Αναφορικά με τον Εκζητούμενο Korkmaz, Αριθμός Αίτησης: 9/19, 12/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 9/19 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004 (Ν.133(Ι)/2004) -και- Αναφορικά με τον Εκζητούμενο XXXXX Korkmaz, από την Tουρκία Ημερομηνία: 12/7/18 Εμφανίσεις: Για την Κεντρική Αρχή: Η κα Θ. Κουμή Για τον Εκζητούμενο: Ο κ. Ε. Ευσταθίου Εκζητούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό εξέταση Αίτηση αφορά αίτηση για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (στο εξής καλούμενο το «Ε.Ε.Σ.»). Οι Γερμανικές αρχές, μέσω του Χανσεατικού Εφετείου του Αμβούργου, στις 29/5/2019, εξέδωσαν Ε.Ε.Σ. εναντίον του XXXXX Korkmaz (στο εξής καλούμενος «ο εκζητούμενος»), Τούρκου υπηκόου, Κουρδικής καταγωγής, γεννηθείς στην πόλη Mus της Τουρκίας. Αποτελεί αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εκζητούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ., διέμενε μόνιμα στην οδό XXXXX 10, στην Επαρχία Λεμεσού και από τις 3/6/11, του είχε χορηγηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία το καθεστώς του πρόσφυγα. Στις 3/6/19, το Ε.Ε.Σ. διαβιβάστηκε από τις Γερμανικές Αρχές προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου. Αφού το Υπουργείο Δικαιοσύνης προέβη στις αναγκαίες ενέργειες και ενημέρωσε αναλόγως την Αστυνομία Κύπρου, ο εκζητούμενος συνελήφθη την ίδια ημέρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Κρίνω στο στάδιο αυτό ότι είναι το κατάλληλο σημείο να αναφέρω ότι οι Γερμανικές Αρχές, μέσω των εισαγγελικών αρχών, είχαν εκδώσει, προηγουμένως, και το Ε.Ε.Σ εναντίον του εκζητούμενου, το οποίο καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και έλαβε τον αριθμό 2/
- Στα πλαίσια της εν λόγω δικαστικής διαδικασίας, ηγέρθη το ζήτημα, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εκζητουμένου, κατά πόσο οι εισαγγελικές αρχές της Γερμανίας, οι οποίες εξέδωσαν το εν λόγω Ε.Ε.Σ αποτελούσαν «αρμόδια δικαστική αρχή» εν τη έννοια του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενου μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004 (Ν.133(Ι)/2004)-(στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») και της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών 2002/584/ΔΕΥ (στο εξής καλούμενη «η Απόφαση-Πλαίσιο»). Το Δικαστήριο, υπό διαφορετική τότε σύνθεση, αποφάσισε, κατόπιν γραπτής αιτιολογημένης απόφασης, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (The Court of Justice of the European Union), κατά πόσο στην έννοια του όρου «δικαστική αρχή» συμπεριλαμβάνονται και οι εισαγγελικές αρχές της Γερμανίας. Το εν λόγω, όμως, προδικαστικό ερώτημα εν τέλει δεν αποστάληκε, εφόσον στις 27/5/19, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε απόφαση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις (Joined cases) C-508/18 and C-82/19 PPU, OG and PI επί παρόμοιων προδικαστικών ερωτημάτων. Η απάντηση του Δικαστηρίου ήταν, συνοπτικά, ότι ο όρος «δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος» δεν περιλαμβάνει τον θεσμό της εισαγγελικής αρχής, εφόσον οι εισαγγελικές αρχές κράτους μέλους είναι εκτεθειμένες στον κίνδυνο να υπόκεινται, άμεσα ή έμμεσα, σε εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση, εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως σχετικής με την έκδοση Ε.Ε.Σ. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, το εν λόγω Ε.Ε.Σ, με σχετική δήλωση της Κεντρικής Αρχής ανακλήθηκε (Τεκμήριο 21) στις 3/6/19 και ταυτόχρονα καταχωρίστηκε το επίδικο Ε.Ε.Σ. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο εκζητούμενος επανασυνελήφθηκε, την ίδια ημέρα, με βάση νέο ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 16 του Νόμου. Μετά τη σύλληψη του, ο εκζητούμενος παρουσιάσθηκε αυθημερόν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο, αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του, γεγονός που δεν αμφισβήτησε ο εκζητούμενος, ότι δηλαδή είναι πράγματι το πρόσωπο στο οποίο αφορά το Ε.Ε.Σ., τον ενημέρωσε για την ύπαρξη του εντάλματος και το περιεχόμενο αυτού καθώς και για το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο της επιλογής του. Ο εκζητούμενος, τέλος, ενημερώθηκε από το Δικαστήριο για την δυνατότητα που του παρέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοση του. Ο εκζητούμενος δήλωσε ρητά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν συγκατατίθεται στην παράδοση του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο όρισε για ακρόαση την παρούσα αίτηση, με σκοπό την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. στις 10/6/
- Το Δικαστήριο διέταξε παράλληλα όπως ο καθ' ου η αίτηση παραμείνει ελεύθερος επιβάλλοντας του περιοριστικούς όρους. Στο μεσοδιάστημα αυτό και πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, ο εκζητούμενος υπέβαλε αίτημα, στα πλαίσια του περί Νομικής Αρωγής Νόμου του 2002 (Ν.165(Ι)/2002), όπως του παραχωρηθεί πιστοποιητικό δωρεάν νομικής αρωγής. Αφού ετοιμάσθηκε σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, μετά από κατ' επείγουσες οδηγίες του Δικαστηρίου, ενόψει και των στενών χρονικών περιθωρίων που τίθενται για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ, αναφορικά με την κοινωνικο-οικονομική του κατάσταση και αφού έλαβε υπόψη τις θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, το αίτημα του εκζητούμενου εγκρίθηκε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους της αιτούσας χώρας κατάθεσαν ο Α/Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Ασημάκης (Μ.1), η κα. Μ. Λευκάτου (Μ.2), ο κ. Π. Χίντικος (Μ.3) και ο κ. XXXXX Κυριακίδης (Μ.4). Εκ μέρους του εκζήτουμενου κατάθεσαν ο XXXXX Αγρότης (Μ.Υ 1, ο εκζητούμενος, η κα. XXXXX Παρασκευά (Μ.Υ 3) και ο κ. XXXXX Kuhn (Μ.Υ 4). Ο Μ.Α.1, ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Λάρνακας, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, την 03/06/419 και ώρα 13:07, με τη βοήθεια διερμηνέως, συνέλαβε τον εκζητούμενο στη βάση του Ε.Ε.Σ. Του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του εξήγησε τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 5). Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 το Diffusion Order, το οποίο απεστάλη στην Αστυνομία από την Interpol, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του Ε.Ε.Σ στην Γερμανική γλώσσα και ως Τεκμήριο 4 τη μετάφραση του στην ελληνική γλώσσα. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2019/25, ημερομηνίας 8/1/19, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το οποίο δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην εν λόγω απόφαση, αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (P.K.K) περιλαμβάνεται στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται ειδικά μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και ότι το εν λόγω κόμμα ενέχεται σε τρομοκρατικές πράξεις. Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο ίδιος ήταν ο ανακριτής και το άτομο το οποίο συμπλήρωσε τον φάκελο του εκζητούμενου, κατά την καταχώρηση του προηγούμενου Ε.Ε.Σ που καταχωρίστηκε εναντίον του. Στις 03/06/19 επιβεβαίωσε, ερωτηθείς σχετικά, από τη συνήγορο της νομικής υπηρεσίας, ότι ο εκζητουμενος θα βρίσκεται στο χώρο των Δικαστηρίων με σκοπό να εκτελέσει το νέο Ε.Ε.Σ. Επιβεβαίωσε, επίσης, το γεγονός ότι την ώρα που συνέλαβε τον εκζητούμενο, είχε στην κατοχή του το νέο Ε.Ε.Σ και ότι ο εκζητούμενος τελούσε υπό σύλληψη από τις αστυνομικές αρχές και βρισκόταν έξω από τα κρατητήρια του Δικαστηρίου. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο λόγος που συνελήφθη ο εκζητούμενος, είναι λόγω της Κουρδικής του καταγωγής. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι στις 03/06/19, ημερομηνία σύλληψης του εκζητούμενου, οι αστυνομικές αρχές κρατούσαν, παράνομα, υπό σύλληψη τον εκζητούμενο με σκοπό αυτός να μην αφεθεί ελεύθερος κατά την απόσυρση του προηγούμενου Ε.Ε.Σ, προσθέτοντας ότι η αστυνομία δεν προέβη σε καμία παράνομη ενέργεια αλλά και ούτε σε οποιαδήποτε σκευωρία. Η Μ.Α.2, διοικητική λειτουργός στον κλάδο ιθαγενειών και προϊσταμένη του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ότι ο εκζητούμενος το 2009 εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και ακολούθως υπέβαλε αίτημα στις Κυπριακές αρχές για την χορήγηση πολιτικού ασύλου. Το 2011 του παραχωρήθηκε στη βάση του Περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης διεθνής προστασία. Επίσης, παραχωρήθηκε στον εκζητούμενο άδεια παραμονής (Τεκμήριο 7) του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως κάτοχος που απολαμβάνει διεθνής προστασία καθώς επίσης του χορηγήθηκε ταξιδιωτικό έγγραφο. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, κατά πόσο η εν λόγω άδεια προσωρινής παραμονής έχει ημερομηνία λήξης, η εν λόγω μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Ο Μ.Α.3, λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, ο οποίος, μεταξύ άλλων των καθηκόντων του, χειρίζεται και τα Ε.Ε.Σ ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης με επιστολή του, ημερομηνίας 31/05/19 (Τεκμήριο 8) που απέστειλε στις Γερμανικές Αρχές, ζητούσε να ενημερωθεί για την πρόθεση τους, κατά πόσο θα εκδοθεί οποιοδήποτε νέο Ε.Ε.Σ ενόψει και των προαναφερόμενων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Γερμανικές Αρχές με σχετική επιστολή τους (Τεκμήριο 9) την ίδια ημέρα, ενημέρωσαν το Υπουργείο ότι ήδη εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου στις 29/5/19, νέο Ε.Ε.Σ. Ακολούθως, στις 03/06/19, οι Εισαγγελικές Αρχές του Αμβούργου απέστειλαν τη μετάφραση του εν λόγω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στην ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, κατόπιν αιτήματος του εκζητούμενου, μετάφρασε όλα τα ζητηθέντα έγγραφα στην Τουρκική γλώσσα (Τεκμήριο 12). Ακολούθως, στις 11/06/19, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσια τάξης απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 11/06/19 (Τεκμήριο 10), ζητώντας επιπρόσθετες διευκρινίσεις. Στις 14/06/19, οι Γερμανικές Αρχές απέστειλαν απαντητική επιστολή (Τεκμήριο 11) δίδοντας τις ζητούμενες, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, διευκρινίσεις. Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο λόγος που καταχωρίστηκε εναντίον του εκζητούμενου νέο Ε.Ε.Σ και ο λόγος που αποσύρθηκε το προηγούμενο, ήταν γιατί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχετική απόφαση του, αποφάσισε ότι αρμόδια δικαστική αρχή για έκδοση Ε.Ε.Σ είναι μόνο οι δικαστικές αρχές και όχι οι εισαγγελικές αρχές ενός κράτους μέλους. Από τη στιγμή που το προηγούμενο Ε.Ε.Σ είχε εκδοθεί από τις Εισαγγελικές Αρχές της Γερμανίας, κρίθηκε σκόπιμο όπως αυτό αποσυρθεί. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε επιτακτικά την έκδοση νέου Ε.Ε.Σ, προσθέτοντας ότι, όπως φαίνεται και από τη σχετική επιστολή (Τεκμήριο 8) του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ζητήθηκε απλά από τις Γερμανικές αρχές να τους ενημερώσει για το ποιες είναι οι προθέσεις τους αναφορικά με την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ, σε σχέση με τον εκζητούμενο. Διευκρίνισε, περαιτέρω, ότι προτού αποσταλεί η σχετική επιστολή, το Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ήδη ενημερωθεί από τo Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Συνεργασίας (European Judicial Network) στις 28/05/19 (Τεκμήριο 13), για την πρόθεση της Γερμανίας όπως, από τούδε και στο εξής, όλα τα Ε.Ε.Σ τα οποία εκδίδει, θα εκδίδονται μόνο από τις Δικαστικές Αρχές ("will only be issued by the Courts"). Ερωτηθείς σχετικά, ο ίδιος ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οι Γερμανικές Αρχές, μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τροποποίησαν τη σχετική τους νομοθεσία, ώστε να συμμορφωθούν με την εν λόγω απόφαση. Ερωτηθείς σχετικά, ποια είναι η αρμόδια δικαστική αρχή της Γερμανίας για την έκδοση Ε.Ε.Σ, o εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι είναι τα Γερμανικά Δικαστήρια με βάση την σχετική δήλωση των Γερμανικών αρχών (Τεκμήριο 14), κατ' εφαρμογή της Απόφασης-πλαισίου. Το έγγραφο αυτό, σύμφωνα πάντοτε με τον εν λόγω μάρτυρα, τηρείται στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και φέρει ημερομηνία 07/09/
- Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, επί του προκειμένου, κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε ειδική και συγκεκριμένη λίστα των Γερμανικών αρχών, αναφορικά με το ποια είναι τα αρμόδια Δικαστήρια τα οποία δύνανται να εκδώσουν Ε.Ε.Σ. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσο το Χανσεατικό Εφετείο του Αμβούργου, το οποίο εξέδωσε το επίδικο Ε.Ε.Σ., δεν αποτελεί αρμόδια δικαστική αρχή με βάση το Νόμο και την Απόφαση-Πλαίσιο. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στο Ε.Ε.Σ ότι διέπραξε ο εκζητούμενος, αφορούν τη συμμετοχή του ως μέλος σε μία τρομοκρατική οργάνωση στο εξωτερικό και το αδίκημα το οποίο διέπραξε, σύμφωνα πάντοτε με το Ε.Ε.Σ., είναι αυτό της τρομοκρατίας. Τέλος, ο ίδιος ανάφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το P.K.K έχει κηρυχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ως μία παράνομη τρομοκρατική οργάνωση. Ο Μ.Α.4, προϊστάμενος στην μονάδα Διεθνούς συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέταση του, ότι το Υπουργείο με επιστολή του, ημερομηνίας 19/06/19 (Τεκμήριο 16), που απέστειλε στην αρμόδια αρχή της Γερμανίας, ζήτησε διευκρίνιση κατά πόσο το Δικαστήριο που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ. ήταν η αρμόδια Δικαστική Αρχή της Γερμανίας. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο, ενόψει και της θέσης που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου, κατά τη προηγούμενη δικαστική διαδικασία. Την ίδια ημέρα σε απαντητική επιστολή (Τεκμήριο 17) το Χανσεατικό Εφετείο του Αμβούργου, επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με τους Νόμους της Γερμανίας, είναι η αρμόδια Δικαστική Αρχή για την έκδοση του Ε.Ε.Σ. Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς σχετικά, ανάφερε ότι δεν έχει υπόψη του τον κατάλογο για τον οποίο γίνεται αναφορά στην Aπόφαση-πλαίσιο, για το ποιες δηλαδή, είναι οι αρμόδιες Δικαστικές Αρχές έκδοσης Ε.Ε.Σ εκ μέρους της Γερμανίας. Επανέλαβε όμως τη θέση του και ερωτηθείς σχετικά ότι το Χανσεατικό Δικαστήριο της Γερμανίας το οποίο εξέδωσε το Ε.Ε.Σ., ήταν η αρμόδια Δικαστική Αρχή, γεγονός το οποίο το Υπουργείο Δικαιοσύνης στα πλαίσια της αμοιβαιότητας δεν μπορεί και ούτε είναι σε θέση να το αμφισβητήσει. Ο Μ.Υ.1, διοικητικός λειτουργός στην Υπηρεσία Ασύλου και εξεταστής αιτημάτων διεθνούς προστασίας, ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι γνωρίζει για το καθεστώς του εκζητούμενου μετά από σχετική μελέτη του περιεχομένου του φακέλου του. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο εκζητούμενος είναι κάτοχος προσφυγικού καθεστώτος, εφόσον διαπιστώθηκε από την Υπηρεσία του ότι πληροί τα κριτήρια με βάση το άρθρο 3
(1)του Περί Προσφύγων Νόμου και το άρθρο 1(α) της Σύμβασης της Γενεύης. Διευκρίνισε ότι ο εκζητούμενος αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 12/06/
- Στις 17/06 του ίδιου έτους υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στα πλαίσια αυτά, ως είθισται, ο εκζητούμενος υπεβλήθη, στις 16/11/09, σε προσωπική συνέντευξη, ενώ στις 03/06/11 λήφθηκε τελική απόφαση όπως στον εκζητούμενο χορηγηθεί και αναγνωρισθεί το καθεστώτος του πρόσφυγα. Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του κατάθεσε δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 18) τα οποία περιέχονται στο διοικητικό φάκελο που η Υπηρεσία του διατηρεί αναφορικά με τον εκζητούμενο. Στην εν λόγω δέσμη περιλαμβάνεται η εισήγηση - έκθεση της ερευνώντος λειτουργού συνοδευόμενη με διάφορα τεκμήρια καθώς και η συνέντευξη στην οποία έκανε αναφορά ανωτέρω. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι ο λόγος που χορηγήθηκε στον εκζητούμενο το καθεστώς πρόσφυγα, είναι ότι ο ίδιος έχει διωχθεί στην Τουρκία λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Σε σχετική ερώτηση όπως διευκρινίσει στο Δικαστήριο τι ακριβώς ο ίδιος εννοεί με τον όρο «πολιτικές πεποιθήσεις», ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο εκζητούμενος ήταν ενεργό μέλος πολιτικού κόμματος στην Τουρκία και είχε καταδικαστεί για την πολιτική του δράση σε ποινές φυλακίσεως και κατά την έκτιση τους είχε υποστεί και σε βασανιστήρια. Αρχικά είχε καταδικαστεί σε 15 χρόνια κάθειρξη, όπου εκτέλεσε 10 χρόνια ποινή φυλάκισης. Ακολούθως, εγκατέλειψε την Τουρκία ενόσω εκκρεμούσε υπόθεση εναντίον του, πάλι λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, για την οποία καταδικάσθηκε σε νέα ποινή φυλάκισης 6 χρόνων και 9 μηνών. Ερωτηθείς κατά πόσο για σκοπούς χορήγησης διεθνούς προστασίας από την Υπηρεσία Ασύλου, η πολιτική δράση που σχετίζεται με τον κουρδικό αγώνα θεωρείται πολιτική δράση, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι το P.K.K., είναι η οργάνωση η οποία εδράζεται στον ένοπλο αγώνα των Κούρδων για το κεκτημένο των δικαιωμάτων τους. Υπάρχουν όμως παρεμφερείς οργανώσεις και παρεμφερή πολιτικά κόμματα, όπως αυτό στο οποίο ήταν μέλος ο εκζητούμενος, όπου η δράση τους είναι καθαρά πολιτική και δεν εμπλέκονται σε οποιοδήποτε ένοπλο αγώνα. Από τα στοιχεία που η υπηρεσία ασύλου έχει στην κατοχή της, διαπίστωσε ότι ο εκζητούμενος δεν ήταν μέλος του P.K.K. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι επίσημα η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει αποφασίσει κατά πόσο το P.Κ.Κ είναι παράνομη τρομοκρατική οργάνωση. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι η Υπηρεσία Ασύλου διερεύνησε, μετά τη χορήγηση στον εκζητούμενο του καθεστώτος του πρόσφυγα, τη δράση του στην Κύπρο και δεν διαπίστωσε ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την ακύρωση σε αυτόν του καθεστώτος του πρόσφυγα. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε πληροφόρηση ότι ο εκζητούμενος είχε εμπλακεί σε δραστηριότητες που συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια τάξη εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιβεβαίωσε το γεγονός, ερωτηθείς σχετικά, ότι ο εκζητούμενος, μετά το 2011, διαμένει μόνιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία και μπορεί να ταξιδέψει εκτός της επικράτειας της με διαβατήριο το οποίο του χορήγησε η Κυπριακή Δημοκρατία. O εκζητούμενος ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι είναι Κούρδος από το Κουρδστάν και κατάγεται από την πόλη Mus, η οποία βρίσκεται στο τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν. Ο λόγος που ο ίδιος αφίχθη στην Κύπρο το 2009, ήταν γιατί στην Τουρκία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 ετών, όπου και εξέτισε 10 έτη και αφέθη ακολούθως ελεύθερος. Μετά την αποφυλάκιση του συνέχισε την δράση του ιδρύοντας μαζί με άλλους ομοεθνείς του το Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού (HDP). Στη συνέχεια, οι Τουρκικές αρχές το 2006 ξεκίνησαν εναντίον του ποινική δίωξη η οποία διήρκησε μέχρι το
- Στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής συνελήφθη από την Αστυνομία και παρέμεινε για περίοδο 48 ημερών στην φυλακή. Κατά την πρώτη δικάσιμο της εν λόγω υπόθεσης, αφέθηκε ελεύθερος και ακολούθως, καταδικάστηκε, ερήμην του, σε ποινή φυλάκισης 7 ετών και 6 μηνών. Έναντι της πιο πάνω απόφασης άσκησε έφεση παραμένοντας ελεύθερος μέχρι την έκδοση σχετικής απόφασης. Το Δημοκρατικό κόμμα του Λαού το οποίο ίδρυσαν, είχε σαν στόχο τον πολίτικό αγώνα των Κούρδων. Το εν λόγω κόμμα έλαβε μέρος στις εθνικές εκλογές και κατάφερε να επικρατήσουν σε 101 Δήμους της Τουρκίας. Το γεγονός αυτό δεν ήταν αρεστό στην Τουρκική Κυβέρνηση, η οποία προέβη σε εκτεταμένες συλλήψεις. Εκατοντάδες φίλοι του συνελήφθησαν από την Αστυνομία, ενώ ο ίδιος και κάποιοι άλλοι αναγκάσθηκαν να φύγουν από την Τουρκία. Κάποιοι δε, καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Ο υιός του, ο οποίος ήταν ένας εκ των συλληφθέντων, καταδικάσθηκε επίσης σε 18 χρόνια φυλάκιση. Ο ίδιος και οι συναγωνιστές του δεν γνωρίζουν για ποια αδικήματα δικάζονται, δεν έχουν οποιαδήποτε πρόσβαση στο ποινικό φάκελο της υπόθεσης και δεν μπορούν να λάβουν αντίγραφα των σχετικών καταθέσεων. Όταν αφίχθη στην Κύπρο ενημερώθηκε ότι η έφεση του, έναντι της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης, απορρίφθηκε και ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί ενεργοποιήθηκε. Οι ενέργειες και οι δράσεις του στην Τουρκία αποσκοπούσαν, με πολιτικά μέσα και μέσω πολιτικής δράσης, στο να κρατήσουν ζωντανά την κουρδική κουλτούρα και τον κουρδικό αγώνα. Όπως ανάφερε, στην Τουρκία απαγορεύεται η διάδοση της Κουρδικής γλώσσας και επίσης απαγορεύονται οποιεσδήποτε σχετικές εκδηλώσεις που σχετίζονται με τον κουρδικό αγώνα. Αποκλειστικός στόχος του ήταν όλοι οι Κούρδοι να γνωρίζουν την ιστορία τους, την καταγωγή τους αλλά και να διατηρούν άσβεστη τη κουλτούρα τους. Οι Κούρδοι διεκδικούν το δικαίωμα τους να είναι ελεύθεροι και να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει στην Τουρκία. Ο ίδιος αρνήθηκε το γεγονός ότι ήταν μέλος του P.K.K. παρά την αντίθετη γνώμη των Τουρκικών Αρχών. Ο λόγος που ο ίδιος επέλεξε την Κυπριακή Δημοκρατία για να ζητήσει διεθνή προστασία, είναι το γεγονός ότι και ο Κυπριακός λαός αγωνίζεται επίσης για την ελευθερία του, όπως ακριβώς πράττουν και οι Κούρδοι. Επίσης, διευκρίνισε, ότι ο ίδιος ήταν προσωπικός φίλος με τον ήρωα Θεόφιλο Γεωργιάδη. Κατά την παραμονή του στην Κύπρο συνέχισε, ως ηγετικός στέλεχος, να προωθεί τον κουρδικό αγώνα μέσω του Πολιτιστικού Συλλόγου Θεόφιλος Γεωργιάδης, όπου είναι και ο τόπος διαμονής του (XXXXX 10, Λεμεσό). Διευκρίνισε ότι μέχρι και το έτος 2012 βρισκόταν αδιαλείπτως εις την Κύπρο. Λόγω της οικονομικής κρίσης κάποιοι συναγωνιστές του μετέβησαν στο εξωτερικό. Ακολούθως, αφού απέκτησε Κυπριακό διαβατήριο, ταξίδευε στην Ευρώπη όπου και συναντούσε τους διάφορους συναγωνιστές του. Στα πλαίσια των επισκέψεων του αυτών, διαπίστωσε ότι, για περαιτέρω προώθηση του πολιτικού τους αγώνα, χρειάζονται να δημιουργηθούν και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπως εξάλλου έγινε και στην Κύπρο, διάφορα Κουρδικά πολιτιστικά κέντρα. Λόγω της εκδίωξης των Κούρδων από τις εστίες τους και την μαζική κάθοδο τους στην Ευρώπη, κρίθηκε αναγκαίο να συσταθούν τα εν λόγω πολιτιστικά κέντρα, με σκοπό οι Κούρδοι να συνεχίσουν να διατηρούν την Κουρδική τους ταυτότητα και κουλτούρα, γλώσσα και θρησκεία, μεταλαμπαδεύοντας την στα παιδιά τους. Μέσω αυτών των πολιτιστικών Κέντρων, τα παιδιά των Κούρδων διδάσκονται τη κουρδική γλώσσα και την Κουρδική ιστορία. Από την άλλη, τα πολιτιστικά κέντρα, μέσω του διπλωματικού αγώνα, αγωνίζονται να εξηγήσουν στον υπόλοιπο κόσμο το δίκαιο του Κουρδικού αγώνα. Μέσα στα πλαίσια αυτά, ο ίδιος μετέβαινε συχνά στις πόλεις Κίελο και Ουλμ της Γερμανίας, κατά την περίοδο 2013 και 2014, και εργαζόταν σε αυτά εθελοντικά βοηθώντας τους συναγωνιστές του. Τα εν λόγω πολιτιστικά κέντρα, ανάφερε κατηγορηματικά ότι, δεν υπάγονται και δεν έχουν καμία σχέση με το P.K.K. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι τα εν λόγω πολιτιστικά κέντρα συστάθηκαν δεόντως σύμφωνα με τους Γερμανικούς Νόμους και Κανονισμούς και για το λόγο αυτό είναι απολύτως νόμιμα. Αρνήθηκε κατηγορηματικά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν διευθυντής περιφέρειας του P.K.K., είτε στην πόλη του Κίελου ή στο Ουλμ. Το P.K.K, ως ανάφερε, δεν έχει οποιαδήποτε παρουσία στην Ευρώπη. Απόδειξη αποτελεί και το γεγονός ότι δεν προέβη σε οποιεσδήποτε επιθέσεις εναντίον Ευρωπαίων πολιτών. Αντίθετα, βρίσκεται στην Τουρκία και διεξάγει εναντίον της πόλεμο για απελευθέρωση του Κουρδιστάν. Ούτε ο ίδιος μιλούσε ή αντάλλασσέ ή είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την ηγεσία του P.K.K. Η δράση του ήταν καθαρά πολιτική. Στη Γερμανία ο ίδιος ουδέποτε έχει διωχθεί για τις δράσεις του αλλά ούτε και οι αρχές του εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο. Ερωτηθείς σχετικά, ανάφερε ότι οι Γερμανικές Αρχές τον διώκουν κατ' απαίτηση της Τουρκίας. Είναι καλά γνωστό ότι η Γερμανία έχει τεράστια οικονομικά συμφέροντα στη Τουρκία και ο λόγος είναι ότι η Τουρκία είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας Γερμανικών οπλικών συστημάτων. Εις αντάλλαγμα, η Τουρκία ζητά από τη Γερμανία να προσπαθήσει να ποινικοποιήσει κάθε πολιτιστική και πολιτική δραστηριότητα των Κούρδων. Οι κατηγορίες που του προσάπτονται στην Γερμανία δεν υφίστανται. Όλα όσα έπραξε ήταν καθόλα νόμιμα και δεν έπραξε οτιδήποτε παράνομο. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι οι ποινές φυλακίσεως, για τις οποίες καταδικάστηκε στην Τουρκία, του έχουν επιβληθεί από νόμιμα συσταθέντα Δικαστήρια της χώρας. Επίσης, συμφώνησε με τη θέση ότι το επίδικο Ε.Ε.Σ εκδόθηκε όντως από τη Γερμανία. Επανέλαβε, όμως, τη θέση ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν πληροφοριών που δόθηκαν από τις Τουρκικές αρχές στις Γερμανικές αρχές. Εξέφρασε δε, την πεποίθηση ότι αν ο ίδιος εκδοθεί στην Γερμανία, ακολούθως θα καταλήξει στη Τουρκία. Και τούτο γιατί μέχρι να εκδικασθεί η υπόθεση του στη Γερμανία, η προσωρινή διαμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία θα λήξει και υπάρχει κίνδυνος, αφού εκτίσει την οποιαδήποτε ποινή του στη Γερμανία, καμία χώρα να μην του δίνει άδεια παραμονής, εφόσον θα θεωρείται τρομοκράτης. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την μεταφορά του στη Τουρκία από τη Γερμανία. Αρνήθηκε το γεγονός ότι η άδεια παραμονής του στην Κύπρο δεν έχει ημερομηνία λήξης, παραπέμποντας στην σχετική ταυτότητα, που η Κυπριακή Δημοκρατία του παραχώρησε, και η οποία αναφέρει ότι αυτή λήγει το 2020 και ότι αυτή ανανεώνεται κάθε τρία χρόνια. Αν μέσα στα 3 αυτά χρόνια διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα, τότε αυτή δεν ανανεώνεται. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι, δεν είναι για τις πολιτικές του πεποιθήσεις που ζητείται η έκδοση του στη Γερμανία, προσθέτοντας ότι, τα όσα του καταλογίζουν, δεν αποτελούν ποινικά αδικήματα, καθώς και οι πράξεις που του καταλογίζονται δεν είναι παράνομες. Διώκεται, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, για τον πολιτικό αγώνα που διεξάγει. Όλες οι ενέργειες που έπραξε ήταν στα πλαίσια λειτουργίας του πολιτιστικού κέντρου το οποίο ήταν καθόλα νόμιμο. Διερωτήθηκε, επίσης, για ποιο λόγο όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Γερμανία, δεν διώχθηκε για τις πράξεις του και οι Γερμανικές αρχές έκριναν σκόπιμο να τον διώξουν μετά από την παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος. Χαρακτηριστικά, ανάφερε ότι, εάν οι πράξεις του τις οποίες διεξάγει, για συνέχιση της Κουρδικής ταυτότητας και ενημέρωση των Ευρωπαίων πολιτών για το δίκαιο του Κουρδικού αγώνα είναι παράνομες, τότε αποδέχεται τον χαρακτηρισμό του τρομοκράτη. Τέλος, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο ίδιος ανάφερε ότι συνομιλώντας με ομοεθνείς του στη Γερμανία, κατόπιν της συλλήψεως του, οι ίδιοι δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση για τις ενέργειες των Γερμανικών Αρχών. Η Μ.Υ.3, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας-Αμμοχώστου, και η οποία έχει υπό την φύλαξη της τους φάκελους του Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου, ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ότι έχει υπό τον έλεγχο της τον φάκελο του Ε.Ε.Σ 2/
- Κατάθεσε, αφού της ζητήθηκε, αντίγραφο του Ε.Ε.Σ που καταχωρίστηκε στη προναφερόμενη υπόθεση, συνοδευόμενο από τα σχετικά αποδειχτικά έγγραφα, καθώς και το πρακτικό Δικαστηρίου, ημερομηνίας 3.6.2019 (Τεκμήριο 21). Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Ο Μ.Υ.4, δικηγόρος στο Αμβούργο της Γερμανίας με ειδίκευση στο Ποινικό Δίκαιο, ανάφερε , στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ασχολήθηκε και με τις διαδικασίες έκδοσης και εκτέλεσης Ε.Ε.Σ. Κατέθεσε αντίγραφο στη Γερμανική γλώσσα, το σχετικό γερμανικό Νόμο (IRG) (Τεκμήριο 22), ο οποίος υιοθέτησε την Απόφαση-Πλαίσιο. Με βάση την παράγραφο 74 του εν λόγω Νόμου, το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει εξουσιοδοτηθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών να εκδίδει Ε.Ε.Σ. Ακολούθως, η Ομόσπονδη Γερμανική κυβέρνηση μετέφερε την οποιαδήποτε απόφαση, για την έκδοση ή εκτέλεση Ε.Ε.Σ, στα κρατίδια της Γερμανίας. Στα πλαίσια αυτά έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ της Γερμανικής Ομόσπονδης κυβέρνησης και του κρατιδίου του Αμβούργου στις 04/05/04 (Τεκμήριο 23 κατατέθηκε αντίγραφο της συμφωνίας στη γερμανική γλώσσα). Η εν λόγω συμφωνία δεν έχει τροποποιηθεί πρόσφατα. Με βάση τη συμφωνία αυτή λήφθηκε απόφαση από το κρατίδιο του Αμβούργου, με την οποία αποφασίσθηκε ότι αρμόδια αρχή για την έκδοση ενός Ε.Ε.Σ. είναι η αρμόδια εισαγγελία του Αμβούργου. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 24, αντίγραφο στη Γερμανική γλώσσα του σχετικού κανονισμού που έχει εκδοθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Αμβούργου, σε σχέση με την έκδοση Ε.Ε.Σ. Με βάση τη συμφωνία και μέχρι την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 27ης Μαΐου, αρμόδια Δικαστική Αρχή για την έκδοση Ε.Ε.Σ ήταν η Γενική Εισαγγελία του Αμβούργου. Κατά τη γνώμη του, για να μπορεί να εκδώσει Ε.Ε.Σ. Δικαστική αρχή στο κρατίδιο του Αμβούργου, θα έπρεπε να είχε τροποποιηθεί, προηγουμένως, ο σχετικός Νόμος. Με την έκδοση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, υπήρχε ακαδημαϊκή συζήτηση για το ποια είναι η αρμόδια Δικαστική Αρχή στη Γερμανία για την έκδοση ενός Ε.Ε.Σ. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε σε σχετική υποβολή ότι με βάση τις διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από τις Γερμανικές Αρχές, ανάφεραν ότι αρμόδια Δικαστική Αρχή έκδοσης του Ε.Ε.Σ είναι το Χανσεατικό Δικαστήριο του Αμβούργου, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι, κατά την προσωπική του γνώμη, με βάση την υπάρχουσα σχετική νομοθεσία, διαπιστώνει σοβαρά προβλήματα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ο ίδιος πάντως δεν είναι σύμφωνος. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, ανάφερε ότι το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν είναι απαγορευμένη υπόσταση στην Γερμανία και ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο είναι παράνομες σύμφωνα με τους Γερμανικούς νόμους. Στις 8/7/19, η παρούσα αίτηση ορίσθηκε για τελικές αγορεύσεις. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις προς το Δικαστήριο, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους. Τα όσα έχουν αναφέρει και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι, μέσω των αγορεύσεων τους, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου. Αναφορά στις θέσεις της κάθε πλευράς, θα γίνεται όταν και εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου, ότι το αίτημα των Γερμανικών Αρχών για εκτέλεση του Ε.Ε.Σ θα πρέπει να απορριφθεί αφενός γιατί στον εκζητούμενο έχει χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα και ως εκ τούτου αυτός δεν μπορεί να επαναπροωθηθεί σε οποιαδήποτε άλλη χώρα για να διωχθεί για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, όπως συμβαίνει και στη προκειμένη περίπτωση και αφετέρου ότι το Ε.Ε.Σ. εκδόθηκε αποκλειστικά και μόνο για την δίωξη του εκζητούμενου στη βάση και πάλι των πολιτικών του πεποιθήσεων γεγονός το οποίο αποτελεί υποχρεωτικό λόγο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου, ώστε το Δικαστήριο να αρνηθεί την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. Από την άλλη, ήταν η θέση της ευπαίδευτου δικηγόρου της Κεντρικής Αρχής, ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προσεγγίζοντας το έργο της εξέτασης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχω κατά νου ότι αυτή γίνεται υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Ο σκοπός είναι μόνο να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο, όταν αποφασίζει, κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας, ώστε να επιτρέπεται η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ για την παράδοση του εκζητούμενου. Σίγουρα η αξιολόγηση δεν γίνεται με σκοπό να διακριβωθεί κατά πόσο ο εκζητούμενος είναι ένοχος για την διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία εκδόθηκε το Ε.Ε.Σ., ούτε και για την διακρίβωση της ορθότητας των όσων αναφέρονται στο Ε.Ε.Σ. Εξετάζοντας και αξιολογώντας, με βάση τις πιο πάνω παραμέτρους, την μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής, το Δικαστήριο δεν έχει κανένα ενδοιασμό να την αποδεχτεί ως αληθή και επομένως να την κάνει αποδεκτή. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων δόθηκε ενόρκως και η αξιολόγηση τους έγινε λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι, τα όσα ανάφεραν όλοι οι μάρτυρες δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά από τον συνήγορο του εκζητούμενου. Η μαρτυρία ειδικά του Μ.Α.1 και της Μ.Α.2 ήταν τυπική και αρκέστηκαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο τα όσα οι ίδιοι έπραξαν και γνώριζαν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους. Οι Μ.Α.3 και 4 απλά διαδραμάτισαν επικουρικό ρόλο ανάμεσα στις δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. Ειδικότερα, σαν αρμόδιοι λειτουργοί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης που είναι η Κεντρική Αρχή με βάση το Νόμο, ενέργησαν ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των Δικαστικών Γερμανικών Αρχών και των Δικαστικών Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι δε λειτουργοί του Υπουργείου Δικαιοσύνης, επικεντρώθηκαν κυρίως στις ενέργειες που οι ίδιοι είχαν προβεί σε σχέση με την ενάσκηση των καθηκόντων τους, και στην ουσία κατέθεσαν όλα τα σχετικά έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, κατέθεσαν τις σχετικές διευκρινίσεις που το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ως Κεντρική Αρχή, ζήτησε και έλαβε από τις Γερμανικές Αρχές, σε σχέση με ζητήματα που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και που αναφορά για αυτά γίνεται κατωτέρω. Από την άλλη, δεν έχω κανένα απολύτως ενδοιασμό να μην αποδεχθώ τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες υπεράσπισης, αλλά κυρίως τα όσα ανάφερε ο ίδιος ο εκζητούμενος. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 και της Μ.Υ.3 ήταν τυπική και απλώς ανάφεραν στο Δικαστήριο όλα όσα περιήλθαν προσωπικά στην αντίληψη τους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, καθώς και από πληροφορίες που άντλησαν από τους ποινικούς και διοικητικούς φακέλους που είχαν στην κατοχή τους. Η μαρτυρία τους επιβαιώνεται και από τα σχετικά Τεκμήρια που κατέθεσαν και που ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί. Επίσης, ο εκζητούμενος μου άφησε καλές εντυπώσεις και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να μην αποδεχθώ τις θέσεις του. Πλείστες δε από τις αναφορές του, όπως για παράδειγμα ο λόγος των διώξεων του στην Τουρκία αλλά και οι ποινές φυλάκισης που του έχουν υποβληθεί, καθώς επίσης και για το γεγονός ότι ο ίδιος έχει υποστεί και βασανιστήρια κατά την περίοδο κράτησης του, επιβεβαιώνονται από τα σχετικά Τεκμήρια που ο Μ.Υ.1 κατέθεσε. Οι θέσεις που εξέφρασε σήμερα στο Δικαστήριο, συνάδουν πλήρως και είναι απόλυτα σταθερές με τις θέσεις που εξέφρασε και τότε ενώπιον των αρμόδιων Κυπριακών Αρχών, στα πλαίσια της συνέντευξης που έδωσε σε λειτουργούς της Υπηρεσίες Ασύλου κατά την εξέταση του αιτήματος του για την χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Οι θέσεις του, περαιτέρω, σε σχέση με τη δράση του στη Γερμανία αλλά και στην Κύπρο, δεν αντικρούσθηκαν και έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Το Δικαστήριο, δεν έχει κανένα λόγο να θεωρήσει ότι ο εκζητούμενος δεν κατάθεσε την αλήθεια και, έχω την άποψη, ότι η συναισθηματική του φόρτιση κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν απόλυτα ειλικρινής. Επομένως, κρίνω ότι η μαρτυρία του μπορεί να γίνει και γίνεται αποδεκτή. Θα αναφερθώ και θα εξηγήσω κατωτέρω τη σημασία που αποδίδω στα όσα ο ίδιος έχει καταθέσει. Στρεφόμενος στη μαρτυρία του Μ.Υ.4, δεν έχω επίσης κανένα λόγο να την αμφισβητήσω. Τα όσα όμως ανάφερε, αποτελούν προσωπική του γνώμη και δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένα. Ως εκ τούτου, ασφαλώς και δεν μπορούν να δεσμεύσουν το Δικαστήριο. Πέραν του γεγονότος ότι, τα όσα έγγραφα κατάθεσε ο ίδιος στο Δικαστήριο είναι στη Γερμανική γλώσσα και συνεπακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει γνώση επί του περιεχομένου αυτών, ο ίδιος παραδέχθηκε το γεγονός ότι επικρατεί πλέον στη Γερμανία, μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεγάλη ακαδημαϊκή συζήτηση για το ποια Δικαστήρια είναι πλέον τα αρμόδια Δικαστήρια για την έκδοση Ε.Ε.Σ. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει λάβει ενημέρωση, κατόπιν διευκρινίσεων που έχουν ζητηθεί από το Χανσεατικό Εφετείο του Αμβούργου, ότι είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για την έκδοση του. Το γεγονός αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να το αμφισβητήσει στα πλαίσια της αμοιβαιότητας και κανονικότητας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ H νομοθεσία η οποία διέπει τη διαδικασία έκδοσης και εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. διέπεται από το Νόμο, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Κυπριακή Νομοθεσία η Απόφαση- Πλαίσιο. H απόφαση πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ την 1/2/2004 και τροποποιήθηκε στις 26/2/2009 (Council Framework Decision 2009/299/JHA). Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναλύθηκε ο στόχος και ο σκοπός που θεσπίστηκε η Απόφαση-Πλαίσιο καθώς και η αναγκαιότητα της (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Στην πρόσφατη υπόθεση Παναγιώτη Μεσαρίτη, Κρατούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου-Λάρνακας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 256/2017, ημερομηνίας 24/10/2017, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A245, Π.Ε. 154/2017, ημερ. 6.7.2017 τόνισε τους βασικούς σκοπούς του Νόμου (Ν.133(Ι)/2004) και τους στόχους της όλης διαδικασίας που καλύπτει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ). " Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας . Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004». Στην υπόθεση Μιχαηλίδης Κωνσταντίνος (Ντίνος) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 ΑΑΔ 1764 επίσης έγινε εκτενής ανάλυση του στόχου και σκοπού του σχετικού Νόμου αλλά και οι γενικές αρχές που εφαρμόζονται στα εξέτασης ενός Ε.Ε.Σ. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.Μετά την 11.9.2001 και τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, οι προσπάθειες εφαρμογής ενός απλοποιημένου εντάλματος εντάθηκαν με αποτέλεσμα να ληφθεί η σχετική πολιτική απόφαση στο Laeken European Council που συνήλθε στο Βέλγιο το Δεκέμβρη του 2001, με το κείμενο να συμφωνείται τον Ιούνιο του 2002. Ο τρόπος που επιλέγηκε για το έναυσμα της δημιουργίας και εφαρμογής του εντάλματος ήταν η χρήση της μεθόδου της Απόφασης-Πλαίσιο δίδοντας την κατευθυντήρια γραμμή και τη φιλοσοφία του Εντάλματος, αφήνοντας στα κράτη-μέλη να προχωρήσουν στην εφαρμογή της ανάλογα με το εθνικό τους δίκαιο, στη βάση του Άρθρου 31(α) και (β) και του Άρθρου 34
(2)(β) της Συνθήκης της Ευρωπαικής Ένωσης. Υιοθετήθηκε λοιπόν η λεγόμενη Απόφαση - Πλαίσιο του Συμβουλίου («Council Framework Decision») του 2002, (2002/584/JHA ημερ. 13.6.2002), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1.2.2004, από οκτώ χώρες μέλη και η οποία τροποποιήθηκε στις 26.2.2009 (Council Framework Decision 2009/299/JHA).Οι Αποφάσεις-Πλαίσιο εντάσσονται στον Τρίτο Πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δε συναφείς με τις Οδηγίες ("Directives") και αποκτούν ισχύ στα κράτη-μέλη εφόσον μεταφέρονται δεόντως στο δικό τους νομοθετικό πλαίσιο. Στα πιο πάνω πλαίσια, η Δημοκρατία υλοποίησε την υποχρέωση της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση με τη θέσπιση του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, αρ. 133(Ι)/2004, (εφεξής «ο Νόμος»). Η θέσπιση του Νόμου κατέστη αναγκαία ως αποτέλεσμα της ένταξης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με ισχύ από 1.5.2004.Κλείνοντας αυτή τη σύντομη εισαγωγή, σημειώνεται με έμφαση ότι ο σκοπός του Νόμου, κατ' ακολουθίαν της εναρμονιστικής πολιτικής της Ευρωπαικής Ένωσης στο χώρο της δημιουργίας συνθηκών ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, είναι η παροχή συνδρομής μεταξύ κρατών-μελών στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξη τους, ή, που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος. Η όλη βάση στην οποία στηρίχθηκε το Tampere European Council τον Οκτώβριο 1999, απαρχή της νέας Ευρωπαϊκής ιδέας στον συντονισμό και ρύθμιση των ευρύτερων ζητημάτων έκδοσης, ήταν αφενός η εδραίωση των ιδεών της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός των κόλπων της Ευρωπαικής Ένωσης και, περαιτέρω, η σύγκλιση στην αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται από τα ποινικά όργανα των κρατών-μελών. Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι' αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ' εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών.» Στην υπόθεση John Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 5/3/15, υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων, η ακόλουθη αρχή: «Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ΕΕΣ βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.». Ακριβώς, στην υπόθεση C-396/2011, Ciprian Vasile Radu, της 29.1.2013, τονίζεται, στη σκέψη 35, ότι:- "
- Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης".» Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C-404/15 και C-659/15 PPU, ημερομηνίας 5/4/2016, με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων που υπέβαλε το Hanseatiches Oberlandesgericht in Bremen (Γερμανία), στα πλαίσια δικών σχετικών με την εκτέλεση Ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης κατά τον XXXXX Aranyosi και XXXXX Caldararu λέχθηκε ότι με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί «τον ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε Ε.Ε.Σ. Επομένως η δικαστική αρχή εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτέλεσης κατά το άρθρο 3 της απόφασης-πλαισίου ή προαιρετικής μη εκτέλεσης κατά τα άρθρα 4 και 4Α της απόφασης πλαισίου. Περαιτέρω, μπορεί να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μόνον από μία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 5 της Αποφάσεως-πλαισίου. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ Ε.Ε.Σ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ Η πλευρά του εκζητούμενου ουσιαστικά, μέσω της γραμμής αντεξέτασης της, αλλά και μέσω της γραπτής αγόρευσης της, δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας το νομότυπο της έκδοσης του Ε.Ε.Σ, πλην της προβληθείσας θέσης ότι το Ε.Ε.Σ δεν εκδόθηκε από αρμόδια Δικαστική Αρχή της Γερμανίας, ζήτημα το οποίο σχολιάζεται κατωτέρω. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Νόμου, το Ε.Ε.Σ. είναι απόφαση ή Διάταγμα Δικαστικής Αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος: (α) για την άσκηση ποινικής δίωξης, ή (β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. Ο τύπος όσο και το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό Νόμο και στο σχετικό Παράρτημα του. Σχετικό είναι το Άρθρο
- Το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Νόμου 133(Ι)/2004, πρέπει να είναι ως ακολούθως: 4.
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· (β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· (γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· (δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·. (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.
(2)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις κυπριακές αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα.
(4)Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το συνημμένο έντυπο, Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Ε.Ε.Σ. (Τεκμήριο 3 στην Γερμανική γλώσσα και Τεκμήριο 4 στην Ελληνική γλώσσα), το οποίο αφορά τις υπό αναφορά αξιόποινες πράξεις (άρθρο 4
(2)του Νόμου, παρ. (ε) του Ε.Ε.Σ.), συμπληρώθηκε στο Έντυπο Παράρτημα Α του Νόμου ((άρθρο 4
(4)του Νόμου), έχει δε μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα ως επιτρέπεται με βάση το άρθρο 4
(3)του Νόμου. Περιέχει την ταυτότητα και την ιθαγένεια του εκζητουμένου (άρθρο 4
(1)(α) του Νόμου, παρ. (α) του Ε.Ε.Σ.), το όνομα της Δικαστικής Αρχής έκδοσης του εντάλματος (άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου, παρ. (β) του Ε.Ε.Σ), καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας της (παράγραφος θ του Ε.Ε.Σ. ), μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής ( άρθρο 4
(1)(γ) του Νόμου, παρ. (β) του Ε.Ε.Σ.), τη φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης (άρθρο 4
(1)(δ) του Νόμου, παρ. (ε) του Ε.Ε.Σ.), το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος (άρθρο 4
(1)(στ) του Νόμου, παρ. (γ) του Ε.Ε.Σ.) και διάφορες άλλες πληροφορίες στις παρ. (η) και (θ) του Ε.Ε.Σ. (άρθρο 4
(1)(ζ) του Νόμου). Επομένως ο Τύπος και το Περιεχόμενο του υπό εξέταση Ε.Ε.Σ. είναι, εκ πρώτης όψεως, σύμφωνος με τον υπό του νόμου προαπαιτούμενο τύπο και περιεχόμενο. Θεωρώ ότι εδώ είναι το κατάλληλο σημείο να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης, εφόσον αυτή άπτεται του νομοτύπου έκδοσης του, με την οποία προβάλλεται η θέση ότι το επίδικο Ε.Ε.Σ, οποίο εκδόθηκε από το Χανσεατικό Δικαστήριο του Αμβούργου, δεν εκδόθηκε από την Αρμόδια Δικαστική αρχή της Γερμανίας και ως εκ τούτου για το λόγο αυτό το αίτημα των Γερμανικών Αρχών για έκδοση του εκζητούμενου θα πρέπει να απορριφθεί. Ήταν συνεπώς η εισήγηση της υπεράσπισης ότι το Χανσεατικό Δικαστήριο που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ δεν αποτελεί "Δικαστική Αρχή" εν τη έννοια του Νόμου και της Αποφάσεως-Πλαίσιο. Εις απάντηση της πιο πάνω εισήγησης, σημειώνω τα ακόλουθα: Το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο διαλαμβάνει ότι: « Άρθρο 6 Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών
- Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.
- Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.
- Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Η απάντηση του ζητήματος που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου δίδεται μέσα από την ίδια την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Hadwen James ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 17/07/2014, από την στιγμή που η διαδικασία παράδοσης εκζητούμενων προσώπων, βάσει Ε.Ε.Σ, βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξ'ολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών. Η νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης, κοινοποίησης και διαβίβασης ενός Ε.Ε.Σ ή και διευκρινήσεων σε σχέση με αυτό, τεκμαίρεται. Τεκμήριο το οποίο, σημειώνεται, πολύ δύσκολα και για πολύ πειστικούς λόγους μπορεί να ανατραπεί (Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519). Περαιτέρω και σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, η Κεντρική Αρχή σε μία προσπάθεια να εξαλείψει τις οποιεσδήποτε αμφιβολίες επί του ζητήματος αυτού ζήτησε σχετική διευκρίνιση από την αρμόδια Δικαστική Αρχή έκδοσης του Ε.Ε.Σ. Στα πλαίσια αυτά οι Γερμανικές αρχές, απάντησαν με σχετική επιστολή (Τεκμήριο 17), επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι το Χανσεατικό Δικαστήριο του Αμβούργου (Hanseatic Higher Regional Court on Hamburg) είναι με βάση τους Γερμανικούς νόμους η Αρμόδια Δικαστική Αρχή για την έκδοση του. Στα πλαίσια της αμοιβαιότητας το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εν λόγω αναφορά από τις Γερμανικές Αρχές. Τεκμαίρεται επομένως ότι το εν λόγω Δικαστήριο της Γερμανίας είναι η Αρμόδια δικαστική Αρχή συμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο. Επίσης στα πλαίσια αυτά, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 η δήλωση των Γερμανικών Αρχών προς στην Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια συμμόρφωσης της με το άρθρο 6
(3)της Αποφάσεως-Πλαίσιο. Με βάση τη σχετική δήλωση αρμόδιες Δικαστικές αρχές είναι μεταξύ άλλων τα «Landgerichte». Στην αγγλική μετάφραση του όρου, ως συνάγεται από την ιστοσελίδα του European Judicial Network (https://www.ejn-crimjust.europa.eu/ejn/libshowdocument.aspx?Id=315&Lang=EN) τα ούτως καλούμενα «Landgerichte» μεταφράζονται ως 'regional Courts'. Επομένως συνάγεται από τα πιο πάνω ότι οι Γερμανικές αρχές στα πλαίσια συμμόρφωσης τους με την Απόφαση-πλαίσιο δεν έδωσαν οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Επομένως δεν ευσταθεί η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι οι Γερμανικές αρχές καταχώρησαν σχετική λίστα στην οποία δήλωσαν ονομαστικά τα Δικαστήρια που αποτελούν την αρμόδια Δικαστική Αρχή έκδοσης ενός Ε.Ε.Σ. Το Χανσεατικό Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει όπως εξάλλου προκύπτει από την ονομασία του (Hanseatic Higher Regional Court) είναι Regional Court και επομένως συνάδει με την δήλωση των Γερμανικών Αρχών. Τα πιο πάνω οδηγούν σε απόρριψη της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου ότι το Ε.Ε.Σ. εκδόθηκε από αναρμόδια Δικαστική Αρχή. Συνεπακόλουθα το Ε.Ε.Σ. εκδόθηκε συμφώνως του άρθρου 4 του Νόμου. Όπως προκύπτει περαιτέρω από το ίδιο το Ε.Ε.Σ., υπάρχει αναφορά για τους λόγους για τους οποίους ο εκζητούμενος ζητείται ως επίσης περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αναφερόμενων στο Ε.Ε.Σ αδικημάτων, καθώς και την ποινή που αυτά επισύρουν σε περίπτωση καταδίκης. Αυτά τα στοιχεία ικανοποιούν βεβαίως τις προσταγές του άρθρου 4 του Νόμου. Το περιεχόμενο και το λεκτικό των αξιόποινων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, στοιχείο το οποίο εγείρει ο ευαπίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου, για να στηρίξει τη θέση του ότι αυτό έχει εκδοθεί με σκοπό τη δίωξη του εκζητούμενου, θα συζητηθεί αμέσως κατωτέρω. Επιπρόσθετα το περιεχόμενο του εντάλματος αποκαλύπτει πως το αίτημα των Γερμανικών αρχών για παράδοση του εκζητούμενου εδράζεται σε ένα από τους δύο λόγους, που εξυπηρετεί το Ε.Ε.Σ, δηλαδή την άσκηση εναντίον του εκζητούμενου ποινικής δίωξης. Η σχετική διαπίστωση συνάγεται βεβαίως από τα αναφερόμενα στο Ε.Ε.Σ. Ειδικότερα, αποκαλυπτική είναι, εν προκειμένω, η (Β) παράγραφος του Ε.Ε.Σ, κάτω από τον τίτλο «Αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται το ένταλμα σύλληψης». Διαπιστώνεται επομένως ότι το Ε.Ε.Σ εκδόθηκε νομότυπα και νόμιμα. Ακολούθως το Δικαστήριο, οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο σχετικό Νόμο υποχρεωτικούς λόγους αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος (Κόκου Ιωάννου (Ρωσσίδη) v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση αριθμός 346/11, ημερομηνίας 15/11/2011). Οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, καθορίζονται από το Άρθρο 12 του Νόμου, οι διατάξεις του οποίου εξετάζονται παράλληλα, με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 14 και 15 του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με το Άρθρο 12 του Νόμου, το E.E.Σ. εκτελείται: (α). όταν η πράξη αναφορικά με την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και (β). όταν η εν λόγω πράξη, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο Άρθρο 12
(2)του Νόμου, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο στο ένταλμα αδίκημα, επισύρει ποινή, στερητική της ελευθερίας, κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Και (γ). Ο εκζητούμενος, έχει καταδικαστεί από δικαστήριο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας, τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη. Σύμφωνα με το Άρθρο 12
(2)του Νόμου, που εν προκειμένω, ενδιαφέρει: "
(2)Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών: (α) Εγκληματική οργάνωση, (β) τρομοκρατικές πράξεις, (γ) ..." Τα πιο πάνω αδικήματα, για τα οποία θα διωχθεί ο εκζητούμενος στην Γερμανία, εμπίπτουν στα πλαίσια του Άρθρου 12(α) (β) και 12
(2)του Νόμου και επομένως επιτρέπεται η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου εφόσον το αδίκημα για το οποίο ζητείται να διωχθεί ο εκζητούμενος αφορά το αδίκημα που αναφέρεται στο στοιχείο (β) πιο πάνω (τρομοκρατία). Αυτό είναι και το αδίκημα που σημειώθηκε με σημείο Χ στο εν λόγω Ε.Ε.Σ. Το εν λόγω αδίκημα τιμωρείται με μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή 3 τουλάχιστον ετών όπως ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος. Επομένως η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή
(2)πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφ` όσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών (παράγραφος γ του Ε.Ε.Σ). Τα αδικήματα που κατηγορείται ο εκζητούμενος με βάση τα σχετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα της Γερμανίας επισύρουν ποινές φυλάκισης 10 ετών. Επομένως είναι άσχετο κατά πόσο το εν λόγω αδίκημα που αναφέρεται στο Ε.Ε.Σ, αυτό δηλαδή της τρομοκρατίας, είναι αδίκημα το οποίο τιμωρείτο στην Κύπρο με βάση τον Ποινικό Κώδικα, του Κεφ. 154. Το εν λόγω αδίκημα συμπεριλαμβάνεται στο κατάλογο του άρθρου 12
(2)για το οποίο δεν απαιτείται να αποτελεί το εν λόγω αδίκημα έκνομη και παράνομη συμπεριφορά καταδικασθέα από τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε κάθε όμως περίπτωση η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση τιμωρείται και από το άρθρο 63Α και Β του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (HOSSAM TALEB YAACOUB ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2013, ημερομηνίας 19/3/2014). Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω τους δυνητικούς λόγους άρνησης. Σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Νόμου 133(Ι)/2004, το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος αν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγους από τις υποπαραγράφους (α) εώς (ζ). Μελετώντας το επίδικο Ε.Ε.Σ και το ενώπιον μου υλικό δεν υφίσταται οποιεσδήποτε από τις επιφυλάξεις του εν λόγω άρθρου και το Δικαστήριο δεν κωλύεται να εκτελέσει το Ε.Ε.Σ στη βάση των πιο πάνω προυποθεσεων. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Ακολούθως θα εξετάσω εάν συντρέχει, στη προκειμένη περίπτωση, οποιοσδήποτε από τους υποχρεωτικούς λόγους άρνησης του Ε.Ε.Σ που ο ίδιος ο Νόμος θέτει. Σύμφωνα με το Άρθρο 13 του Νόμου, το Δικαστήριο υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες περιπτώσεις (εν προκειμένω ενδιαφέρει η υποπαράγραφος δ) : (α) . (β). (γ). (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του, (ε) . (στ). Συνάγεται επομένως με βάση τη πιο πάνω νομοθετική διάταξη ότι η Δικαστική Αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ, υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του αν αυτό έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω, μεταξύ άλλων της εθνοτικής καταγωγής και των πολιτικών του φρονημάτων. Η δε Απόφαση-πλαίσιο αναφέρει στην παράγραφο 12 της αιτιολογικής της σκέψη ότι: «
(12)Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(7), ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. Καμία από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να απαγορεύει την άρνηση παράδοσης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εφόσον αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους». Το δε άρθρο 21 του Χάρτη ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ε.Ε προβλέπει ότι: «1. Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.» Αποτελεί βασική θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου, όπως διεφάνη μέσω της γραμμής αντεξέτασης αλλά και όπως αναπτύσσεται στη γραπτή του αγόρευση, ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ και συνεπακόλουθα να μην εκδώσει τον εκζητούμενο στις Γερμανικές αρχές, λόγω του γεγονότος ότι αυτό έχει εκδοθεί αποκλειστικά και μόνο με σκοπό τη δίωξη ή τιμωρία του εκζητούμενου λόγω της Κουρδικής καταγωγής του, των πολιτικών του φρονημάτων και πεποιθήσεων. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είτε προφορική είτε γραπτή, συνάγεται ότι ο εκζητούμενος διεξάγει αποκλειστικά και μόνο πολιτικό αγώνα αφενός για την ελευθερία και ισότητα των Κούρδων και αφετέρου για τη διαφύλαξη και προστασία της κουλτούρας και της ιστορίας του Κουρδικού λαού. Ως γενική αρχή θα πρέπει να αναφέρω ότι το βάρος απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών βρίσκεται στους ώμους του εκζητούμενου, ο οποίος και τους εγείρει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το δε επίπεδο απόδειξης για τον εκζητούμενο που εγείρει τέτοιο ισχυρισμό είναι πολύ υψηλό εκεί όπου ισχυρίζεται ότι η δίωξή του επιδιώκεται στη βάση πολιτικών κινήτρων( Κατ'αναλογία βλέπε Αίτηση Αρ. 5829/04, Khodorkovskiy v Russia και την απόφαση ημερ. 25.10.2013, στην Αίτηση Αρ. 11082/06, 13772/05, Khodorkovskiy and Lebeder v Russia του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ). Το Δικαστήριο για να απαντήσει στο κρίσιμο αυτό ερώτημα θα πρέπει να ανατρέξει πρωτίστως στο Ε.Ε.Σ και στη περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αξιόποινων πράξεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εκζητούμενος δεν διώκεται για την συμμετοχή του σε εγκληματική οργάνωση, ως είναι η περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης τους, αλλά για το αδίκημα της τρομοκρατίας, ως αναφέρθη ανωτέρω το οποίο ασφαλώς είναι πιο ευρείας μορφής. Το τί καταλογίζεται ακριβώς στον εκζητούμενο, σύμφωνα πάντοτε με το Ε.Ε.Σ, είναι οι ακόλουθες αξιόποινες πράξεις τις οποίες και παραθέτω αυτούσιες: «Ο κατηγορούμενος από τις αρχές του Σεπτεμβρίου 2013 έως τις 28 Ιουνίου 2014 εξασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή της Περιφέρειας του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν (εφεξής ΕΚΚ) "Kiel" (Κιέλου) και από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2014 έως τις 8 Απριλίου 2015 καθήκοντα του Διευθυντή της Περιφέρειας του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν (ΕΚΚ) "Ulm" (Ουλμ). Αυτός εξασκούσε ωστόσο τα τυπικά διευθυντικά καθήκοντα ενός περιφερειακού διευθυντή με τη μορφή του συντονισμού των οργανωτικών, οικονομικών, στελεχικών και προπαγανδιστικών υποθέσεων στον τομέα της αρμοδιότητας του. Επικοινωνούσε με το ανώτερο επίπεδο της ηγεσίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ελάμβανε από αυτήν οδηγίες. Εκτός αυτού έπαιρνε μέρος σε διάφορες συναντήσεις των περιφερειακών διευθυντών. Φρόντιζε για λογαριασμό του ΕΚΚ για την οργάνωση πολλών εκδηλώσεων και κινητοποιούσε τους συμμετέχοντες για άλλες εκδηλώσεις υπέρ του Κουρδιστάν. Ο κατηγορούμενος ασχολούταν επίσης με την εύρεση ενός ακινήτου για τη νέα εστία του συλλόγου βάσης του ΕΚΚ στο "Kiel" (Κιέλο) και φρόντιζε για την απόκτηση και την χρηματοδότηση ενός προσωρινού στρατοπέδου. Ο κατηγορούμενος ασχολήθηκε εκτός απ' αυτά και με τη διαχείριση του ταχυδρομείου για το ΕΚΚ στην περιοχή του "Kiel" (Κιέλου). Στις 16 Ιουνίου 2014 ταξίδεψε στο Βέλγιο για να συμμετάσχει στην Αμβέρσα σε μια συνάντηση ηγετικών στελεχών του ΕΚΚ στην Ευρώπη. Στην περιοχή του "Ulm" (Ουλμ) φρόντιζε για την απόκτηση και την ενοικίαση αυτοκινήτων με σκοπό τη μεταβίβαση στις εκδηλώσεις. Εκτός απ' αυτό φρόντιζε στις αρχές Οκτωβρίου 2014 για την πώληση εισιτηρίων με σκοπό τη χρηματοδότηση του ΕΕΚ.» Είναι πρόδηλο το γεγονός ότι οι πιο πάνω αξιόποινες πράξεις που καταλογίζονται στον εκζητούμενο δεν είναι από τη φύση τους και δεν καθίστανται, αντικειμενικά και υποκειμενικά ιδωμένες, αξιόποινες ή έκνομες ή παράνομες με βάση τις γενικές αρχές του Ποινικού Δικαίου. Ο οποιοσδήποτε πολίτης θα μπορούσε να προβεί στις εν λόγω πράξεις χωρίς να ελλοχεύει οποιοσδήποτε κίνδυνος για τη δίωξη του. Και τούτο γιατί δεν καθίσταται από μόνη της παράνομη και έκνομη πράξη κάποιο πρόσωπο να είναι διευθυντής μίας οργάνωσης και τα καθήκοντα του, μεταξύ άλλων, είναι να συντονίζει τις οργανωτικές και οικονομικές δραστηριότητες του και, την στελέχωση του αλλά και να προπαγανδίζει για τους σκοπούς προώθησης των συμφερόντων του. Ούτε και αποτελούν παράνομες και έκνομες πράξεις κάποιο πρόσωπο, το οποίο έχει διευθυντικά καθήκοντα σε μία οργάνωση να οργανώνει διάφορες δραστηριότητες και εκδηλώσεις, να ψάχνει ακίνητο για να στεγασθεί ο οργανισμός του οποίου είναι μέλος, να λαμβάνει και να αποστέλλει αλληλογραφία, να αποκτά και να ενοικιάζει οχήματα με σκοπό τη μετάβαση του στο εξωτερικό αλλά και να πωλεί εισιτήρια με σκοπό την είσπραξη εσόδων για την οικονομική ευρωστία της εν λόγω οργάνωσης. Οι πράξεις αυτές καθίστανται παράνομες αποκλειστικά και μόνο λόγω του ότι το Ε.Ε.Κ (P.K.K) έχει κηρυχθεί παράνομη τρομοκρατική οργάνωση στη Γερμανία του οποίου ο εκζητούμενος, σύμφωνα πάντοτε με το Ε.Ε.Σ, είναι μέλος του. Το γεγονός αυτό δεν το σχολιάζω για να ελέγξω το διττό αξιόποινο του αδικήματος για το οποίο διώκεται ο εκζητούμενος, εφόσον ως έχει αναφερθεί για το εν λόγω αδίκημα δεν απαιτείται. Το γεγονός αυτό σχολιάζεται για να διαπιστώσει το Δικαστήριο, κατά πόσο στη προκειμένη περίπτωση, υπάρχουν εκείνα τα αντικειμενικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο το Ε.Ε.Σ έχει εκδοθεί για την δίωξη του εκζητούμενου σε σχέση με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Το κρίσιμο κατά την άποψη του Δικαστηρίου ερώτημα που τίθεται, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ένα τέτοιο ασφαλές συμπέρασμα, είναι κατά πόσο οι αποδιδόμενες στον εκζητούμενο παράνομες πράξεις μεμονωμένα και/ή συνολικά ιδώμενες συνιστούν τρομοκρατικές πράξεις και κατ'επέκταση εάν το P.K.K θεωρείται παράνομη τρομοκρατική οργάνωση. Ενδεχομένως, πιθανές αρνητικές απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα, θα εκλείψουν εκείνο το υπόβαθρο γεγονότων και θα μετακυλήσουν το μανδύα και το πέπλο που καλύπτει τις εν λόγω πράξεις και τις καθιστά παράνομες ώστε αυτές να μην θεωρούνται αξιόποινες και ποινικά κολάσιμες. Καταρχάς οι πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο επ'ουδενί λόγο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν τρομοκρατικές, ακόμη και στη περίπτωση που ο ίδιος μπορεί να θεωρηθεί μέλος του P.K.K. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση τα ενώπιον της στοιχεία (τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εκζητούμενος δεν είναι μέλος του P.K.K αλλά άλλων Κουρδικών πολιτικών κομμάτων, θέση την οποία και πάλι προέβαλε ο εκζητούμενος δίδοντας σχετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση του αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη, δεν αμφισβητήθηκε και το Δικαστήριο, κάτω από αυτές τις περιστάσεις δεν έχει λόγο να μην την κάνει αποδεκτή. Την απάντηση για το τί συνίσταται τρομοκρατική πράξη έδωσε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑158/14 (Α,Β,C,D v Minister van Buitenlandse Zaken) η οποία είχε ως αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) στα πλαίσια δίκης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, που εν προκειμένω διαφέρει: «Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της, η κοινή θέση 2001/931 έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή, με δράσεις τόσο στο επίπεδο της Ένωσης όσο και στο επίπεδο των κρατών μελών, του ψηφίσματος 1373
(2001)του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με το οποίο αποφασίσθηκε ότι όλα τα κράτη πρέπει να συμβάλλουν στην πρόληψη και την καταστολή της χρηματοδότησης τρομοκρατικών πράξεων. Το άρθρο 1 της κοινής αυτής θέσεως προβλέπει τα εξής: «1. Η παρούσα κοινή θέση εφαρμόζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων, στα πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις και τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα. 2. Για τους σκοπούς της παρούσας κοινής θέσης ως, "πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις" νοούνται: — πρόσωπα που διαπράττουν ή αποπειρώνται να διαπράξουν τρομοκρατικές πράξεις ή συμμετέχουν στην τέλεση τρομοκρατικών πράξεων ή τις διευκολύνουν, — ομάδες και οντότητες ιδιοκτησίας ή υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο των εν λόγω προσώπων και πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που ενεργούν εξ ονόματος ή κατ' εντολήν τέτοιων προσώπων, ομάδων, οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων που απορρέουν ή προέρχονται από ιδιοκτησία που ανήκει ή ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από τα πρόσωπα αυτά και τα συνδεόμενα με αυτά πρόσωπα, ομάδες και οντότητες. 3. Για τους σκοπούς αυτής της κοινής θέσης, ως "τρομοκρατική πράξη" νοείται μια από τις ακόλουθες εκ προθέσεως πράξεις η οποία, εκ της φύσεώς της ή των συνθηκών της, είναι δυνατόν να προσβάλει σοβαρά χώρα ή διεθνή οργανισμό, όπως ορίζεται ως αξιόποινη πράξη από το εθνικό δίκαιο, όταν ο δράστης την διαπράττει με σκοπό:
- i)να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό ή
- ii)να εξαναγκάσει αδικαιολόγητα μια κυβέρνηση ή ένα διεθνή οργανισμό να εκτελέσουν ή να παραλείψουν οποιαδήποτε πράξη, ή iii) να αποσταθεροποιήσει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις πολιτικές, συνταγματικές, οικονομικές ή κοινωνικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού: α) προσβολή κατά της ζωής προσώπου, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει το θάνατο, β) προσβολή κατά της σωματικής ακεραιότητας προσώπου, γ) απαγωγή ή αρπαγή προσώπων, δ) πρόκληση μαζικών καταστροφών σε κυβερνητικές ή δημόσιες εγκαταστάσεις, συγκοινωνιακά συστήματα, εγκαταστάσεις υποδομής, περιλαμβανομένων και των συστημάτων πληροφορικής, σταθερές εξέδρες που ευρίσκονται επί της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, δημόσιους χώρους ή ιδιωτικές ιδιοκτησίες, που θα μπορούσαν να εκθέσουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές ή να προξενήσουν σημαντικές οικονομικές απώλειες, ε) κατάληψη αεροσκαφών ή πλοίων ή άλλων μέσων μαζικής μεταφοράς ή μεταφοράς εμπορευμάτων, στ) κατασκευή, κατοχή, κτήση, μεταφορά, προμήθεια ή χρήση πυροβόλων όπλων, εκρηκτικών υλών, πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων καθώς και, όσον αφορά τα βιολογικά και χημικά όπλα, έρευνα και ανάπτυξη, ζ) απελευθέρωση επικίνδυνων ουσιών ή πρόκληση πυρκαγιών, πλημμυρών ή εκρήξεων, με αποτέλεσμα την έκθεση ανθρώπινων ζωών σε κίνδυνο, η) διαταραχή ή διακοπή του εφοδιασμού ύδατος, ηλεκτρικής ενέργειας ή κάθε άλλου βασικού φυσικού πόρου, με αποτέλεσμα την έκθεση ανθρώπινων ζωών σε κίνδυνο, θ) απειλή τέλεσης μιας εκ των πράξεων που απαριθμούνται στα σημεία α) έως η), ι) η αρχηγία τρομοκρατικής ομάδας, ια) η συμμετοχή στις δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας, μεταξύ άλλων με την παροχή σε αυτήν πληροφοριών ή υλικών μέσων ή με τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της, έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι η συμμετοχή αυτή θα συμβάλει στις εγκληματικές δραστηριότητες της ομάδας. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως "τρομοκρατική ομάδα" νοείται η δομημένη και ήδη επί ορισμένο χρονικό διάστημα υφιστάμενη ένωση περισσοτέρων των δύο προσώπων που ενεργούν από κοινού προκειμένου να τελέσουν τρομοκρατικές πράξεις. Ο όρος "δομημένη ένωση" σημαίνει μια ένωση που δεν συγκροτήθηκε τυχαία με σκοπό να διαπράξει αμέσως μια τρομοκρατική πράξη και η οποία δεν έχει απαραιτήτως τυπικά καθορισμένους ρόλους των μελών της, συνέχεια στη σύνθεσή της ή πολυσύνθετη δομή. 4. Ο κατάλογος του παραρτήματος καταρτίζεται βάσει ακριβών πληροφοριών ή στοιχείων του σχετικού φακέλου τα οποία δεικνύουν ότι έχει ληφθεί απόφαση από αρμόδια αρχή έναντι συγκεκριμένων προσώπων, ομάδων και οντοτήτων, είτε η εν λόγω απόφαση αφορά την έναρξη ανακριτικών πράξεων ή ποινικής διώξεως για μια τρομοκρατική πράξη ή την απόπειρα τέλεσης ή τη συμμετοχή ή τη διευκόλυνση μιας τέτοιας πράξης βάσει σοβαρών και αξιοπίστων αποδείξεων ή ενδείξεων είτε καταδίκη για τέτοιες πράξεις. [.]. Προκύπτει επομένως ότι οι περιγραφόμενς παράνομες πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτουν εντός των πιο πάνω ορισθεισών τρομακρατικών πράξεων (3(ι)(ια), ως αυτές καθορίσθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός από τις Γερμανικές αρχές. Επομένως η απάντηση στο 1ο ερώτημα που το Δικαστήριο έθεσε θα πρέπει να είναι αρνητική. Στρεφόμενος τώρα κατά πόσο το P.K.K είναι παράνομη τρομοκρατική οργάνωση η Κεντρική Αρχή, για να στοιχειοθετήσει εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων ότι οι πράξεις που ο εκζητούμενος φέρεται να διέπραξε στη Γερμανία είναι τρομοκρατικές και να καταδείξει στο Δικαστήριο, προφανώς, ότι το P.K.K δεν αναγνωρίζεται μόνο στη Γερμανία ως παράνομη τρομοκρατική οργάνωση αλλά και σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη, κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 την Απόφαση ΚΕΠΠΑ 2019/25 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 8/1/19, βάση της οποίας το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμπεριέλαβε στο κατάλογο προσώπων, ομάδων και οντοτήτων για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (P.K.K) (βλέπε παράγραφο 13 του σχετικού Παραρτήματος). Ο σκοπός και ο λόγος που καθίστατο αναγκαία η έκδοση της απόφαση (ΚΕΠΠΑ) εξηγήθηκε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής καλούμενο «το ΔΕΕ) στα πλαίσια της προσφυγής με αριθμό T‑316/14, (Kurdistan Workers' Party (PKK) v European Council) που καταχώρησε το P.K.K για την συμπερίληψη του αυτή στο πιο πάνω αναφερόμενο κατάλογο. Η ουσία της εν λόγω απόφασης, θα συζητηθεί, επειδή έχει άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα, αμέσως κατωτέρω. Επί του προκειμένου ό,τι ενδιαφέρει το Δικαστήριο εδώ είναι για να τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο που οδήγησε στη λήψη της πιο πάνω Απόφαης. Παραθέτω, αυτούσιο, το σχετικό απόσπασμα: «Στις 28 Σεπτεμβρίου 2001 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε το ψήφισμα 1373
(2001), με το οποίο καθορίσθηκαν στρατηγικές για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας με κάθε μέσο, ειδικότερα δε για την καταπολέμηση της χρηματοδοτήσεώς της. Στις 27 Δεκεμβρίου 2001, κρίνοντας ότι ήταν αναγκαία η δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το ψήφισμα 1373
(2001)του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησε την κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ 2001, L 344, σ. 93). Το άρθρο 2 της κοινής θέσεως 2001/931 προβλέπει, ειδικότερα, τη δέσμευση των κεφαλαίων και άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που μετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις και αναγράφονται στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της κοινής αυτής θέσεως. Την ίδια ημέρα, προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή σε επίπεδο Ένωσης τα μέτρα που διαλαμβάνονται στην κοινή θέση 2001/931, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2580/2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ 2001, L 344, σ. 70), καθώς και την απόφαση 2001/927/ΕΚ, για την κατάρτιση του καταλόγου που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 (ΕΕ 2001, L 344, σ. 83). Το όνομα του προσφεύγοντος δεν περιλαμβανόταν στον αρχικό αυτό κατάλογο. Στις 2 Μαΐου 2002 το Συμβούλιο υιοθέτησε την κοινή θέση 2002/340/ΚΕΠΠΑ σχετικά με την ενημέρωση της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2002, L 116, σ. 75). Στο παράρτημα της κοινής θέσεως 2002/340 επικαιροποιείται ο κατάλογος των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων έναντι των οποίων εφαρμόζονται τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται στην κοινή θέση 2001/931 και προστίθεται, μεταξύ άλλων, το όνομα του Kurdistan Workers' Party (PKK), ήτοι του προσφεύγοντος, το οποίο προσδιορίζεται ως εξής: «Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (Kurdistan Workers Party - PKK)». Την ίδια ημέρα το Συμβούλιο εξέδωσε επίσης την απόφαση 2002/334/ΕΚ, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και την κατάργηση της απόφασης 2001/927/ΕΚ (ΕΕ 2002, L 116, σ. 33). Η απόφαση αυτή προσέθεσε το όνομα του PKK στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, όπως ακριβώς παρετίθετο και στο παράρτημα της κοινής θέσεως 2002/
- Οι ανωτέρω πράξεις έχουν έκτοτε συχνά επικαιροποιηθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσεως 2001/931 και του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/
- Το όνομα του PKK εξακολούθησε να περιλαμβάνεται στους καταλόγους των ομάδων και οντοτήτων έναντι των οποίων ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται από τις προμνησθείσες πράξεις και οι οποίοι προσαρτώνται σε αυτές (στο εξής: επίμαχοι κατάλογοι). Από τις 2 Απριλίου 2004, το όνομα της οντότητας που αναγράφεται στους επίμαχους καταλόγους είναι «Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) (άλλως "KADEK" ή "KONGRA-GEL")». Η πιο πάνω Απόφαση (Τεκμήριο 6), η οποία σημειώνω ότι ειρρήσθω εν παρόδω εκδόθηκε στις 8/1/19 δεν έχει καμία απολύτως σημασία στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Και τούτο γιατί τα αδικήματα που ο εκζήτουμενος φέρεται να διέπραξε, με βάση τις λεπτομέρειες που περιέχονται στο Ε.Ε.Σ χρονολογούνται, μεταξύ της περιόδου Σεπτεμβρίου του 2013 εώς και του έτους
- Κρίσιμο και καίριο θα έλεγα είναι το ζήτημα κατά πόσο υπήρχε αντίστοιχη Απόφαση (ΚΕΠΠΑ) του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου περί συμπερίληψης του P.K.K κατά τον επίδικο χρόνο στον οποίο καταλογίζονται στον εκζητούμενο οι αξιόποινες πράξεις. Στα πλαίσια συμμόρφωσης της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέδωσε τους Εκτελεστικούς Κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 714/2013, 125/2014,790/2014,2015/513,2015/521,2015/1325,2015/1334σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η οποία, μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στης Η.Π.Α και της εμφάνισης της ούτω καλούμενης παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης 'ΙSIS', έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις. Στη βάση λοιπών των πιο πάνω εκδοθέντων Εκτελεστικών Κανονισμών το P.K.K συμπεριλήφθηκε στους πιο πάνω καταλόγους. Η συμπερίληψη του P.K.K στους πιο πάνω καταλόγους πυροδότησε την έντονη αντίδραση του με αποτέλεσμα να προσφύγει κατά της απόφασης αυτής (υπόθεση T‑316/14 η οποία έχει αναφερθεί ανωτέρω) την 1/5/14, ζητώντας από το Γενικό Δικαστήριο του ΔΕΕ την ακύρωση των εκτελεστικών Κανονισμών, στο μέτρο που το αφορούσε, και τη μη εφαρμογή του κανονισμού 2580/2001 ως προς αυτό. Πέραν του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που έλαβε μέρος στη δικαστική διαδικασία ως διάδικος, παρενέβησαν στη διαδικασία, μετά από σχετικό αίτημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία. Το Γενικό Δικαστήριο αφού άκουσε όλες τις πλευρές και τα επιχειρήματα τους, έκανε αποδεκτή τη προσφυγή του P.K.K ακυρώνοντας τους εκτελεστικούς Κανονισμούς που είχαν εκδοθεί για τα έτη 2013,2014 και 2015, μόνο σε ό,τι αφορά το P.K.K με το εξής σκεπτικό: «Ειδικότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 2014 το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 125/2014, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού 714/2013 (ΕΕ 2014, L 40, σ. 9), με τον οποίο διατηρήθηκαν τα περιοριστικά μέτρα που είχαν επιβληθεί στο P.K.K. Η αιτιολογική έκθεση που συνόδευε τον κανονισμό 125/2004 βασιζόταν, μεταξύ άλλων, σε μια απόφαση του Home Secretary (Υπουργού Εσωτερικών, Ηνωμένο Βασίλειο), της 29ης Μαρτίου 2001, για την απαγόρευση του PKK δυνάμει του UK Terrorism Act 2000 (νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 κατά της τρομοκρατίας) (στο εξής: απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου), όπως συμπληρώθηκε με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2006 που τέθηκε σε ισχύ στις 14 Αυγούστου 2006, στην οποία διαπιστωνόταν ότι το «KADEK» και το «Kongra Gel Kurdistan» αποτελούσαν άλλες ονομασίες του PKK (στο εξής: απόφαση της 14ης Ιουλίου 2006), σε μια απόφαση της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που χαρακτήριζε το PKK ως «αλλοδαπή τρομοκρατική οργάνωση» (foreign terrorist organisation) δυνάμει του τμήματος 219 του US Immigration and Nationality Act (νόμου των Ηνωμένων Πολιτειών περί μεταναστεύσεως και ιθαγενείας), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: χαρακτηρισμός ως FTO), και σε μια απόφαση της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που χαρακτήριζε το PKK ως «ειδικά χαρακτηρισμένο παγκόσμιο τρομοκράτη» (specially designated global terrorist) δυνάμει του Executive Order no 13224 (προεδρικού διατάγματος υπ' αριθ. 13224) (στο εξής: χαρακτηρισμός ως SDGT). Στην αιτιολογική αυτή έκθεση παρετίθετο επίσης κατάλογος πολλών περιστατικών που συνέβησαν μεταξύ Νοεμβρίου 2003 και Οκτωβρίου 2011, τα οποία χαρακτηρίζονταν ως τρομοκρατικές πράξεις και αποδίδονταν στο ΡΚΚ, καθώς και σειρά αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια κρατικής ασφαλείας της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Ο κανονισμός 125/2014 αποτελούσε το αρχικό αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής. .. Πλην όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτιολογική έκθεση των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014 δεν περιλαμβάνει το παραμικρό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι το Συμβούλιο όντως ήλεγξε αν οι χαρακτηρισμοί ως FTO και ως SDGT υιοθετήθηκαν υπό συνθήκες σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Επομένως, το Συμβούλιο δεν μπορεί να αρκεστεί, όπως εν προκειμένω, στη θεωρητική διαπίστωση, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τη διεξαγωγή των σχετικών διαδικασιών, ότι το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών παρέχει ένδικα βοηθήματα κατά του χαρακτηρισμού ως FTO, ενώ κατά του χαρακτηρισμού ως SDGT προβλέπει δυνατότητα ασκήσεως διοικητικών και ένδικων προσφυγών. Η αιτιολογία των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014 δεν καθιστά, επομένως, σαφές αν το Συμβούλιο εκπλήρωσε την υποχρέωση ελέγχου που υπείχε συναφώς. Εξάλλου, η αιτιολογική έκθεση των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014 δεν περιέχει ούτε ενδείξεις ως προς τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι οι χαρακτηρισμοί ως FTO και ως SDGT αποτελούσαν αποφάσεις αρμόδιας αρχής κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/
- Η αιτιολογική έκθεση δεν διευκρινίζει δηλαδή υπό ποια έννοια οι χαρακτηρισμοί ως FTO και ως SDGT μπορούν να εκληφθούν ως «έναρξη ανακριτικών πράξεων ή ποινικής διώξεως για μια τρομοκρατική πράξη ή την απόπειρα τέλεσης ή τη συμμετοχή ή τη διευκόλυνση μιας τέτοιας πράξης βάσει σοβαρών και αξιόπιστων αποδείξεων ή ενδείξεων είτε καταδίκη για τέτοιες πράξεις» κατά την έννοια της κοινής θέσεως 2001/
- Η αιτιολογική έκθεση δεν περιέχει επίσης την παραμικρή ένδειξη ότι το Συμβούλιο πράγματι εξέτασε αν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκαν οι αμερικανικές αρχές ενέπιπταν στην έννοια της τρομοκρατικής πράξεως του άρθρου 1, παράγραφος 3, της κοινής θέσεως 2001/
- Από την αιτιολογία των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014 δεν καθίσταται, επομένως, σαφές αν το Συμβούλιο εκπλήρωσε την υποχρέωση ελέγχου που υπείχε συναφώς. Τρίτον, όσον αφορά την απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο ουδόλως αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η απόφαση αυτή συνιστούσε απόφαση αρμόδιας αρχής κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/
- Ειδικότερα, η αιτιολογική έκθεση των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014 ουδόλως περιέχει περιγραφή των λόγων στους οποίους στηρίχθηκε η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, ούτε οποιαδήποτε ένδειξη ότι το Συμβούλιο πράγματι εξέτασε αν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε ο Υπουργός Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου ενέπιπταν στην έννοια της τρομοκρατικής πράξεως του άρθρου 1, παράγραφος 3, της κοινής θέσεως 2001/931... Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι έχει μεσολαβήσει σημαντικό χρονικό διάστημα μεταξύ της εκδόσεως των αποφάσεων που χρησίμευσαν ως βάση της αρχικής εγγραφής του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους και της εκδόσεως των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014, καθώς και μεταξύ της αρχικής εγγραφής του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους και της εκδόσεως των εν λόγω πράξεων. Συγκεκριμένα, η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου χρονολογείται από το 2001, ο χαρακτηρισμός του ΡΚΚ ως FTO χρονολογείται από το 1997, ο χαρακτηρισμός του ΡΚΚ ως SDGT χρονολογείται από το 2001, η αρχική εγγραφή του ονόματος του PKK στους επίμαχους καταλόγους χρονολογείται από το 2002, ενώ οι εκτελεστικοί κανονισμοί 125/2014 και 790/2014 εκδόθηκαν το
- Τέτοιο δε χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών αποτελεί, αυτό καθαυτό, στοιχείο που δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι περιεχόμενες στην απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμήσεις και οι χαρακτηρισμοί ως FTO και ως SDGT δεν επαρκούσαν πλέον για να αξιολογηθεί αν εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος αναμείξεως του προσφεύγοντος σε τρομοκρατικές δραστηριότητες κατά τον χρόνο εκδόσεως των εν λόγω πράξεων. Επιπλέον, όπως ανέφερε το Συμβούλιο στην αιτιολογική έκθεση των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014, από το 2009 το προσφεύγον έχει συχνά κηρύξει μονομερώς κατάπαυση του πυρός. Επιπροσθέτως, μολονότι δεν υπάρχει σχετική μνεία στην αιτιολογική έκθεση των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014, το προσφεύγον ορθώς επισημαίνει ότι το 2012 και το 2013 διεξήχθησαν ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του PKK και της Τουρκικής Κυβερνήσεως. Ειδικότερα, στις 21 Μαρτίου 2013, ο Abdullah Öcalan απηύθυνε έκκληση για ειρήνη. Με ανακοινωθέν Τύπου της 21ης Μαρτίου 2013, η Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας Catherine Ashton και ο αρμόδιος για τη Διεύρυνση και την Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας Επίτροπος Štefan Füle προέβησαν σε κοινή δήλωση, επικροτώντας την πρόσκληση του Abdullah Öcalan προς το PKK να καταθέσει τα όπλα και να αποσυρθεί εκτός των συνόρων της Τουρκίας, παροτρύνοντας όλα τα μέρη να εργασθούν ακατάπαυστα προκειμένου να επέλθει ειρήνη και ευημερία για όλους τους πολίτες της Τουρκίας και παρέχοντας πλήρη στήριξη στην ειρηνευτική διαδικασία. Το Συμβούλιο όφειλε, επομένως, να στηρίξει τη διατήρηση του ονόματος του PKK στους επίμαχους καταλόγους επί πιο προσφάτων στοιχείων, τα οποία να αποδεικνύουν ότι εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος αναμείξεως του προσφεύγοντος σε τρομοκρατικές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, συνάγεται ότι η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου και οι χαρακτηρισμοί ως FTO και ως SDGT, ακόμη και αν εξακολουθούσαν να ισχύουν, δεν συνιστούσαν, αφεαυτών, επαρκή δικαιολογητική βάση για την έκδοση των κανονισμών 125/2014 και 790/2014, κατά το μέτρο που αφορούν το προσφεύγον. Βεβαίως, στην αιτιολογική έκθεση των εκτελεστικών κανονισμών 125/2014 και 790/2014, το Συμβούλιο στηρίζεται επίσης, αφενός, στο γεγονός ότι ομάδες που πρόσκεινται στο ΡΚΚ διενήργησαν τρομοκρατικές επιθέσεις παρά τις μονομερείς καταπαύσεις του πυρός που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 71 ανωτέρω και, αφετέρου, σε κατάλογο με 69 περιστατικά χαρακτηριζόμενα ως τρομοκρατικές πράξεις και καταλογιζόμενα στο ΡΚΚ, που είναι στοιχεία μεταγενέστερα της εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου και των χαρακτηρισμών ως FTO και ως SDGT. Από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι τα εν λόγω περιστατικά αντλούνται από αποφάσεις αρμοδίων αρχών κρατών μελών.» Επομένως στη βάση της πιο πάνω απόφασης προκύπτει ως άμεσο νομικό επακόλουθο αλλά και ως εύλογο συμπέρασμα ότι το P.K.K κατά την περίοδο 2013,2014 και 2015 δεν αποτελούσε οντότητα ή οργάνωση η οποία ενεχόταν σε τρομακρατικές πράξεις και για την οποία απαιτείτο η λήψη ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Συνεπακόλουθα οι πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο, οι οποίες καθίστανται παράνομες λόγω της εμπλοκής του ως μέλος του P.Κ.Κ δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν παράνομες και έκνομες εφόσον, τον ουσιώδη χρόνο τέλεσης τους, το P.K.K κρίθηκε βασικά, με απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι στην ουσία δεν αποτελεί τρομοκρατική οργάνωση. Αυτό έχει ως άμεσο επακόλουθο να μην υπάρχει οποιοδήποτε έρεισμα που να καθιστά τις πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος ως παράνομες. Συνεπώς με την άρση του πέπλου αυτού οι θέσεις του εκζητούμενου, ότι διώκεται για τις πολιτικές του πεποιθήσεις είναι έυλογες. Από τη στιγμή που το P.K.K δεν θεωρείτε παράνομη τρομοκρατική οργάνωση την επίδικη περίοδο, οι πράξεις του εκζητούμενου σχετίζονται άμεσα με την πολιτική του δράση και με τις πολιτικές του πεποιθήσεις για τα δίκαια του Κουρδικού Λαού. Ότι έπραξε, κάτω υπό αυτό το πρίσμα, ήταν καθόλα νόμιμο και επιτρεπτό και δεν μπορεί, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, να του καταλογισθεί κάτι το μεμπτό. To γεγονός ότι επί της πιο πάνω Απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου του Δ.Ε.Ε ασκήθηκε έφεση (C-46/19), η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί μέχρι και σήμερα, δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα και την ισχύ της απόφασης του ΔΕΕ εφόσον η καταχώρηση έφεσης δεν έχει αυτομάτως ανασταλτική ισχύ. Συνεπώς η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου παραμένει η ίδια. Ούτε και θα συμφωνήσω, με κάθε και πλήρη σεβασμό, με τις δοθείσες διευκρινίσεις των Γερμανικών Αρχών (Τεκμήριο 11) ότι στην πιο πάνω απόφαση του ΔΕΕ δεν αποφασίστηκε το γεγονός ότι το P.K.K δεν είναι τρομοκρατική οργάνωση. Aντίθετα είναι η θέση της Δικαστικής Αρχής της Γερμανίας ότι το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε μόνο για το ποιες ομάδες και οντότητες θα πρέπει να ληφθούν ειδικά μέτρα για το πάγωμα των χρηματοδοτήσεων τους με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Εν προκειμένω για τα έτη αυτά ουδέποτε το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι το P.K.K δεν είναι τρομοκρατική οργάνωση για την πιο πάνω περίοδο. Οι θέσεις αυτές δεν βρίσκουν σύμφωνο το παρών Δικαστήριο. Και τούτο γιατί στο προοίμιο της Απόφασης (ΚΕΠΠΑ) στην παράγραφο 5 αναφέρεται ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης αφορούν πρόσωπα, ομάδες και οντότητες του καταλόγου που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις. Επομένως, για να ληφθούν ειδικά περιοριστικά μέτρα για τις ομάδες αυτές θα πρέπει αυτές οι ομάδες να μετείχαν σε τρομοκρατικές πράξεις και κατ' επέκταση να θεωρούνται περεταίρω τρομοκρατικές οργανώσεις. Για ποιο λόγο εξάλλου θα απαιτείτο να λαμβάνοντο για τις εν λόγω ομάδες ειδικά μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας αν οι ίδιες οι ομάδες δεν αποτελούσαν τρομοκρατικές οργανώσεις. Περαιτέρω στην ίδια απόφαση αναφέρεται και γίνεται εκτενής ανάλυση του γεγονότος με σκοπό να αιτιολογηθεί η απόφαση του Δικαστηρίου ότι το P.K.K δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τρομοκρατική οργάνωση λόγω του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν αυτά τα στοιχεία για τα οποία δικαιολογούν την κατάληξη αυτή. Περαιτέρω στην εν λόγω απόφαση γίνεται εν μέρη αναφορά στις ενέργειες που το P.K.K ανακοίνωσε για κατάπαυση του πυρός με την Τουρκία και την έναρξη ειρηνικού διαλόγου. Ούτε και θα συμφωνήσω με τη θέση της Αρμόδιας Δικαστικής Αρχής ότι το Υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας απαγόρευσε τη δραστηριότητα του P.K.K στη Γερμανία (ιssued and ban on PKK operations) από τις 26/03/94, λόγω απειλών του δημοσίου συμφέροντος και των εξωτερικών υποθέσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (is based on the threat to both public safety and the external interests of the Federal Republic of Germany). Κατ' αναλογία με τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου του ΔΕΕ, η απόφαση αυτή έχει ληφθεί πριν από 25 χρόνια, έχουν μεσολαβήσει πλέον νέα γεγονότα, και επομένως το γεγονός αυτό, εν προκειμένω, δεν έχει ιδιαίτερη στα ιδιαίτερα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω στις δοθείσες διευκρινίσεις, οι Γερμανικές αρχές δικαιολογούν το γεγονός ότι το P.K.K κηρύχθηκε στις Γερμανικές αρχές ως τρομοκρατική οργάνωση, κατόπιν πληροφοριών που έλαβαν από τις Τουρκικές Αρχές σε σχέση με τρομοκρατικές ενέργειες που έλαβαν χώρα στην επικράτεια της Τουρκικής Δημοκρατίας και όχι, αντιθέτως, στο έδαφος οποιασδήποτε Ευρωπαϊκής χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας. Οι πληροφορίες αυτές λήφθηκαν από τις Τουρκικές Αρχές και δεν λήφθηκαν στα πλαίσια ανάκρισης των Γερμανικών Αρχών, ως συνάγεται και πάλι από τις δοθείσες διευκρινίσεις. Σαν αποτέλεσμα των πληροφοριών αυτών οι Γερμανικές αρχές καταδίκασαν μέλη του P.K.K στη Γερμανία πρόσωπα που συμμετείχαν σε τρομοκρατική δραστηριότητα στο εξωτερικό. Η αναφορά αυτή θα έλεγα και πάλι με κάθε σεβασμό και με πλήρη επίγνωση των όσων αναφέρονται ενισχύει την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι ο εκζητούμενος διώκεται αποκλειστικά λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και λόγω της προηγούμενης δράσης του στη Τουρκία για την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία του έχει χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα. Αποτελεί καλά γνωστό η διαμάχη των Τουρκικών Αρχών με τους Κούρδους. Στα πλαίσια αυτά βασικά ανθρώπινα δικαιώματα καταπατώνται με βάση τις αναγνωρισμένες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Η πλέον πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ δόθηκε μόλις στις 9/7/19 στην αίτηση με αριθμό 8732/11 CASE OF SELAHATTİN DEMİRTAŞ v. TURKEY (No. 3) όπου και πάλι η Τουρκική Δημοκρατία καταδικάσθηκε για παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και ειδικότερα του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης. Ο SELAHATTİN DEMİRTAŞ (αιτητής) ήταν ο πρόεδρος του Κουρδικού Κόμματος του Λαού HDP , του οποίου όπως αναγνωρίσθηκε από τις Κυπριακές αρχές ο εκζητούμενος είναι μέλος, και από το 2016 βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές της Τουρκίας αποκλειστικά και μόνο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Επομένως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να στηριχθεί στις αρχές αμοιβαιότητας και εμπιστοσύνης μεταξύ των Δικαστικών Αρχών των κρατών μελών στη βάση των πληροφοριών που οι Τουρκικές Αρχές μετέφεραν στις Γερμανικές, για να αποδεχθεί το γεγονός ότι το P.K.k είναι μία παράνομη τρομοκρατική οργάνωση στη Γερμανία. Αποδοχή αυτού του γεγονότος θα ισοδυναμούσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία περιβάλλει με αμοιβαιότητα και εμπιστοσύνη τις αντίστοιχες Δικαστικές Αρχές της Τουρκικής Δημοκρατίας. Μίας Τουρκικής Δημοκρατίας που καταπατά και καταπολεμά την οποιαδήποτε αντίθετη άποψη στο εσωτερικό της (με βάση τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ) και που πρωτίστως παράνομα εδώ και 45 χρόνια κατακρατεί το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κράτος μέλος της Ε.Ε. Είναι άσχετο το γεγονός, εν προκειμένω, για την Κυπριακή Δημοκρατία ότι οι Γερμανικές Αρχές έχουν κηρύξει το P.K.K ως παράνομη τρομοκρατική οργάνωση. Και τούτο γιατί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως χώρα μέλος της Ε.Ε, ισχύει το κοινοτικό δίκαιο και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων της και όχι η οποιαδήποτε απόφαση των Γερμανικών αρχών βάση της δική της εθνικής έννομη τάξη. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ, απόφ. 5.2.1963 υπόθεση van Gend en Loos 26/62), ΔΕΚ, απόφ. 15.7.1964 (υπόθ Costa/ Enel 6/64) ΔΕΚ 11/70, Internationale Handelsgesellschaft κ. Einfuhr-und Vorratsstelle fur Getreide und Futtrmittel, 17.12.1970) το Ευρωπαικό κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού δικαίου και μάλιστα όχι μόνο των νόμων αλλά και του Συντάγματος. Και κάτι εξίσου σημαντικό. Το Βελγικό Δικαστήριο, σε αντίθεση με το Γερμανικό, με απόφαση του στις 8/3/2019 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το P.K.K δεν μπορεί να θεωρηθεί με βάση την ερμηνεία του όρου «τρομοκρατική οργάνωση» με βαση τον Βελγικό Ποινικό Κώδικα (βλέπε Blog of the European Journal of International Law XXXXX. Παραπέμπω στην σχετική αναφορά: «In the 2019 decision, the judges realized this, and commenced by stating that based on a summary assessment, the PPK could fit the Belgian Criminal Code's definition of a terrorist group, but that first, it had to be examined whether the exclusion clause applied. Now, the prosecution argued that the PKK affiliates standing trial were civilians (in the sense of IHL), whereas the exclusion clause only applies to armed forces, and that their activities had no nexus to the conflict. The court replied that the definition of a terrorist group in Article 139 of the Belgian Criminal Code requires the commission of terrorist acts as listed in Article 137 (which criminalizes as terrorist offences physical acts, most of which violent, such as murder, when they are committed with a terrorist aim). Accordingly, the court argued, to the extent that such acts committed by the PKK have a nexus to the conflict and benefit from the application of the exclusion clause, the PKK is not a terrorist group in the sense of Article 139, and participating in its activities is not a terrorist offence (in the sense of Article 140). Lastly, as the court accepted that IHL only applies to the territory of the parties to the conflict (+ spill over), the prosecution invoked judgments from Italy, Germany, Denmark and France convicting PKK members in Europe. The court agreed that, to the extent that the PKK committed terrorist acts listed in Article 137 on European soil, participating in its activities would be a terrorist offence. Following its earlier line of reasoning, it dismissed those judgments invoked by the prosecution concerning indirect terrorist offences (such as participation in the activities of a terrorist group) as irrelevant for the qualification of the PKK as a terrorist group, which depends on the commission of terrorist acts as listed in Article
- For judgments concerning such acts (eg, an act of kidnapping or an attack with Molotov cocktails against the Consulate General of Turkey in Strasbourg), the court held that it was unclear whether these acts could be attributed to the PKK.» Ερμηνεία της έννοιας 'πολιτικής πεποίθησης' δίδεται στο άρθρο 3(Δ)
(1)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου στη βάση του ότι ο λόγος αυτός είναι ένας από τους λόγου που η Υπηρεσία Ασύλου, λαμβάνει υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος ενός ενδιαφερομένου για την χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Σύμφωνα επομένως με το λόγω άρθρο «(ε) Η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει ιδίως την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους, ενδεχόμενους φορείς δίωξης που καθορίζονται στο άρθρο 3Α και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτητής έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση». Στο HANDBOOK ON PROCEDURES AND CRITERIA FOR DETERMINING REFUGEE STATUS AND GUIDELINES ON INTERNATIONAL PROTECTION UNDER THE 1951 CONVENTION AND THE 1967 PROTOCOL RELATING TO THE STATUS OF REFUGEES, REISSUED GENEVA, FEBRUARY 2019 δόθηκε ακόμη μια ερμηνεία του όρου πολιτικές πεποιθήσεις (political opinion). Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «
- While the definition speaks of persecution "for reasons of political opinion" it may not always be possible to establish a causal link between the opinion expressed and the related measures suffered or feared by the applicant. Such measures have only rarely been based expressly on "opinion". More frequently, such measures take the form of sanctions for alleged criminal acts against the ruling power. It will, therefore, be necessary to establish the applicant's political opinion, which is at the root of his behaviour, and the fact that it has led or may lead to the persecution that he claims to fear.
- As indicated above, persecution "for reasons of political opinion" implies that an applicant holds an opinion that either has been expressed or has come to the attention of the authorities. There may, however, also be situations in which the applicant has not given any expression to his opinions. Due to the strength of his convictions, however, it may be reasonable to assume that his opinions will sooner or later find expression and that the applicant will, as a result, come into conflict with the authorities. Where this can reasonably be assumed, the applicant can be considered to have fear of persecution for reasons of political opinion. Επομένως στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν εκείνοι οι αντικειμενικοί λόγοι ότι το Ε.Ε.Σ έχει εκδοθεί με σκοπό την δίωξη του εκζητούμενου στη Γερμανία για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Επιπρόσθετα και σε συνέχιση της πιο πάνω κατάληξης σχετικό είναι και το άρθρο 1 παρ. 3 της απόφασης - πλαίσιο το οποίο προβλέπει το εξής: «Η παρούσα απόφαση- πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για τη Ευρωπαϊκή Ένωση». Το πιο πάνω άρθρο υιοθετήθηκε και από το δικό μας Νόμο. Αντικείμενο ερμηνείας αποτέλεσαν η πιο πάνω αναφορά της Αποφάσεως-Πλαίσιο από το Δ.Ε.Ε. Δηλαδή κατά πόσο η παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να αποτελέσει λόγο για την άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την Δικαστική Αρχή εκτέλεσης αυτού. Με την απόφασή του στην υπόθεση C-396/11 (Radu), το ΔΕΕ αποφάνθηκε υπέρ της εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με την αιτιολογία ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης δεν μπορούν να αρνηθούν να το εκτελέσουν για το λόγο ότι πριν την έκδοση του εντάλματος αυτού δεν παρασχέθηκε στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης στο κράτος μέλος έκδοσης. Ομοίως, με την απόφασή του στην υπόθεση C-399/11 (Melloni), το ΔΕΕ δέχθηκε ότι η αρμόδια Αρχή εκτέλεσης απαγορεύεται να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους έκδοσης. Με τον ίδιο τρόπο ερμήνευσε και το άρθρο 53 του ΧΘΔ, αποφαινόμενο μάλιστα ότι η ερμηνεία αυτή δεν οδηγεί σε προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των κατοχυρωμένων στο Σύνταγμα του κράτους μέλους δικαιωμάτων άμυνας. Στην απόφαση αυτή κατέληξε με το σκεπτικό ότι «το να παρέχεται σε κράτος μέλος η δυνατότητα να επικαλείται το άρθρο 53 του Χάρτη προκειμένου να εξαρτήσει την παράδοση προσώπου καταδικασθέντος ερήμην από την μη προβλεπόμενη από την απόφαση -πλαίσιο 2009/299 προϋπόθεση ότι η καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως, ώστε να αποφευχθεί προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των κατοχυρωμένων στο Σύνταγμα του κράτους μέλους εκτελέσεως δικαιωμάτων άμυνας, θα κατέληγε, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ομοιομορφία του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ο οποίος προσδιορίζεται από την ανωτέρω απόφαση- πλαίσιο, να θίξει τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνωρίσεως τις οποίες η εν λόγω απόφαση τείνει να ενισχύσει και, συνακόλουθα, να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της αποφάσεως- πλαισίου». Ωστόσο, με την απόφαση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-404/15 (Aranyosi) και C 659/15 (Caldararu) παρατηρήθηκε μια μεταστροφή του ΔΕΕ, αναφορικά με τη σημασία της προσβολής των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την εκτέλεση ενός ΕΕΣ. Ειδικότερα, στις σκέψεις 82, 83, 85 και 88 της απόφασης, αναφέρονται τα εξής: «
- Εντούτοις, αφενός, το δικαστήριο έχει δεχθεί ότι χωρούν περιορισμοί των αρχών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών "υπό εξαιρετικές περιστάσεις" .
- Αφετέρου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3, αυτής, η απόφαση- πλαίσιο δεν μπορεί να συνεπάγεται την τροποποίηση της υποχρεώσεως σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως διατυπώνονται, μεταξύ άλλων στο Χάρτη.
- Όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του Χάρτη απαγόρευση των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή ανάλογης μεταχείρισης, η απαγόρευση αυτή είναι απόλυτη καθόσον συνδέεται ευθέως με το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Χάρτη .
- Κατόπιν τούτων, όταν η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης έχει στη διάθεσή της στοιχεία τα οποία μαρτυρούν πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης των κρατουμένων στο κράτος μέλος έκδοσης, από απόψεως του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 4 του Χάρτη . υποχρεούται να εκτιμήσει εάν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος οσάκις καλείται να αποφανθεί σχετικά με την παράδοση στις αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του ατόμου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Πράγματι, η εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος δεν δύναται να συνεπάγεται απάνθρωπηή εξευτελιστική μεταχείριση του ατόμου αυτού.» Στην προκειμένη περίπτωση παραβιάζεται το άρθρο 21 του Χάρτη ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ε.Ε. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται στο Ε.Ε.Σ να υπάρχει οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των περιγραφομένων ως παράνομων πράξεων με το αδίκημα της τρομοκρατίας το οποίο είναι και το μόνο αδίκημα το οποίο αποδίδεται στον εκζητούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση θα πρόσθετα επίσης ότι στο Ε.Ε.Σ δεν προσδιορίζονται σ'αυτό κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ποιες είναι οι παράνομες ενέργειες στις οποίες προέβη ο εκζητούμενος, οι οποίες συγκροτούν την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση του, δηλαδή τη συμμετοχή του στην τρομοκρατική οργάνωση P.K.K στο εξωτερικό. Και μάλιστα, ως ο ίδιος ο εκζητούμενος ανάφερε, κάτι το οποίο έχει παραμείνει αναντίλεκτο και δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω, έχοντας παντοτε υπόψη και την περιγραφή των αξιόποινων πράξεων, ότι ο ίδιος εργαζόταν σε πολιτιστικό Κέντρο, το οποίο δεόντως ενεγράφη ως σωματείο με βάση την εθνικούς κανόνες δικαίου της Γερμανίας και δεν άνηκε κατά τον επίδικο χρόνο στο P.K.K. Η ποινική δίωξη του στη Γερμανία θα έλεγα ότι υποκρύπτει πολιτική δίωξη. Παρόμοιο ζήτημα, με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εξέτασε και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στο βούλευμα του με αριθμό 46/2015, ημερομηνίας 27/5/
- Αντικείμενο του εν λόγω βουλεύματος ήταν η εκτέλεση Ε.Ε.Σ που εκδόθηκε από τις Γερμανικές Αρχές εναντίον του Τούρκου υπηκόου Gultekin Erol. To εν λόγω πρόσωπο συνελήφθη από τις Ελληνικές Αρχές προκειμένου να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιων των αρμόδιων Δικαστικών Αρχών της Γερμανίας προκειμένου να του ασκηθεί δίωξη για το αδίκημα της υποστήριξης τρομοκρατικής οργάνωσης καθότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ ο εκζητούμενος ήταν ύποπτος ως αρχηγός της αλλοδαπής τρομοκρατικής οργάνωσης 'Turkish Communist Party/Marxist-Leninist'. Επιπρόσθετα ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και συμμετείχε και στις τακτικές συγκεντρώσεις. Το φθινόπωρο του 2012 στάλθηκε στη Γερμανία με σκοπό να επιβλέπει στην αλλοδαπή επιτροπή. Από τότε διαμένει στη Γερμανία με σκοπό να εκτελέσει την αποστολή του. Είχε παρευρεθεί στις συγκεντρώσεις της αλλοδαπής Επιτροπής και είχε συμμετάσχει στη σύνθεση των στόχων της καθώς και στη λήψη αποφάσεων. Επιπλέον ο εκζητούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα αναφέρονται στο Ένταλμα σύλληψης, είχε μόνιμη επαφή με την οργάνωση στην Τουρκία και είχε αναμιχθεί στη διαβίβαση μηνυμάτων μεταξύ της οργάνωσης στην Τουρκίας και της αλλοδαπής οργάνωσης. Έχει συμμετάσχει στη στρατολόγηση και στη διευκόλυνση της μεταφοράς των εθελοντών σε ένα στρατόπεδο εκπαίδευσης του TKP/ML στη Μέση Ανατολή. Είχε επίσης τη μέριμνα του υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τα μέλη της οργάνωσης που ήταν ενεργά στην περιοχή ευθύνης του. Το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε τη μη εκτέλεση του Ε.Ε.Σ με το εξής ακόλουθο σκεπτικό, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: « Οι ως άνω παραδοχές και αληθείς υποτιθέμενες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Ν. 3251/2004 και πιο συγκεκριμένα εκείνη του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχεία ε' και ζ' αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτό (ένταλμα) κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ποιες είναι οι παράνομες ενέργειες στις οποίες προέβη ο εκζητούμενος, οι οποίες συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η έκδοσή του, δηλαδή τη συμμετοχή του σε τρομοκρατική οργάνωση, καθότι η αναφερόμενη και μόνο συμμετοχή του σε συσκέψεις της προαναφερόμενης οργάνωσης σε διάφορες πόλεις της Τουρκίας και της Ευρώπης, η διαβίβαση μηνυμάτων μεταξύ της οργάνωσης στην Τουρκία και των αλλοδαπών οργανώσεων, η μεταφορά χρημάτων στην Τουρκία, καθώς και η μερίμνα λήψης υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τα μέλη της οργάνωσης που είναι ενεργά στην περιοχή ευθύνης του, δεν μπορούν να θεωρηθούν βασίμως τρομοκρατικές πράξεις, για τις οποίες θα έπρεπε να εκδοθεί ο εκζητούμενος στη Γερμανία, προκειμένου να ασκηθεί σχετική ποινική δίωξη. Όσα δε άλλα αναφέρει ο Ανακριτής του Γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στο επίδικο ένταλμα σύλληψης, σχετικά με τις δραστηριότητες του εκζητούμενου, δεν είναι γεγονότα τα οποία ο ίδιος ή οι Γερμανικές υπηρεσίες έχουν εξακριβώσει, αλλά πληροφορίες που έχει αντλήσει από το τουρκικό κράτος. Περαιτέρω από το ίδιο ως άνω ένταλμα προκύπτει ότι οι φερόμενες ως αξιόποινες πράξεις του εκζητούμενου αφορούν δραστηριότητες για την υποστήριξη πολιτικών κινημάτων στην Τουρκία, στην εκδήλωση αλληλεγγύης προς τα μέλη τους και αποτελούν πολιτική δραστηριότητα για την οποία είναι ανεπίτρεπτη η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης, καθότι ουδεμία συμπεριφορά του εκζητούμενου συνδέεται αιτιωδώς με τη διάπραξη κάποιου αδικήματος. Επίσης, ο εκζητούμενος όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. 25528/2015 βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών, από 16-1-2015 έχει καταθέσει αίτηση παροχής ασύλου στις Ελληνικές αρχές η οποία εκκρεμεί. Κατά συνέπεια, η εκτέλεση του προσβαλλόμενου εντάλματος είναι ανεπίτρεπτη, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004.» Το πιο πάνω βούλευμα των Συμβουλίου Εφετών δεν εφεσιβλήθηκε στον Άρειο Πάγο. Τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης είναι εντελώς πανομοιότυπα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και δεν εντοπίζω οποιαδήποτε βασική και ουσιώδη διαφορά. Υιοθετώ επομένως πλήρως το σκεπτικό του Εφετείου Αθηνών και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ούτε και το Δικαστήριο, σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία χορήγησε στον εκζητούμενο το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα χορηγώντας του διεθνή προστασία εξαιτίας των πολιτικών διώξεων και των βασανιστηρίων που ο ίδιος έχει υποστεί στην Τουρκία. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι με βάση τεκμηριωμένα στοιχεία που ο ίδιος ο εκζητούμενος προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου, και στη βάση αυτών αποφασίσθηκε η χορήγηση σε αυτόν του καθεστώτος του πρόσφυγα, ότι ο εκζητούμενος έχει καταδικαστεί σε 15 χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία συμμετοχής του στο P.K.K. Eπίσης καταδικάστηκε σε φυλάκιση 6 ετών και 3 μηνών λόγω της συμμετοχής του στη διάσκεψη τύπου του ΗDP καθώς επίσης και λόγω της συμμετοχής του σε απεργία πείνας κατά των συνθηκών της κράτησης του Abdullah Ocalan. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος κατέφυγε στην Κύπρο ζητώντας άσυλο, εγκαταλείποντας τη χώρα του εξαιτίας δικαιολογημένου φόβου δίωξης λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Ο εκζητούμενος διώχθηκε στην Τουρκία για τις πολιτικές του πεποιθήσεις και σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία θα δικαιολογούσε τη δυσμενή μεταχείριση των τουρκικών αρχών προς το πρόσωπό του. Στα πλαίσια αυτά του αναγνωρίστηκε το καθεστώς του πρόσφυγα, με βάση το άρθρο 3
(1)[1] του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/
- Αυτό ενισχύει τη θέση και άποψη του Δικαστηρίου ότι ο εκζητούμενος δεν μπορεί να εκδοθεί στη Γερμανία από τη στιγμή που η ίδια η Ε.Ε., κατά τον επίδικο χρόνο, δεν συμπεριέλαβε το P.K.K ως τρομοκρατική οργάνωση αλλά θεωρείτο, τον ουσιώδη χρόνο, ως τέτοια μόνο στη Γερμανία. Έδω έγκειται και η μεγάλη σημασία που το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να προσδώσει στην πιο πάνω προαναφερόμενη απόφαση του ΔΕΕ (T‑316/14) εφόσον δεν μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να εκδώσει τον εκζητούμενο από τη στιγμή που το χορήγησε το καθεστώς του πρόσφυγα και που τον ουσιώδη χρόνο ο εκζητούμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη. Από τη στιγμή που στον εκζητούμενο έχει χορηγηθεί το καθεστώς του Πρόσφυγα η Κυπριακή Δημοκρατία έχει νομική υποχρέωση, στη βάση των Διεθνών Συμβάσεων που έχει υπόγράψει και που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εθνικής νομοθεσίας της, να μην απελάσει ή επαναπροωθήσει σε οποιαδήποτε χώρα στην οποία η ελευθερία του εκζητούμενου απειλείται και τίθεται σε κίνδυνο λόγω, μεταξύ άλλων, της εθνικότητας του και των πολιτικών του πεποιθήσεων. Η νομική αρχή είναι γνωστή και ως «η αρχή της επαναπροωθήσεως» η οποία πηγάζει από το άρθρο 33 της Σύμβασης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων και το οποίο διαλαμβάνει ότι: «
- Ουδεμία Συμβαλλομένη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή, καθ' οιονδήποτε τρόπον, Πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή ελευθερία αυτών απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων.
- Το εκ της παρούσης διατάξεως απορρέον ευεργέτημα δεν δύναται πάντως να επικαλήται πρόσφυξ όστις, δια σοβαράς αιτίας, θεωρείται επικίνδυνος εις την ασφάλειαν της χώρας ένθα ευρίσκεται ή όστις, έχων τελεσιδίκως καταδικασθή δι' ιδιατέρως σοβαρόν αδίκημα, αποτελεί κίνδυνον δια την Χώραν» Η πιο πάνω διεθνής σύμβαση είναι δεσμευτική για την Κύπρο με βάση το άρθρο 8 της συνθήκης εγκαθίδρυσης και το Πρωτόκολλο το οποίο κυρώθηκε με τον περί Πρωτοκόλλου επί της Νομικής Κατάστασης των Προσφύγων (Κυρωτικό) Νόμο του
- Έχει δε αυξημένη ισχύ εφόσον η πιο πάνω Σύμβαση, αποτελεί σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), του οποίου η Κύπρος είναι μέλος. Θα αποτελούσε σχήμα οξύμωρο και αντιφατικό γεγονός η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία αναγνώρισε στον εκζητούμενο το γεγονός ότι διώχθηκε στην Τουρκία για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, χορηγώντας του το καθεστώς του πρόσφυγα που είχε ως βασικό σκοπό την προστασία του, ακολούθως να τον εκδώσει στα πλαίσια ενός Ε.Ε.Σ για αξιόποινες πράξεις, που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να χαρακτηρισθούν τρομοκρατικές, ή που να στοιχειοθετούν τη συμμετοχή του σε μία τρομοκρατική οργάνωση που εν τέλει δεν είναι τέτοια. Επομένως με τα βάση τα πιο πάνω δεν μπορεί σε πρόσωπο που του έχει χορηγηθεί το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα να συλληφθεί ή να εκδοθεί που θα έχει ως αποτέλεσμα η σύλληψη ή η έκδοση του να θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του εξαιτίας της εθνοτικής καταγωγής του και των πολιτικών του πεποιθήσεων. Η αρχή της μη επαναπροώθησης δεν ισχύει και εφαρμόζεται μόνο για τη χώρα καταγωγής των προσφύγων αλλά αφορά και οποιαδήποτε άλλη χώρα στην οποία ο πρόσφυγας φοβάται τη δίωξη του. Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώνονται στις κατευθυντήριες οδηγίες για την έκδοση και διεθνή προστασία των προσφύγων που εκδίδονται από την Ύπατη αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες Τμήμα Πολιτικής Προστασίας και Νομικών Γνωμοδοτήσεων, Διεύθυνση Υπηρεσιών Διεθνούς Προστασίας του
- Σύμφωνα με το προοίμιο των κατευθυντήριων οδηγιών, αυτές είναι δημόσια έγγραφα που απευθύνονται στις κυβερνήσεις, στους νομοθέτες, στο Δικαστικό σώμα, στους κριτές των αιτημάτων ασύλου και σε άλλους φορείς που χειρίζονται θέματα προστασίας των προσφύγων και των αιτούντων ασύλου. Με βάση το περιεχόμενο τους (παράγραφος 2 σελίδα 4) η διεθνής προστασία των προσφύγων δεν αποκλείει την εφαρμογή του Ποινικού Δικαίου και αντιστρόφως. Η σύμβαση του 1951 της Γενεύης και το Πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των προσφύγων δεν προστατεύουν τους πρόσφυγες ή τους αιτούντες ασύλου που έχουν επιδοθεί σε εγκληματικές πράξεις από την άσκηση ποινικών διώξεων. Ούτε το διεθνές προσφυγικό δίκαιο απαγορεύει με τρόπο απόλυτο την έκδοση τους. Ωστόσο όταν το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση είναι πρόσφυγας ή αιτητής ασύλου πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ειδικότερες ανάγκες προστασίας του. Αρκετές διεθνείς συνθήκες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας περιέχουν διατάξεις που ιδρύουν την υποχρέωση έκδοσης όσων θεωρούνται ύποπτοι τέλεσης ορισμένων εγκλημάτων. Όμως η υποχρέωση μη επαναπροώθησης, που απορρέει από το διεθνές δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου καθώς και από το διεθνές προσφυγικό δίκαιο, περιορίζει υπό προϋποθέσεις την έκδοση. Η αρχή της μη επαναπροώθησης που απαγορεύει τη βίαιη απομάκρυνση των προσφύγων στα σύνορα εδαφών όπου κινδυνεύουν από διώξεις αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του καθεστώτος της διεθνούς προστασίας των προσφύγων. Εξαιρέσεις από την αρχή της μη επαναπροώθησης ορίζει το άρθρο 33
(2)της σύμβασης που αφορούν εάν ο πρόσφυγας συνιστά ενεστώτα ή μελλοντικό κίνδυνο για τη χώρα υποδοχής και ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι πολύ σοβαρός και όχι ήσσονος σημασίας και να συνιστά απειλή για την εθνική ασφάλεια της χώρας υποδοχής. Σύμφωνα πάντοτε με τις εν λόγω κατευθυντήριες οδηγίες (βλέπε παράγραφος 14
(2)) για την εφαρμογή της πιο πάνω εξαίρεσης δεν αρκεί η καταδίκη του πρόσφυγα για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα θα πρέπει να αποδεικνύεται, υπό το φως του εγκλήματος και της ποινής, ότι ο πρόσφυγας αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρό ενεστώτα ή μελλοντικό κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας υποδοχής. Η καταδίκη ενός προσώπου για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι «επικίνδυνος για την κοινωνία». Τούτο εξαρτάται από το χαρακτήρα και τις περιστάσεις τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος και από άλλους σχετικούς παράγοντες. Σύμφωνα επίσης με την παράγραφο 21 κατά την εξέταση του αιτήματος έκδοσης ενδέχεται να ανακύψει σύγκρουση υποχρεώσεων στο κράτος στο οποίο τούτο απευθύνεται. Από την μια πλευρά, η υποχρέωση έκδοσης στηρίζεται σε διμερή ή πολυμερή συμφωνία ή σε διατάξεις διεθνών κειμένων, από την άλλη πλευρά, το κράτος δεσμεύεται από την υποχρέωση μη επαναπροώθησης των προσφύγων. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπερισχύει της υποχρέωσης έκδοσης η απαγόρευση παράδοσης του ενδιαφερόμενου που προβλέπουν το διεθνές προσφυγικό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ως συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα αλλά και από το ίδιο το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ ο εκζητούμενος δεν εμπίπτει εντός των πιο πάνω εξαιρέσεων εφόσον δεν συνιστά ενεστώτα ή μελλοντικό κίνδυνο για τη Γερμανία αλλά ούτε και και συνιστά απειλή για την εθνική ασφάλεια της. Ιδιαίτερα καθοδηγητική επί του προκειμένου είναι η απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 186/2015, κατόπιν εφέσεως που ασκήθηκε από τον εκζητούμενο (Τούρκο Υπήκοο) έναντι της απόφασης που εκδόθηκε για την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του στα πλαίσια έκδοσης του στη Τουρκία προκειμένου να εκτίσει ποινή επιβαρυμένης ισόβιας κάθειρξης για το αδίκημα της απόπειρας αλλαγής και κατάργησης με βία της συνταγματικής τάξης της Τουρκίας, ως μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης. Το βούλευμα για την έκδοση του εκζητούμενου στη Τουρκία ανατράπηκε στη βάση του ότι στον εκζητούμενο είχε χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα στην Ελβετία. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Από άποψη ιεραρχήσεως των υποχρεώσεων, που ανακύπτουν στο πλαίσιο των διαδικασιών έκδοσης, οι κανόνες του διεθνούς προσφυγικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπερισχύουν των αντίστοιχων, που θεσπίζονται από συνθήκες περί έκδοσης, ενόψει του ότι ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει, ότι οι υποχρεώσεις που εγκαθιδρύονται με το Χάρτη υπερισχύουν έναντι αυτών, που απορρέουν από άλλες διεθνείς συμφωνίες, μία δε θεμελιώδης υποχρέωση, που καθιερώνεται από το Χάρτη, είναι ο σεβασμός και η τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών ως προς όλους, αδιακρίτως φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας (άρθρο 103 σε συνδ. με τα άρθρα 55 γ και 56 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών)... Από τα ανωτέρω εκτεθέντα συνάγεται, ότι η αναγνώριση από ένα κράτος του καθεστώτος του πρόσφυγα σε κάποιο πρόσωπο σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 (πράγμα που σημαίνει, ότι το άτομο έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο διώξεως στο εκζητούν κράτος και ότι η εφαρμογή του φραγμού για την έκδοσή του, δυνάμει του άρθρου 33 παρ.1 της εν λόγω Συμβάσεως και του διεθνούς εθιμικού δικαίου, έχει ήδη εξεταστεί και αποφασιστεί) έχει εξω-εδαφική ισχύ, τουλάχιστον όσον αφορά στα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση της Γενεύης κράτη, μεταξύ των οποίων καταλέγονται η Ελλάδα και η Ελβετία, οπότε η αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα από ένα συμβαλλόμενο κράτος είναι σεβαστή και αναγνωρίζεται και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη... Ο ίδιος ισχυρίζεται συναφώς, ότι η δίωξή του οφείλεται στις πολιτικές του πεποιθήσεις και υποστηρίζει, ότι έχει υποστεί βασανιστήρια και εξευτελιστική μεταχείριση από τις τουρκικές αρχές. Ο εκζητούμενος-εκκαλών στη συνέχεια, βάσει της εκθέσεως αυτής, απολύθηκε προσωρινά στις 16-7-2001 για έξι μήνες και στη συνέχεια διέφυγε από την Τουρκία και από το έτος 2003 εγκαταστάθηκε στην Ελβετία, όπου, κατ' αίτησή του, στις 29-6-2004 αναγνωρίστηκε στο πρόσωπό του η ιδιότητα του πρόσφυγα και του χορηγήθηκε άσυλο από τις ελβετικές αρχές ( βλ. την από 29-6-2004 απόφαση ασύλου του Ομοσπονδιακού Γραφείου της Ελβετίας για τους Πρόσφυγες, νομίμως μεταφρασμένη στην ελληνική). Ακόμη, από την υπ' αριθ. 101/18-11-2014 ρηματική διακοίνωση της ελβετικής πρεσβείας στην Αθήνα, νομίμως μεταφρασμένη στην ελληνική, προκύπτει ότι ο εκζητούμενος-εκκαλών είναι πρόσφυγας δικαιούχος ασύλου στην Ελβετία από 29-6-2004 και κάτοχος του υπ' αριθ. Q0325441 ταξιδιωτικού εγγράφου, με το οποίο μπορεί αυτός να επιστρέψει οποιαδήποτε στιγμή στην Ελβετία και το οποίο έφερε μαζί του κατά τη σύλληψή του στην Ελλάδα, όπως ρητά αναφέρεται στη σχετική από 20-7-2014 έκθεση συλλήψεώς του. Στο εν λόγω ταξιδιωτικό έγγραφο (που είναι από εκείνα, που χορηγούνται διεθνώς στους αναγνωρισμένους πρόσφυγες), αντίγραφο του οποίου προσκομίζεται νόμιμα μεταφρασμένο, εκδοθέν από τις ελβετικές αρχές στις 20-11-2012 και ισχύον μέχρι 19-11-2017, ρητά αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι τούτο έχει εκδοθεί σύμφωνα με τη Σύμβαση της 28-7-1951 (Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες) και ότι είναι ισχυρό για όλες τις χώρες, εκτός της χώρας, από την οποία διέφυγε ο κάτοχός του. Εξάλλου, στην πιο πάνω ρηματική διακοίνωση της ελβετικής πρεσβείας διαλαμβάνεται ακόμη κατά λέξη, ότι "οι Ελβετικές αρχές παρακαλούν τις Ελληνικές αρχές να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διεθνή συνήθη προστασία του κου Αcunbay, στον οποίο έχει χορηγηθεί το καθεστώς του π