← Κύπρος

OURS ν. TOPA, Αρ.Υπόθ. 13152/2017, 25/9/2018

OURS ν. TOPA, Αρ.Υπόθ. 13152/2017, 25/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.Υπόθ. 13152/2017 Ενώπιον : Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. XXXXXXXXXXXX OURS Παραπονούμενος-Κατήγορος - ν - ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ TOPA Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Παραπονούμενο-Κατήγορο: κ. Στεφάνου με κα Καπαρδή Για Κατηγορούμενο (ως αναφέρθηκε για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης): κ. Αυγουστή για Λ.Παπαφιλιππου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το αντικείμενο της παρούσας απόφασης Στην παρούσα υπόθεση, πριν εξεταστεί η εγκυρότητα της επίδοσης, ο Κατηγορούμενος που είναι απών, επιθυμεί να εμφανιστεί μέσω δικηγόρου για να αμφισβητήσει την επίδοση. Η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβητεί την ύπαρξη δικαιώματος για τον Κατηγορούμενο να εμφανίζεται στη διαδικασία για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης. Οι εκατέρωθεν θέσεις Θέση του κ. Στεφάνου, είναι ότι Κατηγορούμενοι, στα πλαίσια μίας ποινικής δίκης, εμφανίζονται και δηλώνουν παραδοχή ή μη παραδοχή ή ειδική απάντηση ή δεν εμφανίζονται καθόλου. Παραπέμπει στο άρθρο 37 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει ότι: « 37. Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με κατηγορητήριο που απαγγέλλεται εναντίον του προσώπου αυτού ενώπιον Δικαστηρίου.» Παραπέμπει επίσης στην απόφαση στην Πολιτική Αίτηση 93/18, όπου σε διαδικασία Certiorari, ο σεβαστός κ. Οικονόμου Δικαστής Α.Δ., αποφάσισε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου (όπου να σημειωθεί εμφανίστηκε εκείνη την ημέρα δικηγόρος εκ μέρους των ενδιαφερόμενων μερών και ανέφερε ότι είχε λάβει γνώση της διαδικασίας), δεν είχε εξουσία να διατάξει όπως επιδοθεί αίτηση για διάταγμα αποκάλυψης με βάση τον Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες 188(Ι)/2007. Με παραπέμπει επίσης στο άρθρο 46 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει τον τρόπο επίδοσης, διαδικασία για υποκατάστατη επίδοση και προβλέπει μεταξύ άλλων ότι: «

(2)Η επίδοση κάθε κλήσης αποδεικνύεται είτε προφορικά από το πρόσωπο που επέδωσε αυτή είτε με ένορκη δήλωση αυτού.» Επίσης κάνει αναφορά στο άρθρο 7 του Περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικόύ) Νόμου του 2000 (Ν. 2(III)/2000), σύμφωνα με το οποίο: «
  1. Το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση επιδίδει εντάλματα και έγγραφα δικαστικών αποφάσεων τα οποία διαβιβάζονται σε αυτό για το σκοπό αυτό από το αιτούν Μέρος. Επίδοση δύναται να γίνει με απλή μεταβίβαση του εντάλματος ή εγγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει επίδοση. Αν το αιτούν Μέρος απαιτεί ρητά με τον τρόπο αυτό, γίνεται επίδοση από το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση με τον τρόπο που προνοείται για την επίδοση παρόμοιων εγγράφων, με βάση τη δική του νομοθεσία ή με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή.
  2. Απόδειξη της επίδοσης δίνεται με απόδειξη παραλαβής χρονολογημένη και υπογραμμένη από το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση ή με δήλωση που γίνεται από το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση ότι έγινε επίδοση και αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της επίδοσης αυτής. Ένα ή άλλο από αυτά τα έγγραφα στέλλονται αμέσως στο αιτούν Μέρος. Το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση, αν το αιτούν Μέρος το ζητήσει με τον τρόπο αυτό, δηλώνει κατά πόσο έγινε επίδοση σύμφωνα με τη νομοθεσία του Μέρους στο οποίο υποβάλλεται αίτηση. Αν δε δύναται να γίνει επίδοση, οι λόγοι ανακοινώνονται αμέσως από το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση στο αιτούν Μέρος.» Σύμφωνα με τον κ. Στεφάνου, η νομοθεσία προβλέπει -εννοώντας περιοριστικά- πότε υποβάλλεται μία ένσταση σε ποινική υπόθεση και συγκεκριμένα στο άρθρο 66 του Κεφ. 155, το οποίο και προβλέπει ότι: «
  3. Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.» Επικαλείται την απόφαση Πολιτική Αίτηση 30/2016 (όπου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατόπιν εμφάνισης συνηγόρων των Κατηγορουμένων, οι οποίοι εμφανίστηκαν δηλώνοντας ότι σκοπός τους ήταν να αμφισβητήσουν την επίδοση του κατηγορητηρίου και εάν η επίδοση ήταν καλή να εμφανίζονταν για σκοπούς παραπομπής των Κατηγορουμένων στο Κακουργιοδικείο) αποφάσισε ότι η επίδοση ως έγινε ήταν καλή και εξέδωσε ένταλμα σύλληψης των Κατηγορουμένων για σκοπούς παραπομπής τους στο Κακουργιοδικείο. Εκεί οι δικηγόροι των Κατηγορουμένων , σε σχέση με την επίδοση, που είχε λάβει χώρα στην Ελλάδα βάσει των προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του κυρωτικού της Νόμου 2(ΙΙΙ)/2000 είχαν υποβάλει και αίτημα για να προσκομίσουν μαρτυρία και δε δόθηκε άδεια για καταχώρηση αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari στους Κατηγορούμενους και η εν λόγω απόφαση στην εν λόγω Πολιτική Αίτηση επικυρώθηκε κατ' έφεση (Πολιτική Έφεση 51/2016, απόφαση ημερομηνίας 26/10/2017), όπου κρίθηκε ορθή η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου για απόρριψη του αιτήματος προσαγωγής μαρτυρίας. (ασχέτως αν τελικά δόθηκε για άλλο λόγο που αφορούσε στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης άδεια για καταχώρηση Αίτησης Certiorari). Εισηγείται δε ο κ. Στεφάνου, ότι ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155 δεν περιέχει πρόνοια με την οποία να προβλέπεται η αμφισβήτηση της επίδοσης και ότι η ποινική διαδικασία πρέπει να διακρίνεται από την πολιτική διαδικασία. Παραπέμπει σε σχετική αναφορά του σεβαστού κ. Ναθαναήλ, Δικαστή Α.Δ., ο οποίος και στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης 39/15, απόφαση ημερομηνίας 17/3/2015 στα πλαίσια της οποίας αμφισβητείτο η μη ακύρωση από Δικαστήριο διατάγματος επίδοσης στους Κατηγορούμενους ανέφερε τα ακόλουθα: « Θα πρέπει εν κατακλείδι να σημειωθεί και το εξής. Η εκκρεμούσα υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αφορά ποινική δίωξη, έστω και αν είναι ιδιωτικής φύσεως. Δεν έχει, δηλαδή, καταχωρηθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ιδιωτική ποινική δίωξη μπορεί να μετατρέπεται σε αστική διαδικασία ζητώντας παραμερισμό της επίδοσης ώστε να ακολουθούν αιτήματα για προνομιακά εντάλματα στο Ανώτατο Δικαστήριο. Άλλος είναι ο σκοπός της ποινικής δίωξης, η οποία θα πρέπει με ταχύτητα να διεκπεραιώνεται ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Ολόκληρο το Κεφ. 155, ακόμη και μετά την προσθήκη του άρθρου 46(1Α), δεν περιέχει καμιά πρόνοια για παραμερισμό επίδοσης. Η ορθόδοξη διαδικασία σε σχέση με επίδοση σε ποινική υπόθεση είναι ότι η επίδοση ελέγχεται από το ίδιο το Δικαστήριο όταν κατατεθεί το επιδοτήριο. Αν τη βρει νόμιμη, και ο κατηγορούμενος είναι παρά ταύτα απών, εκδίδεται ένταλμα σύλληψης. Αν η επίδοση δεν ικανοποιήσει, διατάσσεται νέα επίδοση ή επανακλήτευση, (Γ.Μ. Πική: «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδ. σελ. 137). Στην προκείμενη περίπτωση, όχι μόνο έγινε κανονική επίδοση, αλλά το Δικαστήριο προχώρησε να ορίσει την υπόθεση στις 14.1.2015 για απάντηση για τους αιτητές. Και αυτό στη βάση δήλωσης της κας Πολυβίου στις 10.12.2014, μετά την έκδοση του σκεπτικού του Δικαστηρίου, ότι θα ενημέρωνε τον κ. Βασιλειάδη που εμφανίσθηκε για τους αιτητές για το ότι η υπόθεση παρέμεινε για απάντηση στις 14.1.
  4. Όπως οι συνήγοροι πληροφόρησαν το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτή είναι τώρα ορισμένη για ακρόαση στις 25.5.2015 και εκεί μπορούν να εγερθούν οι όποιες θέσεις μπορούν βάσιμα και νόμιμα να προβληθούν δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  5. Αυτό είναι και το μόνο πλαίσιο εντός του οποίου δύναται να εκδικάζεται μια ποινική υπόθεση. Οτιδήποτε άλλο αποτελεί κατάχρηση της όλης διαδικασίας και ανεπίτρεπτη παρεμπόδιση του δικαστικού έργου.» Εφιστά επίσης την προσοχή μου στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 10227 (1998 1 ΑΑΔ 718) σύμφωνα με την οποίαν η εξουσία του Κακουργιοδικείου (και ως το αντιλαμβάνομαι γενικά ενός Δικαστηρίου) να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιόν του πρέπει να ασκείται με βάση τους δικονομικούς κανόνες και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει μέσο και δεν παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Εισηγείται ότι, στην απουσία σαφών δικονομικών διατάξεων που να ρυθμίζουν το θέμα, δεν καλύπτεται το εν λόγω δικαίωμα για εμφάνιση για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης από τις αρχές του κοινοδικαίου με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Παραπέμπει δε στην απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζιπιτή κ.α. 2003 1 ΑΑΔ 749, όπου και υπήρξε αναφορά ότι δεν είναι όλες οι πρόνοιες του κοινοδικαίου κατάλληλες για εφαρμογή στην Κύπρο. Διαφωνεί δε με την κρίση του συναδέλφου μου Πασχαλίδη Λ., Ε.Δ. στην Gorbachev (θα γίνει αναφορά σε αυτήν πιο κάτω), η οποία ως μου εισηγείται δεν είναι δεσμευτική για εμένα. Όπως τέλος επισημαίνει ο κ. Στεφάνου, σε άλλες κοινοδικαιικές δικαιοδοσίες, ρυθμίστηκε νομοθετικά, προσκομίζοντας δε και σχετικές πρόνοιες. Θέση του είναι ότι συνιστά καταχρηστικότητα το να εμφανίζεται ένας Κατηγορούμενος, ο οποίος δηλαδή γνωρίζει την ύπαρξη της διαδικασίας εναντίον του, για να αμφισβητήσει την επίδοση (δηλαδή τον τρόπο με τον οποίον και λαμβάνει γνώση ένας Κατηγορούμενος). Ο κ. Αυγουστή, που εμφανίζεται για τον Κατηγορούμενο για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης, εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με την απόφαση του σεβαστού κ. Ναθανήλ Δικαστή, Α.Δ., στην Πολ. Αίτηση Carherine Louise Barzyk κ.α., ECLI:CY:AD:2016:D205, Αίτηση 44/2016, απόφαση ημερ. 15/4/2016, αυτό που δεν επιτρέπεται είναι ο παραμερισμός της επίδοσης αφού αυτή κριθεί ως ορθή και όχι η εκ των προτέρων αμφισβήτησή της. Παραπέμεπει στο ακόλουθο απόσπασμα: « Παραμένει προς εξέταση το παράπονο ότι δεν επετράπη στους αιτητές η προσκόμιση μαρτυρίας ως προς την κατοικία τους κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Δικαστήριο ανεφέρθη στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των Erishan Kurazov από τη Ρωσία κ.ά., Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D183, Αίτηση 39/15 ημερ. 17.3.2015, καθώς και σε άλλες που η δική του έρευνα εντόπισε,(Re Farrell's Application for Judicial Review
(2005)NIJB 357, R. V. GarettPegge, ex p Brown
(1911)KB 880, Minister of Agriculture v. McGeough
(1955)NI 139, Francis McGirl, Applicant, v. District Justice Donal McArdle, Respondent
(1989)IR 596, Vysick v. Commisioner of Police
(1971)17 WIR 391), η ουσία των οποίων έγκειται στο ότι η δυνατότητα αμφισβήτησης επίδοσης αφορά στον έλεγχο της ορθότητας της διαδικασίας επίδοσης και στην τήρηση των όρων που τέθηκαν. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Kurazov - ανωτέρω -, η τροποποίηση του Κεφ. 155 δεν εξισώνει την ποινική διαδικασία με πολιτικής φύσεως διαδικασία, εφόσον ακόμη και μετά την προσθήκη του άρθρου 46(1Α), ολόκληρο το Κεφ. 155 δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια για παραμερισμό επίδοσης. Σαφώς η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να δώσει εναλλακτικό τρόπο επίδοσης κατηγορητηρίων είτε από τη Δημοκρατία, είτε από ιδιώτες, ώστε να επιταχύνεται η διεκπεραίωση της ποινικής δίωξης. Το ζητούμενο είναι να ενημερωθεί το κατηγορούμενο άτομο για την ύπαρξη εναντίον του υπόθεσης ώστε να έχει την ευκαιρία να εμφανισθεί και να υπερασπίσει εαυτό. Ελεγχομένης δε της ορθότητας της επίδοσης, κατά το άρθρο 46
(2), δικαιωματικά το Δικαστήριο εκδίδει ένταλμα σύλληψης εφόσον ικανοποιηθεί για τη νομιμότητα της επίδοσης. Αν η επίδοση δεν ικανοποιήσει, διατάσσεται νέα επίδοση ή επανακλήτευση, (δέστε Γ.Μ. Πική: Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η Έκδ. σελ. 137). Αυτό συνάδει και με τη δήλωση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών στο κατώτερο Δικαστήριο στις 19.2.2016, ως προς το ότι οι αιτητές δεν επιδίωκαν τη μη δίωξη ή τη μη εμφάνιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό τον όρο και την προϋπόθεση της τήρησης της ορθής διαδικασίας.» Με παραπέμπει επίσης σε διάφορες αποφάσεις. Από αυτές θα αναφερθώ στην ECLI:CY:AD:2016:A309, Πολιτική Έφεση 61/2014, απόφαση ημερομηνίας 28/6/2016, η οποία και επιβεβαίωσε ως ορθή την κρίση της σεβαστής κας Σταματίου, Δικαστή Α.Δ., η οποία και αποφάσισε στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης 195/2013 ότι Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να να θεωρήσει επίδοση μη έγκυρη έχοντας εξετάσει θέμα επίδοσης του Κατηγορητηρίου όπως εγέρθηκε από το συνήγορο του Κατηγορουμένου και επιτρέποντάς του να προβεί σε προδικαστικές ενστάσεις. Στην Πολ. Αίτηση 195/2013 φαίνεται ότι είναι επιτρεπτό για ένα Κατηγορούμενο να εγείρει στην απουσία του ζήτημα επίδοσης και επί λέξει αναφέρθηκε ότι: «Το γεγονός ότι το θέμα ηγέρθηκε στην απουσία του κατηγορουμένου 1, δεν κρίνω ότι αποτελεί στην όψη των πραγμάτων νομικό σφάλμα που μπορεί να οδηγήσει στην ακυρότητα της διαδικασίας.» Στη σχετική Έφεση (Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 61/2014, απόφαση ημερομηνίας 28/6/2016 ) που ακολούθησε, λέχθηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: « Η παρουσία δικηγόρου εκ μέρους κατηγορούμενου που επικαλείται άκυρη επίδοση δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, της αδιαμφισβήτητης δηλαδή δικαιοδοσίας, που αποτελεί συνάμα πρωταρχικό καθήκον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, να ελέγξει την εγκυρότητα μιας επίδοσης. Θα ήταν παράλογη η εισηγούμενη ερμηνεία του αρθ.46 ότι δηλαδή δεν ενεργοποιείται ουσιαστικά το καθήκον ελέγχου της επίδοσης εάν εμφανιστεί δικηγόρος εκ μέρους του κατηγορούμενου και θέσει στο Δικαστήριο κάποια θέματα που θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να απασχολήσουν το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Θέτει επίσης υπόψη μου διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις συναδέλφων μου, από τις οποίες παραθέτω την εκτενή ανάλυση του Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. σε σχέση με το θέμα της εμφάνισης δικηγόρου με σκοπό την αμφισβήτηση της επίδοσης. Πρόκειται για την υπόθεση Επαρχ. Δικαστηρίου Λεμεσού 9240/15 Gorbachev v. Mariashin, απόφαση ημερ. 28/9/2015, όπου και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « ...Εκείνο που προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι πως, το Δικαστήριο έχει θέσμια υποχρέωση, να ικανοποιηθεί πρώτα ότι έχει αποδειχθεί η ορθή και νόμιμη επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο (βλ. άρθρα 46 και 89 Κεφ.155), προτού να προχωρήσει με οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό βήμα. Για το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να πεισθεί για την ορθότητα της επίδοσης, είτε προφορικά από το πρόσωπο που επέδωσε το κατηγορητήριο, είτε με ένορκη δήλωση του εν λόγω προσώπου (βλ.46
(2)Κεφ.155), είτε με αλλή αποδεκτή και σχετική μαρτυρία. Ακόμα και αν δεν έχει προσκομισθεί σχετική απόδειξη της επίδοσης, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δηλώσει έτοιμος να του απαγγελθούν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει το θέμα της επίδοσης λήγει εκεί (βλ. Re Farrell's Application for Judicial Review [2005] NIJB 357). Πέραν της πειστικής αξίας (persuasive value) που έχουν οι αποφάσεις στις οποίες έχω παραπεμφθεί (πρόκειται για αποφάσεις πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (βλ. Αναφορικα με την αιτηση της Ρωσικης Ομοσπονδιας για την εκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20), αυτές συνάδουν πληρως με το πνέυμα της δεσμευτικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό την Δευτεροβάθμια αυτού Δικαιοδοσία (βλ. σχ. Michael Christodoulos and Others v The Police
(1987)2 CLR 78 και In re Loucis P Loucaides
(1986)1 CLR 458). Με γνώμονα τα ανωτέρω, και υπό το φως των προνοιών του αρ. 37 του Κεφ.155 σύμφωνα με το οποίο «η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με κατηγορητήριο που απαγγέλλεται εναντίον του προσώπου αυτού ενώπιον Δικαστηρίου» και όχι προηγουμένως, το όλο θέμα ελέγχου της επίδοσης ανάγεται κατά τη κρίση μου σε δικαιοδοτικής σημασίας θέμα. Με άλλα λόγια, νοουμένου ότι πληρούνται οι διάφορες δικαιοδοτικές πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, μόνο εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για το ορθό της επίδοσης μπορεί να εξασκήσει δικαιοδοσία επί του κατηγορούμενου. Ο όρος δικαιδοσία εδώ δεν χρησιμοποιείται με την έννοια της κατά τόπο δικαιοδοσίας που συνιστά ειδική απολογία επί του κατηγορητηρίου δυνάμει του αρ. 69 Κεφ.155 ή με την έννοια της καθ' ύλη ποινικής δικαιοδοσίας όπως ο όρος χρησιμοποιείται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60. Ο όρος δικαιοδοσία εδώ χρησιμοποιείται με την γενικότερη έννοια του όπως αυτός άπτεται του συνόλου των δικονομικών εξουσιών ενός ποινικού Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, άν το κατηγορητήριο δεν έχει επιδοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.155 το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε περαιτέρω διαβήματα αναφορικά με τον κατηγορούμενο εκτός αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή οι εκπροσώποι του με τις πράξεις ή τις δηλώσεις τους υποβάλουν τον κατηγορούμενο στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Παρά τις προσπάθειες μου δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσω κυπριακή νομολογία που να ασχολείται απευθείας με το υπό εξέταση θέμα. Έχω όμως εντοπίσεί αγγλική και ιρλανδική νομολογία η οποία είναι άκρως διαφωτιστική και καθοδηγητικής σημασίας (βλ.Makushin (Αρ. 1). Στην υπόθεση R v Garrett-Pegge, ex p Brown [1911] KB 880 λέχθηκε ότι ένας κατηγορούμενος που εμφανίζεται για να αμφισβητήσει την ορθότητα της διαδικασίας και κατ' επέκταση τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν μπορεί να τεθεί σε δυσμενέστερη θέση από αυτόν που δεν εμφανίζεται καθόλου. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει από μόνο του την ορθότητα της διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση, η απλή παρουσία ενός προσώπου στο Δικαστήριο δεν του επιβάλλει την υποχρέωση να κληθεί να απαντήσει στις κατηγορίες αν δεν έχουν τηρηθεί οι δικονομικές πρόνοιες που ενεργοποιούν την εν λόγω υποχρέωση του. Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Re Farrell's Application for Judicial Review [2005] NIJB 357 όπου στα πλαίσια αίτησης για έκδοση certiorari εξετάστηκε το κατά πόσο η εμφάνιση δικηγόρου σε ποινική διαδικασία για τον αποκλειστικό σκοπό της αμφισβήτησης του νόμιμου της επίδοσης του κατηγορητηρίου, συνιστούσε κανονική εμφάνιση. Το αξιοσημείωτο σε εκείνη την υπόθεση είναι ότι το κατηγορητήριο το είχε παραλάβει ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου αυτός είχε πλήρη γνώση του περιεχομένου του. Εκείνο που προβλήθηκε ως αμφισβήτηση ήταν ότι η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες. Το Δικαστήριο, αποδεχόμενο την αίτηση ακύρωσε την καταδίκη αναφέροντας ότι εκεί όπου ο κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ή μέσω δικηγόρου εξουσιοδοτημένου να τοποθετηθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται και δεν χρειάζεται απόδειξη της επίδοσης του κατηγορητηρίου. Όπου όμως η εμφάνιση του δικηγόρου γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας λόγω σφάλματος στη διαδικασία, η εμφάνιση δεν θα θεωρηθεί κανονική. Όπως σχολίασε το δικαστήριο, δεν είναι θέμα τυπολατρίας αλλά ορθής συμμόρφωσης με τις δικονομικές πρόνοιες οι οποίες συνιστούν δικαιοδοτική προϋπόθεση. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο. «If a defendant appears at the court in person or through a solicitor and counsel with his authority to represent him on the merits then he will be deemed to have properly submitted to the jurisdiction of the court and proof of service in those circumstances would not be necessary. However, in this case counsel appeared for the applicant in his absence, not to represent him on the merits but to challenge jurisdiction. The question is whether the applicant should be considered as having submitted to the jurisdiction of the court and waived the invalidity service of the summons in these circumstances. The courts have consistently distinguished representation for the purpose of challenging jurisdiction from representation on the merits of the allegation .... I hold that the service of the summons was invalid under s 7 and that the applicant did not waive the service point or submit to the jurisdiction of the court. I reject the Crown submission that the court should in the exercise of its discretion decline relief. Although the point is a technical one and may appear to lack merit, procedural provisions that give rise to jurisdiction must be properly complied with.(έμφαση του Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Minister of Agriculture v McGeough [1955] NI 139, κρίθηκε ότι το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει να εξετάσει το παράπονο του παραπονούμενου όταν ο κατηγορούμενος στον οποίο δεν έχει επιδοθεί το κατηγορητήριο δεν εμφανίζεται αυτοπροσώπως αλλά μέσω αντιπροσώπου εξουσιοδοτημένου αποκλειστικά να αμφισβητήσει την επίδοση. Η περίπτωση όμως διαφοροποιείται, σύμφωνα με το Δικαστήριο, αν ο εκπρόσωπος είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε απάντηση επί της ουσίας των κατηγοριών εκ μέρους του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Francis McGirl, Applicant, v DistrictJustice Donal McArdle, Respondent - [1989] IR 596 όπου η εμφάνιση έγινε «υπό διαμαρτυρία»). Κανονική εμφάνιση όμως μπορεί και να εξαχθεί από τις παραστάσεις και ενέργειες του δικηγόρου του κατηγορούμενου κατά την εμφάνιση του στο Δικαστήριο έστω και αν αρχικά δηλώθηκε ότι η επίδοση τελεί υπό αμφισβήτηση. Στην υπόθεση Vysick v Commissioner Of Police
(1971)17 WIR 391 ο δικηγόρος του κατηγορούμενου εμφανίστηκε «υπό διαμαρτυρία» για να αμφισβητήσει την ορθότητα της διαδικασίας. Στη συνέχεια προχώρησε και καταχώρησε με επιφύλαξη μη παραδοχή εκ μέρους του κατηγορούμενου και αντεξέτασε μάρτυρες πλην όμως δεν περιορίστηκε στα θέματα της επίδοσης αλλά επεκτάθηκε και στην ουσία της υπόθεσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εν λόγω ενέργειες του δικηγόρου απεμπόλησαν οποιεσδήποτε τυχόν ενστάσεις επί της διαδικασίας και υπέβαλαν τον κατηγορούμενο στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.» Εισηγείται ο κ. Αυγουστή ότι όσον αφορά την Πολιτική Αίτηση 39/15, δεν επιτράπηκε παραμερισμός υποκατάστατης επίδοσης, μετά που αυτή είχε κριθεί ως έγκυρη. Τέλος αναφερόμενος, στην Πολιτική Αίτηση 93/2018, διατύπωσε τη θέση ότι αυτή η απόφαση αφορά σε άλλη νομοθεσία και άλλη διαδικασία, στα πλαίσια ανακριτικών ενεργειών, με ρητή εξαίρεση από το άρθρο 72 του Ν. 188(Ι)/2007 των προνοιών του άρθρου 9 του Κεφ. 6 σε σχέση με το επιστρεπτέο των διαταγμάτων που εκδίδονται μονομερώς. Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου Έχει παρατεθεί η σχετική νομολογία και όντως η παρουσίαση και από τους 2 συνηγόρους των θέσεών τους ήταν εμπεριστατωμένη και πολύ επιβοηθητική για το έργο μου. Δεν θα επαναλάβω τις εν λόγω αρχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω καθότι δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάποια διαφοροποίηση στην υφιστάμενη νομολογία. Καταλήγω, για τους λόγους που εξηγή, στο ότι υπάρχει δικαίωμα ενός Κατηγορούμενου να εμφανίζεται για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης. Η απόφαση στην Πολιτική Έφεση 61/2014, ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι γίνεται δεκτό το δικαίωμα ενός Κατηγορουμένου να εμφανίζεται μέσω δικηγόρου -αλλά ο ίδιος να απουσιάζει- για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης και να θέτει θέματα, τα οποία ούτως ή άλλως θα έπρεπε να απασχολήσουν το Δικαστήριο που εξετάζει την επίδοση. Δέχθηκε δε ως ορθή την κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι δεν ήταν έγκυρη η επίδοση, η οποία διαμορφώθηκε αφού επιτράπηκε προηγουμένως στο συνήγορο του Κατηγορουμένου να εγείρει σχετικές προδικαστικές ενστάσεις. Συμφωνώ πλήρως με την ανάλυση του συναδέλφου μου Πασχαλίδη Λ., Ε.Δ. και δε θα συμφωνήσω με τον κ. Στεφάνου, ο οποίος μου εισηγείται ουσιαστικά ουσιαστικά ότι οι αρχές του κοινοδικαίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι πεπερασμένες και μη κατάλληλες για εφαρμογή. Θεωρώ ότι υπάρχει συγκεκριμένη λογική στο να μπορεί να εμφανίζεται δικηγόρος και να αμφισβητεί την επίδοση. Ούτως ή άλλως θα την εξετάσει το Δικαστήριο. Αν το Δικαστήριο, ασκώντας αυτό το δημοσίας τάξεως καθήκον του, ώστε να μπορεί να προχωρήσει η ποινική δικαιοδοσία, έχει και τη θέση του Κατηγορούμενου, τόσο το καλύτερο, αφού θα μπορεί πιθανότατα το Δικαστήριο να έχει και μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα ως προς το νομότυπο της επίδοσης. Το δικαίωμα εμφάνισης για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης φαίνεται δε να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε περιπτώσεις όπου ο Κατηγορούμενος βρίσκεται και εκτός δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως η παρούσα και εκκρεμεί εναντίον του μία υπόθεση η οποία είναι αυτονόητο ότι θα του προκαλέσει επιπλέον ταλαιπωρία και έξοδα. Δεν έχει ακόμα ελεγχθεί η επίδοση ώστε να προχωρήσει η ποινική διαδικασία. Αν πάντως η επίδοση κριθεί ως ορθή, τότε δεν μπορεί σε μεταγενέστερο στάδιο να ζητηθεί ο παραμερισμός της. Αυτό συνάγεται και από τις αποφάσεις του κ. Ναθαναήλ στις Πολιτικές Αιτήσεις 39/15 και 44/16. Η αδυναμία δε ενός Κατηγορούμενου να ζητήσει παραμερισμό της επίδοσης μετά που αυτή θα κριθεί ως ορθή, καθιστά ακόμη πιο αναγκαίο και λογικό να υπάρχει για τον Κατηγορούμενο ένας τρόπος για να αμφισβητήσει την επίδοση, που δεν είναι άλλος από την άσκηση δικαιώματος να εμφανιστεί μέσω δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης. Εδώ επισημαίνω και την ακόλουθη αναφορά του κ. Ναθαναήλ στην Πολιτική Αίτηση 44/2016, που ουσιαστικά ενισχύει τη θέση του κ. Αυγουστή ότι επιτρέπεται εμφάνιση για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης, αφού τη θεωρεί ο κ. Ναθαναήλ ως «ένδικο μέσο θεραπείας»: « Να προστεθεί εν κατακλείδι ότι υπάρχει εναλλακτικός τρόπος ή ένδικο μέσο θεραπείας και αυτός ήδη χρησιμοποιήθηκε με την εμφάνιση των αιτητών ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού προς αμφισβήτηση της επίδοσης.».(η υπογράμμιση γίνεται από εμένα) Προκύπτει από τις αποφάσεις που τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι είναι καθόλα επιτρεπτό να μπορεί ένας Κατηγορούμενος να εμφανιστεί για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης πριν εξετάσει το Δικαστήριο -ως οφείλει- την εγκυρότητά της. Σχολιάζοντας τη θέση του κ. Στεφάνου για καταχρηστικότητα του να εμφανίζεται Κατηγορούμενος μέσω δικηγόρου για να αμφισβητεί την επίδοση σε αυτόν, πράγματι αποτελεί ένα επιχείρημα που φαίνεται να είναι εκ πρώτης όψεως λογικό. Θεωρώ όμως, ότι η διαδικασία επίδοσης είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και πρέπει σε κάθε περίπτωση, εκτός βεβαίως εάν ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται και δέχεται να του απαγγελθούν κατηγορίες (βλ. Re Farrell's Application for Judicial Review [2005] NIJB 357), η επίδοση να ελέγχεται και να βεβαιώνεται το Δικαστήριο ότι έχει γίνει ορθά, ώστε να μπορεί η διαδικασία να προχωρήσει. Θα ήταν όντως προτιμητέο να υπήρχε ρητή δικονομική διάταξη που να ρυθμίζει το θέμα. Η ανυπαρξία ρητής πρόνοιας όμως δεν αναιρεί και την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος που με βάση την πιο πάνω νομολογία, φαίνεται ότι αναγνωρίζεται και τυγχάνει εφαρμογής στην κυπριακή έννομη τάξη. Τέλος, σχολιάζοντας τα όσα αναφέρθηκαν στα πλαίσια της Πολ. Αίτησης 93/18 , θεωρώ ότι αφορούν σε άλλη διαδικασία, όπου με ρητή νομοθετική διάταξη καθορίζεται το μονομερές της και αποκλείεται στα πλαίσια μίας κατεξοχήν ανακριτικής διαδικασίας η συμμετοχή σε αυτήν του προσώπου το οποίο και αφορά η διερεύνηση και δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω στο να θεωρήσω επιτρεπτή την εμφάνιση του Κατηγορούμενου μέσω των δικηγόρων του για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης. ......... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.