← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΚΑΛΙΝΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7746/14, 19/1/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΚΑΛΙΝΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7746/14, 19/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7746/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΓΚΑΛΙΝΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 19.01.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενη: κα Π. Τσαπούσιη (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)και
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119(Ι)/2000)(πρώτη κατηγορία), της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία), της άσεμνης πράξης σε δημόσιο δρόμο κατά παράβαση του άρθρου 176 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 13.06.14 στην Πάφο επιτέθηκε του συζύγου της, Αλέκου Ευσταθίου από την Πάφο, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Περαιτέρω η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο με πιο πάνω τόπο προκάλεσε τρόμο στο σύζυγο της απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τη φράση 'θα σε κανονίσω και θα δεις τι θα πάθεις', τον οποίον επίσης κατηγορείται ότι 'καύλιασε' αλλά και εξύβρισε μέσα στην οικία τους με τη λέξη 'πούστη' κατά τρόπο που ήταν δυνατό να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και να τον προκαλέσει να διαπράξει επίθεση. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση (ανώμοτη δήλωση) δίχως να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν έξι τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο Αλέκος Ευσταθίου, παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Η γραπτή ανακριτική κατάθεση ημερομηνίας 13.06.14 που έδωσε στην αστυνομία, η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, ουσιαστικά αποτέλεσε την κυρίως εξέτασης του. Στο έγγραφο αυτό σημειώνεται, ανάμεσα σ' άλλα, ότι είναι νυμφευμένος με την κατηγορούμενη και πως στις 13.06.14 και περί ώρα 10:00 π.μ. όταν εισήλθε στην βεράντα της πισινής κουζίνας της οικίας τους και ανακοίνωσε στην κατηγορούμενη ότι είχε καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο ώστε αυτή να εγκαταλείπει τη συζυγική τους στέγη, εκείνη πήρε ένα φλόκο και τον κτύπησε επανειλημμένως στο κεφάλι και τον ώμο. Ο παραπονούμενος τότε τοποθέτησε τα χέρια του μπροστά και έσπρωχνε την κατηγορούμενη στο στήθος προκειμένου αυτή να σταματήσει να τον κτυπά. Ακολούθως και μετά που ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι θα τηλεφωνούσε στην αστυνομία, ο ίδιος είδε την παραπονούμενη να βγάζει από το χέρι της τη γάζα που είχε δεμένη και να του λέει 'Τώρα θα δεις τι θα πάθεις ρε πούστη' ενώ παράλληλα χειρονόμησε εναντίον του 'καυλιάζοντας' τον με το δεξί της χέρι. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη μετέβηκε στο δωμάτιο της και όταν επέστρεψε μετά από πέντε λεπτά περίπου είχε στο στήθος της κόκκινα σημάδια. Ενώ ΜΚ1 βρισκόταν στον κήπο και αυτή στεκόταν στην είσοδο της κουζίνας επανέλαβε τη φράση'Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω θα σε κανονίσω' αποκαλώντας τον ξανά 'πούστη'. Στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας απλά διευκρίνισε ότι τα κτυπήματα που δέχτηκε από την πρώην σύζυγο του, αφού όπως είπε εδώ και τρία χρόνια ο γάμος τους έχει λυθεί, ήταν στο αριστερό μέρος της κεφαλής και του ώμου του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως τη στιγμή που δέχτηκε τα κατ' ισχυρισμό κτυπήματα βρισκόταν στη βεράντα στο πισινό μέρος της οικίας όπου πίσω από αυτή υπάρχει κήπος, χωρίς να υπάρχει άλλο άτομο παρών. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 2163 Χάρης Γεωργίου, ο οποίος συμμετείχε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Στη γραπτή του κατάθεση που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του και παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.06.14 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο καθώς και ότι στις 14.06.14 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη. Επίσης μέσα από το ίδιο έγγραφο αναφέρει ότι στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη, η οποία αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε αυτολεξεί 'Υιοθετώ την κατάθεση μου που έδωσα στην αστυνομία στις 13.06.14'. Στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας, αφού προσκόμισε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης ημερομηνίας 14.06.14 ως Τεκμήριο 3, τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης ημερομηνίας 13.06.14 ως Τεκμήριο 4 και το έντυπο γραπτής κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης ημερομηνίας 14.06.14 ως Τεκμήριο 5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι στις 13.06.14 ο παραπονούμενος ήταν αυτός που πρώτος εμφανίστηκε στον αστυνομικό σταθμό υποβάλλοντας προφορικά καταγγελία στο λοχία
  1. Ακολούθως ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για να εξεταστεί από ιατρό και να προσκομίσει ιατρική αναφορά σε έντυπο που του δόθηκε από τον εν λόγω λοχία, πράγμα που έπραξε αυθημερόν. Η εν λόγω ιατρική αναφορά ημερομηνίας 13.06.14 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως ο ίδιος διερεύνησε την καταγγελία του παραπονούμενου εναντίον της κατηγορουμένης ενώ το παράπονο της κατηγορουμένης εναντίον του παραπονούμενου διερευνήθηκε από τον αστυφύλακα 1503 Κύπρο Καγκαλλή. ΜΚ3 ήταν η Δρ Ρενάτα Σαββίδου, ιατρός στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η οποία στην κυρίως εξέταση της ανάφερε ότι ήταν εκείνη που στις 13.06.14 εξέτασε τον παραπονούμενο. Ακολούθως κατέγραψε τα ιατρικά ευρήματα στο Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η ΜΚ3 διαπίστωσε εκδορές και εκχυμώσεις στον αριστερό ώμο και στον αριστερό αντιβράχιο καθώς επίσης ερυθρότητα στην αριστερή μετωπιαία χώρα. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 επανέλαβε πως τα τραύματα που ο παραπονούμενος παρουσίασε ήταν εκδορές, εκχυμώσεις και αιμάτωμα. Όπως η ίδια εξήγησε, η εκδορά προκαλείται συνήθως από κάποιο αιχμηρό αντικείμενο ενώ η εκχύμωση συνήθως από χτύπημα με το χέρι ή από ένα αμβλύ αντικείμενο. Θα μπορούσαν επίσης να προκληθούν από πτώση ή σπρώξιμο. Πρόκειται για εξωτερικές κακώσεις του δέρματος και υποδόριου ιστού που δεν θεωρούνται σοβαρής μορφής τραυμάτων. Η κατηγορούμενη προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της ημερομηνίας 13.06.14 (Τεκμήριο 4). Όπως είπε, ήταν νυμφευμένη με τον παραπονούμενο αλλά περί τις αρχές του έτους 2014 υπέβαλε αίτηση διαζυγίου. Εξαιτίας της ενέργειας της αυτής, η συμπεριφορά του παραπονούμενου απέναντι της άλλαξε. Επίσης η κατηγορούμενη είπε ότι στις 13.06.14 ο παραπονούμενος βρέθηκε στη βεράντα της οικίας από την πλευρά της κουζίνας και ενώ στην αρχή της μιλούσε ήρεμα στην πορεία αγρίεψε και την εξύβρισε. Στη συνέχεια που βγήκε έξω στη βεράντα από την κουζίνα για να σφουγγαρίσει, ο παραπονούμενος της επιτέθηκε και αφού της αφαίρεσε την 'πεταλούδα' από το αριστερό της χέρι άρχισε να την κτυπά με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα μέρη του σώματος της. Η ίδια προσπαθούσε να αμυνθεί βάζοντας τα χέρια της καθώς και το φλόκο που κρατούσε μπροστά αλλά ο παραπονούμενος την κτύπησε στα χέρια και στα πόδια, την έγδαρε στο στήθος και της έσκισε την μπλούζα. Τότε η κατηγορούμενη τηλεφώνησε στην αστυνομία και μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εξετάστηκε από ιατρό. Είναι η θέση της κατηγορουμένης ότι αν ο παραπονούμενος έχει οποιοδήποτε σημάδι τότε αυτό προκλήθηκε στην προσπάθεια της να αποκρούσει τα κτυπήματα του και κατ' επέκταση να αμυνθεί από την επίθεση που της έκανε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η μαρτυρία που η πλευρά της προσκόμισε ήταν σαφής και σταθερή χωρίς στοιχεία αντίφασης. Την ίδια στιγμή ισχυρίστηκε ότι όλες οι υποβολές της υπεράσπισης παρέμειναν εκτεθειμένες επειδή δεν τεκμηριώθηκαν με την προσαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας αφού το μόνο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από μέρους της κατηγορουμένης ήταν η χωρίς όρκο δήλωση της, η οποία δεν υπέστη τη δοκιμασία της αντεξέτασης. Στη βάση αυτών η κυρία Σάββα ζήτησε την καταδίκη της κατηγορουμένης σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων σε όλες τις κατηγορίες που η πελάτισσα της αντιμετωπίζει. Σχετικά με την κατηγορία της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι η κατηγορούμενη αντέδρασε υπό το καθεστώς αυτοάμυνας ως αποτέλεσμα επίθεσης που δέχτηκε από τον παραπονούμενο. Επικαλούμενη μαρτυρία της ΜΚ3 ότι τα τραύματα του παραπονούμενου μπορούσαν να προκληθούν από αιχμηρό αντικείμενο, η συνήγορος υπεράσπισης σημείωσε ότι η χρήση του φλόκου που δεν είναι αιχμηρό εργαλείο καταδεικνύει ότι η κατηγορούμενη δεν ήταν αυτή που τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες της άσεμνης πράξης σε δημόσιο χώρο και της δημόσιας εξύβρισης, η συνήγορος υπεράσπισης είπε ότι αυτές ενώ παραπέμπουν σε δημόσιο χώρο, η υπάρχουσα μαρτυρία καταδεικνύει ότι το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε εντός της οικίας του παραπονούμενου και της κατηγορουμένης χωρίς οποιοδήποτε άλλο άτομο να είναι παρών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει την κατηγορούμενη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή του παραπονούμενου και της κατηγορουμένης, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας της Δρ. Ρενάτας Σαββίδου (ΜΚ3). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής και θετικός στις αναφορές του. Σε καμία περίπτωση μου έδωσε την εικόνα ότι κατασκεύαζε μαρτυρία αλλά ότι ήλθε στο Δικαστήριο και εξιστόρησε τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά πραγματικά διαδραματίστηκαν. Με αυθορμητισμό και δίχως υπεκφυγή απάντησε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν χωρίς στοιχείο υπερβολής. Ο μάρτυρας αυτός δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του αλλά αντίθετα παρουσίασε θέσεις που παρέμειναν μέχρι το τέλος σταθερές και συνεπείς. Παράλληλα μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου αποτελεί κοινό έδαφος με την κατηγορούμενη ενώ άλλη πτυχή της επί της ουσίας της επιβεβαιώνεται από πραγματική μαρτυρία. Στο σύνολο της η μαρτυρία του παραπονούμενου χαρακτηρίζεται από αληθοφάνεια χωρίς να συγκρούεται με τη λογική. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: Το ότι ο παραπονούμενος ήταν νυμφευμένος με την κατηγορούμενη αποτελεί κοινό έδαφος των πλευρών. Το ότι διέμεναν στην ίδια οικία αποτελεί επίσης κοινό έδαφος των μερών. Κοινό έδαφος των μερών αποτελεί επίσης το ότι στις 13.06.14 διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο μεταξύ του ιδίου και της κατηγορουμένης όπου αμφότεροι βρίσκονταν στη βεράντα της κουζίνας στην πισινή πλευρά της οικίας τους όπου πίσω από αυτή υπήρχε κήπος. Επίσης κοινό έδαφος των μερών αποτελεί το ότι εκτός από τον παραπονούμενο και την κατηγορούμενη ουδείς άλλος ήταν παρών στο επίμαχο περιστατικό. Χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι τις εν λόγω αναφορές του παραπονούμενου. Περαιτέρω δέχομαι την τοποθέτηση του παραπονούμενου ότι η κατηγορούμενη χρησιμοποιώντας ένα φλόκο που εκείνη τη στιγμή κρατούσε τον κτύπησε επανειλημμένως στο αριστερό μέρος της κεφαλής και του ώμου του. Η εν λόγω τοποθέτηση του συνάδει με τα ιατρικά ευρήματα της ΜΚ3, η οποία μέσα από κλινική εξέταση του παραπονούμενου διαπίστωσε τραύματα εκδορών και εκχυμώσεων στον αριστερό ώμο και στον αριστερό αντιβράχιο καθώς επίσης τραύματα ερυθρότητας στην αριστερή μετωπιαία χώρα. Επίσης αποδέχομαι τις αναφορές του παραπονούμενου σχετικά με τις φράσεις που είπε ότι η κατηγορούμενη εκστόμισε εις βάρος του καθώς και σε σχέση με τη χειρονομία που ισχυρίστηκε ότι έκαμε, τις οποίες θεωρώ ως αναπόσπαστο μέρος της όλης αληθοφανούς μαρτυρίας του που αφορά το ίδιο επίδικο επεισόδιο. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 που επικαλέστηκε την ύπαρξη προηγούμενου περιστατικού βίας στην οικογένεια του καταλογίζοντας ευθύνη στην κατηγορούμενη δεν λαμβάνεται υπόψη επειδή είναι γενική, αόριστη και ασαφή. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του παραπονούμενου ως αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει αναφερθεί πιο πάνω, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Συγκεκριμένα αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Ο παραπονούμενος ήταν νυμφευμένος με την κατηγορούμενη και διέμεναν στην ίδια οικία. Στις 13.06.14 και περί ώρα 10:00 π.μ. όταν εισήλθε στην βεράντα της πισινής κουζίνας της οικίας τους όπου πίσω από αυτή υπάρχει κήπος και ανακοίνωσε στην κατηγορούμενη ότι είχε καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο ώστε αυτή να εγκαταλείψει τη συζυγική τους στέγη, εκείνη πήρε ένα φλόκο και τον κτύπησε επανειλημμένως στο αριστερό μέρος της κεφαλής και του ώμου του. Ο παραπονούμενος τότε τοποθέτησε τα χέρια του μπροστά και έσπρωχνε την κατηγορούμενη στο στήθος προκειμένου αυτή να σταματήσει να τον κτυπά. Ακολούθως και μετά που ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι θα τηλεφωνούσε στην αστυνομία, ο ίδιος είδε την κατηγορούμενη να βγάζει από το χέρι της τη γάζα που είχε δεμένη και να του λέει 'Τώρα θα δεις τι θα πάθεις ρε πούστη' ενώ παράλληλα χειρονόμησε εναντίον του 'καυλιάζοντας' τον με το δεξί της χέρι. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη μετέβηκε στο δωμάτιο της και όταν επέστρεψε μετά από πέντε λεπτά περίπου είχε στο στήθος της κόκκινα σημάδια. Ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν στον κήπο και αυτή στεκόταν στην είσοδο της κουζίνας επανέλαβε τη φράση 'Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω θα σε κανονίσω' αποκαλώντας τον ξανά 'πούστη'. Στο επίδικο επεισόδιο ουδείς άλλος ήταν παρών. Ο ΜΚ2 ήταν ο αστυνομικός που εξέτασε την καταγγελία του παραπονούμενου εναντίον της κατηγορουμένης, μέσα από την οποία διερεύνηση προωθήθηκε η παρούσα υπόθεση ενώπιον της δικαιοσύνης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούμενη. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης στην ολότητα της, η οποία περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 2 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και από γεγονότα που περιήλθαν στην σφαίρα της προσωπικής αντίληψης του και έχουν συμβεί. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ2 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 13.06.14 και μεταξύ των ωρών 16:20-17:00 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο (Τεκμήριο 1). (β) Στις 14.06.14 και μεταξύ των ωρών 19:15-19:45 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 4). (γ) Στις 14.06.14 και μεταξύ των ωρών 19:50-20:00 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη, η οποία αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε αυτολεξεί 'Υιοθετώ την κατάθεση μου που έδωσα στην αστυνομία στις 13.06.14' (Τεκμήριο 5). Επίσης δέχομαι την αναφορά του ΜΚ2 ότι εκείνος που ήλθε πρώτος στην αστυνομία και υπέβαλε παράπονο ήταν ο παραπονούμενος και το έπραξε προφορικά στο λοχία 741 περί ώρα 11:00 π.μ. της 13.06.14 και ότι αργότερα προέβηκε σε γραπτή κατάθεση αφού πρώτα μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και κατόπιν εξέτασης του από την ΜΚ3 έδωσε στον ΜΚ2 το αστυνομικό έντυπο που περιείχε την ιατρική αναφορά από την εξέταση του ως του ζητήθηκε από τον εν λόγω λοχία (Τεκμήριο 6). Ακόμη δέχομαι την αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι στις 13.06.14 και μεταγενέστερα της προφορικής καταγγελίας του παραπονούμενου, προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό η κατηγορούμενη όπου υπέβαλε καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου, η οποία λήφθηκε από τον αστυφύλακα 1503 Κύπρο Καγκαλλή που ανέλαβε την διερεύνηση του παραπόνου της (Τεκμήριο 3). Πρόκειται για αναφορές του ΜΚ2 που παρέμειναν αναντίλεκτες και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως ορθές και αληθές και αποτελούν και αυτές μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Παράλληλα η ορθότητα και αλήθεια τους καταδεικνύονται μέσα από πραγματική μαρτυρία. Ειδικότερα το Τεκμήριο 6 που είναι αστυνομικό έντυπο σημειώνει ως ώρα εισαγωγής του παραπονούμενου στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου 12:03 μ.μ. της 13.06.14. Αυτό το χρονικό σημείο είναι μεταγενέστερο της ώρας 11:00 π.μ. που ο παραπονούμενος είχε μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό και προμηθεύτηκε το εν λόγω έγγραφο, επαληθεύοντας έτσι την πιο πάνω αναφορά του ΜΚ2. Περαιτέρω το Τεκμήριο 3 σημειώνει ότι η γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης ημερομηνίας 13.06.14 μεταξύ των ωρών 13:15-14:00 λήφθηκε από τον αστυφύλακα 1503, πράγμα που επιβεβαιώνει την ορθότητα και αλήθεια της πιο πάνω αναφοράς του ΜΚ2. Η ΜΚ3 ήταν η ιατρός που εξέτασε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ως μάρτυρας έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν περιοριζόμενη πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας της. Μέσα από την κλινική εξέταση του παραπονούμενου που διεξήχθη από την ίδια, κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα που προσωπικά διαπίστωσε και κατέγραψε στη σχετική ενυπόγραφη ιατρική αναφορά της (Τεκμήριο 6). Ολόκληρη η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και το Τεκμήριο 6, το οποίο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της και δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Συγκεκριμένα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στις 13.06.14 ο παραπονούμενος προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και εξετάστηκε από την ΜΚ3 μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό. Μέσα από κλινική εξέταση του παραπονούμενου η ΜΚ3 διαπίστωσε ότι υπήρχαν τραύματα εκδορών και εκχυμώσεων στον αριστερό ώμο και στον αριστερό αντιβράχιο καθώς επίσης τραύματα ερυθρότητας στην αριστερή μετωπιαία χώρα. Πρόκειται για εξωτερικές κακώσεις του δέρματος και υποδόριου ιστού που δεν θεωρούνται σοβαρής μορφής τραυμάτων. Επίσης δέχομαι την επιστημονική θέση της ΜΚ3 ότι η εκδορά προκαλείται συνήθως από κάποιο αιχμηρό αντικείμενο ενώ η εκχύμωση συνήθως από χτύπημα με το χέρι ή από ένα αμβλύ αντικείμενο. Ακόμη δέχομαι την ιατρική αναφορά της εν λόγω μάρτυρος ότι τέτοιας φύσεως τραύματα, όπως αυτά που εντόπισε στο σώμα του παραπονούμενου, θα μπορούσαν επίσης να προκληθούν από πτώση ή σπρώξιμο. Πρόκειται για αναφορές που δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε πλευρά και ως εκ τούτου αποδέχομαι αφού δεν έχω κανένα λόγο περί του αντιθέτου. Η κατηγορούμενη, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, ασκώντας έτσι το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Στην ανώμοτη δήλωση της η κατηγορούμενη υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της στην αστυνομία ημερομηνίας 13.06.14, ήτοι το Τεκμήριο 4. Η εκδοχή που αυτή προβάλλει με βάση το έγγραφο αυτό είναι ότι η ίδια δεν κτύπησε τον παραπονούμενο αλλά ο παραπονούμενος είναι αυτός που επιτέθηκε και την κτύπησε με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα μέρη του σώματος της. Η ίδια ισχυρίζεται ότι απλά αμύνθηκε τοποθετώντας μόνο μπροστά τα χέρια της καθώς και το φλόκο που κρατούσε. Από τα πιο πάνω η κατηγορούμενη επικαλείται αυτοάμυνα στην ισχυριζόμενη επίθεση και χτυπήματα που δέχτηκε από τον παραπονούμενο με την τοποθέτηση των χεριών της και του φλόκου που κρατούσε. Έχω αξιολογήσει τη χωρίς όρκο κατάθεση της κατηγορουμένης και γενικότερα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 στα πλαίσια εξέτασης της προβαλλόμενης εκδοχής της. Η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι ενώ ο κατηγορούμενος της ομιλούσε σε ήρεμο τόνο ότι θα έπαιρναν διαζύγιο και να πήγαινε να έμενε με τους φίλους της όταν αυτή διερωτήθηκε που να πάει αυτός εξαγριώθηκε με αποτέλεσμα να την εξυβρίσει και να την κτυπήσει στο βαθμό και την έκταση που περίγραψε. Πρόκειται για ισχυρισμό που δεν συνάδει με τη λογική. Ούτε και δόθηκε κάποια εξήγηση από μέρους της γι' αυτή την αλλόκοτη συμπεριφορά που αποδίδει στον παραπονούμενο. Η προσπάθεια της να καταλογίσει στον παραπονούμενο ότι πάσχει από βαριά ψυχονεύρωση δεν συνοδεύτηκε από την προσκόμιση σχετικής ιατρικής μαρτυρίας, η οποία να αντικατοπτρίζει τη σημερινή κατάσταση της υγείας του παραπονούμενου Ούτε εναλλακτικά προσκομίστηκε ιατρική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η περίεργη συμπεριφορά που αποδίδεται ότι εκδηλώθηκε από τον παραπονούμενο στο συγκεκριμένο επίδικο επεισόδιο συνδέεται επιστημονικά με συμπτώματα πάθησης βαριάς ψυχονεύρωσης. Η αναφορά σε μία ιατρική εικόνα που αποδίδεται ότι είχε ο παραπονούμενος το έτος 1970 δεν μπορεί να εκληφθεί αλλά και ούτε δικαιολογείται ότι αντιπροσωπεύει τη σημερινή κατάσταση της υγείας του. Επιπλέον να σημειωθεί ότι εφόσον η κατηγορούμενη ισχυρίζεται πως έχει τηρήσει αμυντική / παθητική στάση απλά τοποθετώντας μπροστά τα χέρια της και το φλόκο σε ακινητοποιημένη στάση με σκοπό μόνο να αποκρούσει τα χτυπήματα του παραπονούμενου που προέρχονταν από τη χρήση των χεριών και των ποδιών του, τραύματα που πιθανό να μπορούσαν να προκληθούν συνεπεία της αμυντικής συμπεριφοράς της κατηγορούμενης θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί σ' εκείνα τα μέρη του σώματος του παραπονούμενου, δηλαδή στα χέρια και στα πόδια του. Ελαφριάς μορφής τραύματα θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν από την επαφή του φλόκου αν η κατηγορούμενη τον κρατούσε αμυντικά και παθητικά με τα χέρια και/ή πόδια του παραπονούμενου. Μόνο έτσι θα είχαν λογική τα γεγονότα που η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε και κατ' επέκταση θα καθιστούσε αληθοφανή την εκδοχή που επικαλείται. Τραύματα όμως δεν εντοπίστηκαν στα χέρια και/ή στα πόδια του παραπονούμενου. Τα τραύματα που αναντίλεκτα διαπιστώθηκαν στο σώμα του παραπονούμενου βρίσκονταν στον αριστερό ώμο, στον αριστερό αντιβράχιο καθώς επίσης στην αριστερή μετωπιαία χώρα, δηλαδή στο κεφάλι του παραπονούμενου. Η ανυπαρξία τραυμάτων στα χέρια και στα πόδια και παράλληλα ο εντοπισμός τραυμάτων στα προαναφερόμενα μέρη του σώματος του παραπονούμενου είναι δεδομένα που καταρρίπτουν ως αναληθή την εκδοχή της κατηγορούμενης καθώς και τα γεγονότα που αυτή ισχυρίστηκε. Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι τόσο ο λόγος που η κατηγορούμενη επικαλέστηκε για να πει πως ο παραπονούμενος αγρίεψε και να ισχυριστεί ότι την κτύπησε και την εξύβρισε όσο και η προβαλλόμενη εκδοχή της για το επίδικο επεισόδιο δεν αντέχουν τη βάσανο της λογικής. Περαιτέρω θα σημείωνα την απουσία άλλης μαρτυρίας που να επαληθεύει τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, οι οποίοι αντιστρατεύονται τη λογική. Την ίδια στιγμή παρατηρώ ότι υπάρχει μαρτυρικό υλικό που δημιουργεί πλαίσιο ανατροπής των όσο η κατηγορούμενη επικαλέστηκε μέσα από την χωρίς όρκο κατάθεση της. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν έχω αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη δεν έλεγε την αλήθεια όταν έθεσε το περιεχόμενο της χωρίς όρκο κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά προέκταση κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν είπε την αλήθεια μέσα από την γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 13.06.14, ήτοι το Τεκμήριο 4, το οποίο αποτελεί το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης της. Απλά μέσα από τα λεγόμενα της προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κατασκευάζοντας γεγονότα προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων της και γενικότερα της συμπεριφοράς που εκδήλωσε στο επίδικο περιστατικό. Τα πιο πάνω δεδομένα δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο για επιλογή άλλη από αυτή της απόρριψης της αφού κρίνεται ότι ουδεμία πειστική αξία έχει. Αναφορικά με τη γραπτή ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης ημερομηνίας 14.06.14 και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 3, το οποίο απλά και μονολεκτικά παραπέμπει σε προγενέστερη μη ανακριτικής φύσεως κατάθεση της κατηγορουμένης ημερομηνίας 13.06.14 (Τεκμήριο 4), παρατηρώ ότι το περιεχόμενο της ως έχει αυτούσιο, δηλαδή αυτό του Τεκμηρίου 3, σε καμία περίπτωση χαρακτηρίζεται ως διαφωτιστικό με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου ουδεμία βαρύτητα της αποδίδεται. Πέραν αυτού όμως η διασύνδεση της με το Τεκμήριο 4 που δεν έγινε δεκτό για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, αναπόφευκτα την καθιστά μηδενικής αξίας. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί, η κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Εφόσον η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νυμφευμένη με τον παραπονούμενο, το εν λόγω αδίκημα που αντιμετωπίζει εντάσσεται κάτω από το άρθρο 3 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (Ν.119(Ι)/2000) και ταυτόχρονα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Συνδυασμένη μελέτη των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων καθιστούν σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη επιτίθεται στον παραπονούμενο και (β) του προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη πήρε ένα φλόκο και κτύπησε επανειλημμένως τον παραπονούμενο στο αριστερό μέρος της κεφαλής και του ώμου του. Πρόκειται για κτυπήματα που καταδεικνύουν στοχευμένες ενέργειες επιθετικού χαρακτήρα από την κατηγορούμενη εναντίον του παραπονούμενου. Σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί σε συμπέρασμα επίδειξης παθητικής συμπεριφοράς και στάση αυτοάμυνας, όπως ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη και για τους λόγους που εξηγήθηκαν προηγουμένως η εκδοχή της δεν έγινε αποδεκτή. Αυτές οι πράξεις της κατηγορουμένης σαφώς συνιστούν επίθεση από μέρους της εναντίον του παραπονούμενου. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Περαιτέρω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι κατόπιν κλινικής εξέτασης του παραπονούμενου από την ΜΚ3, στο σώμα του παραπονούμενου διαπιστώθηκαν εκδορές και εκχυμώσεις στον αριστερό ώμο και στον αριστερό αντιβράχιο καθώς επίσης ερυθρότητα στην αριστερή μετωπιαία χώρα. Πρόκειται για εξωτερικές κακώσεις του δέρματος και υποδόριου ιστού, οι οποίες παρόλο ότι δεν είναι σοβαρής μορφής δεν παύουν από του να θεωρούνται υπαρκτές και συνάμα πραγματικές σωματικές βλάβες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη των πιο πάνω τραυμάτων στο σώμα του παραπονούμενου δεν έχουν αμφισβητηθεί από την κατηγορούμενη μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Το ερώτημα που εγείρεται και χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο οι σωματικές βλάβες που εντοπίστηκαν στο σώμα του παραπονούμενου είναι αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε από την κατηγορούμενη. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα προκύπτει ότι το επίμαχο επεισόδιο διαδραματίστηκε στις 13.06.14 και περί ώρα 10:00 π.μ. Ακολούθως στις 11:00 π.μ. περίπου της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό όπου υπέβαλε προφορικά παράπονο για το επεισόδιο που εκτυλίχτηκε εις βάρος του και στις 12:00 μ.μ. περίπου πάλι της ίδιας ημέρας μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εξετάστηκε από την ΜΚ3 μέσα από την οποίαν εξέταση διαπιστώθηκαν τα προαναφερόμενα τραύματα. Είναι επομένως ολοφάνερο ότι αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη των πιο πάνω σωματικών βλαβών στο σώμα του, χωρίς να μεσολαβήσει οποιοδήποτε άλλο γεγονός με εξαίρεση τον αστυνομικό σταθμό που μετέβηκε για να υποβάλει σχετικό παράπονο. Χωρίς δεύτερη σκέψη συνάγεται ότι ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ένεκα του επίμαχου επεισοδίου στο οποίο ενεχόταν. Όπως έχει ήδη λεχθεί η κατηγορούμενη δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση σωματικών βλαβών στο σώμα του παραπονούμενου από την ΜΚ3 που το εξέτασε δύο ώρες περίπου μετά το επίμαχο περιστατικό. Παράλληλα δεν προώθησε θέση ότι οι πιο πάνω σωματικές βλάβες δεν συνδέονται με το επίμαχο επεισόδιο ή ότι προκλήθηκαν από άλλη ανεξάρτητη αιτία που δεν σχετίζεται με το επίδικο περιστατικό. Ούτε η κατηγορούμενη προσκόμισε επ' αυτού τέτοια μαρτυρία επιστημονικής και άλλης φύσεως. Αντίθετα ήταν η θέση της κατηγορουμένης, όσο γενική και αόριστη αν χαρακτηριστεί, ότι οποιοδήποτε τυχόν τραύμα εντοπιστεί στο σώμα του παραπονούμενου από το επίδικο επεισόδιο που προκλήθηκε από την ίδια, έγινε στα πλαίσια αμυντικής στάσης με τη βοήθεια των χεριών της και του φλόκου που κρατούσε. Παρόλο ότι, όπως ήδη λέχθηκε, η εκδοχή της δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, εντούτοις αυτό που αβίαστα προκύπτει και έχει σημασία είναι ότι η ίδια η κατηγορούμενη άφησε ορατό το ενδεχόμενο να προκλήθηκαν τραύματα κατά το επίμαχο επεισόδιο από τη χρήση των χεριών της και του φλόκου που κρατούσε. Την ίδια στιγμή η φύση και το είδος των σωματικών βλαβών που διαγνώστηκαν στα συγκεκριμένα μέρη του σώματος του παραπονούμενου που εντοπίστηκαν από την ΜΚ3 συνάδουν με τα αποδεκτά ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό ξυλοδαρμού. Οι αποδεκτές αναφορές της ΜΚ3 για τα αίτια που μπορούν να προκαλέσουν τα εν λόγω τραύματα καλύπτουν την περίπτωση να προκλήθηκαν από φλόκο ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου για επανειλημμένα κτυπήματα επιθετικής φύσεως με τη χρήση φλόκου. Στην απουσία σχετικής ιατρικής και/ή άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας που θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, το ενδεχόμενο ο παραπονούμενος να προκάλεσε στον εαυτό του τα τραύματα ή να προκλήθηκαν από άλλη ανεξάρτητη αιτία που δεν σχετίζεται με το επίμαχο περιστατικό, μπορεί με ασφάλεια να αποκλειστεί. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, οδηγούμαι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ως αποτέλεσμα της επίθεσης και του ξυλοδαρμού η κατηγορούμενη προκάλεσε στον παραπονούμενο τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες που διαπιστώθηκαν ιατρικά στον παραπονούμενο σχεδόν αμέσως μετά που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό, τεκμηριώνοντας έτσι στον απαιτούμενο βαθμό και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επιπλέον η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απείλησε τον παραπονούμενο. Πρόκειται για τη δεύτερη κατηγορία στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Δεν μου διαφεύγει ότι η ορολογία που χρησιμοποιείται είναι απειλή βιαιοπραγίας. Ωστόσο είναι προφανές τόσο από τη νομική βάση της κατηγορίας που είναι το άρθρο 91Α του Κεφ.154 όσο και από τις λεπτομέρειες που εκτίθενται ότι το αδίκημα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει είναι η 'απειλή' και όχι η 'απειλή βιαιοπραγίας' που εκ παραδρομής σημειώνεται. Επ' αυτού μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι ουδεμία παραπλάνηση υπέστη η κατηγορούμενη και ούτε έχουν επηρεαστεί δυσμενώς οποιαδήποτε δικαιώματα και/ή συμφέροντα της. Η ρητή αναφορά στο άρθρο 91Α σε συνδυασμό με το σαφές νόημα που αποδίδουν οι λεπτομέρειες που εκτίθενται στη δεύτερη κατηγορία δεν επιτρέπουν οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Είναι γι' αυτό που η αντεξέταση του παραπονούμενου, η ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης και η νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου υπεράσπισης περιστράφηκαν γύρω από το νομικό ζήτημα της 'απειλής' δυνάμει του άρθρου 91Α του Κεφ.154 στη βάση των ισχυριζόμενων λεπτομερειών της δεύτερης κατηγορίας, αποκλείοντας έτσι οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο. Με το αδίκημα της απειλής, όπως ήδη λέχθηκε, πραγματεύεται το άρθρο 91Α του Κεφ.154, το περιεχόμενο του οποίου επί λέξει προνοεί τα εξής: "Απειλή 91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη. " Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής δυνάμει του άρθρου 91Α είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη απειλεί τον παραπονούμενο ότι θα ασκήσει εναντίον του βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη και (β) Η κατηγορούμενη προκαλεί τρόμο ή ανησυχία στον παραπονούμενο. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.1, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού στο θύμα. Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης. Σχετική ακόμη είναι η υπόθεση Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210, στην οποίαν και παραπέμπω. Οι πιο πάνω νομικές αρχές συγκεφαλαιώνονται στην πρόσφατη υπόθεση Καραπάσιη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2014 ημερ. 24.01.17, η οποία αφορά το αδίκημα της απειλής. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη είπε στον παραπονούμενο τις φράσεις 'Τώρα θα δεις τι θα πάθεις .' και 'Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω θα σε κανονίσω'. Αυτό που γίνεται αντιληπτό στη βάση του αποδεκτού μαρτυρικού υλικού είναι ότι η κατηγορούμενη εκστόμισε τις πιο πάνω φράσεις όχι με απειλητική διάθεση επειδή είχε σκοπό να ασκήσει βία ή άλλη παράνομη πράξη εις βάρος του παραπονούμενου αλλά εννοούσε ότι θα ισχυριζόταν πως είχε κτυπηθεί από αυτόν. Η επιθετική συμπεριφορά της κατηγορουμένης τερματίστηκε μετά που ο παραπονούμενος της είπε ότι θα τηλεφωνούσε στην αστυνομία. Η κατηγορούμενη εκστόμισε τις επίμαχες φράσεις που είχαν αντίκτυπο τον εαυτό της και συγκεκριμένα όταν αφαίρεσε τη γάζα από το χέρι της που είχε δεμένο και όταν εμφανίστηκε με κόκκινα σημάδια στο στήθος της θέλοντας να δείξει στον παραπονούμενο ότι για την κατάσταση του σώματος της ευθυνόταν εκείνος. Από τα γεγονότα που πλαισιώνουν το επίδικο περιστατικό, οι προαναφερόμενες φράσεις που εκστομίστηκαν από την κατηγορούμενη δεν ήταν απειλητικού χαρακτήρα. Περαιτέρω ενώπιον μου δεν υπάρχει οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος αισθάνθηκε τρόμο, φόβο ή ανησυχία συνεπεία της εκστόμισης των πιο πάνω φράσεων. Συνεπώς κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής έχει στοιχειοθετηθεί. Μία άλλη κατηγορία που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει είναι ότι προέβηκε σε άσεμνη πράξη σε δημόσιο δρόμο. Με το αδίκημα αυτό ασχολείται το άρθρο 176 του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου κατά λέξει σημειώνουν τα εξής: "Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων." Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι για να διαπραχθεί το εν λόγω αδίκημα πρέπει η κατηγορούμενη δημόσια να προβεί σε πράξη που να θεωρείται άσεμνης φύσεως. Η έννοια του 'δημόσια' σε ότι αφορά πράξεις που διενεργήθηκαν οριοθετείται στο άρθρο 4 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Ειδικότερα καλύπτει: (α) πράξεις που διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο, (β) πράξεις που διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 σημειώθηκε πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Κεφ.154, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Αυτό που αποδίδεται στην κατηγορούμενη είναι ότι χειρονόμησε εις βάρος του παραπονούμενου. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ενώ η κατηγορούμενη και ο παραπονούμενος βρίσκονταν στην βεράντα της πισινής κουζίνας της οικίας τους όπου πίσω από αυτή υπάρχει κήπος, η πρώτη χειρονόμησε εις βάρος του δεύτερου 'καυλιάζοντας' τον με το δεξί της χέρι. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι η χειρονομία 'καυλιάζω' είναι το ρήμα που πηγάζει από τη λέξη 'καυλί' και καταδεικνύει μία ενέργεια από την κατηγορούμενη. Σύμφωνα με το Ετυμολογικό Λεξικό της Ομιλουμένης Διαλέκτου του Κυριάκου Χατζηιωάννου 3η έκδοση, η λέξη 'καυλί' σημαίνει το μεσαίο δάκτυλο ανορθωμένο. Περαιτέρω όπως εξηγείται στο Ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση, σελίδα 874, η πιο πάνω λέξη σημαίνει τη βάλανο του ανδρικού μορίου ή του ανδρικού γεννητικού οργάνου. Σύμφωνα με το ίδιο ερμηνευτικό λεξικό αλλά στη σελίδα 294, η λέξη 'άσεμνη' σημαίνει κάτι το αισχρό, πρόστυχο, χυδαίο, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σεμνότητας και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Θωμά v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Επάρχου Λευκωσίας, Υπόθεση αρ. 948/96, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 04.12.98, τονίστηκε ότι μία πράξη χαρακτηρίζεται ως άσεμνη όταν προσβάλει τη δημόσια αιδώ. Η ενέργεια της κατηγορουμένης ήταν να ανορθώσει το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού της και να το στρέψει κατά του παραπονούμενου. Χωρίς δεύτερη σκέψη η εν λόγω ενέργεια της κατηγορουμένης αποτελεί σχήμα αισχρό που καθιστά την πράξη της αυτή άσεμνη αφού αυτή προσβάλλει τη δημόσια αιδώ. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η χειρονομία έγινε σε μη δημόσιο χώρο. Ωστόσο ουδεμία μαρτυρία υπάρχει με την οποίαν να παρέχονται δεδομένα τέτοια που να καταδεικνύουν με ασφάλεια ότι η εν λόγω χειρονομία της κατηγορουμένης πιθανό να καταστεί ορατή από άτομο που τυχόν βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Στοιχεία όπως ο προσδιορισμός της τοποθεσίας δημόσιου χώρου σε σχέση με την οικία του παραπονούμενου και της κατηγορουμένης, ο υπολογισμός της απόστασης από το σημείο όπου έγινε η χειρονομία μέχρι το δημόσιο χώρο, η υπόδειξη περί έλλειψης φυσικών εμποδίων που να παρεμβάλλονται στο οπτικό πεδίο μεταξύ του ιδιωτικού χώρου και του δημόσιου χώρου είναι καταλυτικά για να καταστήσουν τη διενέργεια της πιο πάνω άσεμνης πράξης δημόσια εν τη εννοία του Κεφ.154. Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν τεκμηριώνει ότι η κατηγορούμενη προέβηκε σε δημόσια πράξη, παρόλο ότι κρίνεται άσεμνη. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το συστατικό στοιχείο 'δημόσια' δεν έχει στοιχειοθετηθεί. Στρέφω τώρα την προσοχή μου στην τέταρτη κατηγορία που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, η οποία αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 99 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν αυτούσια ότι: " Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η κατηγορούμενη εξυβρίζει τον παραπονούμενο, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Natalia Kozina
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την κατηγορούσα αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Σύμφωνα με το Ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση, σελίδα 1460, μία από τις σημασίες που έχει η επίμαχη λέξη όταν χρησιμοποιείται είναι για αναφορά σε ανέντιμο άνθρωπο. Υπό αυτή την έννοια η εν λόγω λέξη έχει υβριστική ετυμολογία. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη σε δύο περιπτώσεις αποκάλεσε τον παραπονούμενο 'πούστη'. Η πρώτη φορά ήταν όταν αμφότεροι βρίσκονταν στην βεράντα της πισινής κουζίνας της οικίας τους όπου πίσω από αυτή υπάρχει κήπος, ενώ η δεύτερη φορά ήταν όταν αυτή στεκόταν στην είσοδο της κουζίνας και αυτός βρισκόταν στον κήπο. Σαφώς η εκστόμιση της πιο πάνω λέξης από την κατηγορούμενη δεν προάγει επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας από μέρους της. Ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η εν λόγω φράση εκστομίστηκε δεν δικαιολογούν αίσθημα κολακείας από τον παραπονούμενο. Από το ύφος, τον τρόπο και στο πλαίσιο των γεγονότων που εκστομίστηκε, ο παραπονούμενος δικαιολογημένα αισθάνθηκε προσβεβλημένος από τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης εκλαμβάνοντας τη συγκεκριμένη λέξη μειωτική για το πρόσωπο του προς το οποίο στρεφόταν. Υπό τις περιστάσεις η πιο πάνω λέξη κρίνεται υβριστική προς το πρόσωπο του παραπονούμενου. Σαφώς η εκστόμιση αυτής της υβριστικής λέξης με το ύφος που λέχθηκε και στο πλαίσιο των γεγονότων που εντάσσεται καθιστούν πιθανή επιθετική αντίδραση από παριστάμενο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, το πρώτο και τρίτο συστατικό στοιχείο έχουν τεκμηριωθεί. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο που πρέπει να πληρείται είναι η εξύβριση να διενεργηθεί σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η εκστόμιση της εν λόγω υβριστικής λέξης πραγματοποιήθηκε σε μη δημόσιο χώρο. Σε ότι αφορά ερμηνεία του όρου 'δημόσιος χώρος' παραπέμπω στα όσα έχω αναφέρει στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης. Αυτό που και εδώ διαπιστώνεται είναι παντελής έλλειψη μαρτυρίας με την οποίαν να παρέχονται δεδομένα τέτοια που να καταδεικνύουν με ασφάλεια ότι η εν λόγω υβριστική λέξη που εκστομίστηκε από την κατηγορούμενη πιθανό να ακουγόταν από οποιοδήποτε πρόσωπο που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε δημόσιο χώρο. Στοιχεία όπως ο προσδιορισμός της τοποθεσίας δημόσιου χώρου σε σχέση με την οικία του παραπονούμενου και της κατηγορουμένης, ο υπολογισμός της απόστασης από το σημείο όπου εκστομίστηκε η υβριστική λέξη μέχρι το δημόσιο χώρο, η υπόδειξη περί έλλειψης φυσικών εμποδίων που να παρεμβάλλονται στο ακουστικό πεδίο μεταξύ του ιδιωτικού χώρου και του δημόσιου χώρου καθώς και η ένταση της φωνής της κατηγορουμένης είναι καταλυτικά για να καταστήσουν την εκστόμιση της πιο πάνω λέξης δημόσια εν τη εννοία του Κεφ.154. Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν τεκμηριώνει ότι η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, στην οποίαν η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη, ενώ παράλληλα απέτυχε να το πράξει στις υπόλοιπες κατηγορίες, ήτοι στις κατηγορίες 2, 3 και 4, στις οποίες η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη-Απειλή-Άσεμνη πράξη σε δημόσιο χώρο-Δημόσια εξύβριση/Άρθρα 3 Ν.119(Ι)/2000, 91Α, 176 & 99 Κεφ.154/ Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.