Γεωργίου ν. Berriman, Αρ. Υπόθεσης: 2305/15, 29/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2305/15 XXXXX Γεωργίου, εκ Λάρνακας Κατήγορος ν. XXXXX Berriman, εκ Λάρνακας Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Λ. Λουκαΐδης Για την Κατηγορούμενη: κ. Πουτζιουρής Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ ( ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ) Η Ζωή Γεωργίου (στο εξής «η Παραπονούμενη»), εκ των διευθυντών και κατά 41.5% μέτοχος στην εταιρεία Berriman Properties (Overseas) Ltd (στο εξής «η Εταιρεία») ήγειρε ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της XXXXX Berriman (στο εξής «η Kατηγορούμενη»), έτερη διευθυντή και μέτοχο στην Εταιρεία κατά 43,5%, ισχυριζόμενη ότι η Κατηγορούμενη σε 21 ημερομηνίες εντός του 2012 έκλεψε ισάριθμα ποσά, που ανέρχονται συνολικά σε €4443,30, τα οποία ήταν περιουσία της Εταιρείας, σφετεριζόμενη αυτά για προσωπική της χρήση με σκοπό και αποτέλεσμα να τα αποστερήσει μόνιμα από την Εταιρεία. Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει 21 κατηγορίες με πανομοιότυπη νομική βάση: Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι ισχυριζόμενες κλοπές διενεργήθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός του 2012 ως εξής: 1η κατηγορία: €350 στις 2/1/12 2η κατηγορία: €126,32 στις 14/2/12 3η κατηγορία: €114 στις 23/2/12 4η κατηγορία: €108 στις 26/3/12 5η κατηγορία: €249 στις 24/8/12 6η κατηγορία: €145 στις 24/8/12 7η κατηγορία: €110,96 στις 10/9/12 8η κατηγορία: €140,40 στις 11/9/12 9η κατηγορία: €70,85 στις 13/9/12 10η κατηγορία: €68,90 στις 21/9/12 11η κατηγορία: €149,47 στις 8/10/12 12η κατηγορία: €449,92 στις 24/10/12 13η κατηγορία: €55,68 στις 5/11/12 14η κατηγορία: €92,31 στις 5/11/12 15η κατηγορία: €110 στις 26/11/12 16η κατηγορία: €200 στις 30/11/12 17η κατηγορία: €109,85 στις 3/12/12 18η κατηγορία: €89,97 στις 6/12/12 19η κατηγορία: €63 στις 13/12/12 20η κατηγορία: €608,66 στις 20/12/12 21η κατηγορία: €1,013.01 στις 31/12/12 Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από πλευράς της Παραπονούμενης, που δόθηκε από την ίδια την Παραπονούμενη και τον XXXXX Σοφρωνίου, Λειτουργό στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου, ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε εισήγηση, ως είχε δικαίωμα βάσει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ότι η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί από το εκ πρώτης όψεως στάδιο για τους εξής λόγους. Η Παραπονούμενη δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, αφού δεν επηρεάζονται άμεσα τα συμφέροντά της, αλλά μόνο έμμεσα και μέσω της Εταιρείας, της οποίας η Κατηγορούμενης είναι διευθύντρια και μέτοχος. Η Παραπονούμενη καταχράται την δικαστική διαδικασία και ενεργεί εκδικητικά προς την Κατηγορούμενη, αφού καταχώρισε αριθμό πανομοιότυπων υποθέσεων εναντίον της τελευταίας, εκ των οποίων μία είναι η παρούσα. Η μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς Παραπονούμενης, συνέχισε η εισήγηση, είναι εγγενώς αντινομική και επιπλέον δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Ο συνήγορος της Παραπονούμενης αντέτεινε ότι η υπόθεση πρέπει να περάσει τη σκόπελο του εκ πρώτης όψεως σταδίου, αφού δεν ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο της κλοπής από τη μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς Παραπονούμενης και αφού κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα απέρριπτε την υπόθεση από αυτό το στάδιο. Ουδεμία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας υπήρξε, αφού οι άλλες υποθέσεις που καταχωρίστηκαν εναντίον της Κατηγορούμενης αφορούν σε κλοπές μεταγενέστερων ετών, τις οποίες αυτή σταδιακά ανακάλυπτε και έτσι καταχώρισε διαφορετικές ποινικές υποθέσεις για αυτές. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει, είπε, κανένας αλλότριος ή αθέμιτος σκοπός, αφού ο μόνος σκοπός της Παραπονούμενης είναι να προστατεύσει την περιουσία της Εταιρείας και κατ΄επέκταση και τη δική της περιουσία. Ως προς τη νομιμοποίηση της Παραπονούμενης, ο συνήγορος της ανέφερε ότι μέσω της έγερσης της παρούσας υπόθεσης, προστατεύει τα δικά της περιουσιακά συμφέροντα, αφού όποιος κλέβει από την Εταιρεία, είπε, κλέβει αυτόματα και από τα περιουσιακά στοιχεία αυτής. Β. Η μέχρι στιγμής σχετική μαρτυρία Δεν θα επιχειρήσω εξαντλητική παράθεση της μαρτυρίας που δόθηκε μέχρι στιγμής από πλευράς Παραπονούμενης. Θα αναφερθώ μόνο σε εκείνο το μέρος της μαρτυρίας που δόθηκε από πλευράς της, στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να αποφασισθεί το επίδικο θέμα. Η Παραπονούμενη είναι κατά 41,5% μέτοχος στην Εταιρεία και διευθυντής της. Η Κατηγορούμενη κατέχει το 43,5% των μετοχών της Εταιρείας και η XXXXX XXXXX Παναγιώτου το 15% των μετοχών. Η Κατηγορούμενη είναι επίσης διευθύντρια της εταιρείας. Η Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και είχε την έδρα της στην Λάρνακα και ασχολούνταν με την διαχείριση ακινήτων. Η Κατηγορούμενη ήταν η μοναδική κάτοχος της χρεωστικής κάρτας του λογαριασμού της Εταιρείας. Η Παραπονούμενη μαρτύρησε ότι εργαζόταν ως υπάλληλος της Εταιρείας και μόνο τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της Εταιρείας λάμβανε μισθό. Αργότερα και μετά το 2011 λάμβανε περιστασιακά μόνο μικρά ποσά έναντι των υπηρεσιών της, της τάξεως των €50 - €100. Η Κατηγορούμενη ήταν αυτή που έβαλε το αρχικό κεφάλαιο στην Εταιρεία και αυτή που είχε το γενικό πρόσταγμα στις εργασίες της. Η Κατηγορούμενη χωρίς καμία εξουσιοδότηση, παράνομα και δολίως έκλεβε χρήματα της Εταιρείας τα έθετε σε προσωπική της χρήση και όχι προς όφελος της Εταιρείας. Έκανε, για παράδειγμα, αγορές από παντοπωλεία, βενζινάδικα, εστιατόρια, καταστήματα ρουχισμού, αγορές από κατάστημα στην Αγγλία και αεροπορικό εισιτήριο. Αυτά τα απέκρυπτε από την Εταιρεία και την Παραπονούμενη. Η Παραπονούμενη υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τα οικονομικά της Εταιρείας, αφού η Εταιρεία ενώ είχε εργασίες και εισπράξεις, δεν έκανε κέρδη. Όταν κοίταξε τα λογιστικά βιβλία της Εταιρείας, διαπίστωσε τις ενέργειες της Κατηγορούμενης, για τις οποίες καταχώρισε την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση. Ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της Παραπονούμενης στο Δικαστήριο, προφανές ότι καταχώρισε την ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα αλλά υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια και μέτοχος της Εταιρείας και για να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. Με αυτό τον τρόπο άλλωστε είναι διατυπωμένες και οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, ότι δηλαδή έκλεψε και σφετερίστηκε περιουσία της Εταιρείας και όχι προσωπικής περιουσίας της Παραπονούμενης. Αυτό ήταν μεταξύ των μερών και στη μέχρι τώρα διαδικασία αδιαμφισβήτητο. Προς αυτή την κατεύθυνση και μόνο δεικνύουν και όλες οι απαντήσεις της παραπονούμενης τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και αντεξέταση της. Ότι δηλαδή η Κατηγορούμενη έκλεψε τα επίδικα ποσά από την Εταιρεία για να τα χρησιμοποιήσει για ίδιο της όφελος και όχι προς όφελος της Εταιρείας. Για να αποδείξει τούτο η Παραπονούμενη κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού για το 2012 της Εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου και ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο μέρους των λογιστικών βιβλίων της Εταιρείας που τύπωσε από σκληρό δίσκο, επίσης περιουσία της Εταιρείας. Ουδέποτε ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη ότι τα ποσά που η Κατηγορούμενη κατ΄ισχυρισμό σφετερίστηκε, ήταν δική της προσωπική ιδιοκτησία. Ήταν, από αρχής μέχρι τέλους ο ισχυρισμός της ότι, αυτά αποτελούσαν ιδιοκτησία της Εταιρείας, τα οποία η Κατηγορούμενη χρησιμοποιούσε για ίδιο όφελος και όχι προς όφελος της εταιρείας. Και οτι, μέσα από τον εν λόγω σφετερισμό, εν τέλει παραβλάπτονταν τα συμφέροντα της ιδίας. Όλα αυτά υπογραμμίζουν το αναντίλεκτο μεταξύ των μερών γεγονός ότι η Παραπονούμενη κινήθηκε ποινικά εναντίον της Κατηγορούμενης εκπροσωπώντας την Εταιρεία. Δεν χρειάζεται να υπεισέλθω σε πιο συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας που δόθηκε από πλευράς Παραπονούμενης, γιατί όσα προανέφερα επαρκούν για να κριθεί το εν προκειμένω επίδικο θέμα. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, η οποία υιοθέτησε και εξειδίκευσε την προγενέστερη Azinas ν. the Police
(1981)2 C.L.R. 9: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [....] To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. [.....] Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. [...]. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου.» Το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155, στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως που να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16). Στην υπόθεση R. v. Hipson [1969] Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους (στην Κύπρο για κάθε λογικό Δικαστήριο) να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. Στην απόφαση (μειοψηφίας) του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012, αναφέρονται τα εξής ως προς το τι δέον να αποτιμάται από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας: «.... ... ... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ' έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, προχωρώ να εξετάσω το εγερθέν ζήτημα. Το προκαταρκτικό ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η Παραπονούμενη νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, την οποία εγείρει για να προστατέψει τα συμφέροντα της Εταιρείας και ως μέτοχος μειοψηφίας και διευθυντής της και όχι τα δικά της προσωπικά συμφέροντα. Το ερώτημα αυτό προσφέρεται προς επίλυση και πρέπει να επιλυθεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, διότι εάν η απάντηση σε αυτό είναι αρνητική, δεν πρέπει η Κατηγορούμενη να υποστεί τη συνέχιση μιας εκ προοιμίου, παράτυπης, διαδικασίας εναντίον της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τίποτε από τα όσα δυνατόν να αναφέρει ως μαρτυρία η Κατηγορούμενη, στην περίπτωση που αυτή κληθεί σε απολογία, δεν δύνανται να αφορούν ή να επηρεάσουν το νομικό αυτό ζήτημα, εφόσον η μαρτυρία από μέρους Παραπονούμενης ήδη δόθηκε και είναι στο απόγειο της. Στην Ttofinis v. Theocharides κ.α.
(1983)2 CLR 36, το Δικαστήριο ανέφερε στη σελίδα 369 της απόφασης του, τα πιο κάτω σε σχέση με το Κεφ. 96, στο οποίο αφορούσε η υπόθεση:- «By allowing the appeal it must not be assumed that we decide that a citizen, however affected by the violations of the provisions of Cap. 96 or regulations made thereunder, has a right to prosecute the offender. On the contrary, as explained in this judgment, the right to prosecute vests only in the victim of crime. Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority. In consequence, the owner of adjoining property does not have a right per se to move the machinery of the law whenever his neighbour builds on his own land in violation of the provisions of Cap. 96.» Ξεκαθαρίστηκε, δε, ότι το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Τονίστηκε ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική υπόθεση. Όπως εξηγήθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, το δικαίωμα δεν το έχει κάθε πολίτης, αλλά μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται άμεσα από μια παράνομη πράξη. Στην πρόσφατη απόφαση Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου, Π.Ε. 194/2013, απόφαση ημερ. 2/12/14, η έννοια της φράσης «direct encroachment» ερμηνεύθηκε ως εξής, θέτοντας τέρμα σε κάθε άλλη, κυρίως πρωτόδικη, ερμηνεία της φράσης: «Ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν ταυτίζεται με την πιθανολόγηση έννομου συμφέροντος μέσα στα πλαίσια του ΄Αρθρου 146.2 του Συντάγματος. Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων. Η νομική έννοια του όρου «encroachment» αποτυπώνεται ως εξής: «The act of extending one's own rights at the expense of others, particularly by taking in adjoining land to make it appear part of one's own.» («A dictionary of Law» - 3rd Edition (Oxford Reference)) «An unlawful gaining on the possession of another.» (Mozley & Whiteley's «Law Dictionary», Eleventh Edition) «ENCROACH. To enter by gradual steps or stealth into the possessions or rights of another; to trespass; intrude.» («Black's Law Dictionary», Revised Fourth Edition) «Where a person attempts to extend a right possessed by him, as where a tenant of land takes in or adds to it other land adjoining or near to it, so as to make the added land appear to be part of his original holding.» (Jowitt's «Dictionary of English Law», Second Edition)» Στην Παναγιώτου (πιο πάνω) έγινε και αναδρομή σε προηγούμενη, επί του θέματος, νομολογία, ως εξελίχθηκε μετά την Ttofinis και επικροτώντας αυτή: «Ετσι, και μετά από την Tfofinis - όπου αφορούσε κατ΄ ισχυρισμό παράνομη ανέγερση οικοδομής στη γη του ιδιώτη κατήγορου - στην Kalia v. Lambrou and Another
(1985)2 CLR 217, καταχωρήθηκε ιδιωτική ποινική υπόθεση σε σχέση με ανέγερση οικοδομής - γκαράζ κατά παράβαση διατάξεων του Κεφ. 96, το οποίο επηρέαζε υφιστάμενο δικαίωμα διόδου της παραπονούμενης. Ακολούθως, στην υπόθεση Hogg v. Παπαδοπούλου
(1992)2 ΑΑΔ 36, ο ιδιώτης κατήγορος ήταν συνιδιοκτήτης ακινήτου με την κατηγορούμενη, επί του οποίου βρισκόταν η οικοδομή, την οποία η κατηγορούμενη δεν κατεδάφιζε παρακούοντας διάταγμα του δικαστηρίου. Αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η συνιδιοκτησία νομιμοποιεί οποιοδήποτε των συνιδιοκτητών να εγείρει υπόθεση εναντίον των υπολοίπων εφόσον εντοπίζεται παράβαση στα δικαιώματα των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη συνιδιοκτησία. Κρίθηκε ότι οι παράνομες πράξεις της συνιδιοκτήτριας επί της συνιδιόκτητης περιουσίας έθιγαν άμεσα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ιδιώτη κατήγορου. Τέλος στην υπόθεση Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.ά.
(1997)2 ΑΑΔ 434, ιδιώτης κατήγορος ήταν ο ιδιοκτήτης οικοδομής στην οροφή της οποίας οι ενοικιαστές - κατηγορούμενοι τοποθέτησαν μεγάλη φωτεινή πινακίδα χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την Kalia (ανωτέρω), ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, διαπιστώνοντας ότι το μόνο σημαντικό γεγονός ήταν το δικαίωμα της κατηγορούσας εταιρείας επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Ετσι, η επέμβαση που έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή της θεωρήθηκε επέμβαση στα περιουσιακά της δικαιώματα που της παρείχε κάθε δικαίωμα άσκησης ποινικής δίωξης.» Εν προκειμένω, ως προανέφερα είναι η Εταιρεία δεν είναι η κατήγορος, αλλά η Παραπονούμενη, που είναι μέτοχος και διευθυντής της. Η Παραπονούμενη κίνησε την παρούσα ποινική υπόθεση εκπροσωπώντας την Εταιρεία και για να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της Εταιρείας και μέσω αυτών και τα δικά της ως μετόχου. Ήταν εξάλλου αδιαμφισβήτητο μεταξύ των μερών και είναι εμφανές και από τη διατύπωση του κατηγορητηρίου ότι, η ισχυριζόμενη ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά είναι συμπεριφορά εναντίον της Εταιρείας και όχι εναντίον της Παραπονούμενης προσωπικά. Είναι βαθειά εμπεδωμένη στο κυπριακό εταιρικό δίκαιο, η έννοια της αυτοτέλειας της εταιρείας ως αυθύπαρκτης νομικής οντότητας ξεχωριστής από τους μετόχους και διευθυντές της (βλ. Salomon ν. Salomon [1897] A.C. 22). Κάθε εταιρεία αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με δικό της ενεργητικό και παθητικό, οι λειτουργίες της οποίας διέπονται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, ενώ οι διευθυντές και οι μέτοχοι της εταιρείας τυγχάνουν προστασίας δυνάμει της αρχής του «εταιρικού πέπλου» (corporate veil). Η αρχή αυτή είναι τόσο θεμελιώδης, που η άρση του εταιρικού πέπλου επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση και σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις. Τα Δικαστήρια είναι ιδιαιτέρως διστακτικά στην άρση του εταιρικού πέπλου. Στο παρελθόν, το εταιρικό πέπλο άρθηκε μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις καταδολίευσης, όπως για παράδειγμα όταν εταιρεία μεταφέρει σε άλλη εταιρεία το ενεργητικό της ώστε να αποφύγει την εκτέλεση εξ' αποφάσεως χρέους (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Polly-Frocks Ltd
(2000)1Α Α.Α.Δ 398) ή όπου επιτρέπεται νομοθετικά (βλ. λ.χ. το άρθρο 33
(1)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου 4/1978, ως τροποποιήθηκε). Μάλιστα, στην Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ 991 αποφασίστηκε ότι θέμα άρσης εταιρικού πέπλου δεν πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο εκτός εάν υπάρχει ρητός ισχυρισμός στα δικόγραφα περί καταδολίευσης, ώστε να επιτρέπεται τέτοια εξέταση. Βεβαίως στην ποινική διαδικασία, δικόγραφα δεν υπάρχουν, αλλά η πιο πάνω αυθεντία αναφέρεται για να υπογραμμιστεί η διστακτικότητα και η δικονομική αυστηρότητα με την οποία τα Δικαστήρια αίρουν το εταιρικό πέπλο. Να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω δεν άκουσα οτιδήποτε επί τούτου από τον συνήγορο της Παραπονούμενης. Δεν άρθηκε, για παράδειγμα, το εταιρικό πέπλο, όταν εργοδοτούμενη είχε μεταφερθεί από την Α στη Β εταιρεία για 11 μήνες και μετά πίσω στην Α εταιρεία και ακολούθως διεκδίκησε ποσό πλεονασμού βάσει συνεχούς απασχόλησης στην Α εταιρεία για 104 βδομάδες. Αποφασίστηκε ότι η εργασία της εργοδοτούμενης στην Β εταιρεία για το μεσοδιάστημα των 11 εβδομάδων δε μπορούσε να εξισωθεί με εργασία στην Α εταιρεία, παρόλο που οι δύο εταιρείες είχαν τους ίδιους μετόχους και τους ίδιους διευθυντές (βλ. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Ονησιφόρου
(1989)1E Α.Α.Δ 504). Ούτε μπορεί να αρθεί το εταιρικό πέπλο, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μητρική και θυγατρική ή θυγατρικές εταιρείες, ώστε να θεωρηθούν ως μία νομική οντότητα για σκοπούς επιβολής φορολογίας (βλ. Bank of Cyprus (Holdings) Ltd v. Republic of Cyprus
(1985)3C C.L.R. 1883). Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Αποστόλου ν. Ιωάννου, Π.Ε. 20/10 και 21/10 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ.3.4.2012, παρατέθηκε από τον Κληρίδη Δ. (ως ήταν τότε) αγγλική νομολογία ως προς περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να αρθεί το εταιρικό πέπλο, ως εξής: «Κατά κανόνα, και σύμφωνα με τις αρχές που είχαν τεθεί στη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon & Co
(1987)AC22 κάθε εταιρεία είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με δικό της ενεργητικό και παθητικό. Επομένως, οι διευθυντές και οι μέτοχοι της εταιρείας τυγχάνουν προστασίας δυνάμει της αρχής του «εταιρικού πέπλου» (corporate veil). Μια σειρά όμως αποφάσεων ασχολήθηκε με το θέμα της δυνατότητας δικαστικής παρέμβασης σε περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε εταιρεία στην οποία συμμετέχει ως διευθυντής και/ή μέτοχος σύζυγος εναντίον του οποίου εγείρεται περιουσιακή διεκδίκηση από τον έτερο των συζύγων. Στην υπόθεση Green v. Green
(1993)1 FLR 326, σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων, το Δικαστήριο έκρινε ότι θα μπορούσε να διαταχθεί η πώληση ακινήτου που ανήκε σε εταιρεία στην οποία ο σύζυγος κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου, αφού θα συνιστούσε ειρωνεία αν εμποδιζόταν το Δικαστήριο από του να διατάξει την πώληση απλά και μόνο επειδή εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν η εταιρεία καθ' ην στιγμή ο σύζυγος είχε αποτελεσματικό έλεγχο επί του ακινήτου, μέσω της εταιρείας την οποία ήλεγχε πλήρως. Συνήθης περίπτωση κατά την οποία τα Αγγλικά Δικαστήρια αίρουν την προστασία του εταιρικού πέπλου είναι εκεί όπου η εταιρεία χρησιμοποιείται από τον ελέγχοντα την εταιρεία, απλά ως ένα τεχνητό μέσο, μια ασπίδα προς αποφυγή προϋπαρχουσών υποχρεώσεων. (Trustor AB v. Smallborne and other (No 2)
(2001)J 1 W.L.R. 1177). Η έκταση και η εμβέλεια της δικαστικής δυνατότητας όπως προβαίνει σε έκδοση διαταγής η οποία στρέφεται ευθέως εναντίον περιουσιακών στοιχείων εταιρείας, η οποία ανήκει ή ελέγχεται από ένα των συζύγων, εξετάστηκε σε λεπτομέρεια στην υπόθεση Mubarak v. Mubarak
(2001)2 F.L.R. 673. Το Αγγλικό High Court απέρριψε αίτημα της συζύγου για πώληση περιουσιακών στοιχείων δύο εταιρειών προς ικανοποίηση διαταγής υπέρ της και εναντίον του συζύγου για πληρωμή ποσού £4.875.000. Όπως τονίστηκε, ακόμα και εκεί όπου ο σύζυγος παραδέχεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία μιας εταιρείας μπορούν να θεωρηθούν ως δικά του, εν τούτοις το Δικαστήριο μπορεί να άρει το εταιρικό πέπλο και να εκδώσει διατάγματα που άμεσα ή έμμεσα επηρεάζουν την περιουσία της εταιρείας, μόνο στις περιπτώσεις όπου: (
- i)ο σύζυγος είναι ο ιδιοκτήτης και ο ασκών τον έλεγχο της εταιρείας, και (
- ii)δεν υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα τρίτων προσώπων. Η άρση του εταιρικού πέπλου θα μπορούσε να γίνει δεκτή σε περιπτώσεις όπου τα υπό αναφορά περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αποτελούνται, για παράδειγμα, από τη συζυγική κατοικία ή άλλη περιουσία η οποία κατέχεται για σκοπούς άλλους από εκείνους οι οποίοι σχετίζονται με συνήθεις επιχειρηματικούς σκοπούς. Στην ίδια την υπόθεση Mubarak οι δύο εταιρείες ήσαν καλή τη πίστη λειτουργούσες εμπορικές επιχειρήσεις και υπήρχαν κάποιοι πιστωτές, οπότε η αίτηση της συζύγου απορρίφθηκε. Στην πιο πρόσφατη Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Hashem v. Shayif & another
(2008)EWHC 2380, το Αγγλικό High Court επιβεβαίωσε ότι για να καταστεί δυνατή η άρση του εταιρικού πέπλου θα πρέπει να αποκαλύπτεται κάποια επιλήψιμη ενέργεια που να συνδέεται με χρησιμοποίηση της εταιρικής δομής ως εικονικής (sham) προς απόκρυψη αδικοπραγίας και δεν είναι αρκετή από μόνη της η κατάδειξη του στοιχείου του αποκλειστικού ελέγχου της εταιρείας. Στην υπόθεση εκείνη, η απαίτηση της συζύγου απέτυχε καθότι, μεταξύ άλλων, η ίδια απέτυχε να καταδείξει οποιαδήποτε σχετική με την απαίτησή της επιλήψιμη ενέργεια του συζύγου σε χρησιμοποίηση της εταιρείας προς κτήση περιουσίας.» Όλες οι πιο πάνω αυθεντίες είναι, βεβαίως, αστικής φύσεως. Η έρευνα μου δεν με οδήγησε, και ούτε βεβαίως οι συνήγοροι με παρέπεμψαν, σε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση όπου άρθηκε το εταιρικό πέπλο, ώστε να είναι δυνατόν μέτοχος και διευθυντής εταιρείας να δύναται να εγείρει ιδιωτική ποινική υπόθεση με σκοπό να πετύχει καταδίκη κατηγορούμενου που σφετερίζεται την περιουσία εταιρείας. Κρίνω ότι εν προκειμένω, δεν μπορεί να αρθεί το εταιρικό πέπλο. Η ορθή Κατήγορος στην παρούσα ποινική υπόθεση θα ήταν η Εταιρεία και όχι η Παραπονούμενη. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων της δεύτερης ως μετόχου της Εταιρείας, αλλά μόνο έμμεσος. Τα συμφέροντα, δηλαδή, της Παραπονούμενης στην περιουσία της Εταιρείας διέρχονται απαραίτητα μέσα από την Εταιρεία και οπωσδήποτε δεν εξομοιώνονται με αυτά. Μεταξύ δηλαδή της ισχυριζόμενης κλοπής εκ της Κατηγορούμενης και του επηρεασμού των συμφερόντων της Παραπονούμενης, παρεμβάλλεται η ύπαρξη ενός διαφορετικού νομικού προσώπου, της Εταιρείας, η λειτουργία της οποίας διέπεται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113. Η περιουσία της Εταιρείας δεν καθίσταται αυτομάτως και περιουσία της Παραπονούμενης. Ο επηρεασμός της Παραπονούμενης από την ισχυριζόμενη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, δεν είναι αρκετά «άμεσος», στο βαθμό και έκταση που απαιτείται από την προεκτεθείσα νομολογία, ώστε να θεωρηθεί ότι νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Με απασχόλησε, το κατά πόσο το εγερθέν θέμα τελειώνει με τη διαπίστωση αυτή. Ή, κατά πόσο η παρούσα περίπτωση είναι η πρέπουσα, αφού η Παραπονούμενη είναι μέτοχος μειοψηφίας, για να αποφασισθεί κατά πόσο πληρούνται οι εξαιρέσεις του κανόνα που θεμελιώθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461 κατά τρόπο ανάλογο και σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα, ο ορθός ενάγων σε υπόθεση η οποία αφορά αδίκημα το οποίο κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε εναντίον εταιρείας είναι, κατά κύριο λόγο, η εταιρεία και όχι οποιοσδήποτε μέτοχος ή μέτοχοι της εταιρείας. Ο κανόνας αυτός, όπως και κάθε άλλος, επιδέχεται εξαιρέσεων, νομολογιακά καθιερωμένων. Στη Θωμά κ.ά. ν. Ηλιάδη
(2006)1Β Α.Α.Δ 126 σημειώθηκε ότι, σύμφωνα με τον κανόνα της Foss v. Harbottle (ανωτέρω), τα δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων τα οποία είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και δεν επεμβαίνουν στη διεύθυνσή της. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας, όταν
(1)πράξη της εταιρείας έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας ή είναι παράνομη,
(2)πράξη συνιστά δόλο εναντίον της μειοψηφίας και οι αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)έχει παρατηρηθεί παρατυπία κατά τη ψήφιση ψηφίσματος το οποίο απαιτούσε ειδική πλειοψηφία και όταν
(4)έχουμε πράξη η οποία παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου (βλέπε Palmer' s Company Law, 24η Έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ. 980). Και στη σελ. 1272 της ίδιας υπόθεσης: «Όταν γίνεται προσπάθεια να δοθεί ο ορισμός του δόλου για σκοπούς εξαίρεσης από τον κανόνα στη Foss v. Harbottle θα πρέπει να έχουμε υπ΄όψιν ότι ο δόλος σ' αυτή την περίπτωση περιέχει και όλες τις περιπτώσεις όπου οι αδικοπραγούντες προσπαθούν έμμεσα ή άμεσα να υπεξαιρέσουν για λογαριασμό τους χρήματα, περιουσία ή ωφελήματα τα οποία ανήκουν στην εταιρεία ή στα οποία και οι υπόλοιποι μέτοχοι δικαιούνται να συμμετάσχουν.» Όπως αναφέρθηκε στην Πιριλλής κ.ά. ν. Κουής
(2004)1Α Α.Α.Δ 136, όπου αποφασίστηκε ότι μέτοχος όχι μειοψηφίας, αλλά του 50% των μετοχών της εταιρείας, δηλαδή μετοχικά ισότιμος με τον έτερο μέτοχο, μπορεί να εγείρει παράγωγη αγωγή, εάν αποδείξει ότι, βάσει των εκάστοτε περιστατικών, είχε αντικειμενική αδυναμία να ενεργοποιήσει τον εταιρικό μηχανισμό, ώστε η εταιρεία να κινήσει την αγωγή. Κρίνω ότι, εν προκειμένω, δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων ώστε να εξεταστεί το πιο πάνω θέμα. Δεν έδωσε η Παραπονούμενη οποιαδήποτε μαρτυρία ότι προσπάθησε να κινήσει τον εταιρικό μηχανισμό εναντίον της Κατηγορούμενης και απέτυχε. Δεν έκανε σαφή αναφορά στο ρόλο ή ανάμειξη της έτερης μετόχου, αλλά όχι διευθυντή, της Εταιρείας, XXXXX XXXXX Παναγιώτου ώστε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η προαναφερόμενη και η Κατηγορούμενη, ενεργώντας μαζί και πλειοψηφικά, χρησιμοποιούν την εταιρική δομή για να καταπιέσουν την Παραπονούμενη, που είναι μέτοχος μειοψηφίας. Ανέφερε μάλιστα σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασής της ότι θα ερχόταν η XXXXX XXXXX Παναγιώτου, ως μάρτυρας στην υπόθεση για να υποστηρίξει τα λεγόμενά της, αλλά δεν εμφανίστηκε. Ανέφερε, επίσης, θετικά ότι δεν κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Είπε, περαιτέρω, ότι κίνησε την παρούσα υπόθεση διότι δεν είχε άλλο τρόπο να σταματήσει την Κατηγορούμενη από το να κλέβει από την Εταιρεία. Αυτή όμως η αναφορά δεν είναι αρκετή, ως υπόβαθρο γεγονότων, ώστε να αποφασιστεί εάν η παρούσα περίπτωση, εμπίπτει στις εξαιρέσεις του κανόνα της Foss v. Harbottle (ανωτέρω). Εν ολίγοις, κρίνω ότι η Παραπονούμενη δεν κατέδειξε άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων της ώστε να νομιμοποιείται να εγείρει εναντίον της Κατηγορούμενης την παρούσα ποινική υπόθεση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, παρέλκει να εξετάσω οποιαδήποτε άλλη εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, για απόρριψη της υπόθεσης από αυτό το στάδιο. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο της διαδικασίας από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορουμένης και εναντίον της Παραπονούμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο