ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2172/2015, 16/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2172/2015 ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.
- XXXXX ΠΑΝΑΓΗ
- F. GEO HOTELS LIMITED Κατηγορουμένου ----- Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: ο κος Αναγνώστου (για να ακούσει απόφαση η κα Χατζηαναστάση) Για Κατηγορούμενο αρ. 1: ο κος Ιωάννου Για Κατηγορούμενη αρ. 2: ο κος Χ¨Χριστοφής (για να ακούσει απόφαση η κα Κκαΐλη) Κατηγορούμενος αρ. 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Έκαστος Kατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά παράλειψη εξόφλησης λογαριασμού κατανάλωσης νερού. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι αντιμέτωπος με την Κατηγορία που τον αφορά υπό την ιδιότητα του καταναλωτή ενώ η Κατηγορούμενη 2 υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτης και σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες στο Κατηγορητήριο, οι Κατηγορούμενοι περί τον Απρίλιο του 2010 ή και προγενέστερα παρέλειψαν να εξοφλήσουν λογαριασμό κατανάλωσης νερού, ύψους €1,477.60 σε σχέση με υποστατικό που βρισκόταν στη Λάρνακα. Η μαρτυρία περιληπτικά Για την Κατηγορούσα Αρχής έδωσαν μαρτυρία 2 μάρτυρες, υπάλληλοι του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας (Σ.Υ.Λ.) και κατατέθηκαν 12 Τεκμήρια. Ως πρώτος μάρτυρας (Μ.Κ.1), κατέθεσε ο XXXXX Νικολάου υπάλληλος του Σ.Υ.Λ. Λάρνακας ο οποίος ως ανέφερε είναι υπεύθυνος για εξυπηρέτηση πελατών, εισπράξεις, πληρωμές και για χειρισμούς καθυστερημένων πληρωμών και είχε στην κατοχή του έγγραφα που διατηρεί το Σ.Υ.Λ. για την υπόθεση τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το αρχείο του Σ.Υ.Λ. ο Κατηγορούμενος 1 ήταν εγγεγραμμένος καταναλωτής σε σχέση με υποστατικό σε συγκεκριμένη οδό στην Λάρνακα (κατατέθηκε εκτύπωση από το ηλεκτρονικό σύστημα του Σ.Υ.Λ. ως Τεκμήριο 1). Η Κατηγορούμενη 2 εταιρεία ήταν ιδιοκτήτρια του υποστατικού (κατατέθηκε παλαιό Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο 2). Κατατέθηκε επίσης εκτύπωση από το σύστημα του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την εγγραφή της Κατηγορούμενης 2 και τους αξιωματούχους της. Στις 13/04/95 αίτηση για παροχή νερού υπογράφηκε από τον Διευθυντή της Κατηγορουμένης 2 (Τεκμήριο 4Α και Τεκμήριο 4). Περί το 2008 ο Κατηγορούμενος 1 μετέβηκε στα γραφεία του Σ.Υ.Λ. για αλλαγή διατίμησης νερού από οικιστική σε βιομηχανική καταθέτοντας και εγγύηση την οποία ο Μ.Κ.1 εισέπραξε προσωπικά από τον Κατηγορούμενο 1 εκ μέρους του Σ.Υ.Λ. (κατατέθηκε έγγραφο - απόδειξη πληρωμής στο όνομα του Κατηγορούμενου 1 για ποσό €206 ως Τεκμήριο 5). Ως αναφέρθηκε επίσης, κατηγορούμενος 1 ήταν εγγεγραμμένος στο Σ.Υ.Λ. και πριν το
- Στις 12.01.10 λόγω μεγάλου οφειλόμενου υπολοίπου, τεχνικός του Σ.Υ.Λ. μετέβηκε στο υποστατικό, προχωρώντας σε αποκοπή του μετρητή και διαπιστώθηκε ότι το υποστατικό ήταν εγκαταλειμμένο (κατατέθηκε τυποποιημένο έγγραφο δείγμα υπενθύμισης, χωρίς ημερομηνία και υπογραφή ως Τεκμήριο 6). Πριν προχωρήσει το Σ.Υ.Λ. σε οποιεσδήποτε ενέργειες λόγω παράλειψης εξόφλησης του λογαριασμού το Σ.Υ.Λ. απέστειλε επιστολή υπενθύμισης στην διεύθυνση του υποστατικού επ΄ ονόματι του εγγεγραμμένου καταναλωτή, ο οποίος δεν εξόφλησε το συγκεκριμένο υπόλοιπο και δεν υπήρξε ένδειξη επιστροφής της υπενθύμισης. Πρόσθεσε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 7
(3)των Κανονισμών του Σ.Υ.Λ. 407/2009, η ιδιοκτήτρια του υποστατικού είναι αλληλέγγυα υπεύθυνη και υπόχρεη για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού περιλαμβανομένων πρόσθετων τελών, πέραν της εγγύησης του καταναλωτή και φέρει ευθύνη εξίσου με τον κατηγορούμενο 1 για εξόφληση του επίδικου λογαριασμού. Στις 23/03/2011 και λόγω μη πληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου το Σ.Υ.Λ. απέστειλε συστημένη επιστολή στην διεύθυνση που βρίσκεται το υποστατικό, με κοινοποίηση στον Κατηγορούμενο 1, ζητώντας την εξόφληση του λογαριασμού εντός 15 ημερών από την λήψη της εν λόγω επιστολής, επισυνάπτοντας τον τελικό λογαριασμό νερού που εξακολουθούσε να παραμένει απλήρωτος (Τεκμήριο 7). Και οι δύο Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να εξοφλήσουν τα αναλογούντα σε σχέση με το υποστατικό τέλη. Τα οφειλόμενα υπόλοιπα του 2008 και ένα μέρος του υπολοίπου που προέκυψε περί τα τέλη του 2009 έχουν εξοφληθεί από τον Κατηγορούμενο 1, πλην όμως παραμένει οφειλή για ποσό €1447,60, το οποίο υπολογίστηκε με αφαίρεση του ποσού της εγγύησης που έδωσε ο κατηγορούμενος 1 κατά την μετατροπή της διατίμησης νερού στο υποστατικό από οικιστικό σε βιομηχανικό (αντίγραφο τιμολογίου μετά την αφαίρεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Κατατέθηκε επίσης και το Τεκμήριο 10, Απόδειξη για κατάθεση συστημένων αντικειμένων από το Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών ημερομηνίας 1.2.2012, όπου αναφέρεται στον αρ. 57 η Κατηγορούμενη 2 προς απόδειξη ισχυρισμού ότι αποστάλθηκε στην Κατηγορούμενη 2 αντίγραφο της τελευταίας ειδοποίησης για εξόφληση του λογαριασμού. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1, μεταξύ άλλων επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν καταναλωτής, ότι εκείνος αιτήθηκε αλλαγή διατίμησης αφού επισκέφθηκε τα γραφεία του Συμβουλίου και κατέβαλε σχετική εγγύηση κι εξήγησε ότι ο λόγος που το τελικό ποσό στο τιμολόγιο Τεκμήριο 8 ήταν μικρότερο από το ποσό των €1683.60 που φαίνεται στο Τεκμήριο 7 - επιστολή υπενθύμισης , ήταν γιατί αφαιρέθηκε το ποσό που δόθηκε από τον καταναλωτή ως εγγύηση. Εξήγησε ότι υπήρχε ένας μετρητής για 14 διαμερίσματα. Επίσης ανέφερε ότι το ότι το υποστατικό ήταν εγκαταλειμμένο του το ανέφερε ο τεχνικός προσωπικά και το διαπίστωσε και ο ίδιος. Επικοινώνησε και τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο 1. Κατέθεσε επίσης κατά την αντεξέτασή του το Τεκμήριο 11, πίνακα σε σχέση με τις χρεώσεις νερού. Εξηγώντας γιατί στην επιστολή Τεκμήριο 10 που αποστάλθηκε στον ιδιοκτήτη του υποστατικού το ποσό ήταν διαφορετικό από αυτό που τελικά υπολογίστηκε, εξήγησε ότι δεν είχε αφαιρεθεί το ποσό της εγγύησης. Ανέφερε επίσης, σε σχέση με το Τεκμήριο 10 ότι δε γνωρίζει τη διαφορά μίας συστημένης επιστολής από μία διπλοσυστημένη. Εξήγησε ότι έγινε αλλαγή της διατίμησης κατόπιν έρευνας από διατίμηση Β σε διατίμηση Α και επέμενε ότι η αρχική αλλαγή διατίμησης σε βιομηχανική έγινε ορθά. Όταν του υποβλήθηκε ότι έπρεπε να ληφθεί εγγύηση για 14 οικίες, ανέφερε ότι το υποστατικό λειτουργούσε ως μία εγκατάσταση. Όταν του υποβλήθηκε ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ήταν σε άλλη διεύθυνση, είπε ότι δεν είχε σημασία αν παραλήφθηκε η επιστολή γιατί έγινε προφορική ενημέρωση. Ανέφερε επίσης ότι ενημέρωσε και τους ιδιοκτήτες για την οφειλή τηλεφωνικώς αλλά δεν είχε οποιαδήποτε καταχώρηση για την επικοινωνία για να την παρουσιάσει. Αναφέρθηκε σε σύζυγο του ιδιοκτήτη και σε σύζυγο του κ. Γιωργαλλίδη, την οποίαν και ανέφερε και ως ιδιοκτήτρια. Προέβηκε και σε ένα τηλεφώνημα, αν δεν λανθάνεται και στο Φοίβο Γεωργαλλίδη. Ενημέρωσε την ιδιοκτήτρια (εννοούσε αντιλαμβάνομαι τη σύζυγο του κ. Γιωργαλλίδη) προφορικά όταν βρισκόταν στα γραφεία του Σ.Υ.Λ. στα πλαίσια άλλης οφειλής της. Ο Μ.Κ.2 XXXXX Τρύφωνος, υπάλληλος στο Σ.Υ.Λ. και τεχνικός, υιοθέτησε κι εκείνος το περιεχόμενο της δήλωσης του, στο οποίο αναφέρει ότι είναι υπεύθυνος να μεταβαίνει στα υποστατικά που υδροδοτούνται από το Σ.Υ.Λ. και να προβαίνει σε διαδικασία αποκοπής παροχής ύδρευσης σε αυτά, κατόπιν οδηγιών του Σ.Υ.Λ., όταν υπάρχουν οφειλόμενα υπόλοιπα. Στις 12.01.10 του δόθηκαν οδηγίες από το Σ.Υ.Λ. να προβεί σε αποκοπή του μετρητή στα υποστατικά στην οδό XXXXX, XXXXX Νο 2, XXXXX Λάρνακα, το οποίο και έπραξε διαπιστώνοντας το υποστατικό ήταν κλειστό και εγκαταλειμμένο. Τοιχοκολλήθηκε δε σχετική ειδοποίηση στην είσοδο του υποστατικού προς τον κάτοχο του υποστατικού γνωστοποιώντας την αποκοπή του νερού ενόψει του μεγάλου οφειλόμενου υπολοίπου προς το Σ.Υ.Λ.. Αφότου ολοκληρώθηκε η διακοπή του νερού ενημερώθηκε την ίδια μέρα το Σ.Υ.Λ. και καταγράφηκε στο ηλεκτρονικό αρχείο η αποκοπή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο μετρητής ήταν ένας, αλλά δε θυμάται το οφειλόμενο ποσό και ως εξήγησε ότι αποκοπή παροχής νερού γινόταν με οδηγίες των προϊσταμένων του. Όταν επισκέφθηκε το κτίριο δεν βρήκε κανέναν εκεί. Η πόρτα είχε αλυσίδα με κλειδαριά και υπήρχε πολλή ακαταστασία. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα ότι η XXXXX Γιωργαλλίδου ήταν η σύζυγος του XXXXX Γεωργαλλίδη που απεβίωσε στις 21/1/2017 και διορίστηκε ως διευθύντρια το έτος 2008 και παραμένει διευθύντρια της Κατηγορούμενης 2 μέχρι σήμερα. Κατόπιν κλήσης των Κατηγορουμένων σε απολογία, ο Κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε (γραπτή) Ανώμοτη Δήλωση. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: -Το Κατηγορητήριο ανήκει στην Κατηγορούμενη 2, με την οποίαν δεν τον δέσμευε και δεν τον δεσμεύει οποιοδήποτε ενοικιαστήριο συμβόλαιο σε σχέση με το υποστατικό. - Ο ίδος δεν κατάθεσε ενοικιαστήριο συμβόλαιο για να ενωθεί το νερό υπό το όνομά του - Δεν παρουσιάστηκε ενοικαστήριο συμβόλαιο και σχετική συγκατάθεση για να συνδεθεί το νερό στο όνομά του - Ποτέ δεν έλαβε γνώση για το οφειλόμενο ποσό - Δεν έλαβε ποτέ επιστολή υπενθύμισης που ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή ότι του απέστειλε - Ουδέποτε έλαβε γνώση οποιασδήποτε αξίωσης ώστε να την αμφισβητήσει δικαστικά - Η καταχώρηση του Κατηγορητηρίου 5 χρόνια μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος δεν του επιτρέπει να υπερασπιστεί επαρκώς τον εαυτό του. Η Κατηγορούμενη 2, δεν προσκόμισε μαρτυρία. Σημειώνω εδώ ότι κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων προς αναγνώριση, τα οποία επειδή δεν έγιναν κανονικά Τεκμήρια θα αγνοηθούν τόσο τα ίδια, όσο και οποιαδήποτε αναφορά προς αυτά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: «Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, δεν αξιολογείται μεν, αλλά έχει κάποια σημασία και λαμβάνεται υπόψη μάλλον έχοντας πειστική αντί αποδεικτική αξία. Όπως λέχθηκε στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16: « Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). » Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες και να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών, το περιεχόμενό της και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών τους. Ο Μ.Κ.
- θεωρώ ότι είπε γενικά την αλήθεια στο Δικαστήριο. Προσπαθούσε με αρκετό ζήλο να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του εργοδότη του. Είναι λογικό να υπάρχουν και ελλείψεις στη μαρτυρία του και να υπάρχουν και αρκετές λεπτομέρειες που δεν θυμόταν, π.χ. σε σχέση με επικοινωνίες που είχε, μετά από πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ των γεγονότων επί των οποίων μαρτύρησε και της ημερομηνίας που έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο (σημειώνω ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε το 2015). Η μαρτυρία του σε μεγάλο βαθμό υποστηρίζεται από έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά όμως, για τους λόγους που θα εξηγήσω, αναλύοντάς τα, δημιουργούν πολλά ερωτηματικά. Αλλά και αφήνουν ουσιαστικά κενά. Η επιστολή Τεκμήριο 10, είναι επιστολή που δεν απευθύνεται στην Κατηγορούμενη
- Είναι επιστολή που στάληκε μεν συστημένη στις 23/3/2011 στην Κατηγορούμενη 2 όπως φαίνεται από τα έγγραφα του Τεκμηρίου, αλλά απευθύνεται προς τον Κατηγορούμενο 1, στη διεύθυνση του υποστατικού όπως φαίνεται στο κάτω της και αναφέρεται ότι εάν εντός 15 ημερών δεν εξοφληθεί ο λογαριασμός θα προβεί σε λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον κάθε υπεύθυνου. Ο λογαριασμός που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 7 δε φέρει ημερομηνία. Δεν αναφέρει περίοδο κατανάλωσης. Δεν αναφέρει τελευταία ημερομηνία πληρωμής. Αναφέρει μόνο ονοματεπώνυμο, διεύθυνση και ένα ποσό. Όσον αφορά τις ενδείξεις μετρητή και την κατανάλωση, διαφέρει σαφώς από το Τεκμήριο
- Ούτε η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 9 σε σχέση με το υποστατικό και τον Κατηγορούμενο 1, η οποία και σταματά στην ημερομηνία 21/3/2008, είναι διαφωτιστική. Καταγράφει μεν ένα γενικό υπόλοιπο, αλλά δε δείχνει επιβολή τελών για την περίοδο μετά τις 21/3/2008, που είναι η περίοδος που κατά το Μ.Κ.
- δημιουργήθηκε υπόλοιπο. Ο Μ.Κ.2 θεωρείται γενικά ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε κάποια αντίφαση ή κενό στη μαρτυρία του και μπορώ να την αποδεχθώ στο σύνολό της. Όσον αφορά την Κατηγορούμενη 2, η επιστολή Τεκμήριο 10 στάλθηκε -από ό,τι φαίνεται σε «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΥΣΤΗΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ» του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών- στις 1/2/2012 σε εκείνην, στη διεύθυνση που βρίσκεται το υποστατικό, με επισυνημμένο αντίγραφο λογαριασμού στο όνομα του Κατηγορούμενου 1 για ποσό €1683.
- Η επιστολή στάλθηκε σε άλλη διεύθυνση από τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας. Δεν αποδείχθηκε επαρκώς ότι ο εν λόγω λογαριασμός παραλήφθηκε όντως από τους Κατηγορούμενους 2, των οποίων δεν ήταν διεύθυνση αυτή του υποστατικού, αλλά είχαν ως εταιρεία γραφειο σε άλλη διεύθυνση (ως φαίνεται από το Τεκμήριο 3 που είναι έρευνα στο σύστημα του Επίσημου Παραλήπτη). Πρέπει επίσης να επισημάνω ότι δεν υπήρξε επαρκής μαρτυρία ότι έτυχαν της δέουσας ενημέρωσης οι Κατηγορούμενοι 2 για την οριστικοποίηση της υποχρέωσής τους μετά από τη φερόμενη εγκατάλειψη του υποστατικού από τον Κατηγορούμενο 1, Ακόμη όμως και να θεωρούσα ότι έλαβαν την εν λόγω επιστολή, δεν απευθυνόταν η επιστολή προς εκείνους. Δεν ενημερώνονταν ότι υπήρχε εγκατάλειψη του υποστατικού και ότι ζητείτο απευθείας πληρωμή από εκείνους μετά από την εγκατάλειψη. Απλώς τους κοινοποιείτο ότι οφειλόταν ποσό από τον Κατηγορούμενο 1, το οποίο θα διεκδικείτο δικαστικώς. Τους αποστελλόταν δε ένας λογαριασμός, χωρίς ημερομηνία και χωρίς αναφερόμενη περίοδο κατανάλωσης, με πολλά κενά. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου και με βάση τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα:
- Ο Κατηγορούμενος 1 ήταν εγγεγραμμένος καταναλωτής σε σχέση με υποστατικό σε συγκεκριμένη οδό στην Λάρνακα. Η Κατηγορούμενη 2 ήταν και είναι ιδιοκτήτρια του υποστατικού.
- Στις 13/04/95 υποβλήθηκε αίτηση για παροχή νερού που υπογράφηκε από τον Διευθυντή της Κατηγορουμένης 2 (Τεκμήριο 4Α και Τεκμήριο 4).
- Περί το 2008 ο Κατηγορούμενος 1 μετέβηκε στα γραφεία του Σ.Υ.Λ. για αλλαγή διατίμησης νερού από οικιστική σε βιομηχανική. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν εγγεγραμμένος στο Σ.Υ.Λ. ως καταναλωτής και πριν το
- Στις 12/01/10, τεχνικός του Σ.Υ.Λ. μετέβηκε στο υποστατικό, προχωρώντας σε αποκοπή του μετρητή και διαπιστώθηκε ότι το υποστατικό ήταν εγκαταλειμμένο (κατατέθηκε τυποποιημένο έγγραφο δείγμα υπενθύμισης, χωρίς ημερομηνία και υπογραφή ως Τεκμήριο 6). Έγινε αποκοπή παροχής νερού και τοιχοκολλήθηκε σχετική ειδοποίηση. Κανένας δε βρισκόταν κατά την επίσκεψή στο κτίριο και υπήρχε αλυσίδα στην πόρτα.
- Πριν προχωρήσει το Σ.Υ.Λ. σε οποιεσδήποτε ενέργειες δικαστικώς λόγω παράλειψης εξόφλησης του λογαριασμού το Σ.Υ.Λ. απέστειλε επιστολή υπενθύμισης στην διεύθυνση του υποστατικού επ΄ ονόματι του εγγεγραμμένου καταναλωτή και δεν υπήρξε ένδειξη επιστροφής της υπενθύμισης.
- Στις 23.03.2011 και λόγω μη πληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου το Σ.Υ.Λ. απέστειλε συστημένη επιστολή στην διεύθυνση που βρίσκεται το υποστατικό, με κοινοποίηση στον Κατηγορούμενο 1, ζητώντας την εξόφληση του λογαριασμού εντός 15 ημερών από την λήψη της εν λόγω επιστολής, επισυνάπτοντας τον τελικό λογαριασμό νερού που εξακολουθούσε να παραμένει απλήρωτος (Τεκμήριο 7).
- Τα οφειλόμενα υπόλοιπα του 2008 και ένα μέρος του υπολοίπου που προέκυψε περί τα τέλη του 2009 έχουν εξοφληθεί από τον Κατηγορούμενο 1, πλην όμως παραμένει υπόλοιπο για ποσό €1447,60, το οποίο υπολογίστηκε με αφαίρεση του ποσού της εγγύησης που έδωσε ο Κατηγορούμενος 1 κατά την μετατροπή της διατίμησης νερού στο υποστατικό από οικιστικό σε βιομηχανικό (αντίγραφο τιμολογίου μετά την αφαίρεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8).
- Αποστάλθηκε επίσης συστημένη επιστολή στην ίδια διεύθυνση (Τεκμήριο 10) με την οποία κοινοποιήθηκε στην Κατηγορούμενη 2 αντίγραφο της τελευταίας ειδοποίησης για εξόφληση του λογαριασμού. Εφόσον όμως η Κατηγορούμενη 2 είχε διαφορετική διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου από τη διεύθυνση αποστολής της επιστολής, θεωρώ ότι δεν λήφθηκε η τελευταία από εκείνην. Η νομική βάση των Κατηγοριών Στην παρούσα υπόθεση, τα σχετικά άρθρα με τις Λεπτομέρειες στις Κατηγορίες είναι τα ακόλουθα: 1) Άρθρο 40 του Περί Υδατοπρομήθειας Νόμου (Κεφ. 350) που προβλέπει για έκδοση Κανονισμών για σκοπούς εφαρμογής του Νόμου και ότι: «40.
(3)Όποιος παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(1), είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια ευρώ (€500,00).» 2) Άρθρο 41 του Περί Υδατοπρομήθειας Νόμου (Κεφ 350) που προβλέπει ότι: « Όποτε πρόσωπο καταδικάζεται για αδίκημα κατά παράβαση του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, το Δικαστήριο που δικάζει το αδίκημα, επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη τιμωρία ήθελε θεωρήσει ορθό να επιβάλει στο πρόσωπο αυτό, διατάζει το πρόσωπο αυτό να πληρώσει οποιαδήποτε δικαιώματα ή επιβαρύνσεις που οφείλονται σχετικά με το θέμα με το οποίο σχετίζεται το αδίκημα.» 3) Κανονισμός 7
(3)της Κ.Δ.Π.407/2009 (Περί Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας Κανονισμοί του 2009) που ίσχυαν κατά το χρόνο που φέρεται να διαπράχθηκαν τα αδικήματα στο Κατηγορητήριο), το οποίο προβλέπει ότι εάν καταναλωτής μη ιδιοκτήτης εγκαταλείψει υποστατικό χωρίς να εξοφλήσει οποιοδήποτε υπόλοιπο λογαριασμού, ο ιδιοκτήτης του υποστατικού είναι αλληλέγγυα υπεύθυνος και υπόχρεος για την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού, περιλαμβανομένων πρόσθετων τελών, πέραν της εγγύησης του καταναλωτή» και ότι παράλειψη του καταναλωτή να προσέλθει στο Συμβούλιο για την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού του, εντός εύλογης προθεσμίας που του τάσσεται από το Συμβούλιο με την τοιχοκόλληση ειδοποίησης, μετά την αποκοπή της υδατοπρομήθειας, συνιστά εγκατάλειψη του υποστατικού. 4) Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 407/2009 που αφορά την υποχρέωση πληρωμής συγκεκριμένων τελών και δικαιωμάτων από κάθε καταναλωτή 5) Κανονισμός 30
(1)της Κ.Δ.Π. 407/2009 που αναφέρεται στο ότι κάθε πρόσωπο που παραβαίνει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε ποινή σύμφωνα με το άρθρο 40 του Νόμου. Στην Παντελής Κασάπη ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Ποιν. Έφεση 78/2017, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Ορθή θεωρούμε εν κατακλείδι την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ήταν αναρμόδιο να εξετάσει την νομιμότητα της απόφασης επιβολής τέλους κατανάλωσης υδατοπρομήθειας και να θεωρήσει την οφειλή δεδομένη (Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας ν. Esso Cyprus Inc.
(2000)3 A.A.Δ. 167), εν όψει της ανυπαρξίας αμφισβήτησης της επιβολής τέλους ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η εξουσία του ποινικού Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην αμφισβήτηση διοικητικών ζητημάτων που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι ο διαχωρισμός της αναθεωρητικής και ποινικής διαδικασίας είναι νομολογιακά διακηρυγμένος[7] οριστικοποιήθηκε η υποχρέωση του εφεσείοντος, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής του ευθύνης, και την παράλειψη το να συμμορφωθεί καταβάλλοντας τα τέλη κατανάλωσης (Police v. Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172)." Στην Peter James ν. Δήμου Aγίου Aθανασίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. στην οποία με παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Νόμου και του Κανονισμού 134, επιχειρηματολόγησε ότι δεν αποδείχθηκε ούτε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος του συγκεκριμένου ακινήτου ο εφεσείων, ούτε η φύση του υποστατικού ούτως ώστε να φαίνεται ότι το υποστατικό υπόκειτο σε φόρο σκυβάλων και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το ποσό που του επιβλήθηκε υπερέβαινε εκείνο που προνοούσε ο σχετικός κανονισμός. Η ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσιβλήτων επιχειρηματολόγησε ότι τα συστατικά του αδικήματος είναι (α) η επιβολή του τέλους σκυβάλων και (β) η μη πληρωμή του. Ό,τι άλλο αναφέρει στην έφεσή του ο εφεσείων, αφορά την εγκυρότητα διοικητικής πράξης που εφόσον δεν προσβλήθηκε με προσφυγή εντός της προνοούμενης προθεσμίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής διαδικασίας, όπως η παρούσα. Προτού εξετάσουμε τα πιο πάνω θα θέλαμε να επισημάνουμε πως το αδίκημα δημιουργείται με το άρθρο 129 του Περί Δήμων Νόμου και όχι το 126
(1), όπως αναφέρει στο περίγραμμα αγόρευσής του ο συνήγορος του εφεσείοντα. Το άρθρο 126 απλώς δίδει επιπρόσθετες εξουσίες στο Δικαστήριο να διατάζει την καταβολή των οφειλόμενων τελών επιπροσθέτως προς οποιαδήποτε ποινή. Είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, ασχέτως των επικρατούντων επί του προκειμένου στην Ελλάδα, ότι εν όψει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, με το οποίο δίδεται αποκλειστική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάζει την εγκυρότητα διοικητικών πράξεων, η εγκυρότητα αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Τούτο θα έδιδε παράλληλη δικαιοδοσία σε άλλα δικαστήρια, κάτι το ανεπίτρεπτο εν όψει των ρητών προνοιών του άρθρου 146. Ο θεσμικός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Πολύ διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση στην Κυριακίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 75 όπου γίνεται αναφορά και σε άλλη σχετική νομολογία. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τις σελ. 85-86 (Πικής, Π.): "Η αρχή, η οποία επαναβεβαιώθηκε στη Μηλιώτης, είναι ότι, στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος. Στην Ηλία ν. Συμβ. Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, η οποία προηγήθηκε και την οποία επικαλείται το Δικαστήριο στη Μηλιώτης, αποφασίστηκε ότι η Ποινική διαχωρίζεται θεσμικά από την Αναθεωρητική Δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο ίδιος διαχωρισμός ισχύει και μεταξύ της Αναθεωρητικής και της Πολιτικής Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της Ολομέλειας στη Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά
(1994)3 Α.Α.Δ. 453. Εξηγείται ότι οι δικαιοδοσίες εκάτερου των δικαστηρίων δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την αμφισβήτηση της εγκυρότητας διοικητικής πράξης, από την οποία απορρέει η υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα." (Δέστε και Μηλιώτης Λτδ & Άλλος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12 και Ζήνων Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847). Θέματα όπως αυτά που εγέρθηκαν από το συνήγορο του εφεσείοντα, δηλαδή ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι σαφώς θέματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και έτσι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στην παρούσα διαδικασία. Η εγκυρότητα της διοικητικής πράξης παραμένει ως δεδομένο, εφόσον αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί εντός της προνοούμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας με αίτηση ακυρώσεως." Οφείλω όμως να αναφερθώ και στα νομολογηθέντα στη Χριστοδούλου Άριστος εναντίον Έπαρχος Λεμεσού 2000 2 Α.Α.Δ. 128 . Εκεί ο εφεσείοντας κατηγορούμενος διώκετο με βάση το άρθρο 11 του περί Δημοσίας Υγείας (Χωρίων) Νόμου, ΚΕΦ. 259 και συγκεκριμένα για την παράλειψη καταβολής φόρου κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας. Διώχθηκε για παράλειψη καταβολής φόρου που του επιβλήθηκε το
- Υποστήριξε ότι η φορολογία ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε, και ότι εκείνος έλειπε στο εξωτερικό. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατατέθηκε ο κατάλογος των φορολογηθέντων προσώπων, καθώς και αντίγραφο της ειδοποίησης που στάλθηκε στον κατηγορούμενο. Όμως λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ειδοποίηση περιήλθε στη γνώση του Εφεσείοντα, ή ότι λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα προς γνωστοποίησή της σ' αυτόν, η έφεση που στρεφόταν εναντίον της καταδικαστικής απόφασης επιτράπηκε και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Θεωρώ με βάση τα πιο πάνω, ότι το ότι είναι αυστηρής ευθύνης το αδίκημα(βλ. Κασάπης πιο πάνω), δεν αναιρεί την αρχή ότι για να υπάρξει ποινική ευθύνη πρέπει να οριστικοποιηθεί η διοικητική πράξη, και αυτό επέρχεται με τη (γραπτή) κοινοποίησή της στο διοικούμενο/επηρεαζόμενο (βλ. άρθρα 3-5 του Περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158(Ι)/1999). Πρέπει δηλαδή να υπάρξει επιβολή τέλους με γνωστοποίησή του (που γίνεται στις περιπτώσεις Συμβουλίων Υδατοπρομήθειας με το τιμολόγιο-λογαριασμό) και μετά εφόσον δεν υπάρξει καταβολή του τέλους, στοιχειοθετείται και η ποινική ευθύνη. Ποινική ευθύνη Κατηγορουμένων για τις Κατηγορίες Είχα ήδη στο εκ πρώτης όψεως στάδιο αναφέρει ότι θα εξέταζα την εισήγηση ότι δεν υπήρξε δημιουργία ποινικής ευθύνης για την Κατηγορούμενη 2 όταν και θα αξιολογούσα τη μαρτυρία και τις ημερομηνίες επί των εγγράφων. Ανέφερα ότι: "Για σκοπούς αυτού του σταδίου, δεν θεωρώ ορθό να αξιολογήσω σε περισσότερο βάθος τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης 2 σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, εφόσον χρειάζεται να ανατρέξω σε αντιπαραβολή ημερομηνιών σε έγγραφα και σε συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας.» Είχα επίσης αποφανθεί από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, σε σχέση με τους 2 Κατηγορούμενους, ότι: «... Το εάν όντως ενημερώθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, το κατά πόσον είχε εγκαταλείψει ο Κατηγορούμενος 1 το υποστατικό και πότε και το εάν με βάση τις ημερομηνίες και το περιεχόμενο επί των εγγράφων αλλά και με βάση τη μαρτυρία πρέπει να οδηγηθώ σε συγκεκριμένα ευρήματα που αφορούν την κοινοποίηση ή μη του υπολοίπου λογαριασμού στους Κατηγορούμενους είναι κάτι που θεωρώ ότι πρέπει να αποφανθώ σε μεταγενέστερο στάδιο αξιολογώντας συνολικά τη μαρτυρία.» Έχω αναφερθεί στα Τεκμήρια 7, 8 και 10, αλλά και στο Τεκμήριο 9 πιο πάνω. Δεν θα ήταν βεβαίως έργο μου να εξετάσω το κατά πόσον τέλη ορθά επιβλήθηκαν ή όχι. Αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (βλ. μεταξύ άλλων τα αναφερθέντα στην Κασάπης πιο πάνω). Έχω όμως εξηγήσει ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η επιστολή Τεκμήριο 10 λήφθηκε από την Κατηγορούμενη
- Επίσης, δεν τέθηκε ενώπιόν μου, με δεδομένο ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχε εγκαταλειφθεί το υποστατικό στις 12/1/2010 κι έχω πλέον προβεί σε σχετικό εύρημα, επαρκής μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι έλαβε γνώση ο Κατηγορούμενος 1 της επιβολής των τελών με κοινοποίηση των τελών προς αυτόν μέσω αποστολής προηγούμενων λογαριασμών. Ήταν βεβαίως κάτοχος του υποστατικού ο Κατηγορούμενος 1 σε κάποιο χρονικό σημείο. Στις 12/1/2010 όμως, εγκατέλειψε το υποστατικό. Υπάρχει και τεκμήριο από τον Κανονισμό 7
(3)της Κ.Δ.Π. 407/2009 περί εγκατάλειψης του υποστατικού, αλλά τέθηκε και σαφής μαρτυρία από το Μ.Κ.2 για αυτό. Από την άλλη όμως, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην Παντελής Κασάπης, η οριστικοποίηση της υποχρέωσης καταβολής τέλους που επιβάλλεται, είναι προϋπόθεση για τη γένεση ποινικής ευθύνης . Η αόριστη αναφορά σε τηλεφωνική ενημέρωση ή συσσωρευμένο υπόλοιπο δεν αρκεί. Δεν είναι αρκετή η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, με δεδομένες τις μεταγενέστερες ημερομηνίες στα Τεκμήρια 7 και 8, αλλά και τις ελλείψεις (π.χ. άγνωστη ημερομηνία λογαριασμού) στο Τεκμήριο 7, για να θεωρήσω ότι του κοινοποιήθηκε η επιβολή των τελών, έτσι ώστε για να οριστικοποιηθεί η ποινική του ευθύνη. Όσον αφορά την Κατηγορούμενη 2, εάν υποχρέωση βάσει διοικητικής πράξης, σύμφωνα με τον Κανονισμό 7
(3)της Κ.Δ.Π.407/2009 (Περί Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας Κανονισμοί του 2009), μεταφέρεται στον ιδιοκτήτη, κρίνω ότι πρέπει αυτή να κοινοποιηθεί δεόντως. Συνιστά ανισότητα το να έχει ο φερόμενος καταναλωτής- κάτοχος υποστατικού και οφειλέτης των τελών υδαπροπρομήθειας, το δικαίωμα να τα αμφισβητήσει δικαστικώς και να οριστικοποιείται η ποινική του ευθύνη όταν λάβει γνώση αυτής της υποχρέωσης, και ένα πρόσωπο στο οποίο μεταφέρεται αυτή η υποχρέωση και που ευθύνεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα να μην έχει το ίδιο δικαίωμα. Εφόσον δεν έχω επαρκή μαρτυρία που να δείχνει ότι κοινοποιήθηκε γραπτώς η εγκατάλειψη του υποστατικού και συγκεκριμένη υποχρέωση προς την οποίαν η Κατηγορούμενη 1 απευθείας να καλείται να συμμορφωθεί, δεν θεωρώ ότι έχει οριστικοποιηθεί η υποχρέωση της, ώστε να δημιουργηθεί ποινική ευθύνη. Έχω υπόψη μου βεβαίως τα όσα αναφέρθηκαν στην Παντελής Κασάπης, η οποία όμως κρίθηκε με βάση τα δικά της γεγονότα και η γνωστοποίηση της επιβολής των τελών σε εκείνες τις υποθέσεις από τον Κατηγορούμενο, οι οποίοι έδωσαν αμφότεροι μαρτυρία, δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέσεισε το υψηλότατο σε ποινική υπόθεση βάρος απόδειξης της ενοχής των Κατηγορουμένων 1 και 2. Οπότε αυτοί, αθωώνονται και απαλλάσσονται στις Κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα. Έξοδα επιδικάζονται εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, μόνο σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, υπολογιζόμενα σε κατ' αποκοπή ποσό €1,200. Καμία διαταγή δεν εκδίδω για έξοδα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος και έλαβε παροχή δωρεάν νομικής αρωγής. ............. Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο