← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1734/14, 24/1/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1734/14, 24/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1734/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΛΥΚΗΣ
  3. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
  4. ΑΝΤΡΕΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24.01.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κος Ν. Νικήτα (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Σαββίδου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Έκαστος από τους κατηγορουμένους 1 και 2 αντιμετωπίζει κατηγορίες κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Κεφ.154 (κατηγορίες 1 και 3), κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Κεφ.154 (κατηγορίες 2 και 5) και παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ.154 (κατηγορίες 26 και 27). Παράλληλα ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επιπρόσθετη κατηγορία εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 301(α) του Κεφ.154 (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στις 20.10.12 στην κοινότητα Γιόλου της επαρχίας Πάφου αποδέχτηκε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής HBK360 αξίας €200 περιουσία του Νεοκλή Διονυσίου από τον Πωμό γνωρίζοντας ότι το εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα αποτελούσε προϊόν κλοπής και αφού μεταξύ των ημερομηνιών 15.10.12-22.10.12 στην Πάφο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά €100 σε διάφορα εξαρτήματα του εν λόγω οχήματος, με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου εξασφάλισε πίστωση ύψους €120 από τον κατηγορούμενο 1 επειδή ενώ γνώριζε ότι το όχημα αυτό ήταν κλοπιμαίο του το πώλησε και είσπραξε το πιο πάνω ποσό. Κατ' ανάλογο τρόπο, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 22.10.12 στην κοινότητα Γιόλου της επαρχίας Πάφου αποδέχτηκε το προαναφερόμενο μοτοποδήλατο γνωρίζοντας και αυτός ότι το εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα αποτελούσε προϊόν κλοπής και ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15.10.12-22.10.12 στην Πάφο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε και αυτός ζημιά €100 σε διάφορα εξαρτήματα του εν λόγω οχήματος. Παράλληλα αμφότεροι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 20.10.12 στην κοινότητα Γιόλου της επαρχίας Πάφου είχαν στην κατοχή τους το εν λόγω μοτοποδήλατο, για το οποίο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίο. Αναφορικά με τις κατηγορίες 6, 7, 8 και 9 που αφορούν τον κατηγορούμενο 2, ο εν λόγω κατηγορούμενος απάντησε σε όλες παραδοχή. Σε σχέση με τους κατηγορουμένους 3 και 4, αυτοί προέβησαν σε παραδοχή των κατηγοριών που του αφορούσαν πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και τους επιβλήθηκε ποινή. Ενόψει της μη παραδοχής των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 26 και 27 η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αναφορικά με τους εν λόγω κατηγορούμενους. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 17.01.18 το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε το κατηγορούμενο 1 στη δεύτερη κατηγορία και τον κατηγορούμενο 2 στην τέταρτη και πέμπτη κατηγορία. Παράλληλα μέσα από την ίδια απόφαση του, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αναφορικά με τις υπόλοιπες προς εκδίκαση κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο μεν κατηγορούμενος 1 προτίμησε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και ο δε κατηγορούμενος 2 επέλεξε προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση (ανώμοτη δήλωση) δίχως οποιοσδήποτε από αυτούς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν δεκαπέντε τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν η Αντρούλλα Γεωργίου, γιαγιά του κατηγορουμένου
  1. Η γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία ημερομηνίας 22.10.12 που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της. Με βάση το περιεχόμενο της, στην αυλή της εν λόγω μάρτυρος εντοπίστηκε το επίδικο μοτοποδήλατο που το είχε φέρει ο εγγονός της (κατηγορούμενος 1) που όπως της είπε το είχε αγοράσει από άλλο νεαρό άτομο στην τιμή των €
  2. Όπως η ίδια είπε, ο κατηγορούμενος 1 της ανάφερε ότι δεν γνώριζε αν το εν λόγω όχημα ήταν κλοπιμαίο αλλά το άτομο που του την είχε πωλήσει του είχε αναφέρει ότι ήταν δική του. Σύμφωνα με την ΜΚ1, ο κατηγορούμενος 1 έφερε το εν λόγω μοτοποδήλατο στην οικία της τρεις νύχτες πριν από την ημερομηνία της κατάθεσης της στην αστυνομία. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν θυμάται τελικά αν ο κατηγορούμενος 1 είχε αγοράσει το επίδικο μοτοποδήλατο στην τιμή των €150 που είχε προηγουμένως αναφέρει. ΜΚ2 ήταν ο Διονύσιος ή Δήμος Διονυσίου, του οποίου η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 22.10.12 που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2 αποτέλεσε ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο πατέρας του μάρτυρα, Νεοκλής Διονυσίου, ήταν ο ιδιοκτήτης του επίδικου μοτοποδηλάτου. Περιγράφοντας το επίδικο μοτοποδήλατο σημειώνεται ότι είναι μάρκας Yamaha Chally 49cc με αριθμούς εγγραφής HBK360, χρώματος κόκκινο με μωβ φτερά μπροστά και πίσω, καλαθάκι μπροστά και μαύρη σέλλα. Επίσης σημειώνεται ότι ο ιδιοκτήτης του επιδίκου μοτοποδηλάτου προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία λέγοντας ότι αυτό κλάπηκε μεταξύ των ημερομηνιών 15.10.12-16.10.12 ενώ ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία του στον Πωμό. Ακόμη στο εν λόγω καταγράφεται η αναφορά του ΜΚ2 ότι στις 21.10.12 είδε το επίμαχο μοτοποδήλατο έξω από καφενείο στην πλατεία της κοινότητας Γιόλου και ακολούθως στις 22.10.12 το εντόπισε σταθμευμένο στην αυλή της οικίας της ΜΚ1, το οποίο όχημα αναγνώρισε επειδή το έβλεπε καθημερινά, παρόλο ότι το μπροστινό φτερό και το καλαθάκι του είχαν αφαιρεθεί, τέσσερις σηματοδείκτες είχαν αποκοπεί, δεν υπήρχαν πινακίδες εγγραφής και η μαύρη σέλλα είχε αλλαχθεί με άσπρη. Στην δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι το επίδικο μοτοποδήλατο έχει επιστραφεί στην οικογένεια του αποβιώσαντα παραπονούμενου. Επιπλέον αναγνώρισε το επίδικο μοτοποδήλατο να απεικονίζεται σε τρεις έγχρωμες φωτογραφίες που του υποδείχτηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3
(1)μέχρι 3
(3). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως έβλεπε καθημερινά το επίδικο όχημα που ήταν σταθμευμένο στην αυλή της οικίας της αδελφής του, πίσω από την οποίαν ήταν η οικία των γονιών του, όταν επισκεπτόταν συχνά τους γονείς του. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, ήταν αυτός που την γέμιζε με καύσιμα, ήταν αυτός που τη συντηρούσε και αυτός που την μετέφερνε σε μηχανικό για επιδιόρθωση όταν παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο πατέρας του ήταν αυτός που διαπίστωσε ότι το επίμαχο όχημα είχε κλαπεί όταν δεν την εντόπισε στην αυλή. Σύμφωνα ακόμη με τον μάρτυρα, όταν είδε το όχημα έξω από το καφενείο υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για το επίμαχο επειδή πρόσεξε ένα πλαστικό κλιπ πάνω στο λαμπτήρα του εν λόγω μοτοποδηλάτου. Αργότερα όταν την εντόπισε στην οικία της ΜΚ1 βεβαιώθηκε ότι ήταν εκείνο επειδή αναγνώρισε το πιο πάνω πλαστικό κλιπ που ο ίδιος είχε τοποθετήσει, το οποίο υπέδειξε ως μαύρο αντικείμενο στο αριστερό χερούλι του μοτοποδηλάτου που απεικονίζεται στο Τεκμήριο 3
(3). Επιπλέον ο μάρτυρας σημείωσε ότι το επίμαχο μοτοποδήλατο βρισκόταν σε καλή μηχανική κατάσταση ενώ, όπως του είχε αναφέρει ο πατέρας του (παραπονούμενος), η αξία αγοράς του ανερχόταν στα €
  1. Παράλληλα ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι στο παρελθόν είχε αποστείλει επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα, εκ μέρους και για λογαριασμό του παραπονούμενου, με την οποίαν επιθυμούσε απόσυρση του παραπόνου του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ακόμη στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν μετέβηκε στην αστυνομία και σύγκρινε τον κωδικό πλαισίου που αναγραφόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας του επιδίκου μοτοποδηλάτου με αυτόν που υπήρχε πάνω στο όχημα που εντοπίστηκε στην οικία της ΜΚ1 διαπίστωσε ότι ήταν ο ίδιος. Επιπροσθέτως ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως όταν αγοράστηκε το επίδικο μοτοποδήλατο ήταν σε μεταχειρισμένη κατάσταση. Σε σχέση με την αξία αγοράς της ο ΜΚ2 είπε ότι νομίζει ότι στοίχισε €200 από ότι του είχε αναφέρει ο παραπονούμενος αλλά δεν έχει οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτό. Ούτε και διαθέτει οποιαδήποτε εκτίμηση της αξίας της από ιδιώτη εκτιμητή. Περαιτέρω σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, τελευταία φορά που είχε δει το επίμαχο μοτοποδήλατο ήταν στην οικία της αδελφής του την προηγούμενη νύχτα της κλοπής. Ειδικότερα, όπως ο ΜΚ2 είπε, όταν αναχώρησε στις 22:00 από την οικία της αδελφής του είχε προσέξει ότι το επίμαχο όχημα ήταν εκεί χωρίς οποιεσδήποτε μετατροπές ή αφαιρέσεις από αυτό. ΜΚ3 ήταν ο αστυφύλακας 5593 Παύλος Τιμοθέου που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού, του οποίου η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 22.10.12 που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 αποτέλεσε βασικά την κυρίως εξέταση του. Στο έγγραφο αυτό σημειώνεται ότι στις 22.10.12 ενώ ο μάρτυρας αυτός βρισκόταν σε καθήκον ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από τον ΜΚ2, με τον οποίον γνωρίζεται, ότι είδε και αναγνώρισε το επίδικο μοτοποδήλατο του πατέρα του που είχε κλαπεί να βρίσκεται στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 στην κοινότητα Γιόλου. Αμέσως μετέβηκε στη Γιόλου μαζί με συνάδελφο του όπου συνάντησαν τον ΜΚ2, ο οποίος τους υπέδειξε την οικία της ΜΚ
  3. Εκεί κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της ΜΚ1 και στην παρουσία της ερεύνησαν την αυλή της οικία της όπου εντόπισαν μοτοποδήλατο με αρ. πλαισίου και μηχανής 4391000111 μάρκας Yamaha χρώματος κόκκινου χωρίς πινακίδες εγγραφής. Όταν ερωτήθηκε η ΜΚ1 για την παρουσία του εν λόγω οχήματος στην αυλή της και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο, αυτή απάντησε Εν του άγγονα μου του Αντρέα τζιαι έφερε το πριν λείες ημέρες.' Ακολούθως ο μάρτυρας επικοινώνησε με τον εξεταστή της παρούσας υπόθεσης, αστυφύλακα 1260 Πάτροκλο Ανδρονίκου, ο οποίος όταν του λέχθηκε ο αριθμός πλαισίου και μηχανής του οχήματος που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1, του ανάφερε ότι επρόκειτο για το επίμαχο μοτοποδήλατο του παραπονούμενου που είχε κλαπεί και διερευνούσε την υπόθεση. Τότε ο ΜΚ3 παρέλαβε το μοτοποδήλατο που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 ως τεκμήριο και το παρέδωσε στον αστυφύλακα 1260 Πάτροκλο Ανδρονίκου για να συνεχίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης. Στην δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε το μοτοποδήλατο που εντόπισε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 ως εκείνο που απεικονίζεται στις τρεις έγχρωμες φωτογραφίες που του υποδείχτηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3
(1)-3
(3). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το μοτοποδήλατο που εντόπισε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 ήταν χρώματος κόκκινου και βρισκόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Αυτό ο μάρτυρας το γνωρίζει επειδή στην προσπάθεια του να το μετακινήσει τέθηκε σε λειτουργία. Με τη βοήθεια του υπηρεσιακού του οχήματος το μετέφερε και το παρέδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι η ΜΚ1 του είχε πει πως ο εγγονός της (κατηγορούμενος 1) είχε αγοράσει το μοτοποδήλατο που εντόπισε στην αυλή της με χρήματα που του είχε δώσει η ίδια, χωρίς όμως θυμάται τι ποσό ήταν. Σε ότι αφορά τη συγκατάθεση που ο μάρτυρας εξασφάλισε από την ΜΚ1 για τη διεξαγωγή έρευνας στην οικία της, το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Ακόμη στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είχε προσωπική γνώση ότι το επίμαχο μοτοποδήλατο που είχε κλαπεί χρησιμοποιείτο από τον αποβιώσαντα παραπονούμενο. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι την ώρα που διεξήχθη έρευνα στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 παρών ήταν και ο ΜΚ2, οποίος εκείνη τη στιγμή δεν του ανάφερε για οποιεσδήποτε μετατροπές ή αφαιρέσεις που παρατήρησε στο όχημα που εντοπίστηκε όπως ούτε του είπε οτιδήποτε σχετικά με την αξία της. ΜΚ4 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 1260 Πάτροκλος Ανδρονίκου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Πόλυς Χρυσοχούς. Στη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 05.12.12, η οποία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 και ουσιαστικά αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, αναφέρεται ότι στις 16.10.12 ο παραπονούμενος κατάγγειλε ότι μεταξύ των ωρών 21:00-07:00 των ημερομηνιών 15.10.12-16.10.12 άγνωστος ή άγνωστοι έκλεψε ή έκλεψαν το μοτοποδήλατο του με αριθμούς εγγραφής HBK360 μάρκας Yamaha κόκκινου χρώματος 49cc αξίας €200 που ήταν σταθμευμένο πάνω στη βεράντα της οικίας της θυγατέρας του. Επίσης σημειώνεται ότι στις 22.10.12 του τηλεφώνησε ο ΜΚ3, ο οποίος του είπε ότι ανευρέθηκε ένα μοτοποδήλατο μάρκας Yamaha κόκκινου χρώματος 49cc με αριθμό πλαισίου και μηχανής
  2. Ο εν λόγω μάρτυρας τότε διαπίστωσε ότι επρόκειτο για το επίδικο μοτοποδήλατο του παραπονούμενου που είχε κλαπεί, το οποίο και παρέλαβε από τον ΜΚ
  3. Επίσης αναφέρεται ότι στις 22.10.12 και περί ώρα 14:15 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε 'Εντάξει'. Ακολούθως της ίδιας ημέρας και μεταξύ των ωρών 15:30-15:55 ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8, μέσα από την οποία φέρεται να είπε ότι το μοτοποδήλατο που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 του το είχε πωλήσει ο κατηγορούμενος
  4. Στις 23.10.12 ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε ότι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. Το έντυπο κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Περαιτέρω σημειώνεται ότι στις 22.10.12 και περί ώρα 19:20 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε 'Τι να πω.' Αργότερα της ίδιας ημέρας και μεταξύ των ωρών 20:10-20:35 ο μάρτυρας αυτός έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, μέσα από την οποία φέρεται να είπε ότι το μοτοποδήλατο που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 του το είχαν πωλήσει οι κατηγορούμενοι 3 και
  6. Στις 23.10.12 ο μάρτυρας αυτός κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε ότι παραδέχεται. Το έντυπο κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Επίσης στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται η ενέργεια του μάρτυρα αυτού να παραδώσει το μοτοποδήλατο που παρέλαβε από τον ΜΚ3 στον παραπονούμενο αφού πρώτα το επιθεώρησε και αναγνώρισε ότι ήταν δικό του. Στην δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας επισήμανε ότι το μοτοποδήλατο για το οποίο γίνεται αναφορά στη γραπτή κατάθεση του είναι αυτό που απεικονίζεται στις έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 3
(1)-3
(3). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως από ότι νομίζει ο κατηγορούμενος 1 είχε αγοράσει το μοτοποδήλατο που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 για το ποσό των €120-€125 περίπου. Περαιτέρω μέσα από την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι καθόρισε την αξία του επίμαχου μοτοποδηλάτου στα €200 επειδή του το δήλωσε ο παραπονούμενος αλλά και από προσωπική του εμπειρία που προέκυψε από την προσωπική ενασχόληση του με θέματα μοτοποδηλάτων, χωρίς ο ίδιος να έχει επαγγελματικές γνώσεις στον τομέα εκτίμησης μοτοποδηλάτων, χωρίς ο ίδιος να έχει διορίσει στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ιδιώτη επαγγελματία εκτιμητή οχημάτων και δίχως ο παραπονούμενος να του έχει προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη σχετικά με την αξία αγοράς της. Επιπλέον ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους 3 και 4, τους οποίους στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς. Οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 3 και 4 προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα ενώ τα έντυπα γραπτής κατηγορίας ως Τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα. Επιπροσθέτως ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως δεν έχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι αυτός ευθύνεται για την πρόκληση των ισχυριζόμενων ζημιών στο επίδικο μοτοποδήλατο. Μέσα από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 σημειώνεται ότι επειδή ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε πως αυτός ενδιαφερόταν να αγοράσει ένα μοτοποδήλατο μικρού κυβισμού του πρότεινε μία περίπτωση όπου δύο άτομα πωλούσαν μία μοτοσικλέτα μάρκας Yamaha 49cc για το ποσό των €
  1. Ο κατηγορούμενος 1 αποδέχτηκε και τότε ο κατηγορούμενος 2 του παρέδωσε το μοτοποδήλατο στις 20.10.12 χωρίς αριθμούς εγγραφής στην οικία της ΜΚ1 εισπράττοντας από αυτόν το ποσό των €
  2. Σε ερώτηση του κατηγορουμένου 1 αν υπήρχαν έγγραφα για το μοτοποδήλατο που είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος απάντησε πως δεν γνώριζε. Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι επειδή οι κατηγορούμενοι 3 και 4 επιθυμούσαν να πωλήσουν ένα μοτοποδήλατο μάρκας Yamaha 49cc και γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 ενδιαφερόταν να αποκτήσει ένα τέτοιο όχημα, ο ίδιος το αγόρασε έναντι του ποσού των €120 και ακολούθως το πώλησε χωρίς αριθμούς εγγραφής στον κατηγορούμενο 1 στην τιμή των €125, ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος 1 του κατέβαλε με την παράδοση του εν λόγω οχήματος. Μέσα από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 3 σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 βρέθηκαν με τα ποδήλατα τους στην κοινότητα Μακούντα όταν πρόσεξαν ένα μοτοποδήλατο μάρκας Yamaha 49cc κόκκινου χρώματος με μωβ φτερά να είναι σε ημιφορτηγό που οδηγείτο από ένα τουρκοκύπριο. Σε συζήτηση που είχαν με τον τουρκοκύπριο αν πωλούσε το εν λόγω μοτοποδήλατο, ο τελευταίος ζήτησε €30 αλλά τελικά το αγόρασαν έναντι του ποσού των €15 χωρίς να τον ρωτήσουν αν ήταν κλοπιμαίο. Ακολούθως το πώλησαν στον κατηγορούμενο 2 στην τιμή των €
  3. Αναφορικά με την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 4 το περιεχόμενο της είναι πανομοιότυπο με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου
  4. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο κατηγορούμενος 1 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής ενώ ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση. Στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος 2 απλά υιοθέτησε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του ημερομηνίας 22.10.12 (Τεκμήριο 10), το περιεχόμενο της οποίας έχει εκτεθεί πιο πάνω. Επιπλέον ο εν λόγω κατηγορούμενος ανάφερε ότι δεν γνώριζε και δεν φαντάστηκε ότι το επίδικο μοτοποδήλατο ήταν κλοπιμαίο και ότι το μόνο που έκανε ήταν να δώσει χρήματα στους κατηγορουμένους 1 και 2 και στη συνέχεια να παραλάβει το όχημα και να το παραδώσει στον κατηγορούμενο
  5. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η μαρτυρία που η πλευρά της προσκόμισε είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε στη βάση της οποίας έχουν αποδειχτεί όλες οι κατηγορίες που αμφότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Η κυρία Σάββα ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχους τους κατηγορουμένους στις εν λόγω κατηγορίες. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αδύναμη και δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής του πελάτη του. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχτεί το συστατικό στοιχείο της γνώσης ότι το μοτοποδήλατο ήταν κλοπιμαίο αναφορικά με την κατηγορία της κλεπταποδοχής καθώς επίσης το συστατικό στοιχείο των εύλογων υπονοιών ότι η επίδικη μοτοσικλέτα ήταν προϊόν κλοπής σχετικά με την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας. Είναι η θέση του κυρίου Νικήτα ότι ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να αθωωθεί σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 κάλυψε ζητήματα παρόμοια με αυτά που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου
  6. Ειδικότερα η κυρία Σαββίδου ισχυρίστηκε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο πελάτης της είχε αντίληψη πως το επίμαχο μοτοποδήλατο είχε κλαπεί. Σύμφωνα ακόμη με την εν λόγω συνήγορο, η μαρτυρία που τέθηκε στο Δικαστήριο δεν περιέχει περιστάσεις που να δημιουργούν εύλογες υπόνοιες ότι η επίδικη περιουσία ήταν αποτέλεσμα κλοπής. Αντίθετα, όπως ισχυρίστηκε η κυρία Σαββίδου, ο κατηγορούμενος 2 αγόρασε την επίδικη περιουσία και δεν την απέκτησε παράνομα. Με βάση αυτό το σκεπτικό η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση του πελάτη της στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η μαρτυρία της ΜΚ1 είναι μικρής και περιορισμένης έκτασης. Μπορεί να λεχθεί ότι διαχωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο κομμάτι της πραγματεύεται γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπική της αντίληψης και δεν έχουν αμφισβητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά. Χωρίς δεύτερη σκέψη τα αποδέχομαι. Συγκεκριμένα γίνονται αποδεκτές οι αναφορές της ΜΚ1 και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι περί τις 19.10.12 ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος είναι εγγονός της, μετέφερε και τοποθέτησε στην αυλή της οικίας της ένα μοτοποδήλατο. Το δεύτερο ωστόσο κομμάτι της μαρτυρίας της ΜΚ1 περιλαμβάνει αναφορές, για τις οποίες αποκλειστική πηγή γνώση της είναι η πληροφόρηση που είχε από τον κατηγορούμενο 1. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία βεβαίως δεν αποκλείεται από αξιολόγηση ως τέτοια που είναι (βλέπε άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Παράμετροι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Κεφ.9, στο περιεχόμενο του οποίου παραπέμπω. Επειδή όμως οι θέσεις του κατηγορουμένου 1 παρουσιάστηκαν αυτούσιες στο Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης του, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τις ακούσει στο σύνολο τους και να προβεί σε αξιολόγηση τους. Κατά συνέπεια αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της ΜΚ
  1. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ1, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί. Ο ΜΚ4 ήταν ο αστυνομικός που εξέτασε την καταγγελία του αποβιώσαντα παραπονούμενου, μέσα από την οποία διερεύνηση προωθήθηκε η παρούσα υπόθεση ενώπιον της δικαιοσύνης. Η μαρτυρία του διαχωρίζεται σε δύο μέρη. Ένα μέρος της μαρτυρίας του αφορά προσωπική γνώμη του αναφορικά με το ύψος της αξίας του επιδίκου μοτοποδηλάτου. Χωρίς να είναι εκτιμητής οχημάτων, δίχως να διαθέτει τέτοιες εξειδικευμένες γνώσεις και χωρίς να έχει επικαλεστεί βοήθεια από εμπειρογνώμονα, ειδικό σε τέτοια θέματα, εκφράζει απόψεις που στερούνται υποστήριξης από απαιτούμενο μαρτυρικό υπόβαθρο και καταλήγει σε συμπεράσματα που δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του επαγγέλματος που ασκεί καθώς και των γνώσεων του. Χωρίς αμφιβολία δεν αποδέχομαι την πτυχή αυτή της μαρτυρίας του. Σε καμία όμως περίπτωση αυτό πλήττει το επίπεδο αξιοπιστίας του μάρτυρα επειδή το υπόλοιπο κομμάτι της μαρτυρίας του που είναι εντελώς ανεξάρτητο επικεντρώνεται σε ενέργειες που πραγματοποίησε στα πλαίσια άσκησης των αστυνομικών του καθηκόντων υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς διερεύνησης της, οι οποίες ενέργειες δεν έτυχαν αμφισβήτησης από οποιονδήποτε κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο βαθμό και την έκταση που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 7 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ4 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 16.10.12 έγινε δέκτης καταγγελίας από τον αποβιώσαντα παραπονούμενο με την οποίαν δηλωνόταν ότι μεταξύ των ωρών 21:00-07:00 των ημερομηνιών 15.10.12-16.10.12 άγνωστος/άγνωστοι έκλεψε/έκλεψαν το ιδιοκτησίας μοτοποδήλατο του με αριθμούς εγγραφής HBK360 μάρκας Yamaha κόκκινου χρώματος 49cc. (β) Σε συνεργασία με τον συνάδελφο του ΜΚ3 διαπίστωσε ότι το μοτοποδήλατο που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 και το μοτοποδήλατο που καταγγέλθηκε από τον αποβιώσαντα παραπονούμενο ότι είχε κλαπεί, εκτός από το ότι είχαν την ίδια περιγραφή, διέθεταν τον ίδιο αριθμό πλαισίου και μηχανής. (γ) Στις 22.10.12 παρέλαβε από το συνάδελφο του ΜΚ3 το μοτοποδήλατο που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ
  2. (δ) Την ίδια ημέρα και ώρα 14:14 συνέλαβε τον κατηγορούμενο
  3. (ε) Αργότερα της ίδιας ημέρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 8). (στ) Την ίδια ημέρα και ώρα 19:20 συνέλαβε τον κατηγορούμενο
  4. (ζ) Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 10). (η) Στις 23.10.12 και ώρα 00:15 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 3 ενώ την ίδια ημέρα και ώρα 00:17 συνέλαβε τον κατηγορούμενο
  5. (θ) Αργότερα της ίδιας ημέρας έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους 3 και 4 (Τεκμήρια 12 και 13). (ι) Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους 1-4 (Τεκμήρια 9, 11, 14 και 15). (κ) Στις 05.12.12 και στην παρουσία του ο αποβιώσαντας παραπονούμενος επιθεώρησε και αναγνώρισε το μοτοποδήλατο που εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 και βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό Πόλυς Χρυσοχούς ως το δικό του που είχε δηλώσει κλοπιμαίο. (λ) Την ίδια ημέρα και μετά την πιο πάνω επιθεώρηση και αναγνώριση, παρέδωσε το εν λόγω μοτοποδήλατο στον αποβιώσαντα παραπονούμενο. Περαιτέρω δέχομαι την αναφορά του ΜΚ4, η οποία επίσης αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ότι το μοτοποδήλατο που απεικονίζεται στις έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 3
(1)-3
(3), η γνησιότητα των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα στάδιο της διαδικασίας από οποιοδήποτε μέρος και ως εκ τούτου αποδέχομαι ότι απεικονίζει το αντικείμενο που φαίνεται σ' αυτές με την όψη και τα χαρακτηριστικά που ευδιάκριτα αναγνωρίζονται, είναι εκείνο που του είχε παραδοθεί από τον ΜΚ3 και αποτελούσε αντικείμενο διερεύνησης της υπόθεσης αυτής στην οποίαν ο ίδιος ήταν ο εξεταστής. Πρόκειται για αναφορά που παρέμεινε αναντίλεκτη μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ3 ήταν ένα άλλο μέλος της αστυνομίας που είχε ανάμιξη στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Στα πλαίσια της αστυνομικής του ιδιότητας προέβηκε σε ενέργειες που ήταν επικουρικές των προσπαθειών του ΜΚ4 που κατέβαλλε ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από τις μαρτυρίες των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4 αλλά και επαληθεύεται από πραγματική μαρτυρία, στοιχεία που ενισχύουν την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Ο ρόλος του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους 1 και
  1. Ούτε αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε κατηγορούμενο οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο ΜΚ
  2. Η αναντίλεκτη μορφή της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 5 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ3 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 22.10.12 μετέβηκε μαζί με συνάδελφο του στην κοινότητα Γιόλου της επαρχίας Πάφου μετά που είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΚ2 που του είπε ότι είχε δει και αναγνωρίσει το δηλωμένο ως κλοπιμαίο μοτοποδήλατο του αποβιώσαντα παραπονούμενου στην αυλή της οικίας της ΜΚ
  3. (β) Όταν αφίχθηκε στη Γιόλου συνάντησε τον ΜΚ2 που τον οδήγησε στην οικία της ΜΚ1, την οποία και του υπέδειξε. (γ) Εκεί κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της ΜΚ1 (Τεκμήριο 6) και στην παρουσία της ερεύνησε την αυλή της οικία της όπου εντόπισαν μοτοποδήλατο με συγκεκριμένο αρ. πλαισίου και μηχανής μάρκας Yamaha χρώματος κόκκινου χωρίς πινακίδες εγγραφής. (δ) Όταν ρώτησε την ΜΚ1 πως βρέθηκε η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα στην αυλή της οικίας της, αυτή απάντησε ότι την είχε φέρει ο κατηγορούμενος 1 πριν από λίγες ημέρες. (ε) Επικοινώνησε με τον ΜΚ4 που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και τον ενημέρωσε για το αποτέλεσμα της πιο πάνω έρευνας του καθώς και για τον αριθμό πλαισίου και της μηχανής που προσωπικά διαπίστωσε στο μοτοποδήλατο, το οποίο εντόπισε στην αυλή της οικίας της ΜΚ
  4. (στ) Επειδή του το ζήτησε ο ΜΚ4, στις 22.10.12 ο εν λόγω μάρτυρας του παρέδωσε το εν λόγω μοτοποδήλατο για να συνεχίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής μεταφέροντας το στον αστυνομικό σταθμό Πόλυς Χρυσοχούς με τη βοήθεια του υπηρεσιακού του οχήματος. (ζ) Στην προσπάθεια του να μετακινήσει το εν λόγω μοτοποδήλατο διαπίστωσε ότι αυτό βρισκόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση επειδή τέθηκε σε λειτουργία. Επιπλέον δέχομαι την αναφορά του ΜΚ3, η οποία επίσης αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίζει ότι το μοτοποδήλατο που εντόπισε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 είναι αυτό που απεικονίζεται στις έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 3
(1)-3
(3). Πρόκειται για μια σαφή και θετική δήλωση αναγνώρισης που διαπνέεται από σίγουρη τοποθέτηση του ΜΚ3, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έτυχε αμφισβήτησης μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 6, εφόσον δεν τέθηκε οτιδήποτε που να θέτει υπό αμφισβήτηση ή αμφιβολία την εγκυρότητα και νομιμότητα του εν λόγω εγγράφου, αποδέχομαι το περιεχόμενο του ως αληθές και αξιόπιστο. Ο ΜΚ2 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε στο Δικαστήριο και με αφοπλιστική ειλικρίνεια περιέγραψε με τρόπο παραστατικό τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του αντίληψης και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε ευθέως, με σαφήνεια, πάντοτε επί της ουσίας τους και τεκμηριωμένα, χωρίς τάση υπεκφυγής και δίχως υπερβολή. Σε καμία περίπτωση μου έδωσε την εικόνα ότι κατασκεύαζε μαρτυρία. Οι διάφορες αναφορές του διαπνέονται από θετικότητα και αυθορμητισμό, στοιχεία που αναδεικνύουν την ειλικρίνεια του ως μάρτυρα της παρούσας υπόθεσης και παράλληλα δείχνουν ότι αισθανόταν σίγουρος γι' αυτά που έλεγε. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνέπεια και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα το επίπεδο αξιοπιστίας του, το οποίο διατηρήθηκε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Ενδεικτικό της θετικής και σαφής μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα μέσω τεκμηριωμένων απαντήσεων αποτελεί η διαπίστωση του όταν του υποδείχτηκαν οι έγχρωμες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 ότι σ' αυτές απεικονιζόταν το μοτοποδήλατο που εντόπισε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 και αναγνώρισε ότι επρόκειτο για το όχημα του πατέρα του που είχε κλαπεί εξηγώντας τη βεβαιότητα του από το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε το πλαστικό κλιπ πάνω στο λαμπτήρα στο αριστερό χερούλι του εν λόγω μοτοποδηλάτου που ο ίδιος είχε τοποθετήσει στο σημείο εκείνο του οχήματος, το οποίο και υπέδειξε χωρίς περιστροφή στις φωτογραφίες που συνθέτουν το Τεκμήριο
  1. Μία άλλη ένδειξη της θετικής και συνάμα διαφωτιστικής μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα που κατ' επέκταση την καθιστά πειστική απέναντι στο Δικαστήριο είναι η λεπτομερής περιγραφή των χαρακτηριστικών του μοτοποδηλάτου του πατέρα του που είχε κλαπεί σε συνδυασμό με την χαρακτηριστική παρατηρητικότητα του όταν εντόπισε το μοτοποδήλατο αρχικά έξω από καφενείο στη Γιόλου και στη συνέχεια στην αυλή της οικίας της ΜΚ
  2. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ2 ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, η οποία κρίνω ότι εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων της υπόθεσης αυτής. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΚ2 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Ο αποβιώσαντας παραπονούμενος ήταν ο πατέρας του ΜΚ2 και ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου, μάρκας Yamaha Chally 49cc με αριθμούς εγγραφής HBK360 κόκκινου χρώματος με μωβ φτερά μπροστά και πίσω, καλαθάκι μπροστά και μαύρη σέλλα, το οποίο είχε αγοράσει σε μεταχειρισμένη κατάσταση. Το εν λόγω όχημα χρησιμοποιείτο από τον αποβιώσαντα πατέρα του και όταν δεν χρησιμοποιείτο ήταν σταθμευμένο στην αυλή της οικίας της αδελφής του, πίσω από την οποίαν ήταν η οικία των γονιών του που βρίσκεται στον Πωμό της επαρχίας Πάφου. Επειδή επισκεπτόταν συχνά τους γονιούς του, ο εν λόγω μάρτυρας το έβλεπε καθημερινά. Ο ΜΚ2 ήταν αυτός που το συντηρούσε και αυτός που το μετέφερνε σε μηχανικό για επιδιόρθωση όταν παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα. Τελευταία φορά που ο μάρτυρας αυτός είχε δει το επίμαχο μοτοποδήλατο σταθμευμένο στην προαναφερόμενη τοποθεσία ήταν όταν αναχώρησε από την οικία της αδελφής του στην οποίαν μετέβηκε για δείπνο την προηγούμενη νύχτα της κλοπής περί ώρα 22:
  3. Την επόμενη ημέρα, ήτοι 16.10.12, ο πατέρας του πρόσεξε ότι το μοτοποδήλατο του είχε κλαπεί και γι' αυτό προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία αναφέροντας ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15.10.12 και 16.10.12 άγνωστος/άγνωστοι του έκλεψε/έκλεψαν το πιο πάνω όχημα ενώ αυτό βρισκόταν σταθμευμένο στην πιο πάνω περιγραφόμενη τοποθεσία. Ακολούθως στις 21.10.12 ο ΜΚ2 είδε ένα μοτοποδήλατο έξω από καφενείο στην πλατεία της κοινότητας Γιόλου και υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για το όχημα του πατέρα του που είχε κλαπεί λόγω ενός πλαστικού κλιπ που πρόσεξε να υπάρχει πάνω στο λαμπτήρα του εν λόγω μοτοποδηλάτου. Στη συνέχεια στις 22.10.12 εντόπισε το ίδιο μοτοποδήλατο να είναι σταθμευμένο στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 όπου πλέον βεβαιώθηκε ότι επρόκειτο για το όχημα του πατέρα του που είχε κλαπεί αναγνωρίζοντας το όταν διαπίστωσε ότι το πλαστικό κλιπ που υπήρχε πάνω στο λαμπτήρα στο αριστερό χερούλι του εν λόγω μοτοποδηλάτου ήταν εκείνο που ο ίδιος είχε τοποθετήσει στο ίδιο σημείο του εν λόγω οχήματος, παρόλο ότι το μπροστινό φτερό και το καλαθάκι είχαν αφαιρεθεί, τέσσερις σηματοδείκτες είχαν αποκοπεί, δεν υπήρχαν πινακίδες εγγραφής και η μαύρη σέλλα είχε αλλαχθεί με άσπρη. Περαιτέρω όταν συγκρίθηκε ο κωδικός πλαισίου και μηχανής του μηχανοκινήτου οχήματος που εντόπισε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 με τον κωδικό που σημειωνόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας του μοτοποδηλάτου του πατέρα του που είχε κλαπεί διαπίστωσε ότι ήταν ο ίδιος αριθμός. Το μοτοποδήλατο επιστράφηκε και σήμερα βρίσκεται στην κατοχή της οικογένειας του αποβιώσαντα παραπονούμενου. Σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΚ2 που περιστρέφεται στο κόστος αγοράς του επίμαχου μοτοποδηλάτου, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι αυτό αγοράστηκε στα €200 περίπου, πλην όμως αυτό δεν αρκεί για να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εύρημα ως προς την πραγματική αξία του επίμαχου οχήματος. Παράλληλα το Τεκμήριο 4 που είναι επιστολή του ΜΚ2, η οποία αποστάληκε στο Γενικό Εισαγγελέα εκ μέρους και για λογαριασμό του παραπονούμενου, με την οποίαν εκφράζεται επιθυμία για απόσυρση του παραπόνου του παραπονούμενου, ουδεμία αποδεικτική αξία έχει για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, όπως είναι γνωστό, αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Αξιολογώντας την ανακριτική του κατάθεση στην αστυνομία ημερομηνίας 22.10.12 (Τεκμήριο 8), παρατηρώ ότι αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό συνάδουν με τα γεγονότα που είπαν στις ένορκες καταθέσεις τους οι ΜΚ1 και ΜΚ
  4. Χωρίς να υπάρχει λόγος περί του αντιθέτου, αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  5. Αυτό που προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 ενδιαφερόταν να αποκτήσει μοτοποδήλατο και όταν ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι δύο συγκεκριμένα άτομα από το Προδρόμι πωλούσαν μία μοτοσικλέτα μάρκας Yamaha 49cc έναντι χρηματικού ποσού €120-€125 αυτός αποδέχτηκε. Επίσης προκύπτει ότι στις 20.10.12 ο κατηγορούμενος 2 μετέφερε το εν λόγω μοτοποδήλατο στην οικία της ΜΚ1 και αφού ο κατηγορούμενος 1 του κατέβαλε το πιο πάνω ποσό παρέλαβε το όχημα χωρίς σχετικά έγγραφα. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος 2, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, ασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος 2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του στην αστυνομία ημερομηνίας 22.10.12, ήτοι το Τεκμήριο
  1. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 καθώς και η προφορική αναφορά του κατηγορουμένου 2 που μαζί συγκροτούν την ανώμοτη δήλωση του έχουν καταγραφεί προηγουμένως και δεν χρειάζεται να διατυπωθούν εκ νέου. Αξιολογώντας το Τεκμήριο 10, παρατηρώ ότι αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό συνάδουν με τα γεγονότα που είπαν στις ένορκες καταθέσεις τους οι ΜΚ1 και ΜΚ
  2. Χωρίς να υπάρχει λόγος περί του αντιθέτου, αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  3. Αυτό που προκύπτει είναι ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 διαβίβασαν την επιθυμία τους να πωλήσουν ένα μοτοποδήλατο μάρκας Yamaha 49cc χωρίς πινακίδες εγγραφής. Επειδή ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 ενδιαφερόταν να αγοράσει μοτοποδήλατο του γνωστοποίησε την προσφορά των κατηγορουμένων 3 και 4 και αυτός αποδέχτηκε. Τότε ο κατηγορούμενος 2 είπε στους κατηγορουμένους 3 και 4 ότι υπήρχε αγοραστής για την περίπτωση τους. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι 3 και 4 μετέφεραν το μοτοποδήλατο χωρίς πινακίδες εγγραφής αλλά με τα φώτα σε λειτουργία στην οικία του κατηγορουμένου 2, το οποίο και του παρέδωσαν με τον τελευταίο να τους πληρώνει με το ποσό των €
  4. Το εν λόγω όχημα παρέμεινε μέχρι το Σάββατο στην κατοχή του κατηγορουμένου 2 οπότε περί ώρα 19:00 της ίδιας ημέρας το οδήγησε και το μετέφερε στην οικία της ΜΚ1 όπου και το παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1, από τον οποίον είσπραξε το ποσό των €
  5. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ένα σημείο το οποίο δεν αποδέχομαι από το Τεκμήριο 10 είναι η ημερομηνία παράδοσης του μοτοποδηλάτου στον κατηγορούμενο
  6. Η ημερομηνία που καταγράφεται είναι η 27η Οκτωβρίου
  7. Εξ' αντικειμένου αυτό δεν μπορεί να ισχύει αφού η ημερομηνία που το Τεκμήριο 10 φέρει, το οποίο είναι το έγγραφο που επικαλείται την ημερομηνία αυτή, είναι η 22αν Οκτωβρίου
  8. Σαφώς η ημερομηνία παράδοσης του εν λόγω οχήματος πρέπει να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας που λήφθηκε το Τεκμήριο 10 για να μπορεί να γίνει επίκληση της μέσα από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Με γνώμονα ότι το Τεκμήριο 8 αναφέρει ως ημερομηνία παράδοσης του οχήματος στον κατηγορούμενο 1 το Σάββατο 20.10.12, το οποίο εν πάση περιπτώσει συνάδει χρονικά με την μαρτυρία της ΜΚ1, θεωρώ ότι εκ παραδρομής πρέπει να γράφτηκε στο Τεκμήριο 10 ως τέτοια ημερομηνία η 27η Οκτωβρίου 2012, δεδομένου ότι το Σάββατο σημειώνεται σε αμφότερα έγγραφα να είναι η ημέρα που έγινε η παράδοση αυτή. Συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε το πιο πάνω μοτοποδήλατο στον κατηγορούμενο 1 το Σάββατο 20.10.
  9. Σε σχέση με την αναφορά του κατηγορουμένου 2 ότι δεν γνώριζε και δεν φαντάστηκε ότι το επίδικο μοτοποδήλατο ήταν κλοπιμαίο, αυτό είναι ένα νομικό ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει για αμφότερους κατηγορουμένους στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας καταλήγοντας σε σχετικό συμπέρασμα στα πλαίσια εξέτασης των συστατικών στοιχείων που αποτελούν τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν. Το Δικαστήριο ασχολείται με το θέμα αυτό στη συνέχεια. Αξιολογώντας την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 3 στην αστυνομία ημερομηνίας 23.10.12 (Τεκμήριο 12), παρατηρώ ότι αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό συνάδουν με τα γεγονότα που είπαν στις ένορκες καταθέσεις τους οι ΜΚ1 και ΜΚ2 και παράλληλα ταυτίζονται με αυτά που σημειώνονται στις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 (Τεκμήρια 8 και 10). Χωρίς να υπάρχει λόγος περί του αντιθέτου, αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  10. Αυτό που προκύπτει είναι ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 αγόρασαν από ένα τουρκοκύπριο ένα μοτοποδήλατο μάρκας Yamaha 49cc κόκκινου χρώματος με μωβ φτερά που βρισκόταν στην κάσια ημιφορτηγού στην κοινότητα Μακούντα της επαρχίας Πάφου έναντι του ποσού των €
  11. Στη συνέχεια παρέδωσαν το εν λόγω μοτοποδήλατο στον κατηγορούμενο 2 έναντι του ποσού των €
  12. Όλα αυτά αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αξιολογώντας την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 4 στην αστυνομία ημερομηνίας 23.10.12 (Τεκμήριο 13), επειδή το περιεχόμενο της οποίας είναι πανομοιότυπο με αυτό του Τεκμηρίου 12 ισχύουν ακριβώς τα όσα ανάφερα αμέσως πιο πάνω. Για τους ίδιους λόγους που δεν χρειάζεται να επαναλάβω, αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  13. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί, αμφότεροι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος της κλεπταποδοχής. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 306 του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου παρέχονται αυτούσια πιο κάτω: "Όποιος απoδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται— (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων· (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων." Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αποδέχονται ή κατακρατούν περιουσία, (β) η οποία περιουσία κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα και (γ) οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν ότι αυτή η περιουσία κλάπηκε ή αποκτήθηκε με τρόπο που να αποτελεί κακούργημα ή πλημμέλημα. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι αμφότεροι κατηγορούμενοι σχετίζονται με το ίδιο μοτοποδήλατο. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 2 το αγόρασε από τους κατηγορουμένους 3 και 4 και στη συνέχεια το πώλησε στον κατηγορούμενο
  1. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το μοτοποδήλατο εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας που αποδίδεται από τις διατάξεις του άρθρου 306 του Κεφ.
  2. Με βάση το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα ο όρος 'περιουσία' περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Με γνώμονα ότι το εν λόγω μοτοποδήλατο βρισκόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και δύναται να αποτελέσει στοιχείο ιδιοκτησίας από ένα άτομο, χωρίς αμφιβολία εμπίπτει στην έννοια της 'περιουσίας' που η κείμενη νομοθεσία θεωρεί. Επόμενο θέμα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι αν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αποδέχτηκαν ή κατακρατούσαν το επίμαχο μοτοποδήλατο. Επ' αυτού είναι η θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 ότι αγόρασε την επίδικη περιουσία και έτσι δεν θα μπορούσε να του αποδοθεί επιλήψιμη συμπεριφορά. Ο όρος 'αποδοχή' είναι ευρύς και στο πεδίο της σημασίας του περιλαμβάνεται κάθε είδους ενέργεια που οδηγεί στην κατοχή περιουσίας από τον κατηγορούμενο ακόμη και ως αποτέλεσμα υλοποίησης συμφωνίας αγοράς της. Στην υπόθεση Ττουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258 που αφορούσε αγορά κλοπιμαίας περιουσίας δυνάμει σχετικής συμφωνίας το σκεπτικό της απόφασης επιβεβαιώνει την πιο πάνω ερμηνεία. Συνεπώς η προβαλλόμενη θέση της εν λόγω συνηγόρου δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τυχόν υιοθέτηση της θέσης αυτής της συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 θα οδηγούσε σε άστοχα και παράλογα αποτελέσματα που ουσιαστικά θα εξουδετέρωναν τη σημασία του αδικήματος της κλεπταποδοχής. Σε τέτοια περίπτωση υπό το πρόσχημα εικονικής ή μη εικονικής συμφωνίας αγοράς ο κατηγορούμενος θα αποδεχόταν περιουσία από τον αγοραστή εν γνώση του ότι αυτή είχε κλαπεί, πράγμα που ουσιαστικά θα καθιστούσε αδύνατη τη διάπραξη του αδικήματος της κλεπταποδοχής και συνεπώς θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον σκοπό του νομοθέτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 κατέβαλε το ποσό των €120 στους κατηγορουμένους 3 και 4 και έλαβε το επίμαχο μοτοποδήλατο, το οποίο και κατείχε για λίγες ημέρες έχοντας το στην οικία του. Όταν ο κατηγορούμενος 1 συμφώνησε και πλήρωσε στον κατηγορούμενο 2 το ποσό των €125 τότε το εν λόγω μοτοποδήλατο άλλαξε κάτοχο και παρέμεινε στην κατοχή του κατηγορουμένου 1 μέχρι που εντοπίστηκε από μέλη της αστυνομίας. Το ότι το επίμαχο μοτοποδήλατο εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 που είναι η γιαγιά του κατηγορουμένου 1 είναι άνευ σημασίας. Στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.155 (άρθρο 4 της κείμενης νομοθεσίας) παρέχεται η σημασία της 'κατοχής' περιουσίας. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται, η έννοια της 'κατοχής' δεν περιορίζεται στην προσωπική κατοχή του κατηγορουμένου περιουσίας αλλά επεκτείνεται και σε γνώση του για πραγματική κατοχή ή φύλαξη περιουσίας από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φύλαξη σε οποιοδήποτε χώρο είτε αυτός ανήκει στον κατηγορούμενο ή κατέχεται από αυτόν είτε όχι, για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Η τοποθέτηση του επιδίκου μοτοποδηλάτου στην αυλή της οικίας της γιαγιάς του από τον κατηγορούμενο 1 τον καθιστά κάτοχο του συγκεκριμένου αντικειμένου. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αποδέχτηκαν το μοτοποδήλατο εν τη εννοία της κείμενης νομοθεσίας με αποτέλεσμα το πρώτο συστατικό στοιχείο να πληρείται. Ερχόμενος στο δεύτερο συστατικό στοιχείο αυτό που χρήζει εξέτασης είναι αν το επίμαχο μοτοποδήλατο που αμφότεροι κατηγορούμενοι αποδέχτηκαν είχε κλαπεί ή είχε αποκτηθεί με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Το θέμα αυτό εξετάζεται στη βάση της περιστατικής μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το μοτοποδήλατο του αποβιώσαντα παραπονούμενου με αριθμούς εγγραφής HBK360 και με πιστοποιητικό ιδιοκτησίας και εγγραφής εις το όνομα του είχε κλαπεί, για το οποίο υπεβλήθηκε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Το ότι το εν λόγω μοτοποδήλατο ανήκε στον αποβιώσαντα είναι κάτι που δεν αμφισβητήθηκε μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Επ' αυτού ουδεμία περί του αντιθέτου θέση προωθήθηκε από τους κατηγορουμένους. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε και σχετικά με αυτό ουδεμία περί του αντιθέτου υποβολή υπήρξε από οποιονδήποτε κατηγορούμενο ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο του αποβιώσαντα παραπονούμενου είχε κλαπεί 5-6 ημέρες πριν από την ημερομηνία που εντοπίστηκε το μοτοποδήλατο στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 που είχαν αγοράσει οι κατηγορούμενοι 1 και 2, το οποίο δεν είχε αριθμούς εγγραφής και ούτε πιστοποιητικό ιδιοκτησίας και εγγραφής. Τα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά των δύο οχημάτων είναι ακριβώς τα ίδια. Αμφότερα οχήματα έχουν τον ίδιο αριθμό πλαισίου και μηχανής. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε στο μοτοποδήλατο που είχαν αγοράσει οι κατηγορούμενοι 1 και 2 το πλαστικό κλιπ που ο ίδιος είχε τοποθετήσει πάνω στο λαμπτήρα στο αριστερό χερούλι του μοτοποδηλάτου του αποβιώσαντα παραπονούμενου. Τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο αποβιώσαντας παραπονούμενος αναγνώρισαν το μοτοποδήλατο που είχαν αγοράσει οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ως αυτό που είχε κλαπεί. Από τις έγχρωμες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 ο ΜΚ3 αναγνώρισε το μοτοποδήλατο που απεικονίζεται ως εκείνο που είχε εντοπιστεί στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 και είχε παραδώσει στον ΜΚ4, ο δε ΜΚ4 από τις εν λόγω έγχρωμες φωτογραφίες αναγνώρισε το μοτοποδήλατο που απεικονίζεται ως εκείνο που του είχε παραδοθεί από τον ΜΚ3, ενώ από τις ίδιες έγχρωμες φωτογραφίες ο ΜΚ2 αναγνώρισε το απεικονισμένο μοτοποδήλατο ως εκείνο που ανήκε στον αποβιώσαντα παραπονούμενο και είχε κλαπεί. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα που προκύπτει δεν συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι το μοτοποδήλατο που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν αγοράσει και τελικά στις 22.10.12 εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας της ΜΚ1 είναι το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής HBK360 ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα παραπονούμενου που είχε λίγες ημέρες προηγουμένως κλαπεί και συγκεκριμένα μεταξύ των ημερομηνιών 15.10.12 και 16.10.12 (Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Ανδρέας Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Κατά συνέπεια ικανοποιείται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Αυτό που τώρα απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν όταν αγόραζαν το επίδικο μοτοποδήλατο ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο. Τέτοια ένοχη γνώση του κατηγορουμένου δεν προκύπτει πάντοτε μέσα από άμεση και θετική μαρτυρία αλλά συνάγεται από τη συμπεριφορά του εν λόγω κατηγορουμένου καθώς και από τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας (Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75). Στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2011)2 Α.Α.Δ. 466 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η γνώση της κλοπιμαίας προέλευσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ακόμη λέχθηκε ότι η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και συνακόλουθα ενοχής εκτός αν δοθεί εξήγηση που οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί, με συνέπεια την αθώωση, εφόσον την αποδεχτεί ή αν δεν είναι διατεθειμένο να την αποκλείσει. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη γνώσης ο κατηγορούμενος αθωώνεται (Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Απλή υποψία ότι το αντικείμενο μπορεί να είναι κλοπιμαίο δεν είναι επαρκές για να τεκμηριώσει γνώση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της απόκτησης του ότι ήταν κλοπιμαίο (Textbook on Criminal Law, Michael J. Allen, 5η έκδοση σελ.448). Η γνώση του κατηγορουμένου ότι το αντικείμενο είναι κλοπιμαίο θα πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο αποδοχής της περιουσίας (R. v. Johnson
(1911)6 Cr. App. R. 128). Επομένως χρειάζεται να καταδειχθεί ότι η αποδοχή της περιουσίας έγινε από τον κατηγορούμενο με εγκληματική πρόθεση. Πρόσφατη κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε σχέση με το διάστημα που διέρρευσε από την κλοπή της μπορεί από μόνο του να μην είναι πάντοτε αποφασιστικός παράγοντας για την εξαγωγή συμπεράσματος ενοχής, πλην όμως είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία. Την ίδια στιγμή όμως διαπίστωση στενής σχέσης μεταξύ του προσώπου που πωλεί και του προσώπου που αγοράζει δυνατό να οδηγήσει σε ενοχοποιητικό συμπέρασμα γνώσης. Στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι από το μαρτυρικό υλικό που έγινε αποδεκτό δεν έχει αποδειχτεί η αξία του επίδικου μοτοποδηλάτου. Ωστόσο η αξία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος αλλά ένας παράγοντας που συνεκτιμάται με τυχόν άλλες παραμέτρους που δύναται να υπάρχουν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή όχι γνώσης των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι το επίδικο μοτοποδήλατο ήταν κλοπιμαίο. Την ίδια στιγμή δεν μπορούν να αγνοηθούν τα πιο κάτω δεδομένα, τα οποία προκύπτουν μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση περιστατικής μαρτυρίας:
(1)Το επίδικο μοτοποδήλατο κλάπηκε μεταξύ των ημερομηνιών 15.10.12- 16.10.12 και ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση έχοντας αριθμούς εγγραφής HBK360 και πιστοποιητικό εγγραφής και ιδιοκτησίας εις το όνομα του αποβιώσαντα παραπονούμενου.
(2)Ο κατηγορούμενος 2 αποδέχτηκε το επίδικο μοτοποδήλατο μεταξύ των ημερομηνιών 18.10.12-19.10.12, δηλαδή 3-4 ημέρες μετά που αυτό είχε κλαπεί.
(3)Ο κατηγορούμενος 1 αποδέχτηκε το επίδικο μοτοποδήλατο στις 20.10.12, δηλαδή 4-5 ημέρες μετά που αυτό είχε κλαπεί.
(4)Ο κατηγορούμενος 2 παρέλαβε το επίδικο μοτοποδήλατο από τους κατηγορουμένους 3 και 4, τους οποίους γνώριζε προσωπικά αφού γνώριζε πλήρως το ονοματεπώνυμο τους, από που ήταν και σε ποιο σχολείο φοιτούσαν.
(5)Ο κατηγορούμενος 1 παρέλαβε το επίδικο μοτοποδήλατο από τον κατηγορούμενο 2, οι οποίοι μεταξύ τους ήταν γνωστοί.
(6)Τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο κατηγορούμενος 1 αποδέχτηκαν το μοτοποδήλατο γνωρίζοντας ότι αυτό δεν έφερε πινακίδες αριθμών εγγραφής, χωρίς να δώσουν οποιαδήποτε εξήγηση.
(7)Τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο κατηγορούμενος 1 αποδέχτηκαν το μοτοποδήλατο εν γνώση τους ότι δεν είχαν έγγραφα από τα οποία θα διαπίστωναν τη νομιμότητα προέλευσης του αλλά και έντυπα που θα καθιστούσαν δυνατή την εγγραφή και μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του εν λόγω οχήματος εις τα ονόματα τους και δίχως πρόθεση να προβούν σε οποιαδήποτε διαβήματα και/ή ενέργειες για να ελέγξουν τη νομιμότητα της προέλευσης του επιδίκου μοτοποδηλάτου, χωρίς παράλληλα να δώσουν οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτά. Αναφορικά με τη θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 ότι το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων δεν επέτρεπε να γνωρίζουν για την ύπαρξη πιστοποιητικού μεταβίβασης και εγγραφής της ιδιοκτησίας του μοτοποδηλάτου, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί. Η αναφορά του κατηγορουμένου 1 στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 8) ότι είχε ρωτήσει τον κατηγορούμενο 2 αν υπήρχαν τέτοια έγγραφα με τον τελευταίο να απαντά ότι δεν γνώριζε καταρρίπτει ως αβάσιμη την εν λόγω θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 2.
(8)Ο κατηγορούμενος 1 τοποθέτησε το επίδικο μοτοποδήλατο που αποδέχτηκε όχι στην αυλή της οικίας του όπου διέμενε που θα ήταν λογικό αλλά στην αυλή της οικίας της γιαγιάς του όπου δεν είναι η μόνιμη διαμονή του, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή το αποτέλεσμα συνδυασμένης εκτίμησης όλων των πιο πάνω δεν συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατά το χρόνο που έκαστος αποδέχτηκε το επίδικο μοτοποδήλατο γνώριζαν ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο. Είναι άνευ σημασίας το χρονικό διάστημα που διήρκησε η κατοχή του επιδίκου μοτοποδηλάτου από τον κατηγορούμενο
  1. Συνεπώς δεν είναι ορθή η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι η μικρή περίοδος κατοχής δεν παρείχε χρόνο στον πελάτη του να σκεφτεί ότι το μοτοποδήλατο που κατείχε ήταν κλοπιμαίο. Όπως κατέστη σαφές, τέτοια ένοχη γνώση πηγάζει από το συνυπολογισμό αριθμό παραγόντων, οι οποίοι έχουν εκτεθεί πιο πάνω και σχετίζεται με το σύνολο της συμπεριφοράς αμφοτέρων κατηγορουμένων κατά το χρόνο που έκαστος αποδέχτηκε το επίμαχο μοτοποδήλατο και όχι με το χρόνο που το κατείχε. Κατά συνέπεια πληρείται και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία παράνομης κατοχής περιουσίας. Με το αδίκημα αυτό ασχολείται το άρθρο 309(α) του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου κατά λέξει σημειώνουν τα εξής: "
  2. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν είναι τα πιο κάτω: (α) Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να έχουν στην κατοχή τους περιουσία και (β) για την οποία περιουσία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Εφόσον ικανοποιηθούν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους των εν λόγω κατηγορουμένων, οι οποίοι καλούνται να αποδείξουν ότι απέκτησαν νόμιμα την κατοχή της περιουσίας που βρέθηκε στην κατοχή τους για την οποίαν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Σε ότι αφορά έννοιες των όρων 'περιουσία' και 'κατοχή' ισχύουν τα όσα ανάφερα προηγουμένως, στα οποία και παραπέμπω. Στην υπόθεση Καριπίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εύλογη υπόνοια που αναφέρεται στο άρθρο 309 του Κεφ.154 συνάγεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση και έχοντας υπόψη ότι το επίδικο μοτοποδήλατο εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας που το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 αποδίδει καθώς και τη νομική ετυμολογία του όρου 'κατοχή' δυνάμει του άρθρου 4 της ίδιας νομοθεσίας, διαπιστώνω μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι αμφότεροι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους το επίδικο αντικείμενο, για το οποίο δεν υπήρχε απλά εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο αλλά αποδεδειγμένα ότι ήταν κλοπιμαίο, γεγονός που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο που το παρέλαβαν. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα έχουν ικανοποιηθεί και τα δύο απαιτούμενα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Παράλληλα οι εν λόγω κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος που είχε πλέον μετατοπιστεί στους ώμους τους να αποδείξουν ότι είχαν αποκτήσει νόμιμα την κατοχή του επιδίκου μοτοποδηλάτου που ήταν στην κατοχή τους αφού δεν παρουσίασαν καμία πειστική μαρτυρία που να εξηγεί και κατ' επέκταση να δικαιολογεί τη νομιμότητα κατοχής του εν λόγω οχήματος. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί πως το γεγονός ότι το επίδικο αντικείμενο τεκμηριωμένα ήταν κλοπιμαίο και ήταν εις γνώση των κατηγορουμένων 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο που το αποδέχτηκαν δεν εμποδίζει την ίδια στιγμή να εκπληρώνει την προϋπόθεση της εύλογης υπόνοιας ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο ήταν κλοπιμαίο. Αυτό σημαίνει ότι η απόδειξη του αδικήματος της κλεπταποδοχής είναι ανεξάρτητη της στοιχειοθέτησης του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας αφού αν και ομοειδή αδικήματα πρόκειται για δύο διαφορετικά και ανεξάρτητα αδικήματα, χωρίς έτσι η τεκμηρίωση του ενός αδικήματος να αποκλείει την τεκμηρίωση του άλλου αδικήματος. Ούτε η συνύπαρξη των εν λόγω αδικημάτων σε ξεχωριστές κατηγορίες στο ίδιο κατηγορητήριο καθιστά την προσκομισθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αντιφατική ή καθ' οιονδήποτε τρόπο προβληματική. Συνεπώς η θέση αυτή της ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 κρίνεται αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και συγκεκριμένα ο μεν κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 1 και 26 και ο δε κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 3 και 27. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Κλεπταποδοχή-Παράνομη κατοχή περιουσίας/Άρθρα 306(α) & 309 Κεφ.154/ Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.