταιρεία C. Kypridemos QS, επιμετρητές ποσοτήτων. Aντίθετη θέση προέβαλε η εναγόμενη μέσω της υπεράσπισης της. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της, οι εργασίες που εκτελέσθηκαν στην οικία της από τον ενάγοντα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €13.238,50, με βάση μελέτη που ετοίμασε ο XXXXX Στυλιανού, Πολιτικός μηχανικός, πραγματογνώμονας και εκτιμητής του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ). Στα πλαίσια της προδικασίας, αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, όπως διορίσουν από κοινού ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, τον XXXXX Κουή, επιμετρητή ποσοτήτων της εταιρείας Lysis L.L.C και μέλος του ΕΤΕΚ, ο οποίος θα είχε το καθήκον να καταμετρήσει τις εργασίες που έγιναν στην οικία της εναγόμενης καθώς και το κόστος αυτών. Η εκτίμηση του εν λόγω εμπειρογνώμονα θα ήταν δεσμευτική, σύμφωνα με σχετικές δηλώσεις των διαδίκων, και για τις δύο πλευρές. Με βάση την πραγματογνωμοσύνη του εν λόγω επιμετρητή στην αρχική έκθεση του (Τεκμήριο 8) το κόστος των εκτελεσθείσων εργασιών ανήλθε στο ποσό των €23.276,
  2. Με βάση όμως την συμπληρωματική του έκθεση (Τεκμήριο 1) και στη βάση των νέων στοιχείων που του έχουν προσκομισθεί και από τις δύο πλευρές, το συνολικό κόστος των εργασιών στην οικία της εναγόμενης ανήλθε στο ποσό των €22.798, πλέον ΦΠΑ όπου εφαρμόζεται. Ενόψει των πιο πάνω κατατέθηκαν αφενός τα Τεκμήρια 1 και 8, αντιστοίχως παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους και αφετέρου ο ενάγοντας, με σχετική δήλωση του προς το Δικαστήριο, ημερομηνίας 1/3/18, περιόρισε την απαίτηση του στο ποσό των €22.
  3. Συνεπακόλουθα, ενόψει των πιο πάνω παραδεκτών δηλώσεων, παρέμεινε ουσιαστικά ως κύριο επίδικο θέμα το κατά πόσο η εναγόμενη εξόφλησε πλήρως τον ενάγοντα ή κατέβαλε μέρος του πιο πάνω ποσού. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα, από τον Φεβρουάριο του 2009, χρονικό σημείο έναρξης των εργασίων μέχρι και τον Νοέμβριο του 2010, χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενάγοντας σταμάτησε τις οποιεσδήποτε εργασίες, η εναγόμενη δεν του κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν ολοκλήρωσε όλες τις εργασίες στην οικία της εναγόμενης. Η εναγόμενη, παρά τις διάφορες οχλήσεις τόσο του ίδιου όσο και των δικηγόρων του, αρνείται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για εξόφληση της πιο πάνω οφειλής της. Η εναγόμενη, μέσω της υπεράσπισης της, εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία ανάθεσης μεταξύ της εναγόμενης και του ενάγοντα είναι άκυρη, εφόσον ο ενάγοντας τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης. Ο εναγόμενος της παρέστησε ότι ήταν εργολάβος οικοδομών και εγγεγραμμένος ηλεκτρολόγος και βάσει της παράστασης του αυτής, του ανέθεσε την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι περί τις 10/12/12, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €1000, αναφέροντας του ότι με την καταβολή του ως άνω ποσού, του κατέβαλε συνολικά το ποσό των €13.
  4. Η εναγόμενη ζήτησε και τις σχετικές αποδείξεις από τον ενάγοντα για τα ποσά που του έχει καταβάλει. Ο ενάγοντας της παρουσίασε ένα σημείωμα ισχυριζόμενος ότι η εναγόμενη του έχει καταβάλει μόνο το ποσό των €5.
  5. Αποτελεί θέση της εναγόμενης ότι κατέβαλε συνολικά στον ενάγοντα το ποσό των €13.
  6. Προς απόδειξη της υπόθεσης του, μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας και ο κ. XXXXX Κυπρίδημος, επιμετρητής ποσοτήτων (Μ.Ε 2). Μαρτυρία εκ μέρους της εναγομένης έδωσε η ίδια η εναγόμενη και ο κ. XXXXX Μαρκίδης, Δικαστικός Γραφολόγος (Μ.Υ 2). Κατατέθηκαν επίσης συνολικά και 13 Τεκμήρια. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση του, μετά την απόσυρση του δικηγόρου κατά το στάδιο της προδικασίας. Το Δικαστήριο καθηκόντως εξήγησε επαρκώς στον ενάγοντα την ακολουθηθείσα δικαστική διαδικασία καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης, αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Θα παρατεθούν όμως τα κυριότερα σημεία αυτής, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη και των επίδικων θεμάτων. Ο ενάγοντας υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, με βάση το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, τον Νοέμβριο του 2010 σταμάτησε τις οποιεσδήποτε εργασίες, λόγω του ότι η εναγόμενη αρνείτο να τον πληρώσει. Του υποσχέθηκε δε ότι θα τον πληρώσει για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες, μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου, λόγω του ότι είχε να λαμβάνει χρήματα από την κλινική «Άγιος Ραφαήλ» όπου εργαζόταν ως αναισθησιολόγος. Ακολούθως η εναγόμενη του ζήτησε κοστολόγηση των εργασιών από ειδικό. Ο ενάγοντας διόρισε επιμετρητή ποσοτήτων, τον Μ.Ε.2, όπου στις 03/05/11, μετά από μελέτη του, κατέληξε ότι το συνολικό κόστος εργασιών ανήρχετο στο ποσό των €38.564,
  7. Η εναγόμενη αρχικά συμφώνησε με το εν λόγω πόρισμα όμως στην συνέχεια άλλαξε γνώμη και αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Για τον λόγο αυτό απέστειλε στις 17/10/11 επιστολή, μέσω του δικηγόρου του προς την εναγόμενη αξιώνοντας πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Στις 17/11/11 η εναγόμενη, μέσω του δικηγόρου της, απέστειλε απαντητική επιστολή (Τεκμήριο 4) ισχυριζόμενη ότι κατέβαλε το ποσό των €13.100 προς πλήρη εξόφληση των εργασιών. Ο ενάγοντας απέστειλε στις 21/11/11 νέα επιστολή (Τεκμήριο 3) και πάλι μέσω του δικηγόρου του, αρνούμενος ότι η εναγόμενη κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και ζητώντας, περαιτέρω, να του προσκομισθούν οποιεσδήποτε αποδείξεις που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της εναγόμενης. Η εναγόμενη περαιτέρω, ουδέποτε του ζήτησε ή έθεσε ως προϋπόθεση για την ανάθεση των εργασιών στον ενάγοντα την κατοχή άδειας εργολάβου οικοδομών και/ή άδεια ηλεκτρολόγου. Ο ίδιος ουδέποτε της ανάφερε ότι είναι αδειούχος εργολάβος οικοδομών. Εξάλλου δεν ανάλαβε εργολαβία, ώστε να αναγείρει την οικοδομή την εναγόμενης, αλλά διεξήγαγε διάφορα «κουτσοδούλια», για τα οποία δεν απαιτείτο οποιαδήποτε άδεια εργολάβου. Θέση του είναι ότι για την εκτέλεση των εργασιών που επιτέλεσε η εναγόμενη δεν του κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν είναι κάτοχος άδειας εργολάβου και άδειας ηλεκτρολόγου, είναι όμως, όπως ξεκαθάρισε, εγγεγραμμένος στην υπηρεσία Φ.Π.Α. Αναγνώρισε ως Τεκμήριο 6, χειρόγραφες σημειώσεις τις οποίες σύμφωνα με τον ίδιο, τις έγραψε η σύζυγός του. Διευκρίνισε ότι στο εν λόγω Τεκμήριο καταγράφονται οι εκτελεσθείσες εργασίες και το κόστος αυτών στην κατοικία της εναγόμενης σε σχέση με την 2η φάση των εργασιών, ως αυτές έχουν διαχωριστεί από τον ειδικό πραγματογνώμονα με βάση το Τεκμήριο
  8. Επανέλαβε ότι σε σχέση με την εκτελεσθείσα εργασία της 1ης φάσης ο ίδιος δεν έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή και πρόσθεσε περαιτέρω ότι εάν πράγματι πληρωνόταν, ο ίδιος θα εξέδιδε σχετικό τιμολόγιο και σχετική απόδειξη. Ερωτηθείς για ποιο λόγο ο ίδιος αγόρασε θύρα της εισόδου αξίας €1.500 με δικά του έξοδα, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έλαβε μέχρι την στιγμή εκείνη οποιαδήποτε πληρωμή από την εναγόμενη για τις εκτελεσθείσες εργασίες του, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι αυτή ήταν πάντοτε η πρακτική του για όλες τις εργασίες που διεκπεραίωνε. Ανάφερε περαιτέρω ότι στις 15/12/10 στάματησε τις οποιεσδήποτε εργασίες στην οικία της εναγόμενης, λόγω του ότι δεν είχε πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό. Ως προς τον λόγο που ο ίδιος, ενώ δεν είχε πληρωθεί από την ενάγουσα σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες της 1ης φάσης, ξεκίνησε τις εργασίες της 2ης φάσης, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο αδελφός του, ο οποίος γνώριζε την εναγόμενη, του έλεγε ότι θα πληρωθεί ο ίδιος από την εναγόμενη στο τέλος για όλες τις εργασίες. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι για τις εκτελεσθείσες εργασίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 6 η εναγόμενη του έχει καταβάλει το ποσό των €4.
  9. Ερωτηθείς κατά ποσό ο ίδιος αναγνωρίζει τις χειρόγραφες σημειώσεις, ημερομηνίας 18/12/10, Τεκμήριο 10, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι δεν τις αναγνωρίζει εφόσον αυτές δεν έχουν αναγραφεί ούτε από τον ίδιο ούτε και από την σύζυγο του. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι στις 27/09/10 έλαβε το ποσό των €4,500 από την εναγόμενη έναντι της 2ης φάσης των εργασιών, στις 5/10/10 το ποσό των €500, στις 06/10/10, το ποσό των €1,100 στις 29/10/10 το ποσό των €4500 στις 05/11/10 το ποσό των €500 στις 20/11/10 το ποσό των €1000 και στις 10/12/
  10. Ερωτηθείς σε σχέση με το ποιος προέβη στις ηλεκτρολογικές εργασίες στην οικία της εναγομένης, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι τις εκτέλεσε ο υιός του και τις έλεγξε κάποιος αδειούχος ηλεκτρολόγος, επ' ονόματι XXXXX Γεωργίου. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι έχει πληρωθεί το ποσό των €13.100 από την εναγόμενη και ότι το ποσό των €1.500 το οποίο αξιώνει, σε σχέση με τις ηλεκτρολογικές εργασίες, δεν νομιμοποιείται να το διεκδικεί λόγω του ότι δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αδειούχος ηλεκτρολόγος. Τέλος επιβεβαίωσε ότι το 2010 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Φ.Π.Α, πλην όμως το αξιώνει, εφόσον με την πληρωμή από την εναγομένη θα εκδώσει σχετικό τιμολόγιο με σημερινή ημερομηνία. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε, κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι στις 05/02/11 επισκέφθηκε την οικία της εναγόμενης αφού του ζητήθηκε από τον ενάγοντα να ετοιμάσει πραγματογνωμοσύνη, σε σχέση με το ποιες εργασίες εκτελέσθηκαν αλλά και το κόστος αυτών. Η καταγραφή έγινε στην παρουσία της εναγόμενης και του δικού της πραγματογνώμονα. Ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσο έγιναν οποιεσδήποτε πληρωμές από την εναγόμενη. Είναι όμως σε θέση να επιβεβαιώσει ότι η εναγόμενη πράγματι προέβαλε εξ αρχής τον ισχυρισμό ότι προέβη σε πληρωμές προς τον ενάγοντα. Η εναγόμενη υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 9). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, η ίδια είναι ιατρός με ειδικότητα αναισθησιολόγου. Τον ενάγοντα τον γνώρισε μέσω του αδελφού της, εφόσον η ίδια ζήτησε από αυτόν άτομο ώστε να της καθαρίσει τα κλιματιστικά της οικίας της. Ο ενάγοντας της συστήθηκε ως αδειούχος εργολάβος οικοδομών και αδειούχος ηλεκτρολόγος. Πράγματι ο ενάγοντας προέβη στον καθαρισμό των κλιματιστικών. Παράλληλα συμφώνησαν όπως ο ενάγοντας προβεί και σε άλλες επιπρόσθετες εργασίες, κουτσοδούλια, (σελίδα 1, παράρτημα 9 iii φάση Α του Τεκμηρίου 1). Οι εν λόγω εργασίες έγιναν τον Φεβρουάριο του 2009 και κατέβαλε για αυτές το ποσό των €2.
  11. Για τις εργασίες αυτές, ούτε εκδόθηκε το τιμολόγιο ούτε και αποδείξεις εξόφλησης, λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους. Το καλοκαίρι του 2010 συμφώνησε με τον ενάγοντα να της επιδιορθώσει την βεράντα της. Του ζήτησε να της προσκομίσει αποδείξεις για τα χρήματα που του έδινε αλλά και για κάποια υλικά που αγόρασε, πλην όμως ο ίδιος αρνιόταν. Τον Σεπτέμβριο του 2010 της προσκόμισε το Τεκμήριο 6 για τις εργασίες που εκτέλεσε και οι οποίες κοστολογήθηκαν για το ποσό των €4.
  12. Του ζήτησε επίσης να τοποθετήσει γυψοσανίδα στο υπόγειο της κατοικίας της και όπως της ανέφερε ο ενάγοντας θα στοίχιζε €2.
  13. Την 27/09/10 έλαβε από τον τρεχούμενο λογαριασμό στην ΣΠΕ Αλληλεγγύης το ποσό των €5.000 και κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €4.250 για εξόφληση των εργασιών που προέβη στην βεράντα και το ποσό των €250 ως προκαταβολή για την τοποθέτηση της γυψοσανίδας. Παράλληλα ο ενάγοντας ξεκίνησε και διάφορες άλλες εργασίες όπως ηλεκτρολογικές και όποτε της ζητούσε χρήματα η ίδια του τα κατέβαλλε. Συγκεκριμένα του κατέβαλε το ποσό των €500 την 05/10/10, το ποσό των €1.100 την 06/10/10, το ποσό των €4.500 την 29/10/10, το ποσό των €500 την 05/11/10, το ποσό των €1.000 την 20/11/10 και το ποσό των €1.000 την 10/12/10 (σχετική κατάσταση λογαριασμού της κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12). Συνολικά κατέβαλε, μαζί με τις €4.500 που κατέβαλε στις 27/09/10, το συνολικό ποσό των €13.
  14. Με την καταβολή των πιο πάνω ποσών, η ίδια θεώρησε ότι έχει εξοφλήσει τον ενάγοντα, πράγμα το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε. Του ζήτησε τότε να της προσκομίσει αναλυτικές καταστάσεις και αποδείξεις. Ο ενάγοντας την 18/12/10 της προσκόμισε χειρόγραφη σημείωση, (Τεκμήριο 10) στην οποία ανάφερε ότι του καταβλήθηκε το ποσό των €5.750 και ότι του οφείλει ακόμα το ποσό των €22.
  15. Την 21/12/10 της προσκόμισε σχετική κατάσταση των εργασιών (Τεκμήριο 7) που διεκπεραίωσε, ισχυριζόμενος ότι το κόστος των εργασιών του ανερχόταν στο ποσό των €29.
  16. Στην εκτίμηση του ο πραγματογνώμονας (Τεκμήριο 1) συμπεριέλαβε και την εργασία που ο ενάγοντας εκτέλεσε τον Φεβρουάριο του 2009 (1η φάση των εργασιών), για την οποία έχει καταβάλει το ποσό των €2,
  17. O ισχυρισμός της όμως αυτός, καταγράφηκε από τον κ. Κουή. Επομένως από το ποσό των €22.798 θα πρέπει να αφαιρεθεί το πιο πάνω ποσό και ως ετούτου το συνολικό κόστος εργασιών ανέρχεται στο ποσό των €20.
  18. Περαιτέρω, τα υλικά που αγόρασε ο ενάγοντας αξίας €3.500 τα αγόρασε η ίδια. Τα τιμολόγια όμως εκδόθηκαν στο όνομα του ενάγοντα για να επωφεληθεί της έκπτωσης που προέβαιναν οι έμποροι από την ίδια. Επομένως και αυτό το ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των €20.
  19. Εάν επίσης αφαιρεθεί το ποσό των €13.100 που κατέβαλε, η ίδια οφείλει μόνο το ποσό των €3.458 στον ενάγοντα για το οποίο δέχεται και απόφαση. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε τη θέση ότι ο εναγόμενος της συστήθηκε ως εργολάβος οικοδομών και αδειούχος ηλεκτρολόγος. Διευκρίνισε ότι η ίδια επιθυμούσε να καλέσει για τις εργασίες της οικίας της ηλεκτρολόγο, πλην όμως ο ενάγοντας την διαβεβαίωσε ότι γνωρίζει και από ηλεκτρολογικά. Ανάφερε, ερωτηθείσα σχετικά, ότι οι εργασίες της Α' Φάσης, ως αυτές διαχωρίζονται από τον πραγματογνώμονα, έχουν πληρωθεί από την ίδια στον εναγόμενο υπό την μορφή μετρητών. Ο ισχυρισμός της αυτός επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος προσήλθε στην οικία της το 2010 και ξεκίνησε την 2η φάση εργασιών. Εξέφρασε την θέση πως αν ο ενάγοντας δεν πληρωνόταν για την 1η φάση των εργασιών, δε θα ξεκινούσε οποιεσδήποτε άλλες εργασίες. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η ίδια υποσχόταν συνεχώς στον ενάγοντα ότι θα τον εξοφλήσει αμέσως μόλις λάβει χρήματα από την κλινική «Άγιος Ραφαήλ» όπου εργαζόταν, προσθέτοντας ότι η ίδια όποτε της ζητούσε χρήματα ο ενάγοντας τον πλήρωνε. Επανέλαβε την θέση ότι η ίδια πλήρωσε το ποσό των €3500 για την αγορά μπογιάς για το βάψιμο της οικίας της, παρά το γεγονός ότι τα τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα του ενάγοντα, εφόσον αυτή ήταν η εισήγηση του, λόγω του ότι ο ίδιος μπορούσε να λάβει καλύτερες τιμές. Ο λόγος που δεν παρέδωσε οποιεσδήποτε αποδείξεις στον πραγματογνώμονα για την πληρωμή των εν λόγω ποσών είναι λόγω του ότι τα τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα του ενάγοντα. Αρνήθηκε κατηγορηματικά σχετική υποβολή ότι ουδέποτε η ίδια κατέβαλε οποιαδήποτε ποσά στον ενάγοντα σε μετρητά και ότι αν ο ίδιος πράγματι πληρωνόταν από την εναγομένη, θα εξέδιδε σχετικό τιμολόγιο. Αρνήθηκε, επίσης, σχετική υποβολή του ενάγοντα ότι ο ίδιος ουδέποτε είδε το Τεκμήριο 10 προσθέτοντας ότι το εν λόγω Τεκμήριο της το παρέδωσε ο ίδιος με σκοπό να της αναφέρει το ποσό που του έχει καταβάλει μέχρι στιγμής αλλά και την υπολειπόμενη οφειλή της. Ο Μ.Υ.2, δικαστικός γραφολόγος, του οποίου τα προσόντα του ουδόλως αμφισβητήθηκαν από τον ενάγοντα και τα οποία καταγράφονται στην σχετική έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που κατάθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 13), ανάφερε, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι έλαβε εντολή από την εναγόμενη να διενεργήσει γραφολογική έρευνα και να ετοιμάσει έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης συγκρίνοντας το Τεκμήριο 10 μαζί με έγγραφα που περιέχονται στη πραγματογνωμοσύνη του κ. Κουή (Τεκμήριο 8) και που αφορούν έγγραφα τα οποία δόθηκαν στον πραγματογνώμονα από τον εργολάβο, ενάγοντα, (σημείο iii, Παράρτημα 2, του Τεκμηρίου 8). Με βάση την έκθεση του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλα τα εξεταζόμενα έγγραφα, δηλαδή το Τεκμήριο 10 και τα έγγραφα του Τεκμηρίου 8, συγκρίνοντας τον γραφολογικό τους χαρακτήρα, αναγράφηκαν από το ίδιο πρόσωπο. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος με σχετική δήλωση του προς το Δικαστήριο ανάφερε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 10 έχουν γραφτεί από τον υιό του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους

(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγηση τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό. Για παράδειγμα, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχε για να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, την ειλικρίνεια του και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauerv. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Ζαμπάς v. A&G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamedv. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατά τη στιγμή που παράθεσαν την μαρτυρία τους προχωρώ να την αξιολογήσω. Ο ενάγοντας δεν άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του, για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως. Δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του σε σχέση με το βασικό επίδικο θέμα, δηλαδή του κατά πόσο η εναγόμενη του κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες. Στην προσπάθεια του αυτή δεν απέφυγε τις ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ κάποιες δε θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να έχει υποστεί σοβαρά ρήγματα. Για παράδειγμα αντιστρατεύεται την κοινή λογική ο ισχυρισμός του, ότι από τον Φεβρουάριο του 2009 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2010, χρονικό σημείο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα σταμάτησαν οι οποιεσδήποτε εργασίες, δεν έλαβε την παραμικρή πληρωμή από την εναγόμενη. Αποτελεί άξιον απορίας πώς ο ενάγοντας εκτέλεσε εργασίες συνολικού ύψους €22.798 χωρίς να πληρωθεί το παραμικρό; Πώς είναι δυνατόν, περαιτέρω, όχι μόνο να μην πληρώθηκε για τις εκτελεσθείσες εργασίες αλλά επιπρόσθετα να έχει υποστεί και ζημιά, εφόσον ο ίδιος, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, αγόρασε με δικά του χρήματα τα υλικά που χρησιμοποίησε για τις διεκπεραιωθείσες εργασίες, όπως, για παράδειγμα, η αγορά των γυψοσανίδων, του άμμου, μίξερς, εγκατάσταση θυροτηλεφώνων και αγορές θύρας εισόδου από αλουμίνια (ύψους €1,500); Τα πιο πάνω ερωτήματα έχουν μείνει αναπάντητα. Ουδόλως πείθει το Δικαστήριο η απάντηση του εν λόγω μάρτυρα ότι αυτή ήταν η πρακτική που πάντα εφαρμόζει για όλες τις εργασίες που διεκπεραιώνει και ότι ζητά πάντοτε στο τέλος των εργασιών του ολόκληρο το κόστος των εργασιών, δηλαδή τα εργατικά και το κόστος των υλικών που έχει χρησιμοποιήσει. Με την όλη στάση και συμπεριφορά του ο ενάγοντας δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι θα αναλάμβανε τέτοιο ρίσκο. Επίσης οι πράξεις και αναφορές ουδόλως επιβεβαιώνουν την θέση του αυτή. Και τούτο γιατί ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα γιατί ο ίδιος δεν εξέδιδε τιμολόγια, ο ίδιος ανάφερε ότι επειδή δεν πληρώθηκε από την εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό και αν εξέδιδε τιμολόγια θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει Φ.Π.Α, χωρίς ο ίδιος να έχει πληρωθεί. Η αναφορά του αυτή βρίσκεται σε αντίφαση με τις πιο πάνω θέσεις του. Αργότερα ο ίδιος, βέβαια, προέβαλε την αντίθετη θέση, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ότι το 2010 ο ίδιος δεν ήταν εγγεγραμμένος στην υπηρεσία Φ.Π.Α. Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας υπέπεσε και σε σοβαρές αντιφάσεις κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος δεν έλαβε οποιαδήποτε χρήματα από την εναγόμενη για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του αφού του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 10 το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγόμενης της δόθηκε από τον ενάγοντα και συνιστά παραδοχή του ότι η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των €5,750, ο εν λόγω μάρτυρας αρχικά το αρνήθηκε κατηγορηματικά, αναφέροντας ότι ουδέποτε το είδε ξανά και ουδέποτε ο ίδιος ή η σύζυγος του έγραψαν τις εν λόγω ιδιόχειρες σημειώσεις. Ο Μ.Υ.2, κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, ανάφερε στο Δικαστήριο ότι με βάση τις εξετάσεις που διενέργησε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ιδιόχειρες σημειώσεις που αναγράφονται στο Τεκμήριο 10 καθώς και τα έγγραφα που έδωσε ο ενάγοντας στον πραγματογνώμονα και περιέχονται στο Τεκμήριο 8 έχουν αναγραφεί από το ίδιο πρόσωπο. Μετά την παράθεση της εν λόγω μαρτυρίας, ενώ ο ενάγοντας ανάφερε αρχικά ότι ουδέποτε το είδε ξανά το Τεκμήριο 10 και ότι δεν το έγραψε ο ίδιος, ακολούθως ανάφερε στη συνέχεια ότι οι ιδιόχειρες σημειώσεις του Τεκμηρίου 10 έχουν αναγραφεί από τον υιό του. Επομένως ο ενάγοντας με το άκουσμα της μαρτυρίας του γραφολόγου, αναδίπλωσε τη θέση του και προσπαθώντας να δικαιολογήσει την ύπαρξη του ανάφερε ότι είναι ο υιός του που το έγραψε. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τέτοια ουσιαστική αντίφαση με αποτέλεσμα να απορρίψει την εκδοχή του ενάγοντα ότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε χρήματα από την εναγόμενη. Με βάση το εν λόγω Τεκμήριο υπάρχει παραδοχή από τον ενάγοντα ότι η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των €5,750, το οποίο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Επομένως με την ύπαρξη του εν λόγω Τεκμηρίου, καταρρίπτεται η θέση του Ενάγοντα ότι ο ίδιος δεν έλαβε οποιαδήποτε πληρωμή από την εναγόμενη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να απορρίψει την εκδοχή του ενάγοντα και να μην την κάνει αποδεχτή. Αντίθετα αποδεχτή γίνεται η μαρτυρία του Μ.Ε.2 η οποία και παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε όλα όσα περιήλθαν στην σφαίρα της προσωπικής του γνώσης από την εμπλοκή του στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όμως η εν λόγω μαρτυρία του θα έλεγα ότι ήταν επουσιώδης ως προς τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι επισκέφτηκε την οικία της εναγόμενης, κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα, με σκοπό να κοστολογήσει τις εργασίες που εκτέλεσε ο τελευταίος. Από τη στιγμή που κατατέθηκε από κοινού η έκθεση του πραγματογνώμονα, σε σχέση με το κόστος των εκτελεσθεισών εργασιών και από τη στιγμή που ο ενάγοντας περιόρισε την απαίτηση του με βάση το αποτέλεσμα της έκθεσης του πραγματογνώμονα, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο αποτέλεσμα του πορίσματος του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η εναγόμενη οφείλω να ομολογήσω ότι σε γενικές γραμμές άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ήταν σταθερή στις θέσεις της, απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και ήταν σίγουρη για τις απαντήσεις της. Έχω πεισθεί παρακολουθώντας την με προσοχή από το εδώλιο του μάρτυρα, όπου κατέθεσε, ότι ήταν ειλικρινής χωρίς να έχει διάθεση να αποκρύψει και να αποφύγει τα πραγματικά δεδομένα. Η εκδοχή της είναι αληθοφανής και λογική. Υποστηρίζεται δε και ενισχύεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια και ειδικότερα από τα Τεκμήρια 10,12 και 13. Δεν διαπίστωσα να υπέπεσε η εναγόμενη σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, η οποία θα ήταν ικανή να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο. Αποδέχομαι την βασική της θέση ότι η ίδια κατέβαλε χρηματικά ποσά στον ενάγοντα σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες, όχι όμως στο μέτρο και στο ύψος που η ίδια ισχυρίζεται ότι κατέβαλε ως εξηγώ κατωτέρω, κατά την παράθεση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Αποδέχομαι ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των €13,100 εφόσον προσκόμισε ικανοποιητικές αποδείξεις προς την τεκμηρίωση του ισχυρισμού της, ως αναφέρω επίσης κατά την παράθεση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Πέραν του γεγονότος ότι η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη σε αντίθεση με την μαρτυρία του ενάγοντα η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το ίδιο το Τεκμήριο 10, το οποίο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δόθηκε από τον ενάγοντα στην εναγομένη, επιβεβαιώνει την παραδοχή της εναγόμενης ότι η ίδια του κατέβαλε το ποσό των €5,750. Επίσης η ίδια, προς περαιτέρω απόδειξη των ισχυρισμών της, παρουσίασε αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της, όπου διαφαίνεται η ανάληψη μεγάλων χρηματικών ποσών από την ίδια σε μετρητά. Σημειώνω επίσης ότι η κατάθεση του εν λόγω λογαριασμού, κατατέθηκε χωρίς ένσταση από τον ενάγοντα. Πράγματι από τις εν λόγω καταστάσεις δεν διαφαίνεται για ποιο σκοπό τα χρήματα αυτά έχουν αναληφθεί και κυρίως σε ποιόν έχουν δοθεί. Το συμπέρασμα όμως ότι, μέρος των εν λόγω ποσών, χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή των εκτελεσθείσων εργασιών από τον ενάγοντα μπορεί να συναχθεί εμμέσως και περιστατικά από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα δεδομένα (Searay Ltd ν. "Angostino Neto"
(1995)1 ΑΑΔ 231, Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344) ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, οι ημερομηνίες ανάληψης των εν λόγω ποσών έλαβαν χώρα κατά την χρονική διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών. Με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μέρος των χρημάτων από τις πιο πάνω αναλήψεις καταβλήθηκαν στον ενάγοντα. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εκδοχή της εναγόμενης ότι κατέβαλε πληρωμές στον ενάγοντα είναι αληθοφανής και λογική και συνεπακόλουθα την αποδέχομαι. Αποδεχτή στην ολότητα της επίσης γίνεται η μαρτυρία του Μ.Υ.2, δικαστικού γραφολόγου, η οποία επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον ο εν λόγω εμπειρογνώμονας δεν αντεξετάσθηκε από τον ενάγοντα. Πέραν τούτου παρουσίασε με τεκμηριωμένο τρόπο και κατάθεσε προς τούτο σχετική έκθεση (Τεκμήριο 13)αιτιολογώντας πλήρως τα συμπεράσματα του. «Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για παράδειγμα στην υπόθεση Πιττάλης και άλλων v. Ianira enterprises Ltd
(1997)1(B)A.A.Δ.814, λέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Αυτό επιβεβαιώθηκε και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298». Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527, Αdidasv. JonitexoLtd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Αποδέχομαι, ως ανάφερα ανωτέρω, τη θέση του εν λόγω εμπειρογνώμονα, ότι το πρόσωπο που έγραψε τις ιδιόχειρες σημειώσεις του Τεκμηρίου 10 είναι το ίδιο πρόσωπο που έγραψε τα έγγραφα που δόθηκαν στον πραγματογνώμονα από τον ενάγοντα. Επομένως προκύπτει το συμπέρασμα ότι και το Τεκμήριο 10 γράφτηκε από τον ενάγοντα. Ακόμη όμως και να γίνει αποδεκτή η θέση του ενάγοντα ότι το εν λόγω τεκμήριο αναγράφηκε από τον υιό του, ο υιός του δεν ενήργησε μονομερώς και ούτε εξάλλου ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο ο ενάγοντας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας και λαμβάνοντας υπόψη τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Ο εναγόμενος, ο οποίος ασχολείτο με διάφορες οικοδομικές εργασίες, περί τον Φεβρουάριο του 2009 μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 εκτέλεσε, κατόπιν προφορικής συμφωνίας με την εναγόμενη, διάφορες εργασίες προς επιδιόρθωση και/ή ανακαίνιση της οικίας της. Οι εργασίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την επιδιόρθωση τοίχων, μπογιατίσματα, κλάδεμα δέντρων, αλλαγή κεραμικών, τοποθέτηση γυψοσανίδων, μόνωση οροφής, ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Το κόστος όλων των εκτελεσθείσων εργασιών πιο πάνω εργασιών ανήλθε στο συνολικό ποσό των €22.
  1. Η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα, αφού προηγουμένως προέβη σε ανάληψη από τον τρεχούμενο λογαριασμό της που διατηρούσε τον ουσιώδη χρόνο στην ΣΠΕ Αλληλεγγύης, το ποσό των €5.000 και κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €4.250 για εξόφληση των εργασιών που προέβη στην βεράντα και το ποσό των €250 ως προκαταβολή για την τοποθέτηση της γυψοσανίδας. Μεταγενέστερα η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €500 την 05/10/10, το ποσό των €1.100 την 06/10/10, το ποσό των €4.500 την 29/10/10, το ποσό των €500 την 05/11/10, το ποσό των €1.000 την 20/11/10 και το ποσό των €1.000 την 10/12/
  2. Συνολικά κατέβαλε μαζί με τις €4.500 που κατέβαλε στις 27/09/10 το συνολικό ποσό των €13.
  3. Ο ενάγοντας την 18/12/10 της προσκόμισε χειρόγραφη σημείωση (Τεκμήριο 10) στην οποία ανάφερε ότι του καταβλήθηκε το ποσό των €5.
  4. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Όπως προκύπτει η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται στη βάση οφειλής χρέους, δυνάμει υπηρεσιών που προσέφερε στην εναγόμενη για την επιδιόρθωση και ανακαίνιση της οικίας της. Διαζευκτικά η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται στην αθέτηση από την εναγομένη της προφορικής τους συμφωνίας καθώς και στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις ο ενάγων έχει το γενικό βάρος (burden of proof) να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Αναφορικά με τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής, έχει πρόσφατα νομολογηθεί στην απόφαση Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) ΛΤΔ ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 41 ότι : «Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Οι εφεσείοντες, στην παρούσα υπόθεση, επέλεξαν την εκδοχή της σύμβασης ενοικιαγοράς και απέτυχαν.» Ουσιαστικά αυτό που έχει προωθήσει ο ενάγοντας, διαμέσου της μαρτυρίας του, είναι ότι αξιώνει το ποσό των €22.798 ως οφειλόμενο χρέος για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Ο ενάγοντας, μέσω της μαρτυρίας του, δεν προώθησε οποιεσδήποτε άλλες θεραπείες. Οπόταν, οι διαζευκτικές βάσεις αγωγών που δεν προωθήθηκαν θα πρέπει να απορριφθούν. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης σε πολιτικές αγωγές βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα. Η αρχή αυτή έχει επιβεβαιωθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 A.A.Δ. 665)». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden) υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατοπίζεται πίσω στους ενάγοντες να απαντήσουν ικανοποιητικά και να αποσείσουν το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι ο ενάγοντας, πράγματι, εκτέλεσε εργασίες επιδιόρθωσης και ανακαίνισης στην οικία της εναγόμενης συνολικού ύψους €22.
  1. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  2. Η εναγόμενη με βάση την μαρτυρία της ισχυρίζεται ότι οφείλει μόνο το ποσό των €3,458 για το οποίο όπως δήλωσε δέχεται απόφαση εναντίον της, εφόσον κατέβαλε στον εναγόμενο συνολικά το ποσό των €19,340 το οποίο προκύπτει ως ακολούθως: α) τον Φεβρουάριο του 2009 κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €2.740 για την ολοκλήρωση της Α'Φάσης β) Κατέβαλε στις 27/9/10 το ποσό των €4,500, στις 5/10/2010 το ποσό των €500, την 6/10/10 το ποσό των €1,100, την 29/10/2010 το ποσό των €4,500 την 5/11/2010 το ποσό των €500, την 20/11/10 το ποσό των €1000 και την 10/12/2010 το ποσό των €1,000, συνολικού ύψους€13,
  3. γ) κατέβαλε το ποσό των €3,500 για την αγορά υλικών και μπογιάς Έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι, εκείνος που ισχυρίζεται ότι εξόφλησε ή ότι έκανε συγκεκριμένη πληρωμή, εκείνος είναι που έχει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του (Μήρος Γιάγκου v. Deme Diary Ltd, 2006 Α.Α.Δ. 91 και Γλαύκος Χ" Μιτσή v. Γεωργίας Σολογιάννη
(2005)1 Α.Α.Δ. 1220). Δηλαδή από τη στιγμή που η εναγόμενη παραδέχεται ότι έχουν παρασχεθεί οι εκτελεισθέσες εργασίες στην οικία της από τον ενάγοντα και ότι αυτές έχουν κοστολογηθεί στο ποσό των €22.798, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους της να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ότι κατέβαλε στον ενάγοντα τα πιο πάνω ποσά. Στην υπόθεση Rahim Havariyoun ν. Aνδρέα Pουσή,
(2008)1 Α.Α.Δ. 4060 ο εφεσίβλητος - ενάγων (ο εφεσίβλητος) κίνησε αγωγή εναντίον του εφεσείοντος - εναγόμενου (ο εφεσείων) αξιώνοντας ποσό £2.150 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για ξυλουργικές εργασίες που εκτέλεσε - στη βάση γραπτής σύμβασης - στο υπό ανέγερση σπίτι του εφεσείοντος. Η αμοιβή του εφεσίβλητου ορίστηκε στις £6.000 και αυξήθηκε, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, στις £6.050 για επιπλέον εργασία. Ο εφεσείων με την υπεράσπισή του, επικαλούμενος γραπτές αποδείξεις, υποστήριξε πως πλήρωσε έναντι το ποσό των £5.800. Στην ανταπαίτησή του αξίωσε £1.286 με τον ισχυρισμό πως μέρος των εργασιών δεν εκτελέστηκαν (£970), για καθυστερήσεις στην εκτέλεση της εργασίας (£126) και για κακότεχνες εργασίες (£190). Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ανάφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το βάρος απόδειξης: «Επίδικο ήταν το ποσό που πληρώθηκε, για το οποίο ο εφεσείων είχε το βάρος απόδειξης και ασφαλώς ο εφεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να προσαγάγει και ο ίδιος την όποια μαρτυρία είχε αλλά και την εξήγηση της απόδειξης που ο εφεσείων επικαλείτο. Το κατά πόσο θα χρειαζόταν χρόνο για να αποτιμήσει τα όσα, ως μαρτυρία σε σχέση με το επίδικο θέμα, ισχυρίστηκε και παρουσίασε ο εφεσίβλητος, δεν συναρτάται προς τη δυνατότητα εισαγωγής του και σημειώνουμε πως δεν είχε τεθεί πρωτόδικα θέμα τέτοιου χρόνου». (υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Δημητρίου Κακαβου, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/2010, ημερομηνίας 15/10/2015 λέχθηκε ότι: «Η νομολογία σε σχέση με την απόδειξη δικογραφημένων ισχυρισμών έχει παγιωθεί. Ο διάδικος ο οποίος εγείρει κάποιο ισχυρισμό προβάλλοντας την ορθότητα του, οφείλει να αποδείξει τα λεχθέντα ώστε ο απλός ισχυρισμός, («allegation of fact»), να μετατραπεί μέσα από την προσαγωγή κατάλληλης και πειστικής μαρτυρίας σε γεγονός («fact»). Αυτό επιβάλλει άλλωστε και η Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει μόνο δηλώσεις σε συνοπτική μορφή εκείνων των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του. Απαγορεύεται η παράθεση μαρτυρίας, ακριβώς διότι η μαρτυρία έπεται των δικογραφημένων ισχυρισμών και προσάγεται στη δίκη προς απόδειξη τους. Όπως αναφέρεται και στον Odgers Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 90, κάθε διάδικος «.. must plead all facts on which he intends to rely, otherwise he cannot strictly give any evidence of them at the trial.». Και όπως επιγραμματικά τέθηκε στη Re Wrightson
(1908)1 Ch 799: «The plaintiff is not entitled to relief except in regard to that which is alleged in the pleadings and proved at the trial.» Τον ισχυρισμό περί καταβολής στον εφεσίβλητο του ισοτίμου ποσού σε γερμανικά μάρκα των ΛΚ8.500, τον πρόβαλαν οι εφεσείοντες με την υπεράσπιση τους και συνεπώς είχαν την υποχρέωση και το βάρος, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να τον αποδείξουν. Ο εφεσίβλητος αρνήθηκε την σ΄ αυτόν πληρωμή του ποσού, τόσο με την απάντηση του, όσο και με τη δήλωση του, μέρος της κύριας εξέτασης του, που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. Επιδειχθέντος δε του Τεκμηρίου 13, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε την ύπαρξη του και βεβαίως την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η εναγόμενη απέσεισε το βάρος αυτό, αν δηλαδή απέδειξε με θετική μαρτυρία τους ισχυρισμούς της περί πληρωμής των ποσών που ισχυρίζεται η ίδια ότι κατέβαλε στον ενάγοντα. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €13,100 σε διάφορες χρονικές περιόδους και ειδικότερα στις 27/9/10 το ποσό των €4,500, στις 5/10/2010 το ποσό των €500, την 6/10/10 το ποσό των €1,100, την 29/10/2010 το ποσό των €4,500 την 5/11/2010 το ποσό των €500, την 20/11/10 το ποσό των €1000 και την 10/12/2010 το ποσό των €1,000, Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της κατάθεσε σχετική αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (βλέπε κίτρινο χρώμα στο Τεκμήριο 12). Ανατρέχοντας σε αυτές διαφαίνεται ότι η εναγόμενη προέβη στις ακόλουθες αναλήψεις μετρητών: (α) 27/9/2010 το ποσό των €5000 (β) 8/10/10 το ποσό των €4000 (γ) 27/10/10 το ποσό των €6000 (δ) 5/11/2010 το ποσό των €4,500 (ε) 19/11/10το ποσό των €4000 (στ) 6/12/10 το ποσό των €2000 Οι πιο πάνω αναλήψεις, αν και τα ποσά ανάληψης σε κάποιες ημερομηνίες είναι μεγαλύτερα από τις πληρωμές, συνάδουν με τους ισχυρισμούς της εφόσον οι εν λόγω αναλήψεις έλαβαν χώρα κατά την χρονική διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών. Πέραν του γεγονότος ότι οι αναλήψεις συνάδουν με τις ισχυριζόμενες πληρωμές της, η λογική επιτάσσει ότι οι αναλήψεις αυτές των πιο πάνω ποσών σε μετρητά δεν μπορεί παρά να σχετίζονται με τις εργασίες ανακαίνισης και επιδιόρθωσης της οικίας της που διεξήγαγε ο ενάγοντας τον ουσιώδη χρόνο. Δεν βλέπω άλλο λόγο και μάλιστα δεν τέθηκε οποιαδήποτε υποβολή από τον ίδιο τον ενάγοντα στην εναγομένη ότι αυτά τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή οποιοδήποτε άλλων υποχρεώσεων. Επιπρόσθετα η μαρτυρία της εναγόμενης κρίθηκε καθόλα αναξιόπιστη σε αντιπαράθεση με την μαρτυρία του ενάγοντα. Επομένως αποδέχομαι τη θέση της εναγομένης ότι η ίδια κατέβαλε το συνολικό ποσό των €13,100 στον ενάγοντα και ο ίδιος, παρά τις απαιτήσεις της, δεν τις εξέδιδε οποιεσδήποτε αποδείξεις. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει, στοιχείο το οποίο ενισχύει τον ισχυρισμό της εναγόμενης, το γεγονός ότι, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στο Τεκμήριο 10 ο ενάγοντας παραδέχεται ότι η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των €5,
  2. Δεν βλέπω οποιοδήποτε άλλο λόγο γιατί η εναγόμενη να μην του κατέβαλε οποιαδήποτε άλλα περαιτέρω ποσά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τον ισχυρισμό και αποτελεί ταυτόχρονα και εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €13,
  3. Ο ισχυρισμός όμως της εναγόμενης ότι κατέβαλε τον Φεβρουάριο του 2009 στον ενάγοντα το ποσό των €2.740 για την ολοκλήρωση της Α'Φάσης δεν μπορεί όμως να γίνει αποδεκτός. Καταρχάς διαπιστώνω ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση της. Τέτοιος ισχυρισμός αναφέρεται μόνο στην μαρτυρία της εναγομένης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι μαρτυρία που δεν περιλαμβάνεται στην δικογραφία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1422 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς τη σημασία προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα: «Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα κατά την άποψή μας, δέχθηκε τη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου, αφού αυτή θα έπρεπε να είχε θεωρηθεί ως εκτός δικογράφου και είτε θα έπρεπε να είχε αποκλειστεί, είτε να μην ληφθεί υπόψη. Όπως αναφέρθηκε στη Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας». Επίσης στην υπόθεση Πούρικκος v. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, λέχθηκε ότι:- «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιόν του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα». Επομένως από την στιγμή που δεν δικογραφείται ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ακόμη και δικογραφημένος να ήταν ο ισχυρισμός της εναγομένης, πράγμα που όπως έχει αναφερθεί από το Δικαστήριο δεν είναι, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταβολής του ποσού των €2,740 είναι γενικός και αόριστος εφόσον δεν προσκομίσθηκε το ο,τιδήποτε που να τον τεκμηριώνει, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της εναγομένης περί καταβολής του ποσού των €13,
  1. Σε αντίθεση με την παρουσίαση της τραπεζικής κατάστασης που αφορά την περίοδο από 7/7/10 μέχρι 15/1/11, η εναγόμενη δεν παρουσίασε αντίστοιχη κατάσταση του λογαριασμού της σε σχέση με το έτος
  2. Ούτε και έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλο στοιχείο που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό της αυτό. Το γεγονός αυτό, ότι η εναγόμενη δεν προσκόμισε οποιεσδήποτε αποδείξεις που να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό της, καταγράφεται και από τον πραγματογνώμονα κ. Κουή (Τεκμήριο 8). Συνεπώς η θέση της αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Παρομοίως ούτε ο ισχυρισμός της, στην γραπτή της δήλωση, ότι η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €3,500 για την αγορά υλικών περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση της. Στην υπεράσπιση της περιλαμβάνεται μόνο ο ισχυρισμός της περί καταβολής των €13.
  3. Ουδεμία αναφορά υπάρχει ότι κατέβαλε οποιαδήποτε άλλα ποσά στον εναγόμενο. Συνεπώς ο ισχυρισμός της αυτός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν εφόσον κάτι τέτοιο δεν περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις και συνεπώς δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Πέραν τούτου ακόμη όμως και να περιέχετο τέτοιος ισχυρισμός στην Υπεράσπιση της, η εναγόμενη ουδόλως απέσεισε το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους της εφόσον δεν προσκόμισε οποιαδήποτε απόδειξη που να τεκμηριώνει έστω και κατ΄ελάχιστο τους ισχυρισμούς της αυτούς. Δεν παραγνωρίζω ότι στο Τεκμήριο 8 περιέχεται σχετική βεβαίωση από την εταιρεία Γιαννάκης Ηλιάδης & Υιός Λτδ, η οποία, μεταξύ άλλων, πωλεί μπογιές, στην οποία αναφέρεται ότι η εναγόμενη αγόρασε μεγάλη ποσότητα μπογιάς. Με την εν λόγω βεβαίωση δεν τεκμηριώνει και δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εφόσον είναι γενικός και αόριστος. Για παράδειγμα, πόση μπογιά και ποια η αξία της δεν αναφέρεται στην εν λόγω βεβαίωση. Επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση ζήτημα. Τέλος αποτελεί, δικογραφημένη θέση της εναγομένης ότι η προφορική συμφωνία που κατάρτισε με τον ενάγοντα είναι άκυρη εφόσον τον ουσιώδη χρόνο εκτέλεσης των εργασιών ο ενάγοντας δεν ήταν αδειούχος εργολάβος ώστε να μπορεί να εκτελέσει οικοδομικές και τεχνικές εργασίες. Στο νομικό σύγραμμα Chitty on Contracts, 27 ed., vol. 1, par. 16-173, p. 884 αναφέρεται: "Presumption of legality. The party alleging illegality of the contract bears the legal burden of proving this fact." Σε μετάφραση:- «Τεκμήριο νομιμότητας: Ο διάδικος που ισχυρίζεται παρανομία της σύμβασης φέρει το νομικό βάρος απόδειξης του γεγονότος.» Η εναγόμενη ουδόλως προώθησε τέτοια θέση κατά την μαρτυρία της αλλά και ούτε πρωοθήθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της. Αντίθετα γίνεται παραδεκτό ότι η εναγόμενη οφείλει το ποσό των €3.458 στον ενάγοντα. Περαιτέρω κατά την αντεξέταση του ενάγοντα (βλέπε σελίδα 18 των αποστενογραφημένων πρακτικών) ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης δήλωσε τα ακόλουθα: «Γι'αυτό και δεν επέμενα στην προδικαστική μου ένσταση όσον αφορά τον εργολάβο, εκείνο είναι ένα άλλο θέμα, είναι νομικά θέματα, το θέμα του ηλεκτρολόγου το επιμένω» Συνεπως από την στιγμή που δεν προωθήθηκε δεν θα εξεταστεί ο εν λόγω ισχυρισμός και συνεπώς απορρίπτεται. Εν πάση όμως περιπτώσει και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η εναγόμενη δεν απέδειξε με θετική μαρτυρία ότι για τις εργασίες που εκτέλεσε ο ενάγοντας στην οικία της απαιτείτο να ήταν αδειούχος εργολάβος. Δεν παραγνωρίζω ότι στο Τεκμήριο 8 (έκθεση πραγματογνώμονα), Παράρτημα Ζ περιέχεται σχετική επιστολή από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων προς την εναγόμενη, ημερομηνίας 14/11/11 στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγοντας δεν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εργοληπτών. Από την άλλη ο ενάγοντας ανάφερε ότι για τις εργασίες που εκτέλεσε δεν προαπαιτείτο ο ίδιος να είναι αδειούχος εργολάβος εφόσον οι εργασίες που εκτέλεσε ήταν «κουτσοδούλεια», όπως χαρακτηριστικά ανάφερε. Ο ισχυρισμός του αυτός παρέμεινε αναντίλεκτος. Η εναγόμενη δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ώστε να αποδείξει στο Δικαστήριο για το ποιες οικοδομικές εργασίες απαιτείται ο εργολάβος να είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εργοληπτών. Τα άρθρα 24 και 25 του Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμος του 2001, (Ν.29(Ι)/2001)(στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») αναφέρουν ότι: «
  4. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου- (α) Να φέρει ή χρησιμοποιεί είτε από μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλο τίτλο, λέξη ή γράμμα οποιοδήποτε όνομα, τίτλο λέξη ή γράμμα που υπονοεί ή που είναι δυνατό να ερμηνευθεί ότι υπονοεί ότι είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης· (β) με οποιοδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα, προφορικά ή γραπτά να παριστάνει ή παρουσιάζει προς το κοινό τον εαυτό του ως εγγεγραμμένο εργολήπτη ή να δίνει την εντύπωση ότι είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης· (γ) να υποβάλλει προφορική ή γραπτή προσφορά για ανάληψη ή και εκτέλεση οικοδομικού ή τεχνικού έργου· (δ) να αναλαμβάνει ή να εκτελεί οικοδομικό ή τεχνικό έργο είτε για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου· (ε) να συνάπτει προφορική ή γραπτή συμφωνία για να εκτελέσει οικοδομικό ή τεχνικό έργο για λογαριασμό άλλου προσώπου» «
  5. Κανένας δεν μπορεί να αναθέτει σε ή να επιτρέπει την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού ή και τεχνικού έργου από πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ή και δεν κατέχει κατά τον ουσιώδη χρόνο ετήσια άδεια της τάξης και κατηγορίας στην οποία ανήκει το έργο». Το δε άρθρο 29 του Νόμου αναφέρει ότι: «
  6. Ουδεμία διάταξη των άρθρων 24, 25, 26 ή 28 εφαρμόζεται ή αφορά σε- (α) Οποιαδήποτε εργασία για την ανέγερση, κατασκευή, επέκταση, μετατροπή ή επιδιόρθωση ισόγειας οικοδομής συνολικού όγκου όχι μεγαλύτερου των εκατό κυβικών μέτρων και η οποία δεν αποτελεί κατοικία, τόπο εργασίας, δημόσιο κτίριο ή μέρος αυτών (β) οποιοδήποτε οικοδομικό ή και τεχνικό έργο ή και οποιαδήποτε οικοδομική ή και τεχνική εργασία για την οποία δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας δυνάμει του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, και των συναφών κανονισμών του με εξαίρεση τα οικοδομικά ή και τεχνικά έργα που εκτελούνται για την Κυπριακή Δημοκρατία, εκ μέρους ή προς όφελος αυτής, ή για οποιοδήποτε τμήμα της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας· ή (γ) οποιαδήποτε εργασία για την εκτέλεση απλής φύσης τεχνικού έργου η αξία του οποίου δεν υπερβαίνει κατά το χρόνο της ανάληψης του έργου το ποσό το οποίο καθορίζει εκάστοτε ο Υπουργός με γνωστοποίησή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας». Στο άρθρο 30 προνοείται ότι «κάθε συμφωνία, γραπτή ή προφορική, η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οιδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου είναι άκυρη». Ως συνάγεται από τις πιο πάνω πρόνοιες, ο Νόμος ρητά απαγορεύει την ανάληψη εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη, με εμφανή σκοπό του νομοθέτη την εξασφάλιση και κατοχύρωση του επαγγέλματος του εργολήπτη, εφόσον αν ένας μη εγγεγραμμένος εργολήπτης παράνομα συμβάλλεται για εργοληπτική εργασία, την οποία δεν είχε δικαίωμα να αναλάβει, αποστερεί την εργασία αυτή από άλλο νόμιμο εργολήπτη (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ. Η εναγόμενη δεν παρουσίασε οποιαδήποτε θετκή μαρτυρία ότι οι εργασίες που εκτέλεσε ο ενάγοντας δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου
  7. Την ερμηνεία του τι αποτελεί οικοδομή, οικοδομικό έργο και τεχνικό έργο τη δίνει ο ίδιος ο νόμος (βλέπε άρθρο 2 του Νόμου). Κατά τη νομολογία μας το κατά πόσο ένα έργο διέπεται ή όχι από τις πρόνοιες του Νόμου πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά (Χριστοφή κ.α. v. Φετοκάκη
(2009), 1 ΑΑΔ 1208 και Μυλωνά v. Μεσαρίτη
(2003)1 ΑΑΔ 700). Δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο οι εργασίες που ο ενάγοντας εκτέλεσε συνιστούσαν οικοδομικό έργο ή τεχνικό έργο εν τη έννοια του Νόμου. Στην υπόθεση ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. EKA ROCK DESIGNS LTD, (Πολιτική Έφεση Αρ. 175/2011, 22/12/2016, στην οποία επίδικο θέματα ήταν κατά πόσο ο εφεσίβλητος (ενάγοντας στην πρωτόδικη διαδικασία) θα έπρεπε να ήταν αδειούχος εργολάβος ώστε να εκτελέσει οικοδομικές εργασίες, το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά έκρινε ότι απουσίαζε στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνουν παρανομία. Τα ενώπιον του δεδομένα δεν αναδείκνυαν με σαφήνεια τις επίδικες εργασίες ως «οικοδομική εργασία» ή «επένδυση τοίχων» ή άλλη εργασία τέτοια που να εμπίπτει στον όρο «οικοδομικό έργο». Ούτε οι παρατηρήσεις του Χριστάκη Μηνά ως προς τις διαστάσεις, το βάρος και τη διαδικασία τοποθέτησης των βράχων δημιουργούσαν σαφές πραγματικό υπόβαθρο για τη εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων από το Δικαστήριο και ειδικότερα ότι επρόκειτο για εργασία που εμπίπτει στην έννοια του όρου «οικοδομικό έργο». Ερωτηθείς, μάλιστα, κατά την κυρίως εξέταση του, πώς ο ίδιος, σαν εργολάβος, χαρακτήριζε την επίδικη εργασία, ο Χρ. Μηνά ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ο ιδιοκτήτης της οικοδομής «.το ήθελε σαν διακόσμηση, δεν είναι θέμα δικό μου σαν εργολάβος». Και εδώ έγκειτο και ο προβληματισμός του Δικαστηρίου, κατά πόσο δηλαδή η εφεσίβλητη εκτέλεσε «οικοδομικό έργο» μέσα στην έννοια του άρθρου 2 του Νόμουή εργασίες διακόσμησης και καλλιτεχνημάτων. Ορθά δε θεώρησε, το Δικαστήριο, ότι η περιγραφή και μόνο των επίδικων εργασιών στα δικόγραφα δεν επέτρεπε την κατάταξη τους σε εργασίες εργολήπτη σε οικοδομικό έργο, με την έννοια του όρου στο νόμο. Είναι αρκετό να υποδείξουμε ότι στην υπεράσπιση, η προσφορά της εφεσίβλητης για την επίδικη εργασία χαρακτηρίζεται από τον εφεσείοντα ως προσφορά για τη «διακόσμηση» του υποστατικού (παράγραφος 4), ενώ ο εφεσείων διατείνεται πως η εφεσίβλητη ουδέποτε πραγματοποίησε «την διακόσμηση» την οποία πρότεινε και δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.» Στην υπόθεση Chr. Mavrikios Constr. Ltd ν. Χατζηκωνσταντά
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1093, η οποία αφορούσε εμπλοκή των διαδίκων σε παράνομη σύμβαση ανέγερσης κατοικίας κατά παράβαση του Νόμου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Ορθώς κατά την άποψή μας ο πρωτόδικος δικαστής αντίκρυσε το θέμα της παρανομίας. Η εκτέλεση έργου από εργολήπτη χωρίς 'άδεια δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα είσπραξης της αμοιβής του. (βλ. Tsouloftas Constructions Ltdκ.ά. ν. Mylonasκ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1514 και Σκουτέλας ν. Αγαπίου
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 338. ........... «Είναι δοσμένη αρχή ότι χρήματα που καταβλήθηκαν βάσει μιας παράνομης σύμβασης δεν μπορούν ν' ανακτηθούν (βλ. Alamv. Τουμαζίδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 968. Θεωρούμε ως λογική επέκταση της πιο πάνω αρχής, ότι δεν νοείται ο προσπορισμός οφέλους από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων σε μια παράνομη συναλλαγή, όπως αναλύθηκε στην υπόθεση A.C. AntoniouResortLtdv. EleonoraHotelApartm. Ltd
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1321.Περαιτέρω σε περίπτωση μιας παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή (βλ. Flecha Contracting Ltd v. M.C. Michael Dev. Ltd
(2003)1(A) Α.Α.Δ. 263». Σύμφωνα με τη νομολογία, η παρανομία σύμβασης πρέπει να εγείρεται ειδικά στην υπεράσπιση και να στοιχειοθετείται με αναφορά στα γεγονότα που καθιστούν τη σύμβαση παράνομη (Αθηνοδώρου κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 615). Στην προκειμένη περίπτωση το παράνομο της σύμβασης δεν έχει στοιχειοθετηθεί εφόσον δεν έχουν εκτεθεί όλα τα αναγκαία γεγονότα που θα οδηγούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προδικαστική ένσταση της εναγόμενης απορρίπτεται. Τέλος η εναγόμενη παραπονείται, με την υπεράσπιση της, επίσης ότι ο ενάγοντας δεν είναι αδειούχος ηλεκτρολόγος. Δεν εγείρει όμως οποιαδήποτε προδικαστική ένσταση επί του σημείου αυτού. Ούτε ο συνήγορος κατά το στάδιο της αγόρευσης του αναφέρει το ο,τιδήποτε σε σχέση με το σημείο αυτό. Επομένως για τους ίδιους τους λόγους που ανάφερα ανωτέρω ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προοωθήθηκε και εν πάσει περιπτώσει δεν αποδείχθηκε. Συνεπώς το Δικαστήριο στην απουσία οποιοδήποτε στοιχείων για το είδος της ηλεκτρολογικής εργασίας που εκτέλεσε ο ενάγοντας δεν μπορεί παρά να την απορρίψει ως αόριστη και γενική. Κλείνοντας θα ήθελα να σχολιάσω και την αξίωση του ενάγοντα για Φ.Π.Α. Οι εργασίες για τις οποίες αξιώνει ο ενάγοντας αμοιβή έγιναν κυρίως το 2010. Ο ενάγοντας δήλωσε ότι κατά το 2010 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Φ.Π.Α. Ούτε και εξέδωσε τιμολόγιο στην εναγόμενη με την οποία να την χρεώνει με Φ.Π.Α. Ούτε και συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγοντας θα χρεώνε την εναγομένη με Φ.Π Α. Εξάλλου τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται. Στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 28.9.2015, στην Πολιτική Έφεση αρ. 374/2010, Νέαρχος Χατζηζαχαρία ν Γιάννης Αρμεύτη, το Ανώτατο Δικαστήριο διασαφήνισε πότε υπάρχει η δυνατότητα έγερσης αγωγής με αξίωση για την είσπραξη ΦΠΑ, ως εξής꞉ «Απομένει το ζήτημα της αντέφεσης. Στην πρωτόδικη απόφαση σημειώνεται ότι στο τιμολόγιο που έστειλε ο εφεσίβλητος στον εφεσείονταημερ. 13.3.2003, για το ποσό των Λ.Κ. 11.500.-, συμπεριλαμβανόταν και ΦΠΑ. Δεν του επεδίκασε όμως ΦΠΑ επί του ποσού των €24.176.- που επεδίκασε υπέρ του. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο. Στην έκθεση απαίτησης του εφεσίβλητου-ενάγοντα δεν γίνεται ισχυρισμός ότι συμφωνήθηκε η καταβολή ΦΠΑ επί της αμοιβής. Το γεγονός ότι στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης ζητείται ΦΠΑ, χωρίς αυτό να αιτιολογείται στο σώμα της αγωγής, δεν παρέχει δικαίωμα σε ΦΠΑ. Ούτε και η μονομερής χρέωση ΦΠΑ από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, στα τιμολόγια του, χωρίς συμφωνία, δικαιολογεί την παροχή ΦΠΑ (Δέστε: RSUMOVICv. GREGORIADEVELOPERSLTD
(2006)1 ΑΑΔ 581)». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Συνεπώς ο ενάγοντας δεν νομιμοποείται να αξιώνει Φ.Π. Α από την εναγόμενη στη βάση των πιο πάνω δεδομένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή του ενάγοντα επιτυγχάνει εν μέρει και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €9,698,00 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή από τις 16/3/12. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας αγωγής έχει νομολογηθεί ότι ο διάδικος, που εμφανίζεται χωρίς δικηγόρο, δεν μπορεί να διεκδικήσει έξοδα στην κλίμακα που αφορά τους δικηγόρους. Στην υπόθεση Ανδρέας Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1111, έχει νομολογηθεί ότι: «Εκείνο το οποίο διαπιστώνουμε είναι ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει την παροχή εξόδων σε διάδικο, ο οποίος χειρίζεται αυτοπροσώπως την υπόθεση του, για νομική προετοιμασία και ανάπτυξη της υπόθεσης του ενώπιον του δικαστηρίου... Στη Hart διαπιστώνεται ότι διάδικος, ο οποίος χειριζόταν προσωπικά την υπόθεση του, δεν εδικαιούτο πριν την αγγλική νομοθεσία του 1975 να αποζημιωθεί, εκτός για τα πραγματικά του έξοδα. Η θέση αυτή έχει βαθιές ρίζες στο αγγλικό δίκαιο, όπως εξηγείται στη London Scottish Benefit Society v. Chorley Q.B.D.13 [1883-84] 872...Καταλήγουμε ότι πρέπει να αποδοθούν στον αιτητή, εκτός από τα πραγματικά του έξοδα και η απαίτησή του για τα έξοδα του δικηγόρου του, για την ετοιμασία και καταχώριση της έφεσης, τα οποία καθορίζονται σε £121,20. Το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης του αιτητή δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται». Επομένως με βάση τα πιο πάνω, επιδικάζονται στον ενάγοντα τα πραγματικά έξοδα της αγωγής του πλέον και τα έξοδα που ψηφισθήκαν στον δικηγόρο του ενάγοντα, ο οποίος τον εκπροσωπούσε πριν την απόσυρση του, με βάση την απόφαση του πρωτοκολλητείου ημερομηνίας 17.1.17. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.