ΜΥΛΟΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Ι.ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΤΔ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9448/2015, 4/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9448/2015 Μεταξύ: ΜΥΛΟΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Ι.ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΤΔ εναντίον XXXXX ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 4/6/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ. Καράς Για τον Κατηγορούμενο: κ. Β. Πιερίδου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος στην Πρώτη Κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα και πτωχεύσαντα, για ποσό το οποίο υπερβαίνει τις 10 Λ.Κ. (17,1 ΕΥΡΩ) χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει ότι είναι πτωχεύσαντας κατά παράβαση του άρθρου 117 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, ο Κατηγορούμενος, κατά ή περί το Μάρτιο του 2013, ενώ γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του, ζήτησε από την παραπονούμενη εταιρεία να του πωλήσει και να του παραδώσει ζωοτροφές και άλλα συναφή προϊόντα αξίας €2,619 εξασφαλίζοντας πίστωση για το εν λόγω ποσό χωρίς προηγουμένως να έχει αποκαλύψει ή πληροφορήσει την παραπονούμενη εταιρεία ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Στη Δεύτερη Κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της ανάληψης χρέους ή υποχρέωσης, εξασφαλίζοντας πίστωση με βάση ψευδείς παραστάσεις ή με άλλη απάτη ή δόλιο μέσο μετά την κήρυξή του σε πτώχευση ή την έκδοση διατάγματος παραλαβής κατά παράβαση του άρθρου 118 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφάλαιο
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος στο Κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και/ή εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του, ζήτησε από την παραπονούμενη να του πωλήσει και παραδώσει ζωοτροφές και άλλα συναφή προϊόντα αξίας €2,619 και εξασφάλισε πίστωση για το εν λόγω ποσό, με ψευδείς παραστάσεις ή άλλη απάτη, εν γνώσει του ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής. Για σκοπούς πληρότητας παραθέτω αμέσως πιο κάτω τα σχετικά άρθρα 117 και 118 του Κεφ.5 που αφορούν οι δύο Κατηγορίες (ως είχαν το Μάρτιο το έτος 2013 που αναφέρεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος των Κατηγοριών ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων) . "Εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντες που δεν αποκαταστάθηκαν
- Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ή (β) επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύψει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση, είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Απάτες από πτωχεύσαντες
- Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη (β) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του ή οποιουδήποτε από αυτούς διενήργησε ή προκάλεσε τη διενέργεια δωρεάς, παράδοσης ή μεταβίβασης ή επιβάρυνσης επί της περιουσίας του (γ) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του απέκρυψε ή μετακίνησε οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του από ή εντός δύο μηνών πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε απόφασης ή διατάγματος για πληρωμή χρημάτων που εξασφαλίστηκε εναντίον του και η οποία απόφαση ή διάταγμα παραμένουν ανικανοποίητα, είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη." Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες και ειδικότερα ο διευθυντής των παραπονουμένων XXXXX Ιωακείμ (Μ.Κ.1) , η Μ.Κ.2 XXXXX Χατζηγεωργίου, Βοηθός Εξετάστρια στον Έφορο Εταιρειών και η Μ.Κ.3 XXXXX Ορφανίδου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αγόρασε ζωοτροφές από την παραπονούμενη εταιρεία αναφέροντας λεπτομέρειες του τρόπου πληρωμής. Παρέδωσε τα προϊόντα στις 21/2/2013 και 7/3/
- Στην αρχή, ο Κατηγορούμενος αγόραζε μικρές ποσότητες και μετά τον ρώτησε τι πίστωση θα μπορούσε να του γινόταν εάν του παραδίδονταν τροφές στη μάντρα του στο Γέρι. Ο Μ.Κ.1 του απάντησε ότι θα του παίρνει (εννοούσε προφανώς η παραπονούμενη εταιρεία) ένα φορτίο και όταν έρχεται το 2ο φορτίο να πληρώνεται το πρώτο. Έτσι προχώρησαν σε συνεργασία. Όταν του πήρε το 2ο φορτίο πλήρωσε το πρώτο. Όταν του πήρε και τρίτο φορτίο τα απλήρωτα φορτία έγιναν πλέον 2 και δεν μπορούσε να του γίνει περαιτέρω πίστωση. Όχλησε τον Κατηγορούμενο για να πληρωθεί η εταιρεία μέχρι και στο σπίτι του. Κατέθεσε δε και σχετική κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με την παραπονούμενη, στο όνομα του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 1). Σε κάποια στιγμή δοκίμασε να αγοράσει και προϊόντα κάποιος κύριος που ήταν γαμπρός του Κατηγορούμενου και όταν ρωτήθηκε το όνομα του αγοραστή ζήτησε το τιμολόγιο να εκδοθεί στο όνομα του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η συνεργασία των μερών έλαβε χώρα στις αρχές του 2013 και δεν υπήρχε προηγούμενη συνεργασία. Όπως ανέφερε πήρε 3 φορτία στον Κατηγορούμενο. Όπως δέχθηκε το 3ο φορτίο πληρώθηκε το πρώτο και δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετήσει τον Κατηγορούμενο. Ως ανέφερε, τρίτο φορτίο παρέδωσε -παρά τη συμφωνία τους που ανέφερε ότι θα πληρωνόταν το πρώτο φορτίο με την παραλαβή του δεύτερου- γιατί πληρώθηκε το πρώτο φορτίο, εξηγώντας ότι μπορεί να τον ξεγέλασε ο Κατηγορούμενος. Επέμενε ότι το 2012 δεν είχε πωλήσει προϊόντα στον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 κατάθεσε από σχετικό φάκελο που είχε στην κατοχή της το διάταγμα παραλαβής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του Κατηγορούμενου, ημερομηνίας 29/3/1995 (Τεκμήριο 2) και το διάταγμα πτώχευσής του ημερομηνίας 28/1/1997 (Τεκμήριο 3). Ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε κατάσταση της περιουσίας του στον Επίσημο Παραλήπτη στις 8/5/
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι το 2013 τελούσε υπό πτώχευση ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ίδια δεν έχει προσωπική γνώση και δεν γνωρίζει εάν επιδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα στον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.3 κατέθεσε από φάκελο της Αίτησης Πτώχευσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αρ. 41/95 που είχε στην κατοχή της, δημοσίευση της Γνωστοποίησης Κήρυξης Πτώχευσης που αφορούσε τον Κατηγορούμενο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 16/1/
- XXXXX Χατζηγεωργίου, ως Τεκμήριο 4 δημοσίευση στην εφημερίδα «Σημερινή» ημερομηνίας 9/1/1998 και ως Τεκμήριο
- Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 Ένορκη Δήλωση επίδοσης του διατάγματος παραλαβής εναντίον του Κατηγορούμενου προς τον ίδιο, με αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, στην οποίαν αναφέρει ότι συνεργάστηκε 15 μήνες με την παραπονούμενη και δεν ήξερε ότι ήταν σε πτώχευση, ούτε και ήθελε να ξεγελάσει την παραπονούμενη. Σε κάποια στιγμή του ζητήθηκαν €2,600 ως οφειλόμενα κι ενώ ο ίδιος δεν θεωρούσε ότι όφειλε κάποιο ποσό, δέχθηκε να καταβάλει €1,000 συμβιβαστικά και παρά το ότι συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο, δεν τα κατέθεσε σε Τράπεζα όπως υποσχέθηκε, γιατί έμαθε ότι ο Μ.Κ.1 καταφερόταν εναντίον του. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Δικαστηρίου Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: «Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, δεν αξιολογείται μεν, αλλά έχει κάποια σημασία και λαμβάνεται υπόψη μάλλον έχοντας πειστική αντί αποδεικτική αξία. Όπως λέχθηκε στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16: « Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). » Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες και να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών, το περιεχόμενό της και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών τους. Όσον αφορά τον Μ.Κ.
- θεωρώ ότι υπήρξαν αντιφάσεις στη μαρτυρία του: 1) σε σχέση με το πότε έγινε η πληρωμή των φορτίων (δηλαδή ενώ ανέφερε στην κυρίως εξέταση ότι ως συμφωνήθηκε πληρώθηκε το πρώτο όταν παραδόθηκε το δεύτερο φορτίο, στην αντεξέτασή του και ως διαφάνηκε και από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, το πρώτο φορτίο πληρώθηκε με την παράδοση τρίτου φορτίου και όχι του δεύτερου και ο ίδιος το εξήγησε λέγοντας ότι μπορεί να ξεγελάστηκε) 2) ως προς το εάν υπήρχε συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου προηγουμένως (αφού η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 1 αναφερόταν και σε προηγούμενη πίστωση που εξοφλήθηκε) και ως προς το εάν υπήρχε προηγούμενη συνεργασία των μερών πριν το 2013 ή όχι. Όμως, μπορώ να τον θεωρήσω ως μάρτυρα της αλήθειας σε σχέση με τα υπόλοιπα που ανέφερε, αφού γενικά μου δημιούργησε καλή εντύπωση (παρά τον εκνευρισμό του και την εμφανή δυσφορία του για το ότι έπρεπε να βρίσκεται στο Δικαστήριο σε σχέση με την υπόθεση, κάτι μάλλον προσέδιδε αυθεντικότητα στη μαρτυρία του και στην εκδοχή του) και μπορώ να δεχθώ ότι γύρω στο Μάρτιο, προμήθευσε η παραπονούμενη εταιρεία με ζωοτροφές τον Κατηγορούμενο και ότι ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση, η οποία δεν εξοφλήθηκε, παραλείποντας να τον ενημερώσει για το ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσαντας (ως προς το τελευταίο τονίζω ότι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν υιοθέτησε διαφορετική εκδοχή, αφού η θέση του ήταν ότι δεν γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσαντας, κάτι που με βάση τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 που ως αναφέρω πιο κάτω κρίνω ως αξιόπιστη, και ιδιαίτερα με βάση το Τεκμήριο 6, δεν μπορώ να αποδεχθώ) Όσον αφορά τις Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 πρόκειται για 3 ανεξάρτητες μάρτυρες, χωρίς κανένα συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και στήριξαν τη μαρτυρία τους σε έγγραφα που κατέθεσαν. Η μαρτυρία τους ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και μπορώ να την αποδεχθώ στο σύνολό της ως αληθή. Ευρήματα - Ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση από την παραπονούμενη σε 3 περιπτώσεις, γύρω στο Μάρτιο του 2013 (σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 στις 21/2/2013, 1/3/2013 και 7/3/2013). Σε σχέση με την πίστωση που εξασφαλίστηκε στις 21/2/2013 εξόφλησε το σχετικό χρέος, κάτι που δεν έπραξε για τις άλλες 2 περιπτώσεις. Κατά την εξασφάλιση πίστωσης ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσαντας και δεν ανέφερε οτιδήποτε στην παραπονούμενη εταιρεία. - Εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής στις 29/3/2015 (που του επιδόθηκε ως φαίνεται σε Ένορκη Δήλωση Επίδοσης την οποίαν και αποδέχομαι στις 3/5/1995). - Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος κατέθεσε κατάσταση της περιουσίας του στον Επίσημο Παραλήπτη στις 8/5/1995 (κάτι που δείχνει ότι είχε λάβει γνώση του διατάγματος παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του) - Δημοσιεύθηκε γνωστοποίηση κήρυξης πτώχευσης του Κατηγορούμενου στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 16/1/1998 και σε 2 καθημερινές εφημερίδες. - Από τα πιο πάνω γεγονότα, μπορώ να συνάξω συμπέρασμα και να προβώ σε σχετικό εύρημα, ότι ο Κατηγορούμενος στον οποίο επιδόθηκε το διάταγμα παραλαβής και προσήλθε μετά στα γραφεία του Επίσημου Παραλήπτη, ελλείψει οιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων, γνώριζε ότι υπήρχε εναντίον του διαδικασία πτώχευσής του και άρα δεν μπορεί να μην γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσαντας όταν εξασφάλισε πίστωση το 2013 από την Κατηγορούμενη εταιρεία. Νομική Πτυχή και κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τις Κατηγορίες Tα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε (1η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης, είτε από μόνος του είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο, στην έκταση των ΛΚ10 ή πέραν των ΛΚ
- (β) Η πίστωση να λήφθηκε από πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε. (γ) χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε Από τα πιο πάνω ευρήματά μου σε σχέση με τα γεγονότα, θεωρώ ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας έχουν αποδειχθεί. Ο Κατηγορούμενος γύρω στο Μάρτιο του 2013, ενώ γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του, εξασφάλισε πίστωση από την παραπονούμενη εταιρεία, χωρίς να την πληροφορήσει ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Στη Χριστοφόρου Χριστόφορος ν. Φάνου Γιάγκου,
(2007)2 Α.Α.Δ. 145 (στην οποίαν σημειώνω ότι η δημοσίευση διατάγματος παραλαβής στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αποφασίστηκε ότι δεν συνιστούσε δικαστική γνώση, γιατί το διάταγμα παραλαβής αν και δημόσιο έγγραφο δεν είχε «νομοθετική ισχύ» με βάση το άρθρο 7 του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.1), λέχθηκε επίσης ότι με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, δε λαμβάνει γνώση ο παραπονούμενος για το ότι ένα πρόσωπο τελεί υπό πτώχευση. Αναφέρθηκε ότι: « Περαιτέρω, όπως σωστά επεσήμανε στο διάγραμμά του και ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου-κατηγορούμενου, θα ήταν αχρείαστο να απαιτείται να πληροφορηθεί ο συναλλαττόμενος από τον πτωχεύσαντα για την πτώχευσή του, εάν υπήρχε δικαστική γνώση και κατ' επέκταση γενική γνώση των συναλλαττομένων, αφού, σε τέτοια περίπτωση, θα θεωρείτο ότι και ο εφεσείων θα έπρεπε να γνωρίζει για την κήρυξη του εφεσίβλητου σε πτώχευση.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης από πτωχεύσαντα, βάσει του άρθρου 118(α), Κεφ. 5 είναι: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα με ψευδείς παραστάσεις ή άλλο δόλιο μέσο (β) Αυτή να έλαβε χώρα κατά την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης Δεν έχω εντοπίσει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την έννοια των ψευδών παραστάσεων στα πλαίσια του άρθρου 118 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Έχω όμως εντοπίσει παραπομπή από συνάδελφό μου[1] στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 41st ed., όπου αναφέρεται στις σελίδες 1085 και 1086 της εν λόγω αυθεντίας, ότι για να αποδειχθεί το στοιχείο της απάτης, δεν θα πρέπει η παράσταση από τον Κατηγορούμενο να ήταν με λόγια ή συμπεριφορά και ότι απλή αποσιώπηση γεγονότος ή νομικής κατάστασης δεν συνιστά απάτη και ψευδή παράσταση . Θα υιοθετήσω την προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας, όπως διατυπώνεται στον Archbold. Σημειώνω ότι παρόμοια προσέγγιση επί του θέματος αυτού είχε και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την οποίαν και υιοθετώ πλήρως και την παραθέτω αυτολεξεί: « Το άρθρο 118(α) του Κεφαλαίου 5, απαιτεί κάτι περισσότερο, από παράλειψη πληροφόρησης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το προβλεπόμενο αδίκημα. Απαιτεί την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων ή απάτης από άτομο το οποίο έχει κηρυχτεί σε πτώχευσή ή εναντίον της περιουσίας του έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής [2]» . Πράγματι, δεν δόθηκε κάποια μαρτυρία, για οποιαδήποτε παράσταση του Κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε μόνο η εξασφάλιση πίστωσης. Ο νομοθέτης ποινικοποιεί στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 με ειδική διάταξη την εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα (αρ. 117). Δε θεωρώ λογικό να ποινικοποιείται η ίδια ακριβώς πράξη με δύο άρθρα και να θεωρείται άνευ άλλου στοιχείου, η παράλειψη από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα να ενημερώσει για το ότι τελεί υπό πτώχευση, ότι συνιστά παράλληλα και απάτη από πτωχεύσαντα δυνάμει του άρθρου
- Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος, βρίσκεται ένοχος στην Πρώτη Κατηγορία, αλλά αθωώνεται στη Δεύτερη Κατηγορία επί του Κατηγορητηρίου. (Υπ). ............. Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. πρωτόδικη απόφαση του κ. Κατσικίδη T., Ε.Δ. στην Ποινική Υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αρ. 9893/07 (Pontoro Company Ltd v. A.Σαββίδη), απόφαση ημερομηνίας 26/11/
- [2] Απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ( κα Κωνσταντίνου Δ. , Ε.Δ.) στην Ποινική Υπόθεση Π.Προδρόμου ν. Α. Γερολέμου, αρ. 16921/2012, ημερομηνίας 30/9/2016 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο