Έφορος Φορολογίας ν. Κουζαπά, Αρ. Υπόθεσης 17095/2014, 26/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 17095/2014 Έφορος Φορολογίας -ν- ΧΧΧΧΧΧΧΧ Κουζαπά Κατηγορουμένου -------- Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καρύδης και κ. Βαλανίδης Για Κατηγορουμένη: κ. Θωμά Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Το αντικείμενο των Κατηγοριών Έχουν παραμείνει εναντίον του Κατηγορουμένου οι Κατηγορίες 1, 24, 25 και 26 επί του Κατηγορητηρίου. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά παράλειψη καταβολής οφειλόμενου φόρου κατά παράβαση των άρθρων 46
(11), 49
(1), 49
(2), 48
(8), 46
(14)και 57 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, καθώς και των Κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικών) Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/02. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος στο Κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας εντός 30 ημερών από την λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 11/05/12 ποσό Φ.Π.Α. €19.416,80 το οποίο είχε βεβαιωθεί. Η 24η και 25η Κατηγορία αφορούν το αδίκημα της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης κατά παράβαση των άρθρων 46
(10), 46
(14)και 20
(1)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 καθώς και του Κανονισμού 17
(1)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικών) Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος στο Κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να υποβάλει εμπρόθεσμα στο Έφορο Φορολογίας φορολογική δήλωση για την φορολογική περίοδο 1/11/2010 έως 31/01/2011 και 01/02/11-30/04/
- Η 26η Κατηγορία αφορά την παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου κατά παράβαση των άρθρων 46
(10)Α, 46
(11), 49
(8), 20
(1), 46
(14)και 57 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου καθώς και των Κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικών) Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας ποσό συνολικού ύψους €4.397, 75, δηλαδή πρόσθετο φόρο €1029,78 και τόκο €3.367,97 που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €19.416,80 που βεβαιώθηκε με ημερ. 11/05/
- Οι σχετικές διατάξεις με τα αδικήματα Σε σχέση με το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 46
(11)του Νόμου 95(Ι)/2000, το οποίο και προβλέπει ότι: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Σε σχέση με το αδίκημα της Κατηγορίας 26 - που παραπέμπει και σχετίζεται με την Πρώτη Κατηγορία-, το σημαντικότερο είναι το άρθρο 46 (10Α) του ίδιου Νόμου , το οποίο και προβλέπει ότι: « Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Σε σχέση με τις Κατηγορίες 24 και 25, οι ουσιαστικότερες διατάξεις είναι αυτές του Κανονισμού 17 των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμών Κ.Δ.Π. 314/2001 και 46
(10)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (95(I)/2000), που έχουν ως ακολούθως: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: Νοείται ότι— (α) Ο Έφορος δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με περιόδους διάρκειας ενός μηνός και να υποβάλλει τις δηλώσεις αυτές όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος των περιόδων με τις οποίες σχετίζονται (β) η πρώτη φορολογική δήλωση αφορά την περίοδο που καθορίζεται σύμφωνα με το Πρώτο Παράρτημα κατά την οποία το πρόσωπο εγγράφηκε ή έπρεπε να εγγραφεί, και η εν λόγω περίοδος αρχίζει από εκείνη την ημερομηνία· (γ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε περίπτωση να τροποποιήσει τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ή την ημερομηνία κατά την οποία οποιαδήποτε περίοδος αρχίζει ή συμπληρώνεται ή μέχρι την οποία πρέπει να υποβληθεί οποιαδήποτε φορολογική δήλωση, τότε μπορεί να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε οποιοδήποτε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναλόγως, ανεξάρτητα από το αν η περίοδος που τροποποιείται τοιουτοτρόπως έχει συμπληρωθεί ή όχι· (δ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση, δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις σε διεύθυνση που ορίζει ο Έφορος.» -από τους Κανονισμούς- (η υπογράμμιση στο πιο πάνω απόσπασμα είναι δική μου) «46..
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» -από το Νόμο- Παραδεκτά γεγονότα και μαρτυρία Έγιναν παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: - Ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις 1/7/1992 έως 12/3/2011, ο Κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο Φ.Π.Α. - Είχε καταχωρηθεί η υπόθεση 16851/2012 εναντίον του Κατηγορούμενου (παρά το ότι δεν κατέστη Τεκμήριο το σχετικό Κατηγορητήριο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς αναγνώριση Β το λαμβάνω υπόψη ως έντυπο στο οποίο με παρέπεμψαν από κοινού οι ευπαίδευτοι συνήγοροι) και στο οποίο αποσύρθηκαν οι Κατηγορίες 30-36 και 25-28 στις οποίες ο Κατηγορούμενος αθώωθηκε, ενώ στις υπόλοιπες Κατηγορίες απλώς απαλλάχθηκε. Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες κατηγορίας, ενώ ο Κατηγορούμενος έδωσε, αφού κλήθηκε σε απολογία ένορκη μαρτυρία και αντεξετάστηκε σχετικά. Ξεκινώ από τους μάρτυρες Κατηγορίας. Ο Μ.Κ.1 XXXXX Νικολαϊδης, Λειτουργός Φ.Π.Α. εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας ως λειτουργός Φ.Π.Α. από το 1999 στον τομέα διερεύνησης του τμήματος Φορολογίας και ασχολείται από το 2003 με φορολογικούς ελέγχους και διερεύνηση ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση των περί ΦΠΑ Νομοθεσία. Κατά την διάρκεια ελέγχων που πραγματοποιούνται σε φορολογούμενους προκύπτουν βεβαιώσεις φόρων όπου δίδονται σχετικές ειδοποιήσεις για καταβολή φορολογίας που δεν έχει καταβληθεί. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Προέβηκε σε έλεγχο σε σχέση με εκείνον. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε Φ.Π.Α., τον οποίον και όφειλε να καταβάλει. Εκδόθηκαν σχετικά 2 βεβαιώσεις. Η βεβαίωση ημερομηνίας 2012 υπογράφεται από τον ίδιο και ως αναφέρθηκε δόθηκε προσωπικά στον κατηγορούμενο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Δεν γνωρίζει αν έγιναν κάποια διαβήματα σε σχέση με το Τεκμήριο 2 , αλλά ως ισχυρίστηκε δεν έγινε κάποια ένσταση ούτε προσφυγή σε Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είχε συναντήσει τον κατηγορούμενο πριν τις 11.05.2012 στα πλαίσια των καθηκόντων του στον τομέα διερευνήσεων μεταβαίνοντας στην Αθηαίνου στις 12.10.2010 και παραλαμβάνοντας δύο μπλοκ αποδείξεων και δύο μπλοκ τιμολογίων. Ο ίδιος κατέγραψε τα τιμολόγια που είναι πιο επίσημα έγγραφα και τον είδε μετά τις 12.10.2010 στο Επαρχιακό Γραφείο Φ.Π.Α. Λάρνακας αλλά και στις 2.12.2010 όταν και τον επισκέφθηκε στην Αθηαίνου και του έδωσε την πρώτη βεβαίωση φόρου (κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Η πρώτη βεβαίωση, Τεκμήριο 3, ήταν βεβαίωση με την οποία βεβαιώνονταν τιμολόγια, τα οποία εξέδωσε ο κατηγορούμενος. Ως ανέφερε, δεν γνωρίζει αν καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορούμενου προηγούμενη ποινική υπόθεση και δεν γνωρίζει την τύχη της. Από τον κ. Κουζαπά, ο ίδιος ζήτησε έγγραφα σε σχέση με τα τελευταία 7 χρόνια. Ο Κατηγορούμενος από το 2004, όταν και επιβλήθηκε φορολογικός συντελεστής 5% σε γεωργικά μηχανήματα, σταμάτησε να καταχωρεί φορολογικές δηλώσεις. Λόγω αδυναμίας της υπηρεσίας δεν ελέγχθηκε η επιχείρηση του κατηγορουμένου για περίοδο 7 χρόνων. Σε κάποια περίπτωση ήρθαν στην αντίληψη τους τιμολόγια τα οποία εξέδωσε και έγινε φορολογικός έλεγχος στον κατηγορούμενο. Δεν γνωρίζει αν ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις αλλά ως ανέφερε ήταν υποχρέωση του ιδίου να το πράξει από μόνος του. Με την βεβαίωση Τεκμήριο 3 ο φόρος υπολογίστηκε σε ποσό €23.527,
- Αρνήθηκε ότι υπήρξαν και άλλες αποδείξεις αλλά διευκρίνισε ότι σε σχέση με τις αποδείξεις αγοράς υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο να τις καταγράψει κάποιος συγγενής του λογιστής και να τις προσκόμιζε για έλεγχο. Ερωτώμενος ποια είναι η υπογραφή του κ. Κουζαπά στην πρώτη σελίδα από τις δύο υπογραφές εξήγησε ότι πιθανόν ο Κατηγορούμενος να χρησιμοποίησε κάποιο στυλό το οποίο δεν έγραφε και ότι η υπογραφή του ήταν η πρώτη που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Εξήγησε επίσης ότι η 3η και η 4η σελίδα δεν δόθηκαν στον κατηγορούμενο και ότι κατά λάθος δόθηκαν οι 4 σελίδες. Τόνισε επίσης ότι αν ο Κατηγορούμενος έφερνε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο σε σχέση με τιμολόγια αγορών, ότι θα λαμβανόταν υπόψη. Επέμενε ότι επιδόθηκαν και οι 2 σελίδες της βεβαίωσης φόρου στον κ. Κουζαπά από το Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με προηγούμενη υπόθεση, αναστολή της και συμφωνία για καταβολή €170 μηνιαίως, δεν γνωρίζει τι είπε στο Δικαστήριο η κα Αθηνά Κωστή στα πλαίσια άλλης υπόθεσης, αλλά συμφώνησε ότι το Τμήμα Φ.Π.Α. έλαβε διπλότυπα είσπραξης χωρίς να περιέχονται τα έξοδα. Εισηγήθηκε ότι είναι υποχρέωση του κάθε φορολογούμενου να τηρεί ορθά λογιστικά βιβλία και αρχεία για περίοδο 7 ετών. Το Τεκμήριο 3 εκδόθηκε πριν το Τεκμήριο 2 και δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία τα οποία ζητήθηκαν από τον κ. Κουζαπά με επιστολή. Αρνήθηκε ότι τις φορολογικές δηλώσεις δεν τις υπέβαλε ο Κατηγορούμενος και ότι το Φ.Π.Α. του τις ετοίμασε και του ζήτησε να τις υπογράψει για να «γλιτώσουν από εκείνον». Τα ποσά βεβαιώθηκαν στη βάση των ποσών που δηλώθηκαν από τον κ. Κουζαπά στις φορολογικές του δηλώσεις. Ο Μ.Κ.2 XXXXX Παττίχης υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης στην οποία και αναφέρονται τα ακόλουθα: - Είναι Λειτουργός Φ.Π.Α. και εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας από το
- Είναι επιφορτισμένος να παρακολουθεί εκκρεμότητες φορολογουμένων σε σχέση με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις όπως οι υποβολές των φορολογικών τους δηλώσεων και η καταβολή των ποσών που οφείλονται. Έχει δε πρόσβαση στο μηχανογραφημένο σύστημα παροχής πληροφοριών Φ.Π.Α. -Η Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ενοποιήθηκαν και μετονομάστηκαν σε Τμήμα Φορολογίας. -Ο Κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. με συγκεκριμένο αριθμό από την 01/07/1992 μέχρι τις 12/03/2011 αδιάλειπτα. Όφειλε δυνάμει της νομοθεσίας να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις δεόντως συμπληρωμένες και να καταβάλλει εντός καθορισμένων καθορισμών τον οφειλόμενο φόρο ο οποίος προέκυπτε από τις φορολογικές δηλώσεις και από τις βεβαιώσεις φόρου. - Μέχρι σήμερα ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε φόρο ύψους €19.416,82 ο οποίος και οφείλεται δυνάμει βεβαίωσης φόρου ημερ. 11/05/
- Επίσης δεν κατέβαλε ποσό €4397,75 ως πρόσθετο φόρο και τόκο. Δεν υπέβαλε επίσης φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους 01/11/2010 - 31/01/2011 που έπρεπε να υποβληθεί μέχρι τις 10/03/11 και για τις περιόδους 01/02/11 - 30/04/11 που έπρεπε να υποβληθεί μέχρι τις 10/06/
- Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 4 ειδικό πιστοποιητικό το οποίο ετοίμασε και υπέγραψε ο ίδιος ο Μ.Κ.2 δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του παραρτήματος 10 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/
- Ο Κατηγορούμενος διαγράφηκε από το μητρώο Φ.Π.Α. στις 12/03/2011 αλλά και πάλι όφειλε και εξακολουθεί να οφείλει να υποβάλει φορολογική δήλωση σε σχέση με την φορολογική περίοδο 01/02/11 - 30/04/11, αφού σε μέρος αυτής της περιόδου ήταν ακόμα εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.
- ανέφερε τα ακόλουθα: - Η βεβαίωση φόρου Τεκμήριο 2 καλύπτει την περίοδο 1/11/2004 έως 31/07/
- - Στο μηχανογραφημένο σύστημα Φ.Π.Α. δε φαίνεται να υποβλήθηκε φορολογική δήλωση για τις περιόδους 1/11/2010 έως 31/1/2011 εώς και από την 1/2/2011 έως τις 30/04/
- - Θεώρησε κάπως απίθανο να έχουν ληφθεί οι εν λόγω δηλώσεις και να χάθηκαν, αλλά δεν το απέκλεισε με απόλυτη βεβαιότητα 100%. - Δέχθηκε ότι φορολογικές δηλώσεις από 1/11/2004 έως 31/7/2010 έχουν υποβληθεί - Δέχθηκε υποθετικά ότι εάν είναι λανθασμένη η πρώτη Κατηγορία προκύπτουν και λανθασμένες επιβαρύνσεις - Δεν γνωρίζει τις εξελίξεις σε προηγούμενες υποθέσεις που αφορούσαν τον Κατηγορούμενο οι οποίες του υποδείχθηκαν από την Υπεράσπιση. - Δεν γνώριζε για το λόγο που το Τεκμήριο 2 έχει διαφοροποιημένα ποσά από το Τεκμήριο
- - Ο ίδιος δεν είδε οποιαδήποτε έγγραφα πριν δώσει μαρτυρία - Δεν γνωρίζει εάν ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε από άλλο Δικαστήριο να καταβάλει ποσό €650 και πάντως δεν πληρώθηκε κάτι. Ο Μ.Κ.3 XXXXX Μιχαήλ εργαζεται στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Φορολογίας στο Τμήμα Φορολογικών Δηλώσεων. Το τμήμα του ασχολείται με την παραλαβή φορολογικών δηλώσεων και ενημέρωση του ηλεκτρονικού συστήματος της υπηρεσίας. Τα καθήκοντα του έχουν σχέση με φορολογικές δηλώσεις, την προετοιμασία για εισαγωγή στο μηχανογραφικό σύστημα, βεβαίωση φόρου για εισαγωγή στο μηχανογραφικό σύστημα, καταχώρηση βεβαιώσεων φόρου στο μηχανογραφικό σύστημα. Ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος υπέβαλε καθυστερημένα κάποιες φορολογικές δηλώσεις και ότι εκκρεμούν φορολογικές δηλώσεις που δεν υποβλήθηκαν στις περιόδους στις Κατηγορίες 24 και
- Εξήγησε ότι οι δηλώσεις αυτές, υποβάλλονται σε έντυπη μορφή, η δήλωση αποστέλλεται στον φορολογούμενο σε 3 αντίγραφα, συμπληρώνει τη δήλωση, την υποβάλλει είτε με το χέρι είτε ταχυδρομικώς, το πρώτο αντίγραφο το κρατά το Τμήμα Φορολογίας, το δεύτερο είναι για τον ίδιο και το τρίτο είναι σε περίπτωση που έχει πληρωμή το κρατά η τράπεζα. Αν την υποβάλει αυτοπροσώπως σφραγίζονται και τα 2 αντίγραφα και το πρώτο και το δεύτερο, αν υποβληθεί ταχυδρομικώς και σταλεί το κόκκινο αντίγραφο το δεύτερο αντίγραφο σφραγίζεται και ταχυδρομείται πίσω στον φορολογούμενο, οπόταν το κρατά η υπηρεσία του. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης στέλνεται γνωστοποίηση στον φορολογούμενο στην τελευταία διεύθυνση που μας έχει δηλώσει, το ίδιο συμβαίνει και αν δεν υπάρχει πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Κάθε τρίμηνο αποστέλλεται στον φορολογούμενο κατάσταση λογαριασμού που φαίνεται το υπόλοιπο τη συγκεκριμένη στιγμή. Σε σχέση με την ποινική δίωξη 16851/12, αυτή αναστάλθηκε το Μάρτιο 2014 με αίτημα του Κατηγορούμενου. Ως εξήγησε ο Κατηγορούμενος, ως εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. γνώριζε ότι έπρεπε να υποβάλλει δηλώσεις και ήταν δική του υποχρέωση, εάν δεν λάμβανε τις φόρμες όπου έπρεπε να συμπληρώσει τις φορολογικές του δηλώσεις να τις ζητήσει. Επίσης, ως εξήγησε, κάθε 3 μήνες αποστέλλεται και κατάσταση λογαριασμού που φαίνεται ότι εκκρεμούν φορολογικές δηλώσεις. Δεν γνωρίζει όμως εάν στάλθηκε κατάσταση λογαριασμού για τις περιόδους 1/11/20-31/1-11 και 1/2/11- 30/4/
- Ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος είχε πάρει προηγούμενο κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση 16851/12, το οποίο και περιείχε και κατηγορίες παρόμοιες με τις Κατηγορίες 24 και 25 και η οποία αναστάλθηκε. Ο Κατηγορούμενος έδωσε μαρτυρία ενόρκως. Ως ισχυρίστηκε διεκπεραιώθηκε η υπόθεσή του κατά το
- Κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση το Κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αρ. 1849/10 (δεν κατέστη όμως τελικά Τεκμήριο και άρα θα αγνοηθεί οτιδήποτε σχετικό). Σε σχέση με εκείνη την υπόθεση, αφού υπέβαλε τις φορολογικές του δηλώσεις του επιβλήθηκε πρόστιμο. Όσον αφορά το Μ.Κ. 1, τον είδε στην επιχείρησή του, δεν θυμάται πότε και αφού ο Μ.Κ.1 του το ζήτησε, εκείνος του παρέδωσε μπλοκ σε σχέση με πωλήσεις και του πρότεινε να του έδινε και σχετικές αποδείξεις αγοράς αλλά ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν τις χρειάζεται, κάτι που του επανέλαβε και μετά από 5 φορές, καθώς και 1 φορά σε δικηγόρο που εκπροσωπούσε το Τμήμα Φ.Π.Α. Όταν εκδικάστηκε η υπόθεσή του και του επιβλήθηκε ποινή, του επανέλαβε ο Μ.Κ.1 ότι δεν χρειαζόταν τις αποδείξεις αφού υποβλήθηκαν τα έντυπα. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε άλλη υπόθεση (16851/2012) οπόταν και αποσύρθηκαν ή αναστάλθηκαν η κατηγορίες (δεν αντιλήφθηκε ακριβώς). Καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση το σχετικό Κατηγορητήριο. Λόγω της παρόδου του χρόνου δε θυμάται πολλές λεπτομέρειες. Το 2012 περίπου διαγράφηκε από το Φ.Π.Α. γιατί θα συνταξιοδοτείτο. Όταν επισκέφθηκε το Τμήμα Φορολογίας, του λέχθηκε να παραλάβει το Τεκμήριο 2 και
- Του επιβλήθηκε ποινή και του αναφέρθηκε ότι θα ειδοποιείτο που να πληρώσει την οφειλή του. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 2 και 3 ο Μ.Κ. (Νικολαΐδης) του ζήτησε τριπλότυπα αποδείξεων. Δεν παρέλαβε όμως αποδείξεις αγορών γιατί του ανέφερε ότι δεν τις επιθυμούσε. Ο ίδιος έλαβε 2 έγγραφα που τον καλούσαν να πληρώσει κάποιο ποσό. Όταν του ζήτησε περαιτέρω αποδείξεις, μετά και το Δικαστήριο, είχαν περάσει ήδη 6 μήνες μετά από την εκδίκαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο και ο ίδιος δεν είχε κρατήσει αποδείξεις. Όταν ο ίδιος προσήλθε στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση, ο συνήγορός του του ανέφερε ότι θα έπρεπε να είχε έρθει πριν από 2 μήνες για να μπορέσουν να δράσουν. Ο ίδιος πέταξε τα έγγραφα που του έδωσε κάποια κα Διαμάντω από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Το Κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης το παρέλαβε 3 μήνες αργότερα από κάποιο μοτοσικλετιστή. Δέχθηκε ότι διαγράφηκε από το Φ.Π.Α. στις 12/3/
- Ο ίδιος ρώτησε πολλές φορές που να πληρώσει και δεν του λέχθηκε κάτι. Δέχθηκε ότι δεν υποβλήθηκαν έγκαιρα φορολογικές δηλώσεις, αλλά ισχυρίστηκε ότι ήταν συνεπέστατος και ότι είχε άλλες έγνοιες. Σε σχέση με τις κατηγορίες που κατηγορείται ότι δεν υπέβαλε για τις περιόδους που αναφέρονται στην 24η και 25η Κατηγορία, ανέφερε ότι δεν τις είχε υπόψη του και επειδή δεν υπάρχουν λογιστικά βιβλία και αν τους της φέρουν σήμερα, θα τοποθετήσει μηδενικό συντελεστή. Ως ανέφερε, ο κ. Νικολαΐδης (Μ.Κ.1) τον παρότρυνε να κάψει τις αποδείξεις που κρατούσε ο ίδιος. Όταν του υποβλήθηκε ότι έλαβε τη βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 11/5/2012, Τεκμήριο 2 και ότι ο ίδιος δεν κατέβαλε το ποσό, επέμενε ότι το ποσό πληρώθηκε. Όσο αφορά τις φορολογικές δηλώσεις, ανέφερε ότι πιθανόν να μην τις καταχώρησε και να του αποσταλούν φόρμες να τις συμπληρώσει. Σε σχέση με τη βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 11/5/2012, ανέφερε ότι από τη στιγμή που έκλεισε η υπόθεσή του στο Δικαστήριο και διαγράφηκε από το Φ.Π.Α. ότι του έστελναν από το Τμήμα Φ.Π.Α. το έριχνε στον κάλαθο (τάσπι). Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφων: «Τόσο στην περίπτωση κατάθεσης πρωτότυπου εγγράφου όσο και στην περίπτωση κατάθεσης αντιγράφου του, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιολογεί το περιεχόμενο του και αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να το δεχθεί ολόκληρο ή μέρος του, αναλόγως και του βαθμού στον οποίο το θέμα αποτελεί επίδικο γεγονός (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422)» (σελ. 355) Το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση, με βάση την αρχή ότι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση, την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257). Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι σε μία ποινική υπόθεση το επίπεδο απόδειξης είναι υψηλότατο. Αξιολόγηση της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου - Ευρήματα Έρχομαι στην αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας που δόθηκε, καθώς και στην αξιολόγηση του περιεχομένου των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους μάρτυρες και να αξιολογήσω το ύφος, τον τόνο και τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα και την ευθύτητα των απαντήσεών τους αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνάρτηση με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Και οι 3 μάρτυρες Κατηγορίας, μου έκαναν θετικότατη εντύπωση. Αποκόμισα την εντύπωση ότι πρόκειται σοβαρούς δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι απάντησαν με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και δεν θεωρώ ότι δεν περιέπεσαν σε κάποια αντίφαση. Όπου δε, δεν υπήρχε γνώση για κάτι, αυτό αναγνωριζόταν. Δε θεωρώ ότι είχαν οι μάρτυρες κάποιο προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και η μαρτυρία τους συνάδει και με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκε. Καθοριστικό δε και σχετικό με τις Κατηγορίες 1 και 26, είναι ότι ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το Τεκμήριο 2 . Αυτό φαίνεται και από υπογραφή του. Διευκρινίστηκε περαιτέρω ότι έλαβε ο Κατηγορούμενος τις σελίδες 1 και 2. Στη σελίδα 1 του Τεκμηρίου 2, σημειώνω ότι καλείται όπως καταβάλει το ποσό των €19.416.80, δηλαδή το ποσό που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος, απάντησε στο Δικαστήριο συγκεχυμένα και με ασάφεια. Παρέπεμπε συνεχώς σε προηγούμενη υπόθεση ή υποθέσεις ακαθόριστα και έδειχνε να αρνείται να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Φαινόταν να βρίσκεται σε ένα δικό του κόσμο, αποξενωμένος από την πραγματικότητα και τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το Νόμο. Ενδεικτικό αυτού μου του συμπεράσματος, είναι ότι παρά το ότι επί έτη δεν υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις, ο ίδιος χαρακτήρισε τον εαυτό του ως συνεπέστατο. Ήταν μετά από μία φάση επίμονος και εκνευρισμένος. Επέμενε επίσης σε θέσεις που δεν συνάδουν με τη λογική, όπως π.χ. ο ισχυρισμός ότι του ανέφερε ο Μ.Κ.1 να κάψει αποδείξεις ή ότι ρώτησε πολλές φορές που να πλήρωνε τις οφειλές του και δεν του λέχθηκε. Επέμενε δε ότι εξόφλησε την οφειλή του σε σχέση με την Κατηγορία 1 και τη βεβαίωση Τεκμήριο 2, κάτι που προφανώς δεν έλαβε χώρα και κανένα δικαιολογητικό ή απόδειξη πληρωμής δεν κατέθεσε. Δεν μπορώ συνεπώς να δεχτώ το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του λόγω της σύγχυσης στην οποίαν βρισκόταν αλλά και λόγω αντιφάσεων και μη πειστικότητας ισχυρισμών του. Πλην όμως, θα δεχθώ την παραδοχή του, καθότι πρόκειται για κάτι το οποίο δεν ήταν προς το συμφέρον του και άρα θεωρώ ότι είπε την αλήθεια, για το ότι ο δικηγόρος του του ανέφερε ότι ήταν πια αργά για να καταχωρείτο σχετική προσφυγή σε σχέση με τη βεβαίωση φόρου. Όπως και θα δεχθώ, παρά το ότι υποβαλλόταν από το συνήγορό του , αντίθετη θέση στο στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, την εγκατάλειψη της θέσης του ότι συμπλήρωσε τις φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους στις Κατηγορίες 24 και 25, αφού είπε ότι πιθανόν να μην τις συμπλήρωσε και ζήτησε να του δοθούν για να τις συμπληρώσει. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ως προς τις Κατηγορίες 24 και 25, θεωρώ ότι το εάν έχουν υποβληθεί οι φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους που αναφέρονται στις Κατηγορίες 24 και 25, είναι κάτι το οποίο ήταν στην προσωπική γνώση του Κατηγορούμενου και είχε εκείνος το βάρος να αποδείξει ότι υποβλήθηκαν. Στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 179, αναφέρονται τα ακόλουθα: «. όταν συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη δημιουργεί ποινικό αδίκημα που όμως δεν συνιστά αδίκημα εάν η πράξη εκτελείται από πρόσωπο που κατέχει τα προσόντα ή την άδεια συγκεκριμένης αρχής, τότε ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι κατέχει τα προσόντα ή τη σχετική άδεια και τούτο γιατί οι λεπτομέρειες βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή του και είναι δύσκολο (αν όχι αδύνατον) για την Κατηγορούσα Αρχή να τις αντικρούσει. Σε τέτοια περίπτωση, ο κατηγορούμενος μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (R v Carr-Braint
(1943)2 All ER 156).». Δεν απέσεισε ο Κατηγορούμενος εν τέλει αυτό του το βάρος, αφού όχι μόνο δεν προσκόμισε σχετική μαρτυρία για υποβολή των φορολογικών δηλώσεων, αλλά δέχτηκε τελικά ότι είναι πιθανόν να μην τις υπέβαλε, ζητώντας να το πράξει τώρα. Ευρήματα Με βάση τα πιο πάνω προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα, που σχετίζονται με τις Κατηγορίες: - Ο Κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. από τις 1/7/1992 έως 12/3/
- - Στον Κατηγορούμενο γνωστοποιήθηκε βεβαίωση φόρου ύψους €19.416,80 (την οποίαν δεν αμφισβήτησε δικαστικώς) στις 11/5/2012 (ως το Τεκμήριο 2), το οποίο και ο Κατηγορούμενος παρέλαβε υπογράφοντας σχετικά επί αυτού, που βεβαιώθηκε στις 11/05/
- Δεν κατέβαλε ουδέποτε το εν λόγω ποσό. - Ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους που αναφέρονται στις Κατηγορίες 24 και 25, δηλαδή για τις περιόδους 1/11/2010 - 31/1/2011 και 1/2/2011 - 30/4/
- - Ο Κατηγορούμενος, δεν κατέβαλε επίσης επιβάρυνση 10% επί του ποσού €19.416,80, που επιβάλλεται σύμφωνα με το Ν.95(Ι)/2000, σε σχέση με τη φορολογία που βεβαιώθηκε με το Τεκμήριο
- - Είχε καταχωρηθεί εναντίον του Κατηγορούμενου ποινική υπόθεση που περιείχε τις Κατηγορίες 1,24-26 της παρούσας υπόθεσης (με αντίστοιχες της Κατηγορίες 1, 23,24, 29) στις οποίες απλώς απαλλάχθηκε ο Κατηγορούμενος. Νομικές Αρχές Έχουν τεθεί πιο πάνω τα σχετικά με τα αδικήματα άρθρα από το Ν. 95(Ι)/
- Κατ' αρχήν επισημαίνω ότι οιαδήποτε ζητήματα σε σχέση με το έγκυρο της επιβολής της φορολογίας (Τεκμήριο 2), δεν μπορούν να τίθενται στο παρόν Δικαστήριο, αφού εμπίπτουν στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (σημειώνω ότι έχει θέσει η Υπεράσπιση διάφορα ζητήματα σε με τη βεβαίωση φόρου που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Η βεβαίωση φόρου αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε δεόντως στον Κατηγορούμενο και δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ένσταση ή προσφυγή και δεν υπήρξε δηλαδή αμφισβήτησή της. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Παντελής Κασάπη ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Ποιν. Έφεση 78/2017, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Ορθή θεωρούμε εν κατακλείδι την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ήταν αναρμόδιο να εξετάσει την νομιμότητα της απόφασης επιβολής τέλους κατανάλωσης υδατοπρομήθειας και να θεωρήσει την οφειλή δεδομένη (Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας ν. Esso Cyprus Inc.
(2000)3 A.A.Δ. 167), εν όψει της ανυπαρξίας αμφισβήτησης της επιβολής τέλους ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η εξουσία του ποινικού Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην αμφισβήτηση διοικητικών ζητημάτων που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι ο διαχωρισμός της αναθεωρητικής και ποινικής διαδικασίας είναι νομολογιακά διακηρυγμένος[7] οριστικοποιήθηκε η υποχρέωση του εφεσείοντος, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής του ευθύνης, και την παράλειψη το να συμμορφωθεί καταβάλλοντας τα τέλη κατανάλωσης (Police v. Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172)." Στην Peter James ν. Δήμου Aγίου Aθανασίου,
(2001)2 Α.Α.Δ., αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Νόμου και του Κανονισμού 134, επιχειρηματολόγησε ότι δεν αποδείχθηκε ούτε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος του συγκεκριμένου ακινήτου ο εφεσείων, ούτε η φύση του υποστατικού ούτως ώστε να φαίνεται ότι το υποστατικό υπόκειτο σε φόρο σκυβάλων και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το ποσό που του επιβλήθηκε υπερέβαινε εκείνο που προνοούσε ο σχετικός κανονισμός. Η ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσιβλήτων επιχειρηματολόγησε ότι τα συστατικά του αδικήματος είναι (α) η επιβολή του τέλους σκυβάλων και (β) η μη πληρωμή του. Ό,τι άλλο αναφέρει στην έφεσή του ο εφεσείων, αφορά την εγκυρότητα διοικητικής πράξης που εφόσον δεν προσβλήθηκε με προσφυγή εντός της προνοούμενης προθεσμίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής διαδικασίας, όπως η παρούσα. Προτού εξετάσουμε τα πιο πάνω θα θέλαμε να επισημάνουμε πως το αδίκημα δημιουργείται με το άρθρο 129 του Περί Δήμων Νόμου και όχι το 126
(1), όπως αναφέρει στο περίγραμμα αγόρευσής του ο συνήγορος του εφεσείοντα. Το άρθρο 126 απλώς δίδει επιπρόσθετες εξουσίες στο Δικαστήριο να διατάζει την καταβολή των οφειλόμενων τελών επιπροσθέτως προς οποιαδήποτε ποινή. Είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, ασχέτως των επικρατούντων επί του προκειμένου στην Ελλάδα, ότι εν όψει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, με το οποίο δίδεται αποκλειστική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήρο να εξετάζει την εγκυρότητα διοικητικών πράξεων, η εγκυρότητα αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Τούτο θα έδιδε παράλληλη δικαιοδοσία σε άλλα δικαστήρια, κάτι το ανεπίτρεπτο εν όψει των ρητών προνοιών του άρθρου 146. Ο θεσμικός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Πολύ διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση στην Κυριακίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 75 όπου γίνεται αναφορά και σε άλλη σχετική νομολογία. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τις σελ. 85-86 (Πικής, Π.): "Η αρχή, η οποία επαναβεβαιώθηκε στη Μηλιώτης, είναι ότι, στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος. Στην Ηλία ν. Συμβ. Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, η οποία προηγήθηκε και την οποία επικαλείται το Δικαστήριο στη Μηλιώτης, αποφασίστηκε ότι η Ποινική διαχωρίζεται θεσμικά από την Αναθεωρητική Δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο ίδιος διαχωρισμός ισχύει και μεταξύ της Αναθεωρητικής και της Πολιτικής Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της Ολομέλειας στη Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά
(1994)3 Α.Α.Δ. 453. Εξηγείται ότι οι δικαιοδοσίες εκάτερου των δικαστηρίων δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την αμφισβήτηση της εγκυρότητας διοικητικής πράξης, από την οποία απορρέει η υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα." (Δέστε και Μηλιώτης Λτδ & Άλλος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12 και Ζήνων Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847). Θέματα όπως αυτά που εγέρθηκαν από το συνήγορο του εφεσείοντα, δηλαδή ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι σαφώς θέματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και έτσι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στην παρούσα διαδικασία. Η εγκυρότητα της διοικητικής πράξης παραμένει ως δεδομένο, εφόσον αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί εντός της προνοούμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας με αίτηση ακυρώσεως." (διευκρινίζω ότι η υπογράμμιση στο τέλος του αποσπάσματος έγινε από το παρόν Δικαστήριο) Όσον αφορά δε την πρόσθετη φορολογία (Κατηγορία 26), δεν υπήρξε μεν ξεχωριστή επιβολή που να επιδοθεί στον Κατηγορούμενο, αλλά, παραπέμπω στην Αναθ. Έφεση 176/2011 Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης Δ.Ε.Π.Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας , απόφαση ημερ. 6/12/2017 όπου αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία ότι η επιβολή πρόσθετου φόρου και επιβάρυνσης σε βεβαιωθέντα φόρο προστιθέμενης αξίας, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, απόφαση στην οποίαν με παρέπεμψε η Κατηγορούσα Αρχή. Οπότε, εφόσον δε λαμβάνει χώρα η καταβολή της επιβάρυνσης, το αδίκημα συντελείται αυτόματα. Ως προς το εάν είναι ή όχι υπερβολικό το ποσοστό της επιβάρυνσης, ως ο κ. Θωμά εισηγείται, αυτό είναι το ποσοστό οποίο και προβλέπει η νομοθεσία (άρθρο 45
(3)του Νόμου 95(Ι)/2000) και το Δικαστήριο οφείλει να την εφαρμόσει. Πρόκειται για μία προβλεπόμενη από τη νομοθεσία διοικητική κύρωση, συνδεόμενη με τη μη καταβολή έγκυρου βεβαιωμένου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας -στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω οφειλή συνδέεται με την Πρώτη Κατηγορία- η οποία επιβάλλεται αυτόματα και το αδίκημα συντελείται εάν η εν λόγω επιβάρυνση δεν έχει καταβληθεί. Όσον αφορά την υποχρέωση του Κατηγορούμενου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του για υποβολή φορολογικών δηλώσεων για τις περιόδους που αναφέρονται στις Κατηγορίες 24 και 25, ο Κανονισμός 17 των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμών Κ.Δ.Π. 314/2001, δεν προβλέπει ως προϋπόθεση να χορηγείται έντυπο σε ένα πρόσωπο, το οποίο και είναι υποχρεωμένο να υποβάλλει δήλωση μέχρι τη 10η μέρα του μήνα που ακολουθεί. Ο Κατηγορούμενος δεν το έπραξε ποτέ. Ούτε στην 10η μέρα του μηνός μετά τη λήξη της περιόδου, ούτε σε οποιαδήποτε φάση μέχρι σήμερα. Κατάληξη Με βάση τα ευρήματά μου και με βάση την ανάλυση στην οποίαν έχω προβεί πιο πάνω, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων που σχετίζονται με τις Κατηγορίες 1, 24, 25 και 26 και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στις Κατηγορίες αυτές πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας . (Υπογρ)........... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο