Ενορίας Αγίου Ιωάννου Θεολόγου πρώην ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ν. Ζυγού Λαχαναγοράς Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 5557/2018, 6/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 5557/2018 Ενορίας Αγίου Ιωάννου Θεολόγου πρώην ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ -ν-
- Ζυγού Λαχαναγοράς Λτδ
- XXXXX Καλουτσίδη Κατηγορουμένων -------- Ημερομηνία: 06 Ιουλίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή- Αιτητές: κος A. Ζαχαρίου με κ. Γ.Ζαχαρίου Για Κατηγορουμένους 1 και 2 - Καθων η Αίτηση: Δρ Α. Ποιητής με κα Φ.Χ'νικολή και Α.Οικονόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΣΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18/6/2018 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ) Εισαγωγή H Κατηγορούσα Αρχή στα πλαίσια υπόθεσης που καταχώρισε εναντίον των 2 Κατηγορουμένων για τα αδικήματα της κατοχής οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, της χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και της προσθήκης σε οικοδομή χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή ζήτησε και έκδοση 2 προσωρινών διαταγμάτων. Στις 18/6/2018 εκδόθηκαν δύο διατάγματα κατόπιν αίτησης που καταχωρήθηκε χωρίς ειδοποίηση στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης. Με το ένα διάταγμα απαγορεύονται οικοδομικές εργασίες σε συγκεκριμένο ακίνητο μέχρι διεκπεραίωσης της παρούσας υπόθεσης (διάταγμα ως το Α. επί της Αίτησης, αναφερόμενο εδώ ως διάταγμα Α) και με το άλλο απαγορεύεται στους Κατηγορούμενους η κατοχή και χρήση οικοδομής (διάταγμα ως το Β. επί της Αίτησης , αναφερόμενο εδώ ως διάταγμα Α). Αίτηση και Ένορκη Δήλωση επί της οποίας στηρίχθηκε Η Αίτηση, που βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 20(3Α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 στηρίχθηκε σε Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Φιλίππου, γραμματέα των παραπονουμένων ο οποίος ανέφερε στην Ένορκο του Δήλωση τα ακόλουθα: - Περί τις 13/09/10 εισήχθη ο νέος Καταστατικός Χάρτης ο οποίος προέβλεπε την Ενοριακή Οργάνωση και στο Παράρτημα Α τις Ενορίες, με τον οποίον η εκκλησία Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μετονομάστηκε και ενσωματώθηκε στην Ενορία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου. Κατέθεσε προς τούτο δε τα Τεκμήρια Α1 και Α2 (από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας). - Ο μόνος διευθυντής των Κατηγορουμένων 1 είναι ο Κατηγορούμενος
- - Οι Κατηγορούμενοι 1 ενοικιάζουν 4 οικόπεδα επί του ακινήτου από τους παραπονουμένους. Από την εν λόγω συμφωνία ενοικίασης (Τεκμήριο Γ) προκύπτει ότι σύμφωνα με τον όρο 9 οι παραπονούμενοι θα ανήγειραν με δικά τους έξοδα κτίρια νοουμένου ότι θα είχαν εξασφαλίσει εκ των προτέρων όλες τις αναγκαίες προς τούτο άδειες. Ήταν επίσης όρος ότι μετά την πάροδο των 10 ετών η ενοικίαση θα ανανεωνόταν εάν οι αντισυμβαλλόμενοι - Κατηγορούμενοι 1 έδιδαν προς το σκοπό αυτό 6 μήνες πριν την λήξη της πρώτης ενοικίασης γραπτή ειδοποίηση προς αυτό, κάτι το οποίο δεν έγινε. Με άλλη συμφωνία, ημερομηνίας 23/6/2008 ενοικιάστηκε ακόμη 1 ακίνητο. Εγγυητής στις συμφωνίες είναι και ο Κατηγορούμενος
- - Περί τις 03/04/08 εκδόθηκε πολεοδομική άδεια για την ανέγερση φρουταρίας, φούρνου και ανθοπωλείου. - Περί τις 24/06/2008 εκδόθηκε επίσης άδεια οικοδομής. - Εξ' όσων πληροφορήθηκαν περί τις αρχές Μαΐου 2018 οι παραπονούμενοι, στα πλαίσια διερεύνησης των δεδομένων της υπόθεσης δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και οι Κατηγορούμενοι κατέχουν το υποστατικό χωρίς την ύπαρξη πιστοποιητικού τελικής έγκρισης σε ισχύ. - Αμέσως μόλις περιήλθε η εν λόγω πληροφορία εις γνώση των παραπονουμένων αποτάθηκαν μέσω των δικηγόρων τους στην αρμόδια αρχή, ενημερώνοντας τους για το θέμα και ζητώντας τους να λάβουν μέτρα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και αν δεν το έπρατταν θα προχωρούσαν ως επηρεαζόμενοι στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. - Ο Δήμος Λάρνακας απάντησε στις 30/05/18 ότι παρέπεμψε το θέμα στο αρμόδιο τμήμα για εξέταση και ακολούθως απέστειλε επιστολή προς τους παραπονούμενους με την οποία τους ενημέρωνε ότι δεν προβλήθηκε αίτηση και δεν εξασφαλίστηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης (Τεκμήριο Θ, επιστολή 5/6/2018), ενώ οι παραπονούμενοι συνεχίζουν να κατέχουν και να διατηρούν τα ακίνητα χωρίς άδεια και χωρίς πιστοποιητικό, με την κατάσταση τους να είναι αβέβαιη και με βεβαιότητα να ελλοχεύουν κινδύνους. Επίσης, το εν λόγω υποστατικό χρησιμοποιείται ως φρουταρία, εργοδοτεί πολλούς υπαλλήλους και δέχεται πολλούς πελάτες των οποίων η ακεραιότητα ενδεχόμενα να απειλείται και ενδεχομένως οι παραπονούμενοι ως ιδιοκτήτες να βρεθούν αντιμέτωποι με ευθύνες εάν τυχόν προκληθεί κάποιο περιστατικό ή ατύχημα, σε ένα υποστατικό δημόσιας χρήσης χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, που να επιβεβαιώνει ότι τηρούνται οι αρχές ασφαλείας για το κοινό και το προσωπικό. - Επιπλέον, εξ' όσων τυχαία παρατηρήθηκε γίνονται οικοδομικές εργασίες και προσθήκες στις υφιστάμενες οικοδομές χωρίς και πάλι να υπάρχει άδεια σε ισχύ προς τον σκοπό αυτό. Κατατέθηκαν σχετικές φωτογραφίες ως Τεκμήριο Ι από τις οποίες ως ισχυρίζεται στην Ένορκο του Δήλωση ο κ. Φιλίππου, τοποθετήθηκαν δύο πάσσαλοι με σκοπό επέκτασης του χώρου. Εξ' όσων πληροφορήθηκαν οι Αιτητές από τις αρμόδιες αρχές, ούτε αίτηση υποβλήθηκε για έκδοση των σχετικών αδειών, ούτε για πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε σε κοινούς τους γνωστούς ότι όχι μόνο θα παραμείνει στα ενοικιαζόμενα οικόπεδα αλλά δεν θα πληρώνει οποιοδήποτε ποσό και θα προβεί σε επεκτάσεις και θα βελτιώσει τις οικοδομές επί των ακινήτων. Εξ' όσων οι δικηγόροι τους συμβουλεύουν τους παραπονούμενους υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες καταδίκης των Κατηγορουμένων. Εναντίον των Κατηγορουμένων εκκρεμούν και άλλες διαδικασίες όπως η Αγωγή 1206/14, με την οποία διεκδικούνται οφειλόμενα ενοίκια και η Αίτηση Διάλυσης αρ. 74/
- Πρόθεση των παραπονουμένων είναι να διεκδικήσουν και διάταγμα έξωσης καθ΄ ότι η συμφωνία ενοικίασης έχει πλέον λήξει. Μη έκδοση του διατάγματος θα οδηγήσει στην συνέχιση της παρανομίας και θα υπάρχει κίνδυνος η οικοδομή και οι προσθήκες που ξεκίνησαν να γίνονται να μην πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι αρμόδιες αρχές και να υπάρχει κίνδυνος για τους ανυποψίαστους τρίτους. Η ζημία δεν μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά. - Οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν θα υποστούν ζημία εκτός από το να παρεμποδίζονται να παρανομούν και αν δεν υπάρχει παρανομία δεν θα υπάρχει πρόβλημα χρησιμοποίησης της οικοδομής. - Η έκδοση του διατάγματος είναι κατεπείγουσας φύσεως καθ΄ ότι αν επιτραπεί η συνέχιση της παρανομίας θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία και στο κοινό αλλά και στους παραπονούμενους. Ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης Αμέσως με την επίδοση σε αυτούς των εκδοθέντων διαταγμάτων, οι Κατηγορούμενοι καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους:
(1)Ο κατήγορος δε συνιστά νομικό πρόσωπο και δεν συνιστά νομική προσωπικότητα.
(2)Δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη από τον ενόρκως δηλούντα εφόσον δεν παρουσίασε το πρακτικό με το οποίο κατέστη γραμματέας των παραπονουμένων και οι παραπονούμενοι απέκρυψαν σκόπιμα ότι σε επιστολή τους ημερομηνίας 09/08/2013 πληροφόρησαν το πρόσωπο που παρουσιαζόταν ως πρόσωπο της εκκλησιαστικής επιτροπής του ιερού ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακας τον Μητροπολίτη Κιτίου και την εκκλησιαστική επιτροπή του ναού δίδοντας του γραπτή ειδοποίηση 6 μηνών για τον τερματισμό της σύμβασης μισθώσεως από 17/02/2014. Με την εν λόγω επιστολή οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν από τους ιδιοκτήτες να υπογράψουν την αναγκαία αίτηση για εξασφάλιση της άδειας κατεδάφισης από τον Δήμο Λάρνακας. Παρόλα αυτά οι παραπονούμενοι δεν υπέγραψαν και συνεχίζουν να μην υπογράφουν, εγκλωβίζοντας τους Κατηγορούμενους οι οποίοι και αναγκάζονται να εργαστούν για να μειώσουν τις ζημιές τους. Οι Κατηγορούμενοι δεν έχουν πρόβλημα εφόσον τους υπογραφεί η αίτηση για κατεδάφιση να προχωρήσουν σε αυτήν.
(3)Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε καταχρηστικά αφού παράλληλα με αυτήν προωθούνται και άλλες διαδικασίες.
(4)Το εκδοθέν διάταγμα μόνο ζημίες προκαλούν στους Κατηγορούμενους γιατί τους εμποδίζει να εργαστούν. Οι εν λόγω ζημίες είναι ανυπολόγιστες. Οι Κατηγορούμενοι έχουν εντός του καταστήματος τεράστιες ποσότητες φθαρτών που καταστρέφονται με το διάταγμα και παρέλειψαν να το αναφέρουν.
(5)Όσον αφορά τις αναφερόμενες οικοδομικές εργασίες είναι λάθος ότι βρίσκονται σε εξέλιξη γιατί οι πάσσαλοι τοποθετήθηκαν ως στέγαστρο για να προκαλείται σκιά. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκο Δήλωση του Κατηγορούμενου 2 με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. Σε αυτήν επισυνάπτονται και 3 Τεκμήρια και συγκεκριμένα ανταπαίτηση που έχουν οι Κατηγορούμενοι στα πλαίσια της αγωγής 1206/14 (Τεκμήριο 1), επιστολή ημερομηνίας 09/08/2013 (Τεκμήριο 2) που περιέχει γραπτή ειδοποίηση για τερματισμό της ειδοποίησης σύμβασης μίσθωσης και την σύμβαση μίσθωσης ημερομηνίας 01/11/2007 (Τεκμήριο 3). Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Κατόπιν άδειας καταχωρήθηκε και Συμπληρωματική ένορκη Δήλωση εκ μέρους των παραπονουμένων με την οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι μη υπογραφή αίτησης για κατεδάφιση δεν είναι δεδομένο που προβλέπεται από την συμφωνία ενοικίασης και ότι είναι δεδομένο που ουσιαστικά ευνοεί τους Αιτητές και επίσης θέτουν υπόψη μου ότι παρά την έκδοση του διατάγματος, οι Κατηγορούμενοι το παράκουσαν και συνέχισαν να πωλούν προϊόντα (παραθέτοντας ως Τεκμήριο αποδείξεις πώλησης προϊόντων). Σε σχέση με την ισχυριζόμενη ζημία των Κατηγορουμένων, αυτοί μετέφεραν εμπορεύματα στις 21.06.18 και στις 23.06.2018. Η επιχειρηματολογία των μερών μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις τους Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις με την επιχειρηματολογία των μερών. Οι Κατηγορούμενοι - Καθ'ων η Αίτηση παραθέτουν τα ακόλουθα επιχειρήματα (κρίνω ορθότερο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης να παραθέσω πρώτα τη δική τους επιχειρηματολογία):
(1)Δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος καθότι οι παραπονούμενοι γνώριζαν ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσουν όλες τις άδειες αφού η άδεια οικοδομής χορηγήθηκε από το 2008.
(2)Οι παραπονούμενοι ήταν εκείνοι που θα έπρεπε να υπογράψουν σχετική αίτηση των Κατηγορουμένων, αλλά δεν το έπραξαν και εγκλώβισαν τους Κατηγορούμενους εμποδίζοντας τους να κατεδαφίσουν το υποστατικό (αυτός ο λόγος δεν εγείρεται ούτε στην ένσταση ούτε και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει). Όπως αναφέρουν σε άλλο μέρος της αγόρευσης του δε, κάποιο υποστατικό χρειάζεται άδεια ή διάταγμα για να κατεδαφιστεί.
(3)Οι παραπονούμενοι αρνούνται να υπογράψουν αίτηση κατεδάφισης του υποστατικού ως τους ζητήθηκε από τους Κατηγορούμενους.
(4)Οι παραπονούμενοι δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο διάφορα στοιχεία και συγκεκριμένα το ότι οι Κατηγορούμενοι έχουν ανταπαίτηση εναντίον τους, κάτι το οποίο δείχνει και την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων, την επιστολή 09.08.20113, με την οποία οι Κατηγορούμενοι δηλώνουν έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα ακίνητα εφόσον οι παραπονούμενοι τους υπογράψουν σχετική αίτηση για κατεδάφιση.
(5)Δεν αποκαλύφθηκε ότι εντός του υποστατικού βρισκόταν εμπόρευμα τεράστιας αξίας και συγκεκριμένα φθαρτά και ότι εφόσον το κατάστημα κλείσει τα φθαρτά θα καταστραφούν και η ζημία των Κατηγορουμένων θα ήταν τεράστια.
(6)Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδώσει το εκδοθέν διάταγμα αφού το άρθρο 20 (3Α) του Κεφ. 196 δε δίδει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει διατάγματα άλλα από διατάγματα για αναστολή οικοδομικών εργασιών ή κατεδαφιστικών εργασιών και δε δίδει συγκεκριμένα εξουσία για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την κατοχή χωρίς πιστοποιητικό εγκρίσεως. Με παραπέμπει δε σε δύο αποφάσεις συναδέλφων μου πρωτόδικων δικαστών που κρίνουν ότι δεν υπάρχει εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος διαφορετικού περιεχόμενο στην υπόθεση. Αντίθετα το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 παρέχει εξουσία μόνο για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στο Δικαστήριο μόνο στην άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας.
(7)Η ζημία των Κατηγορουμένων με την έκδοση του διατάγματος είναι τεράστια και δεν θα μπορεί εκ των υστέρων να καθοριστεί, εάν ακυρωθεί το διάταγμα, αφού πρόκειται για λαχαναγορά με αυξομειούμενα εισοδήματα. Έχουν δε όπως αναφέρουν σε άλλο σημείο της αγόρευσης τους απώλεια φήμης και πελατείας, η οποία είναι ανυπολόγιστη.
(8)Όσον αφορά το πρώτο διάταγμα για μη προώθηση εργασιών στο υποστατικό, στην πραγματικότητα απλώς τοποθετήθηκαν κάποιοι πάσσαλοι για να τοποθετηθεί στέγαστρο, ώστε να προκαλείται σκιά και να προστατεύονται τα φθαρτά.
(9)Οι παραπονούμενοι δεν είναι νομικό πρόσωπο με βάση την υπόθεση Ιερά Μονή Μαχαιρά ν. Μαρίας Παπασσάβα Κουβατζιά κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 436. Οι Κατηγορούμενοι δε συνεβλήθηκαν με τον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου που εκπροσωπείτο από τον Μητροπολίτη Κιτίου τον Πρόεδρο της εκκλησιαστικής επιτροπής.
(10)Οι παραπονούμενοι απέκρυψαν την επιστολή με την οποία οι Κατηγορούμενοι τους ζήτησαν να υπογράψουν για να λάβουν άδεια κατεδάφισης του λειωμένου υποστατικού κάτι που δείχνει ότι οι παραπονούμενοι τους παγίδευσαν. Οι βασικές θέσεις των Αιτητών είναι οι ακόλουθες: -Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση της πορείας της αίτησης πρέπει να υπερπηδηθεί από τους Κατηγορουμένους το εμπόδιο της στάσης τους, οι οποίοι παρήκουσαν και περιφρόνησαν τα εκδοθέντα διατάγματα, το κατά πόσο μπορεί να εγείρεται ζήτημα ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει το διάταγμα υπ΄ αριθμόν Β της Αίτησης αφού δεν τίθεται αυτό στην Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης. - Επιπλέον εισηγούνται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, ότι το Δικαστήριο είχε εξουσία για την έκδοση τους. Με παραπέμπουν: α. σε διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις συναδέλφων μου. Σε κάποιες από αυτές είχαν εκδοθεί παρόμοια διατάγματα στα πλαίσια υποθέσεων για ισχυριζόμενες παραβιάσεις άρθρων του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών, Νόμου, Κεφ. 96 και παραμερίστηκαν όχι λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Σε μία άλλη δε υπόθεση υπήρξε έκδοση διατάγματος προσωρινής μορφής, ενώ δεν προβλέπονται καν στο σχετικό Νόμο Περί Προστασίας της Παραλίας τέτοια διατάγματα σε ενδιάμεσο στάδιο. β. στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου - Εισηγούνται επίσης ότι δεν υπάρχει ζήτημα ούτε κατάχρησης διαδικασίας ούτε απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης. Όπου το κρίνω στα πλαίσια της παρούσας μου απόφασης θα αναφερθώ στα πλαίσια της απόφασης ειδικά στην επιχειρηματολογία των μερών. Η κρίση του Δικαστηρίου Θα εξετάσω δύο ζητήματα αρχικά που αφορούν στο δικαίωμα των Καθών η Αίτηση να ακουστούν από το Δικαστήριο και στη νομική υπόσταση των Αιτητών να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση. 1. Δικαίωμα των Καθ'ων η Αίτηση να ακουστούν Οι παραπονούμενοι - Αιτητές εισηγούνται μέσω των ευπαίδευτων συνηγόρων τους στο Δικαστήριο, ότι οι Κατηγορούμενοι δεν πρέπει να ακουστούν, εφόσον συνέχισαν να λειτουργούν τη φρουταρία και μετά την επίδοση σε αυτούς των διαταγμάτων, ως φαίνεται σε αποδείξεις που επισυνάπτονται στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Φιλίππου. Με παραπέμπουν σε υποθέσεις όπου το Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία. Στην υπόθεση Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284 , στην οποίαν και με παραπέμπει η πλευρά των Κατηγορουμένων - Καθ'ων η Αίτηση, αναφέρθηκε ότι: « Περιοριζόμαστε στο να επισημάνουμε ότι οι αρχές και η σχετική νομολογία ως προς την απεμπόληση του δικαιώματος διαδίκου να τύχει ακρόασης από το Δικαστήριο λόγω παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου, εξετάστηκαν στην πρόσφατη υπόθεση, Αίτηση Marie Therese Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd & Others
(1989)1 A.A.Δ.(E) 499. Επεξηγείται ότι διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου, δεν εκπίπτει αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. (Antonis Mouzouris and Another v. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 Α.Α.Δ. 287, Hadkinson v. Hadkinson [1952] P. 285 και J. (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156.» Αν και οι Κατηγορούμενοι - Καθ'ων η Αίτηση αφήνουν αναντίλεκτους τους ισχυρισμούς των Αιτητών στη Συμπληρωματική τους Ένορκη Δήλωση ότι βρίσκονται σε παρακοή των διαταγμάτων, επιτρέπω όπως ακουστούν, κάτι που ουσιαστικά επιτρέπω από τις 29/6/2018 , όταν και όρισα την Αίτηση για ακρόαση. Ήδη έχουν αγορεύσει με Γραπτή τους Αγόρευση η οποία καταχωρήθηκε. Θα ήταν οξύμωρο να ζητώ την ετοιμασία Γραπτής Αγόρευσης από τους Καθ' ων η Αίτηση, να τους θέτω δε και σημεία επί των οποίων θα ήθελα να τοποθετηθούν και να τους αρνηθώ σε αυτό το στάδιο το να ακουστούν περαιτέρω, αγνοώντας την προβληθείσα επιχειρηματολογία του δικηγόρου τους. Η φύση ειδικά του διατάγματος αρ. Β. είναι τόσο δραστική, που θα ήταν δρακόντειο και υπέρμετρα αυστηρό το να στερούσα από τους Καθ'ων η Αίτηση το δικαίωμα να ακουστούν. 2. Γενικά για τη νομική υπόσταση των παραπονουμένων Κρίνω ότι ένα τέτοιο ζήτημα, δεν είναι κατάλληλο να εκδικαστεί στο παρόν στάδιο. Παρόμοια κατάληξη είχε και ο κ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ., στα πλαίσια της υπόθεσης Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου Ανδρέα Βασιλείου κ.α. ν. Μιχάλη Πεύκου κ.α., Αρ. Αγωγής 6176/2011, 12/5/2017, όπου και ανέφερε ότι: «. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, πέραν των όσων αφορούν τον χρόνο και τρόπο προώθησης της ουσίας των θέσεων των Εναγομένων, τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στις παρ. 1, 2 και 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν είναι κατάλληλα για να εκδικαστούν προδικαστικά. Εμπλέκονται ζητήματα που αφορούν στο περιεχόμενο και στην ερμηνεία του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου τα οποία θα πρέπει να μαρτυρηθούν και ερμηνευτούν. Στην Ιερά Μονή Μαχαιρά κ.α ν. Κουβάτζια κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 436 αναφέρεται ότι ο Καταστατικός Χάρτης δεν έχει κυρωθεί από νόμο και δεν έχει ισχύ νόμου..» . Θα συμφωνήσω ότι το στάδιο της μονομερούς αίτησης, δεν είναι το κατάλληλο στάδιο κατά το οποίο θα εξεταστεί η ακριβής νομική υφή των παραπονουμένων. Για σκοπούς αυτού του σταδίου, χωρίς βεβαίως να κρίνεται το ζήτημα οριστικά, μπορώ να λάβω υπόψη μου τα ακόλουθα και να κρίνω ότι οι παραπονούμενοι μπορούν να προωθούν την Αίτησή τους:
- Υπάρχει νομοθεσία σε κάθε περίπτωση που αναφέρεται σε δικαιώματα εκκλησιαστικών σωμάτων (βλ. τον περί Εκκλησιαστικών Ιδιοκτησιών Νόμο, Κεφ. 220 και τον περί Εκκλησιών και Μοναστηριών της Αυτοκέφαλης Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου (Έρευνα και Λογιστικός Έλεγχος) Νόμος (ΚΕΦ.42). Επίσης στο άρθρο 2 του Κεφ. 224 τίθεται ο ορισμός θρησκευτικού οργανισμού για σκοπούς του εν λόγω Νόμου ("θρησκευτικός οργανισμός" περιλαμβάνει θρησκευτικό κατάστημα ή θρησκευτικό ίδρυμα κάθε δόγματος καθώς και οποιοδήποτε θρόνο, εκκλησία, παρεκκλήσι, μονή, τέμενος, τεκκέ, τόπο λατρείας ή συναγωγή»)
- Τέθηκε στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ότι ο συμβαλλόμενος με τους Κατηγορούμενους 1, ενσωματώθηκε στην Ενορία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου με βάση τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, ο οποίος σημειώνω ότι προβλέπεται στο άρθρο 110 του Συντάγματος, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίσει έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύϊ Καταστατικώ Χάρτη αυτής.»
- Υπάρχουν πάρα πολλές υποθέσεις, ανάμεσα στις οποίες και η υπόθεση Ιερά Μονή Μαχαιρά ν. Μαρίας Παπασάββα Κουβατζιά κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 436, όπου διοικητικές δομές της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου, ήταν διάδικοι οι ίδιοι αντί η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου.
- Οι Κατηγορούμενοι συνεβλήθηκαν με εκκλησιαστικό σώμα και συγκεκριμένα με την Εκκλησία Αγίου Ιωάννη Θεολόγου (βλ. παρ. 2 αμέσως πιο πάνω).
- Έχω δε δικαστική γνώση ότι Μονές αλλά και άλλα εκκλησιαστικά σώματα έχουν στην ιδιοκτησία τους ακίνητη περιουσία.
- Δεν θα ήταν αναμενόμενο, στα πλαίσια μίας αίτησης που καταχωρείται μονομερώς και φαίνεται να είναι επείγουσας φύσεως, να πρέπει να τεθεί οτιδήποτε πέραν των όσων τέθηκαν στην Ένορκη Δήλωση του κ. Φιλίππου σε σχέση με τη νομική υπόσταση των Αιτητών.
- Στο όνομα των παραπονουμένων αναφέρεται και το όνομα «πρώην ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ» Οπότε, για σκοπούς αυτού του σταδίου είμαι ικανοποιημένος ότι μπορούν οι παραπονούμενοι να προωθούν την Αίτησή τους, με το συγκεκριμένο όνομα και θεωρώ καταλληλότερο να αποφανθώ οριστικά επί του θέματος αυτού στα πλαίσια της ουσίας της υπόθεσης, όταν θα έχω και την πλήρη μαρτυρία από πλευράς των παραπονουμένων. Διάταγμα Β στην Αίτηση Έρχομαι στο διάταγμα Β, το οποίο και θα εξετάσω κατά προτεραιότητα, λόγω και των δραστικών συνεπειών του αλλά και λόγω του ότι επιχειρηματολογείται από τους Καθ'ων η Αίτηση ότι δεν είχε το Δικαστήριο εξουσία να το εκδώσει. Θα εξετάσω πρωτίστως το συγκεκριμένο ισχυρισμό των Καθ'ων η Αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει το διάταγμα. Πρόκειται για ζήτημα δικαιοδοσίας και ακόμα και αν δεν εγείρεται ρητά στην Ένσταση των Καθ'ων η Αίτηση και στους περιεχόμενους σε αυτήν Λόγους Ένστασης, θεωρώ ότι ως κατ' εξοχήν δικαιοδοτικό, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1 ΑΑΔ 225). Η έννοια της δικαιοδοσίας αναλύεται και στην Λαυρέντης Α. Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256: « "Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα" σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα Δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιόν του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιόν του για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Thompson v. Shiel [1840] 3 Ir. Eq. R. 135).» Το άρθρο 20(3Α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νομου, Κεφ. 96, που προβλέπει την έκδοση προσωρινής φύσης διαταγμάτων στα πλαίσια παραβιάσεων της εν λόγω νομοθεσίας, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «(3Α) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που προσάχθηκε εναντίον κάποιου προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(1)δύναται κατόπι αίτησης ex parte να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία προσάχθηκε η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Είναι σαφές ότι διάταγμα ως το Β. δεν προβλέπεται ρητά στο εν λόγω άρθρο. Έχουν τεθεί ενώπιόν μου και από τις 2 πλευρές, διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων ως προς το εάν θα πρέπει να εκδώσω το διάταγμα. Θα υιοθετήσω τη θέση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις υποθέσεις Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας ν. Χρίστου Χ΄ Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 11005/08, απόφαση ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου, 2008 και Πέτρου Ανδρέου ν. Νικόλα Σολωμού κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 2085/14, απόφαση ημερομηνίας 2/5/2014, οπου συνάδελφοί μου κρίνουν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδώσουν διατάγματα άλλου περιεχομένου από το προβλεπόμενο στο άρθρο 20(3Α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών εισηγούνται ότι είναι εφαρμόσιμες οι αρχές του δικαίου της επιείκειας όταν δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο Νόμο. Το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60 προβλέπει τα ακόλουθα: «29
(1)Εκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής ή ποινικής αυτού δικαιοδοσίας θα εφαρμόζη ...... (γ) Το κοινό δίκαιο (common law) και τας αρχάς της επιείκειας (equity) εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενόμενου δυνάμει του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου διατηρηθέντος εν ισχύι δυνάμει της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα.» (υπογράμμιση δική μου) Το άρθρο 20(3Α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 όμως, είναι κατά την άποψή μου περιοριστικό ως προς το ποιου είδους διάταγμα, στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης, μπορεί Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία να εκδώσει -οπότε δεν μπορεί το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 να ισχύσσει. Προσωρινού τύπου διατάγματα σε ποινικές υποθέσεις είναι θεωρώ κατ' εξαίρεση μέτρα και προβλέπονται ειδικά και εντός ρητών καθορισμένων πλαισίων από νομοθετικές διατάξεις (βλ. ενδεικτικά το άρθρο 87
(4)στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο 90/1972 ή το άρθρο 34
(1)του Περί Κτηματομεσιτών Νόμου 71(I)/2010. Δε θεωρώ ότι ένα Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία, όταν υπάρχει σε μία νομοθεσία, σαφώς -αλλά και περιοριστικώς- καθορισμένο πλαίσιο που εφαρμόζεται για έκδοση προσωρινής φύσεως διαταγμάτων σε σχέση με αυτό, μπορεί να εκδώσει διατάγματα εκτός του πλαισίου αυτού. Εάν ο νομοθέτης ήθελε να δώσει επιπλέον εξουσία στο Δικαστήριο, π.χ. για έκδοση προσωρινού διατάγματος ως το Β. της Αίτησης, θα το έπραττε ρητά. Ούτε έχω σύμφυτη εξουσία για να εκδώσω το διάταγμα Β. Στην υπόθεση Kορέλλης Aχιλλέας ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1718, η οποία στρεφόταν κατά ακυρωτικής απόφασης Δικαστή Α.Δ. στα πλαίσια Αίτησης Certiorari που στρεφόταν εναντίον διατάγματος που είχε εκδοθεί από το Κακουργιοδικείο για να δοθούν μεταξύ άλλων, τεκμήρια στην υπεράσπιση για να διεξάγει δική της επιστημονική εξέταση επί αυτών (υπό όρους), επιβεβαιώθηκε από την πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ακόλουθη κρίση του πρωτόδικου Δικαστή Α.Δ., ο οποίος και είχε αναφέρει τα ακόλουθα: "Ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος ειδικά, αλλά και κανένα άλλο νομοθέτημα, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τέτοια εξουσία. Αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να δώσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε εξουσία, της φύσεως αυτής που ανέλαβε το Κακουργιοδικείο, θα το πρόβλεπε ρητά, όπως γίνεται σε άλλες περιπτώσεις και ιδιαίτερα στην πολιτική δίκη, όπου μάλιστα το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των διαφορών στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και οι διάδικοι και το Δικαστήριο κινούνται με μεγαλύτερη ευχέρεια. Το Δικαστήριο δεν δικαιούται, κατά την άποψη μου, να αναλαμβάνει τέτοια δραστική εξουσία χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες του Δικαστηρίου οριοθετούνται από το Σύνταγμα και το νόμο. Δεν υπάρχει σύμφυτη ή εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου που προεκτείνεται για να καλύψει χώρο, στον οποίο μόνο ο νομοθέτης μπορεί να επέμβει. Διαφορετικά, με την επίκληση της ύπαρξης σύμφυτης εξουσίας τα Δικαστήρια θ' αναλάμβαναν απεριόριστη δικαιοδοσία, και σε απροσδιόριστες περιπτώσεις, για την έκδοση διαταγμάτων. Η σύμφυτη εξουσία, όπως νομίζω είναι αντιληπτή στη θεωρία του δικαίου, είναι η παραδοσιακά ενυπάρχουσα εξουσία του Δικαστηρίου που καλύπτει κυρίως το πεδίο της δικονομικής λειτουργίας του, ώστε να καθίσταται αποτελεσματική μέσα στα υπάρχοντα νομοθετημένα πλαίσια.». (υπογράμμιση δική μου) Οπότε το διάταγμα Β. δεν μπορεί να οριστικοποιηθεί, παύει να ισχύει από σήμερα και παραμερίζεται λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης για την έκδοσή του. Με αυτή μου την κατάληξη θεωρώ εντελώς αχρείαστο να επεκταθώ σε άλλους λόγους που προβάλλονται σε σχέση με τη μη έκδοσή του. Διάταγμα Α. για αναστολή εργασιών Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσον το άλλο μέρος του διατάγματος μπορεί να παραμείνει σε ισχύ. Το διάταγμα αυτό είναι σαφές ότι βρίσκεται εντός των πλαισίων του άρθρου 20(3Α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Νομικές Αρχές σε σχέση με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 προβλέπει τα ακόλουθα: « Απαγoρευτικά διατάγματα και παραλήπται 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Όσον αφορά τη νομική πτυχή σε σχέση με διατάγματα που εκδίδονται με βάση το άρθρο 32, στις οποίες και παραπέμπει το άρθρο 20(3Α) του Κεφ. 96, ο συνάδελφος κ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας CGC CONSTANTINOU GENERAL CONSTRUCTION ΛΤΔ κ.α. ν. ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 1300/13, ημερομηνία απόφασης 31/10/2013, προέβη σε εκτενή ανάλυση των και παραθέτω τη σύνοψη στην οποία προβαίνει αμέσως πιο κάτω: « Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ΄ οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557) Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 132). Το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ΄ αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ΄ αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.225, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Αριστοτέλους κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040, Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 83/08, ημ. 11/5/11, Μελάνθιους v Μελάνθιου, Πολιτική Έφεση 394/08, ημ. 28/12/11 και Αποστόλου v. Ιωάννου, Πολιτική ΄Εφεσης 20/10 και 21/10 ημερομηνίας 3/4/12. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν΄ αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και την υπόθεση Re Χ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187). Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D. Πολιτική Έφεση 10042, ημερομηνίας 23.02.1999, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση 11159, ημερομηνίας 20.11.2002 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α., Πολιτική Έφεση 11156, ημερομηνίας 19.12.2002). Στην υπόθεση (T.A. Micrologic Consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Design Ltd), ο έντιμος Δικαστής κ. Καλλής υιοθέτησε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, όπου λέχθηκε ότι «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.». Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd, Πολιτική Έφεση 9984, ημερομηνίας 29.10.1999.» ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Ένα από τα θέματα που έθιξαν οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν ότι δεν πληρείτο το κατεπείγον κατά την έκδοση του Διατάγματος. Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 528, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και υπόθεση Κώστας Χ¨Γαβριήλ v. Λευκόνικο Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 606. Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση RESOLA (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Πρέπει επίσης να είναι αναγκαίο να εκδοθεί το διάταγμα με βάση την αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. ΄Οπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί την χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ΄status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ.802, τονίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της μη πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα επί του θέματος των αποφάσεων μας. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Οριστικοποίηση ή μη του διατάγματος Α. Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, όσον αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις (σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας), χωρίς βέβαια να αποφασίζω την ουσία και τύχη της υπόθεσης, κρίνω ότι πληρούνται, με βάση τους ισχυρισμούς γεγονότων της Ένορκης Δήλωσης. Φαίνεται στην Αίτηση να έχει λάβει χώρα έναρξη εργασιών χωρίς σχετική άδεια οικοδομής (παράγραφος 11 της Ένορκης Δήλωσης) και είναι αυτονόητο ότι σε ένα υποστατικό δημόσιας χρήσης (ως χαρακτηρίζεται στην παράγραφο 10 της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης και δεν αμφισβητείται ότι είναι η φρουταρία) το να λαμβάνουν χώρα χωρίς σχετικές άδειες οικοδομικές εργασίες εγκυμονεί κίνδυνους για το κοινό (που εννοείται ότι σκοπός της ύπαρξης ρυθμιστικού πλαισίου για τις οικοδομές είναι κυρίως η ασφάλεια του κοινού). Εάν ολοκληρωθούν τέτοιου είδους εργασίες, θα ολοκληρωθεί de facto μία παρανομία και θα υφίσταται μία οικοδομή που έχει ανεγερθεί χωρίς άδεια. Εφόσον δε οι εργασίες λαμβάνουν χώρα κι εφόσον ο χώρος είναι προσβάσιμος από το κοινό, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός ανά πάσα στιγμή και δεν μπορεί να αποκλειστεί για τον οποιοδήποτε, ή για υπαλλήλους ή πελάτες της φρουταρίας ή άλλους επισκέπτες. Με βάση τον εν λόγω κίνδυνο, θεωρώ ότι θα είναι πολύ δύσκολο εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ανθρώπινη ζωή και η ανθρώπινη ακεραιότητα κάποιων που πιθανόν να τεθούν σε κίνδυνο, είναι ανυπολόγιστης αξίας αγαθά. Η ύπαρξη του κινδύνου από τη συνέχιση των εργασιών που γίνονται, ως φαίνεται, χωρίς σχετική άδεια, στοιχειοθετεί και το κριτήριο του κατεπείγοντος. Δεν έχω πληροφορίες για το πότε ξεκίνησαν οι εργασίες ακριβώς. Ανά πάσα στιγμή όμως, εφόσον διεξάγονται οικοδομικές εργασίες χωρίς άδεια -και άρα δίχως έλεγχο προδιαγραφών και δίχως προϋποθέσεις - μπορεί να τεκμαρθεί η ύπαρξη κινδύνου για τρίτα πρόσωπα, για την οποίαν να είναι πιθανότατα και υπόλογοι οι Αιτητές ως ιδιοκτήτες του ακινήτου όπου γίνονται οι εργασίες. Ισοζυγίζοντας και προσμετρώντας δε από τη μία τις επιπτώσεις για τους Κατηγορούμενους-Καθ'ων η Αίτηση από τη συνέχιση του διατάγματος, δηλαδή το να έχουν ή όχι σκίαση τα φθαρτά (βλ. παρ. 10 της Ένορκης Δήλωσης Καλουτσίδη που υποστηρίζει την Ένσταση των Καθ'ων η Αίτηση ημερ. 20/6/18) και από την άλλη τον ενδεχόμενο κίνδυνο για την ασφάλεια του κοινού - και τις πιθανές ευθύνες των παραπονουμένων ως ιδιοκτητών του ακινήτου-, είναι σαφές ότι προέχει η υγεία και η ακεραιότητα των ανθρώπων αντί η σκίαση των φρούτων και των λαχανικών που εμπορεύονται οι Κατηγορούμενοι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την έκδοση του διατάγματος. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε παράλειψη αποκάλυψης οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος σε σχέση με τις εργασίες οι οποίες διατάχθηκε να ανασταλούν με το διάταγμα Α. Τα περί μη υπογραφής για την κατεδάφιση της οικοδομής, το ότι δεν αναφέρθηκε ρητά ότι θα καταστρέφονταν φθαρτά με την έκδοση το διατάγματος , τα περί ύπαρξης ανταπαίτησης σε άλλη διαδικασία, αλλά και όλα όσα τα άλλα επικαλείται ο κ. Ποιητής ότι δεν αποκαλύφθηκαν, δεν είναι τέτοιας σημασίας που σε σχέση με το διάταγμα Α να μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση μου, ώστε να ήταν απαραίτητο να τεθούν στην Ένορκη Δήλωση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος Α. . Ούτε και θεωρώ ότι υφίσταται οιαδήποτε καταχρηστικότητα σε σχέση με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, εφόσον αφορά άλλο θέμα εκτός των υφιστάμενων διαφορών των μερών σε άλλες δικαιοδοσίες, οι οποίες άλλωστε αποκαλύπτονται στα πλαίσια της Ένορκης Δήλωσης που συνόδευσε την Αίτηση για έκδοση του διατάγματος. Αφορούν αυτά τα σημεία θεωρώ κυρίως το διάταγμα Β στο οποίο έκρινα ότι πρέπει να παραμεριστεί και ακυρωθεί λόγω έλλειψης δικαιοδοτικού πλαισίου που να δικαιολογεί την έκδοσή του, χωρίς να χρήζει εξέτασης κατά τη γνώμη μου οτιδήποτε περαιτέρω. Κρίνω συνεπώς ότι το διάταγμα Α. θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Κατάληξη -Έξοδα Με βάση τα πιο πάνω, το διάταγμα ως το Α. της Αίτησης, οριστικοποιείται, με μία μικρή τροποποίηση, η οποία γίνεται καθηκόντως εφόσον έχω προσέξει ότι στο Α. της Αίτησης ως το οποίο και εκδόθηκε το διάταγμα, περιέχεται από τυπογραφικό λάθος η φράση «απαγορεύει στους», αντί «διατάσσει τους» και διατάσσω να γίνει η αντικατάσταση της φράσης «απαγορεύει στους» με τη φράση «διατάσσει τους». Άλλωστε, ως παρατηρώ στο φάκελο της υπόθεσης, κατά τη σύνταξη του διατάγματος, αυτό αναγράφει ήδη τη λέξη «διατάσσει» αντί «απαγορεύει». Το διάταγμα ως το Β. της Αίτησης όμως, για τους λόγους που εξηγήθηκαν παραμερίζεται και παύει να ισχύει. Σε σχέση με τα έξοδα που αφορούν την Αίτηση, με δεδομένη τη μερική επιτυχία της, δεν εκδίδεται καμία διαταγή. Υπογρ.............. Ξ.Ξενοφώντος, Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο