← Κύπρος

Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης 2479/2016, 26/9/2018

Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης 2479/2016, 26/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 2479/2016 Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού -ν- XXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου -------- Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Α. Κουκούνης Για Κατηγορούμενο: κος Α. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΠΟΙΝΗ) Στις 27 Ιουλίου 2018, ο Κατηγορούμενος, μετά από ακροαματική διαδικασία, καταδικάστηκε σε δύο παρόμοιες Κατηγορίες, για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής των τελών ελλιμενισμού σκάφους κατά παράβαση διατάξεων του περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμου 4/77 και της Κ.Δ.Π. 124/2009 Περί Ρυθμίσεως της Μαρίνας Λάρνακας (Καταβλητέα Δικαιώματα) Κανονισμοί. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος στην Πρώτη Κατηγορία, ως κυβερνήτης του σκάφους «Forza», παρέλειψε να καταβάλει τα τέλη ελλιμενισμού του σκάφους στην Μαρίνα Λάρνακας, για την περίοδο 01/11/14 έως 31/12/14 σύνολο €479.09. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος στη Δεύτερη Κατηγορία, παρέλειψε να καταβάλει τα εν λόγω τέλη σε σχέση με την περίοδο 01/01/2015 έως 25/11/2015 για το ποσό των €2.583,96. Η Κατηγορούσα Αρχή, στα πλαίσια της διαδικασίας επιβολής ποινής, ζητεί στα πλαίσια επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο κι έκδοση υπέρ της διατάγματος αποζημίωσης για τα αιτούμενα ποσά, με βάση το άρθρο 24

(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/
  1. Με παρέπεμψε προς αυτό, σε αριθμό αυθεντιών. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος και είναι λευκού ποινικού μητρώου, δήλωσε μέσω του δικηγόρου του ότι δεν συμφωνεί με την έκδοση του διατάγματος. Έγινε επίσης αναφορά στις προσωπικές του περιστάσεις. Είναι άγαμος κι εργάζεται στο Δήμο Στροβόλου. Ως περαιτέρω αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, το Δικαστήριο δεν κατάληξε στο ότι αυτός ήταν ιδιοκτήτης του σκάφους και υπήρχε μάλιστα ελαττωματικότητα στον τίτλο του σκάφους, με αποτέλεσμα να ζητηθεί και γνωμάτευση από το Γενικό Εισαγγελέα. Λόγω αυτής της σύγχυσης και της ανασφάλειας στην οποίαν και βρέθηκε ο Κατηγορούμενος, αμφισβήτησε και τις Κατηγορίες. Η διάταξη που προβλέπει τη διάπραξη του αδικήματος είναι ο Κανονισμός 4 της Κ.Δ.Π. 124/2009 (Οι Περί Ρυθμίσεως Μαρίνας Λάρνακας (Καταβλητέα Δικαιώματα), όπου προβλέπεται ότι Κυβερνήτης σκάφους ή άλλο πρόσωπο που παραβαίνει ή δε συμμορφώνεται με τους Κανονισμούς διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 6 μήνες και πρόστιμο μέχρι €
  2. Βρίσκω, συνυπολογίζοντας τη σοβαρότητα των 2 Κατηγοριών με το λευκό ποινικό μητρώο και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου από την άλλη, αλλά και όσα λέχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης, ότι η κατάλληλη ποινή σε σχέση με τα δύο αδικήματα είναι αυτή των €400 σε έκαστη από τις δύο Κατηγορίες (σύνολο €800). Όσον αφορά το κατά πόσον θα εκδώσω και το αιτούμενο διάταγμα αποζημίωσης, θα παραθέσω πρώτα τις ισχύουσες αρχές ως ισχύουν στο σύστημα δικαίου μας και στη συνέχεια την κρίση μου επί του ζητήματος. Στο σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική «Sentencing in Cyprus» (2η εκδ), αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την πληρωμή αποζημίωσης: "The Supreme Court has referred with approval to the practice occasionally followed in criminal cases of adjudging, in the event of agreement between the accused and the complainant, the payment of compensation for loss and injuries resulting from criminal conduct. This is customary and a course to be encouraged when the sum involved is relatively small and the parties are in agreement as to the amount. The sum agreed, if meant to form part of an order for compensation, must be within the limits of the jurisdiction of the court. ... Agreement about compensation in criminal cases avoids multiplicity of proceedings and saves the parties time and expense. But in the absence of agreement, as criminal court must not endeavor to quantify damages, for it is proceduarally and substantively ill-wquipped for the task. An order for the payment of compensation without specification of the amount payable, leaving it to the parties to agree upon it in due course, Is unsustainable and liable to be set aside." Το Άρθρο 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 προνοεί: «24.-
(1)Έκαστoς Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής και έκαστoς Επαρχιακός Δικαστής θα έχωσιv αρμoδιότητα vα εκδικάζωσι συvoπτικώς πάvτα τα αδικήματα τα τιμωρoύμεvα με φυλάκισιv διά περίoδov μη υπερβαίvoυσαv τα πέντε έτη ή με πρόστιμov μη υπερβαίvov τας πεvήvτα χιλιάδες λίρες ή με αμφoτέρας τας πoιvάς και δύvαvται επιπρoσθέτως ή εv υπoκαταστάσει oιασδήπoτε τoιαύτης τιμωρίας, vα διατάξωσιv oιovδήπoτε πρόσωπov καταδικασθέv υπ' αυτώv όπως πληρώση πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov βλαβέv υπό τoυ αδικήματoς αυτoύ, απoζημίωσιv μη υπερβαίvoυσαv τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00).» Στην υπόθεση Yiangos Katsari & Others v. Androulla Hambi
(1969)1 CLR 298, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Ever since, the usual practice in such cases, as far as I have known it at the Bar and on the Bench, is for the prosecution to raise the question of compensation upon conviction; and the criminal Court, if the sum is not very large and is agreed between the parties concerned, to order payment of compensation as part of the punishment under section 26(f) of the Criminal Code (Cap. 154), saving the parties the expense of litigation; and saving a lot of valuable public time. In all other cases the criminal Court will make no order for compensation so that the complainant may be free to pursue his civil remedy, if he will so decide." Περαιτέρω, στην υπόθεση Aνδρέας Ευτυχίου άλλως Ραιφ Χασσαν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, αναφέρθηκαν τα εξής: "Όσον αφορά όμως το διάταγμα καταβολής αποζημιώσεων έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτό πρέπει να ακυρωθεί διότι δεν καθορίζεται σ' αυτό, όπως θα έπρεπε, το ακριβές ποσό, αντίθετα αφήνεται στις αρμόδιες αρχές κατόπιν συνεννοήσεως, όπως αναφέρει ο πρωτόδικος Δικαστής στην απόφαση του, με τον εφεσείοντα, να εξακριβώσουν τα ακριβή ποσά τα οποία παραμένουν οφειλόμενα μετά την αφαίρεση του ανευρεθέντος μέρους των κλοπιμαίων, μια διαδικασία που δεν προβλέπεται από το νόμο." Στα πλαίσια της υπόθεσης Pissis Ltd v. Χρίστος Ορφανίδης κ.α., Υπόθεση Επ. Δικαστηρίου Λευκωσίας 1715/2013, απόφαση ημερομηνίας 30/1/2018, ο συνάδελφος Λοΐζου Μ., Ε.Δ., ανέφερε τα ακόλουθα, αναλύοντας σε βάθος τις αρχές που ισχύουν σε σχέση με το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60: «
  1. Η Παραπονούμενη, ζήτησε την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης της από τον Κατηγορούμενο
  2. Στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, διάταγμα αποζημίωσης δύναται να εκδοθεί εναντίον κατηγορουμένου από Δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας, κατόπιν καταδίκης του, είτε στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 26(δ) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[viii]], ως η ποινή του ή ως μέρος αυτής, είτε στην βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 [[ix]], επιπρόσθετα της ποινής του ή σε υποκατάσταση αυτής. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η σχετική ευχέρεια του βάσει των προαναφερόμενων νομοθετημάτων, κατά την δική μου αντίληψη, διακρίνεται ως προς τα εξής: (α) Διάταγμα αποζημίωσης εναντίον κατηγορουμένου που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 26(δ) του Κεφ. 154, εκδίδεται από το Δικαστήριο για να αποτελέσει την ποινή του, ή για να αποτελέσει μέρος αυτής, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να διαταχθεί για σκοπούς αποζημίωσης του θύματος από την παράνομη πράξη του [[x]]. Εκδίδεται, ως αντιλαμβάνομαι, για αποζημίωση του κράτους, για ζημιά του δημοσίου από την παράνομη πράξη του κατηγορουμένου. Εισπράττεται από το κράτος και καταβάλλεται στο δημόσιο ταμείο, και σε περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος παραλείψει την πληρωμή του, η σχετική απόφασης του Δικαστηρίου εκτελείται δυνάμει των προνοιών του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155 [[xi]]. (β) Διάταγμα αποζημίωσης εναντίον κατηγορουμένου που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 24
(1)του Νόμου 14/1960, εκδίδεται από το Δικαστήριο, επιπρόσθετα της ποινής του ή σε υποκατάσταση αυτής [[xii]], σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Άρθρου 26(δ) του Κεφ. 154, ακριβώς προς τον σκοπό πληρωμής αποζημίωσης από αυτόν, οποιουδήποτε προσώπου έχει υποστεί βλάβη από την παράνομη πράξη του, νοουμένου ότι: (i) εγερθεί ως ζήτημα από τον κατήγορο μετά από την καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R. 298), (ii) το ποσό της αποζημίωσης για το οποίο αξιώνεται το διάταγμα, δεν είναι πολύ μεγάλο (βλ. Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R. 298), (iii) έχει προηγηθεί σχετική αξίωση προς τον κατήγορο, από το πρόσωπο που έχει υποστεί την βλάβη από το αδίκημα του κατηγορουμένου (βλ. Charalambos Charalambous v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 285), (iv) η έκδοσης του διατάγματος αποζημίωσης πρέπει να είναι για συγκεκριμένο ποσό (βλ. Ανδρέας Ευτυχίου ν Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, R v Oddy [1974] 1 W.L.R. 1212, R v Warton [1976] Cr.L.Rev. 520, C.A.), (v) το ποσό για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις €6.000 (βλ. Άρθρο 24
(1)του Νόμου 14/1960, και (v) τα ενδιαφερόμενα, ως προς το ζήτημα αυτό, μέρη, -δηλαδή, ο κατηγορούμενος και το πρόσωπο που έχει υποστεί την βλάβη από το αδίκημα του κατηγορουμένου-, πρέπει να έχουν συμφωνήσει, τόσο σε ότι αφορά την έκδοση του διατάγματος αποζημίωσης, όσο και για ποιο ποσό συγκεκριμένα αυτό θα εκδοθεί (βλ. Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 CLR 298 και Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 06/12/2016). 25. Αν και σε ότι αφορά και αυτή την περίπτωση, κατά το ενδεχόμενο που ο κατηγορούμενος παραλείψει την πληρωμή της αποζημίωσης που έχει διαταχθεί, η σχετική απόφασης του Δικαστηρίου εκτελείται δυνάμει των προνοιών του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155, το ποσό που εισπράττεται, καταλήγει, όχι στο δημόσιο, αλλά, μέσω του Δικαστηρίου, καταβάλλεται στο πρόσωπο που έχει υποστεί την βλάβη από το αδίκημα του κατηγορουμένου (βλ. Georghios Christou v The Police
(1968)2 Α.Α.Δ. 96). 26. Προκύπτει, κατά την δική μου αντίληψη, τόσο από τον σχολιασμό του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην προαναφερόμενη υπόθεση Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R .298, όσο και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του γενικότερου ζητήματος της αποζημίωσης από πλευράς κατηγορουμένου, ζημιάς που προκύπτει από την παράνομη πράξη του (βλ. Christos Th, Ieronymides v The Republic
(1982)2 Α.Α.Δ. 258, Ιωάννης Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, 25/02/2016), ότι, η συμφωνία των, ως έχει προαναφερθεί, ενδιαφερομένων μερών, αποσκοπεί, όχι για να θεραπεύσει το παραπονούμενο ως ζημιωθέν πρόσωπο, μερικώς για την ισχυριζόμενη ζημιά του, -ειδικότερα στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος την αμφισβητεί-, αλλά για να διευθετήσει σχετική απαίτηση του πρώτου εναντίον του δεύτερου, που βάσιμα μπορεί να διεκδικηθεί από Δικαστήριο αρμόδιας αστικής δικαιοδοσίας, πλήρως και τελικώς, με διαταγή του ποινικού Δικαστηρίου•, και τούτο, στην βάση του ότι, τα προαναφερόμενα μέρη, συμφωνούν, τόσο ως προς το βάσιμο της διεκδίκησης, όσο και για το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης και δεν τίθεται ζήτημα για το ποινικό Δικαστήριο να διαιτητεύσει οτιδήποτε την αφορά, καθότι, είναι, για τα ζητήματα αυτά, «αναρμόδιο». Με αυτό το σκεπτικό φαίνεται να προσεγγίζεται το ζήτημα και από τον έντιμο, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, στο σύγγραμμα του, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, όπου στην σελίδα 37, αναφέρει: «Σε αντίθεση με την αποζημίωση που επιδικάζεται από το αστικό Δικαστήριο, διαταγή για αποζημίωση μπορεί να επιβληθεί κάτω από τις διατάξεις του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155 και να ανακτηθεί ως ποινή; για αυτό τον λόγο είναι πολύ πιο δραστική ως θεραπεία, αν συγκριθεί με απόφαση Δικαστηρίου που αποδίδει θεραπεία στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Συμφωνία σχετικά με αποζημίωση σε ποινικές υποθέσεις αποφεύγει την πολλαπλότητα διαδικασιών και περισώνει τα μέρη από χρόνο και έξοδα. Αλλά, στην απουσία συμφωνίας, ένα ποινικό Δικαστήριο δεν πρέπει να προσπαθήσει να ποσοτικοποιήσει την ζημιά, καθότι, διαδικαστικά και ουσιαστικά, δεν είναι κατάλληλα εφοδιασμένο για αυτή την εργασία.». 27. Αξίζει να σημειωθεί, ότι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από την εισαγωγή της νομοθετικής πράξης Powers of Criminal Courts (Sentencing) Act 2000 και ειδικότερα του Section 130, που επέφερε αλλαγές (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στις σελίδες από 1940 έως και 1945 και το σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2004 στις σελίδες από 712 έως και 718) ίσχυαν, ως προς το ζήτημα αυτό [της επιδίκασης αποζημίωσης από Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία], σε κάποιο βαθμό, ανάλογες αρχές. Παράδειγμα αποτελεί η απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση R v Vivian [1979] 1 W.L.R. 291, C.A., στην οποία ακολουθήθηκε το σκεπτικό του ιδίου δικαστηρίου στην υπόθεση R v Inwood
(1974)60 Cr. App. R. 70, C.A. στην οποία ο Scarman L.J ανέφερε τα εξής: «Τα διατάγματα αποζημίωσης, δεν εισήχθησαν στο νομικό μας σύστημα ώστε να επιτρέψουν σε καταδικασθέντα πρόσωπα να εξαγοράζουν την ποινή για το αδίκημα που διέπραξαν. Τα διατάγματα αποζημίωσης, εισήχθησαν στο νομικό μας σύστημα, ως ένα βολικό και γρήγορο μέσο, δια του οποίου θα αποφευγόταν το κόστος καταφυγής στην αστική αντιδικία, εκεί όπου ο καταδικασθείς ξεκάθαρα έχει τα μέσα τα οποία θα τον καθιστούσαν ικανό να πληρώσει αποζημίωση. Κάποιος πρέπει να έχει υπόψη του ότι υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα το θύμα να καταφύγει στην αστική διαδικασία, αν το συμβουλεύσουν. Τα διατάγματα αποζημίωσης, σίγουρα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εκεί που υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ευθύνη του καταδικασθέντος να αποζημιώσει, ούτε και πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει πραγματική αμφιβολία ως προς το κατά πόσο το καταδικασθέν πρόσωπο μπορεί να εξασφαλίσει την αποζημίωση.». Αποφαίνομαι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση διατάγματος αποζημίωσης, με βάση τις πιο πάνω αρχές, προϋποθέτει συμφωνία μεταξύ των μερών, τόσο ως προς την έκδοση του διατάγματος, όσο και ως προς το ακριβές ποσό.
  2. Ο Κατηγορούμενος δεν συναίνεσε ποτέ στην έκδοση του διατάγματος που ζητείται. Αμφισβήτησε σαφώς στα πλαίσια της δίκης την υποχρέωσή του να καταβάλει τέλη ελλιμενισμού (ασχέτως εάν η θέση του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο). Ναι μεν δεν καταχώρησε προσφυγή στα πλαίσια του διοικητικού δικαίου, αλλά αυτό πόρρω απέχει από το να αποδεχθεί την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης και το ποσό που ζητείται.
  3. Ο σκοπός της έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης είναι να εξοικονομείται δικαστικός χρόνος και να αποφευχθούν άλλες διαδικασίες, όταν όμως τα δύο μέρη συναινούν προς την έκδοση διατάγματος και σε καθορισμένο ποσό. Θα έλεγα ότι μπορεί να επιδράσει και μετριαστικά υπέρ της ποινής που θα επιβληθεί σε ένα Κατηγορούμενο, αφού δείχνει ότι αυτός δέχεται να αποζημιώσει το θύμα του. Η έκδοση διατάγματος αποζημίωσης στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης όμως είναι πιο δραστικό μέτρο από την έκδοση απόφασης σε πολιτική διαδικασία. Δεν είναι το κατάλληλο βήμα για διεκδίκηση κάποιας οφειλής η παρούσα διαδικασία όταν η πλευρά του Κατηγορουμένου δεν αποδέχεται να την καταβάλει. Κάτι τέτοιο, κατά την άποψή μου, θα εξέτρεπε την ποινική διαδικασία από τον κύριο σκοπό της, που είναι η τιμωρία παραβατών, όπου ο Νόμος το προβλέπει και όχι η επιδίκαση αποζημίωσης -κάτι που εμπίπτει στο πεδίο της πολιτικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων-. Συνεπώς, δε θα προχωρήσω σε έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποζημίωσης. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, κρίνω εύλογο όπως επιδικαστούν υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ)........... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.