← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΒΒΑΣ ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΑΘΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2532/14, 31/1/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΒΒΑΣ ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΑΘΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2532/14, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2532/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΣΑΒΒΑΣ ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
  2. RIYAJUL ISLAM Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31.01.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κα Α. Κωνσταντίνου (η κα Ν. Κωνσταντίνου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105) μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι την 01.04.14 εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 2 σε χωράφι που βρίσκεται στην οδό Κοτσιάς στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου χωρίς άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, αυτός προέβηκε σε παραδοχή των κατηγοριών που τον αφορούσαν πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και του επιβλήθηκε ποινή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου 1 αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν έξι τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 2886 Αλέκος Αλεξάνδρου, του οποίου η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 01.04.14, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1, αποτέλεσε βασικά την κυρίως εξέταση του. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ο εν λόγω μάρτυρας την 01.04.14 έλαβε από τον κατηγορούμενο 1 ανακριτική κατάθεση σχετικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και ακολούθως της ίδιας ημέρας τον κατηγόρησε γραπτώς, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε επί λέξει 'Δεν τον εργοδοτούσα απλώς ζητούσε δουλειά και του ζήτησα να φέρει τα χαρτιά του.' Τόσο η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου όσο και το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε και αφορούν την υπόθεση αυτή ήταν απλά να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και στη συνέχεια να τον κατηγορήσει γραπτώς. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 2607 Μιχάλης Χριστοδούλου. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 01.04.14, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Με βάση το έγγραφο αυτό ο εν λόγω μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο κλιμάκιο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου και ήταν τοποθετημένος στο γραφείο επιχειρήσεων. Όπως σημειώνεται, την 01.04.14 μετά από πληροφορία που διαβιβάστηκε στην υπηρεσία του ότι σε χωράφι που έχει φυτεία μπανάνες στην οδό Κοτσίας στη Χλώρακα παράνομα εργοδοτούνται αλλοδαποί, μετέβηκε μαζί με συναδέλφους του στο χώρο με σκοπό την διερεύνηση της. Εκεί εντόπισε ένα αλλοδαπό άνδρα να μεταφέρει μπανάνες. Κατόπιν έρευνας που διεξήχθη στο αρχείο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατάγεται από τη Μπαγκλαντές και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 05.02.10 ως φοιτητής στο κολλέγιο Alexander στη Λάρνακα μέχρι 09.02.
  2. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση παροχής πολιτικού ασύλου, η οποία απορρίφθηκε. Ακολούθως υπέβαλε έφεση στην αναθεωρητική αρχή, η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 06.11.12 και έκτοτε διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με τα στοιχεία του να είναι καταχωρημένα στον κατάλογο των ατόμων που αναζητούνταν δυνάμει σχετικού μηνύματος ημερομηνίας 17.04.
  3. Ο κατηγορούμενος 2 υπέδειξε το Σάββα Χατζηευτυχίου ως τον εργοδότη του, ο οποίος ήταν παρών στο μέρος κατά τη σύλληψη του αλλοδαπού. Ο εν λόγω μάρτυρας αργότερα πληροφόρησε τον ισχυριζόμενο εργοδότη ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και ότι ήταν υπό σύλληψη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Μα σήμερα τον έφερα για δουλειά.' Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι το άτομο που ο αλλοδαπός υπέδειξε ως τον εργοδότη του και ήταν παρών στη σύλληψη του ήταν ο κατηγορούμενος 1 και πως η αναγραφή του επωνύμου Χατζηευτυχίου οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος και ότι το ορθό είναι 'Σάββας Χατζηευσταθίου'. Επίσης σημείωσε ότι τη στιγμή του περιστατικού ο αλλοδαπός κουβαλούσε μπανάνες στον ώμο του, τις οποίες μετέφερε σε ημιφορτηγό που ήταν σταθμευμένο στο δρόμο στη γωνία που ήταν το χωράφι με τις φυτείες μπανανών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος στεκόταν σε άδειο χωράφι απέναντι από το επίδικο σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από το προαναφερόμενο ημιφορτηγό και παρακολουθούσε. Σε κάποια στιγμή πρόσεξε τον κατηγορούμενο 2 να μεταφέρει κλώνο με μπανάνες στον ώμο του και να τον τοποθετεί στην κάσια του ημιφορτηγού, εντός της οποίας βρισκόταν ένα άλλο άτομο που ήταν κύπριος άνδρας και στοίβαζε τους κλώνους των μπανανών. Μετά είδε τον κατηγορούμενο 2 να εισέρχεται στο επίμαχο χωράφι και να εξέρχεται από αυτό κουβαλώντας για δεύτερη φορά άλλο κλώνο με μπανάνες και μαζί του να εξέρχεται και να βαδίζει δίπλα του ο κατηγορούμενος 1 με κατεύθυνση το ημιφορτηγό. Ο μάρτυρας αυτός διαπίστωσε ότι το άλλο άτομο που ήταν στην κάσια του ημιφορτηγού ήταν κύπριος όταν εξακρίβωσε τα στοιχεία του μέσω της πολιτικής ταυτότητας του που είχε στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε την δεύτερη φορά που εξήλθε του χωραφιού έχοντας στο πλάι του τον κατηγορούμενο
  4. Στην κυρίως εξέταση της ένορκης κατάθεσης του ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι την 01.04.14 μετέβηκε σε χωράφι με φυτείες μπανανών στη Χλώρακα που ανήκει στη θυγατέρα του με σκοπό να κόψει 40-50 κλώνους 1.000-1.300 κιλά και να τις παραδώσει στην εταιρεία 'Σωκράτης Ν. Χαραλαμπίδης & Υιοί Λτδ', ποσότητα που του την είχε ζητήσει ο διευθυντής της εν λόγω μετά από μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία. Σο χωράφι εκείνο βρίσκονταν ο ίδιος, η σύζυγος του και ο υιός του. Για την παραλαβή της πιο πάνω ποσότητας η προαναφερόμενη εταιρεία απέστειλε στο εν λόγω χωράφι φορτηγό με οδηγό κάποιο Μοχάμετ Χασάν που ήταν υπάλληλος της. Εκεί ο υιός του κατηγορουμένου 1 κουβαλούσε σακούλια με κλώνους μπανανών στο ημιφορτηγό, τα οποία σακούλια δίπλωνε η σύζυγος του που ήταν έξω από το όχημα αυτό. Ενώ ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν μέσα στο χωράφι και ανασήκωνε σακούλια για να εντοπίσει μπανάνες που ήταν έτοιμες για κοπή, ήλθε ο υιός του και του είπε ότι συνέλαβαν ένα αλλοδαπό και οι αστυνομικοί ρωτούσαν αν τον εργοδοτούσε. Τότε εξήλθε του χωραφιού και η σύζυγος του είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 την προσέγγισε αναζητώντας εργασία. Ο ίδιος δεν ήλθε σε επαφή εκείνη την ημέρα με τον κατηγορούμενο
  5. Παράλληλα πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν στο πίσω κάθισμα αστυνομικού οχήματος που δεν είχε αστυνομικά σύμβολα και δίπλα του ήταν ο ΜΚ
  6. Έξω από το αστυνομικό όχημα υπήρχαν άλλοι δύο αστυνομικοί. Όλοι οι αστυνομικοί είχαν πολιτική περιβολή. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1, όταν ερωτήθηκε από τους αστυνομικούς αν εκείνη την ημέρα εργοδοτούσε παράνομα αλλοδαπό, αυτός απάντησε ότι δεν είχε ανάγκη να πράξει κάτι τέτοιο επειδή η ποσότητα εργασίας ήταν μικρή και μαζί του είχε τον υιό του και τη σύζυγο του που τον βοηθούσαν. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος απέρριψε ως αναληθείς τις αναφορές του ΜΚ2 ότι ο οδηγός του ημιφορτηγού ήταν ελληνοκύπριος και ότι έλαβε τα στοιχεία του. Επίσης θεωρεί αναληθή την αναφορά του ΜΚ2 ότι απέναντι από το επίμαχο χωράφι υπάρχει άλλο ανοικτό χωράφι. Επ' αυτού κατέθεσε πέντε έγχρωμες φωτογραφίες ως Τεκμήρια 5
(1)-5
(5)στις οποίες υπέδειξε περιφραγμένο γήπεδο γκολφ. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, συμφώνησε ότι στη φωτογραφία Τεκμήριο 5Γ υπάρχει όντως ανοιχτό χωράφι αλλά απέκλεισε το γεγονός ο ΜΚ2 να βρισκόταν εκεί επικαλούμενος ενημέρωση που έτυχε από τη σύζυγο του ως προς την πορεία που του είπε ότι είχε το όχημα της αστυνομίας όταν έφθασε στο μέρος. Όπως ακόμη είπε, εκείνη την ημέρα ο ίδιος εντόπιζε μπανάνες που ήταν ώριμες για κοπή, τις έκοβε και κατά διαστήματα κουβαλούσε κλώνους με μπανάνες, ο υιός του κουβαλούσε μόνο κλώνους με μπανάνες, η σύζυγος του δίπλωνε σακούλια των κλώνων με μπανάνες έξω από το φορτηγό και ο Χασάν τοποθετούσε τους κλώνους των μπανανών στο ημιφορτηγό. Η αποστολή ήταν να κοπούν 40-50 κλώνοι μπανανών έκαστος 25-30 κιλά, τις οποίες μπανάνες ο κατηγορούμενος 1 θα διάλεγε από όλο το χωράφι έκτασης 200-250 μέτρα. Την ώρα που ήλθε η αστυνομία στο χώρο ο κατηγορούμενος 1 ήταν εντός του χωραφιού και δεν άκουσε αλλά ούτε αντιλήφθηκε οτιδήποτε. Ούτε είδε τον κατηγορούμενο 2 εντός του χωραφιού. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1, ο κατηγορούμενος 2 δεν εισήλθε στο χωράφι για να μεταφέρει μπανάνες. Τη ημέρα εκείνη δεν μίλησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο
  1. Ο κατηγορούμενος 1 είχε πρόθεση να εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο 2 περί τα τέλη Απριλίου που θα ήταν η κατάλληλη περίοδος για την κοπή των κλώνων και καθαρισμό των φύλλων αλλά τη συγκεκριμένη ημέρα δεν είχε ανάγκη να τον εργοδοτήσει. Πριν από την ημερομηνία του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος 2 είχε αποταθεί για εργασία στο περιβάλλον του κατηγορουμένου 1 τρεις με τέσσερις φορές, όπως και άλλοι αλλοδαποί. Σε μία από τις περιπτώσεις ο κατηγορούμενος 1 έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του στον κατηγορούμενο
  2. Του τηλεφώνησε δε ο εν λόγω αλλοδαπός πολλές φορές αλλά αυτός του είπε ότι αν θα τον εργοδοτούσε θα έπρεπε πρώτα να του έφερνε σχετικά έγγραφα για να εξετάσει αν διέμενε νόμιμα στην Κύπρο. Καταλήγοντας ο κατηγορούμενος 1 απέρριψε τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής ότι στο επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος 2 κουβαλούσε μπανάνες στο φορτηγό, ότι σε ερώτηση του ΜΚ2 ο κατηγορούμενος 2 τον υπέδειξε ως τον εργοδότη του καθώς επίσης αρνήθηκε ότι ο ίδιος είπε στον ΜΚ2 πως εκείνη την ημέρα είχε φέρει τον κατηγορούμενο 2 για εργασία. Επανεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος είπε ότι το γήπεδο του γκολφ εφάπτεται ανατολικά του δρόμου με το χωράφι του και ότι πίσω από το γήπεδο αυτό δεν υπάρχει δρόμος αλλά συγκρότημα διαμερισμάτων. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Μοχάμετ Χασάν (ΜΥ1), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε μεταξύ άλλων, ότι κατάγεται από τη Συρία και διαμένει στην Κύπρο εδώ και 15 χρόνια με άδεια παραμονής και εργασίας. Εργάζεται στην εταιρεία 'Σωκράτης Ν. Χαραλαμπίδης & Υιοί Λτδ'. Τον κατηγορούμενο 1 τον γνωρίζει επειδή προμηθεύεται μπανάνες από αυτόν. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, την 01.04.14 μετέβηκε στο χωράφι του κατηγορουμένου 1 με τις μπανάνες. Εκεί ήταν μόνο ο κατηγορούμενος 1, η σύζυγος του και ο υιός του. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν μέσα στο χωράφι και έκοβε μπανάνες, τις οποίες κουβαλούσε στο όχημα ο υιός του. Σε κάποια στιγμή ήλθε ένα αυτοκίνητο μάρκας Pajero στο οποίο επέβαιναν τρία άτομα με πολιτικά άτομα και είχαν μαζί τους ένα μελαχρινό άτομο που είχε χειροπέδες. Τα άτομα αυτά ανάφεραν ότι το μελαχρινό άτομο που είχε χειροπέδες ήταν στο χωράφι του κατηγορουμένου 1, πλην όμως ο μάρτυρας αυτός δεν είδε τον κατηγορούμενο 1 να ομιλεί με το εν λόγω μελαχρινό άτομο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως είναι κάτοχος κυπριακής ταυτότητας και ότι την ημέρα που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό την είχε μαζί του. Ωστόσο αρνήθηκε ότι κάποιος από τους υφιστάμενους αστυνομικούς ζήτησε και επιθεώρησε την ταυτότητα του. Εκείνη την ημέρα ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στο επίμαχο χωράφι την ίδια χρονική στιγμή με τον κατηγορούμενο
  3. Το όχημα του κατηγορουμένου 1, στο οποίο επέβαιναν εκτός από τον ίδιο η σύζυγος και ο υιός του, προπορευόταν του φορτηγού που οδηγούσε ο ΜΥ
  4. Τη στιγμή που ήλθαν οι αστυνομικοί ο ίδιος φόρτωνε τις μπανάνες στο φορτηγό, ο υιός του κατηγορουμένου 1 κουβαλούσε μπανάνες, η σύζυγος του κατηγορουμένου 1 τύλιγε σακούλια δίπλα από το φορτηγό και ο κατηγορούμενος 1 έκοβε μπανάνες, παρόλο ότι δεν μπορούσε να τον δει και υποθέτει αυτό που είπε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 εξήλθε του επίμαχου χωραφιού μετά που του φώναξε η σύζυγος του. Επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου 1, Άννα Χατζηευσταθίου (ΜΥ2). Μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 01.04.14, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, την 01.04.14 και ώρα 08:00 μετέβηκε στο επίμαχο χωράφι που ανήκει στον σύζυγο της και καλλιεργείται από μπανάνες. Μαζί της ήταν ο υιός της, ο κατηγορούμενος 1 και ο Χασάν. Η ίδια, ο υιός της και ο κατηγορούμενος 1 ασχολούνταν με το κόψιμο των μπανανών και αφού τελείωσαν με το μισό χωράφι προχώρησαν στην άλλη πλευρά του χωραφιού για να συνεχίσουν. Ενώ περπατούσε άκουσε κάποιον να της φωνάζει σε σπαστά ελληνικά ότι ήθελε εργασία και συγκεκριμένα να κόψει τους κορμούς και να καθαρίσει τα φύλλα. Ο αλλοδαπός την ακολουθούσε και επίμονα ζητούσε δουλειά λέγοντας της ότι ήταν φοιτητής στο ιδιωτικό κολέγιο Alexander College στη Λάρνακα. Για να τον αποφύγει η εν λόγω μάρτυρας έδωσε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του συζύγου της και του είπε πως αν τον χρειάζονταν θα του τηλεφωνούσαν. Όπως η μάρτυρας αναφέρει, πρώτη φορά έβλεπε το συγκεκριμένο άτομο. Ακολούθως στο μέρος αφίχθηκε ένα όχημα σκούρου χρώματος και ο αλλοδαπός στη θέα του οχήματος τράπηκε σε φυγή τρέχοντας μέσα στο επίμαχο χωράφι. Στη συνέχεια η εν λόγω μάρτυρας συνέχισε την πορεία της και αφού έφθασε στο σημείο που ήταν ο σύζυγος και ο υιός της όλοι μαζί συνέχισαν την κοπή των μπανανών. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η ΜΥ2 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι τη στιγμή που αντιλήφθηκε τον αλλοδαπό κρατούσε σακούλια που τα δίπλωνε και κατευθυνόταν προς το φορτηγό. Σε κάποια στιγμή στο χώρο ήλθε ένα σκούρου χρώματος όχημα από το οποίο κατέβηκαν τρεις αστυνομικοί. Όπως η εν λόγω μάρτυρας είπε, ο αλλοδαπός προσπάθησε να τρέξει μέσα στις μπανανιές αλλά συνελήφθηκε από ένα αστυνομικό και τοποθετήθηκε μέσα στο αστυνομικό όχημα. Δίπλα του ήταν ένας αστυνομικός ενώ οι άλλοι δύο ήταν εκτός του οχήματος. Στη συνέχεια της ζητήθηκε να καλέσει το σύζυγο της που ήταν εντός του χωραφιού. Ενώ η ΜΥ2 ξεκίνησε να ειδοποιήσει το σύζυγο της εξήλθε από το χωράφι ο υιός της που κουβαλούσε μπανάνες. Τότε η ΜΥ2 είπε στον υιό της να επιστρέψει και να καλέσει τον κατηγορούμενο 1 επειδή ήθελε να του μιλήσουν οι αστυνομικοί, πράγμα που έπραξε. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως την ημερομηνία που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό η ίδια μάζευε τα σακούλια που πέταγε ο σύζυγος της από τις μπανάνες που ήταν ώριμες για κοπή και τα μετέφερνε στην άκρια του χωραφιού που ο χώρος ήταν καθαρός με σκοπό να τα διπλώσει. Σύμφωνα με την ίδια, τη στιγμή που αντίκρισε τον αλλοδαπό καθώς και τη στιγμή που ήλθαν οι αστυνομικοί στο χώρο ο σύζυγος της βρισκόταν εντός του χωραφιού και προσπαθούσε να εντοπίσει κλώνους μπανανών για κοπή. Ο δε υιός της ήταν μαζί με τον σύζυγο της για να μεταφέρει στο φορτηγό τις μπανάνες που θα κόβονταν. Περαιτέρω η ΜΥ2 αρνήθηκε ότι ο αλλοδαπός την ημέρα του επιδίκου περιστατικού εργοδοτείτο από τον κατηγορούμενο
  6. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Αλέξανδρος Χατζηευσταθίου (ΜΥ3), υιός του κατηγορουμένου
  7. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι την ημέρα του επιδίκου περιστατικού μετέβηκε μαζί με τους γονείς του με το ίδιο όχημα στο επίμαχο χωράφι όπου λίγο αργότερα αφίχθηκε στο μέρος ο Χασάν. Ο πατέρας του έκοβε τις μπανάνες, αυτός τις κουβαλούσε στο φορτηγό του Χασάν και ο τελευταίος τις τοποθετούσε στο φορτηγό. Η δε μητέρα του ήταν έξω στη γωνιά του χωραφιού και δίπλωνε σακούλια. Σε κάποια στιγμή η μητέρα του ήλθε το μέρος και του είπε να ειδοποιήσει τον πατέρα του επειδή ερχόταν η αστυνομία, πράγμα που έπραξε όταν μετέφερε στο φορτηγό τον κλώνο με τις μπανάνες που κρατούσε. Σχετικά με τον κατηγορούμενο 2, ο εν λόγω μάρτυρας ουδέποτε τον είδε να εργάζεται στο χωράφι και ουδέποτε τον είδε να έχει συνομιλία με τον πατέρα του. Απλά τον είδε την ημέρα του επιδίκου περιστατικού όταν εξερχόταν από το χωράφι στο αστυνομικό όχημα μάρκας Pajero να κάθεται στο πίσω κάθισμα μαζί με ένα αστυνομικό ενώ δύο άλλοι αστυνομικοί ήταν εκτός του οχήματος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως για την αποκοπή και μεταφορά 40-50 κλώνων μπανανών απαιτούνταν 2-3 ώρες περίπου. Σε ερώτηση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής για ποιο λόγο τότε η παρουσία τους στο χωράφι διήρκεσε περίπου 5 ώρες, ο εν λόγω μάρτυρας επικαλέστηκε αδυναμία μνήμης λόγω του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε. Παράλληλα απέρριψε τη θέση ότι την ημερομηνία του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος 2 μετέφερνε μπανάνες στο φορτηγό ως εργοδοτούμενος του κατηγορουμένου 1 λέγοντας ότι τις μπανάνες τις μετέφερε όλες ο ίδιος. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως αναξιόπιστη και να στηριχθεί σ' αυτήν των μαρτύρων της δικής της πλευράς η οποία, όπως είπε, είναι ειλικρινής και αληθής. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο, απέτυχε να αποδειχτεί το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης και ειδικότερα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε τον αλλοδαπό (κατηγορούμενο 2) και γι' αυτό ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του πελάτη της από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία που η πλευρά της προσκόμισε ήταν απαλλαγμένη από κενά και αδυναμίες ενώ η μαρτυρία της υπεράσπισης ήταν καθ' όλα αντιφατική. Η κυρία Σάββα παρέθεσε παραδείγματα από την μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τον αντιφατικό της χαρακτήρα και ισχυρίστηκε ότι δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή. Είναι η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι έχει αποδειχτεί η κατηγορία του κατηγορητηρίου στον απαιτούμενο βαθμό και γι' αυτό κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. ΜΚ1 ήταν ένας αστυφύλακας που συμμετείχε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης με πολύ μικρό και περιορισμένο ρόλο. Στα πλαίσια της αστυνομικής του ιδιότητας προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο
  1. Η αναντίλεκτη μορφή της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Την 01.04.14 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 2). (β) Αργότερα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 με το αδίκημα που περιλαμβάνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, ο οποίος απάντησε επί λέξει τα εξής: "Δεν τον εργοδοτούσα, απλώς ζητούσε δουλειά και του ζήτησα να φέρει τα χαρτιά του" (Τεκμήριο 3). Ο ΜΚ2 ήταν βασικά ο μάρτυρας στον οποίον η κατηγορούσα αρχή στηρίχτηκε για την προώθηση και απόδειξη της εκδοχής της. Ο εν λόγω μάρτυρας έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτό ήλθε στο Δικαστήριο και περιέγραψε με τρόπο παραστατικό τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του αντίληψης και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Χωρίς να υπερβάλλει και δίχως να υπεκφεύγει, απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν ευθέως, με σαφήνεια, πάντοτε επί της ουσίας τους και τεκμηριωμένα. Σε καμία περίπτωση μου έδωσε την εικόνα ότι κατασκεύαζε μαρτυρία. Οι διάφορες αναφορές του διαπνέονται από θετικότητα και αυθορμητισμό, στοιχεία που αναδεικνύουν την ειλικρίνεια του ως μάρτυρα της παρούσας υπόθεσης και παράλληλα δείχνουν ότι αισθανόταν σίγουρος γι' αυτά που έλεγε. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνέπεια και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα το επίπεδο αξιοπιστίας του, το οποίο διατηρήθηκε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου δύο διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ της δια ζώσης μαρτυρίας του και της γραπτής κατάθεσης του ημερομηνίας 01.04.14, δηλαδή τότε που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό (Τεκμήριο 4). Ωστόσο πρόκειται για επουσιώδεις φύσεως διαφορές, οι οποίες κρινόμενες υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας του και της εντύπωσης που δημιούργησε ως μάρτυρας, δεν επηρέασαν την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα ενώ στο Τεκμήριο 4 σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 πληροφορήθηκε από τον ΜΚ2 ότι ήταν υπό σύλληψη στη δια ζώσης μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι δεν είχε προβεί σε σύλληψη του κατηγορουμένου. Πρόκειται για μια διαφορά που δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Είτε ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε είτε όχι το ζήτημα κατά πόσο αυτός εργοδοτούσε ή όχι κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλοδαπό άτομο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή σε κάθε περίπτωση χρήζει εξέτασης. Εφόσον η διαφορά αυτή δεν αφορά τα ουσιώδη γεγονότα που ρίχνουν φως στα επίδικα θέματα της υπόθεσης, καθίσταται ήσσονος σημασίας χωρίς να προκαλεί οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην αξιοπιστία του ΜΚ
  2. Εν πάση περιπτώσει αυτό που τελικά γίνεται αντιληπτό είναι ότι ο ΜΚ2 δεν συνέλαβε τον κατηγορούμενο
  3. Περαιτέρω κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ2 δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 1 του είχε αναφέρει ότι την ημέρα που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό ο αλλοδαπός αποτάθηκε για εργασία αναφέροντας του πως είχε άδεια ως πολιτικός πρόσφυγας. Είναι γεγονός ότι η τοποθέτηση του ΜΚ2 πως ο κατηγορούμενος 1 του είχε πει ότι ο αλλοδαπός του είχε αναφέρει πως είχε άδεια, προφανώς εννοούσε εργασίας, ως πολιτικός πρόσφυγας, δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο 4, πράγμα που ο εν λόγω μάρτυρας παραδέχτηκε. Ενόψει όμως ότι η γραμμή υπεράσπισης δεν εστιάζεται στον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος 1 παραπλανήθηκε ή εξαπατήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον αλλοδαπό αλλά προώθησε τη θέση ότι δεν τον εργοδοτούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, η συγκεκριμένη παράλειψη πάλι δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και ως εκ τούτου εφόσον δεν έχει οποιαδήποτε σημασία δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Σε ότι αφορά το όνομα που σημειώνεται στο Τεκμήριο 4 ότι ήταν αυτό του κατηγορουμένου 1, ο ΜΚ2 προέβηκε σε διόρθωση στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του αποδίδοντας το σε τυπογραφικό λάθος. Μετά τη διόρθωση αυτή το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου 1 ταυτίζεται με αυτό που καταγράφεται στο κατηγορητήριο. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αμφισβητήθηκε η ορθότητα του ονοματεπωνύμου του κατηγορουμένου 1 και ούτε προωθήθηκε θέση από μέρους της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό. Αντίθετα η υπεράσπιση μέσα από τις δικές της αναφορές τοποθετεί τον κατηγορούμενο 1 ως πρωταγωνιστή στο επίδικο επεισόδιο και στα περιστατικά που το περιβάλλουν προβάλλοντας όμως διαφορετική εκδοχή από αυτή της κατηγορούσας αρχής. Με αυτά τα δεδομένα το θέμα αυτό έχει τυπικό χαρακτήρα. Επίσης αποδίδεται στον ΜΚ2 ότι ψεύδεται όταν είπε ότι δεν είδε στο χώρο όπου διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό τη σύζυγο και τον υιό του κατηγορουμένου
  4. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ανάφερε ότι τα άτομα αυτά δεν ήταν στο χώρο. Ούτε αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Απλά είπε ότι δεν τους είδε. Πρόκειται πάλι για ένα ζήτημα άνευ ουσίας αφού δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ακόμη καταβλήθηκε προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία του ΜΚ2 χρεώνοντας του ως ψέμα την αναφορά του ότι εξακρίβωσε τα στοιχεία του οδηγού του φορτηγού (Μοχάμεντ Χασάν) και λανθασμένη την κρίση του ότι επρόκειτο για ελληνοκύπριο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας αυτός ουδέποτε είπε ότι ο Χασάν (ΜΥ1) ήταν ελληνοκύπριος όπως λανθασμένα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος
  5. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ο ΜΥ1 ήταν κύπριος και ότι το γνωρίζει επειδή εξακρίβωσε τα στοιχεία του. Στην κατηγορία του κύπριου εντάσσεται και η περίπτωση όπου ένας αλλοδαπός με ξένη χώρα καταγωγής πολιτογραφηθεί κύπριος και αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι ο ΜΥ1 είναι κάτοχος κυπριακής ταυτότητας και κατ' επέκταση κυπριακής υπηκοότητας. Το γεγονός αυτό αποκαλύφθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 και αφού είχε στο μεταξύ ολοκληρωθεί η μαρτυρία του ΜΚ
  6. Αυτό αποδεικνύει ότι ο ΜΚ2 διαπίστωσε το καθεστώς υπηκοότητας του ΜΥ1 κατόπιν εξακρίβωσης των στοιχείων του με αποτέλεσμα να επαληθεύεται η αναφορά του όταν είπε ότι περιήλθε αυτό εις γνώση του μετά που επιθεώρησε την ταυτότητα του Χασάν. Επίσης ο ΜΚ2 επικρίθηκε για το ότι δεν αναφέρει την παρουσία των δύο άλλων συναδέλφων του με τους οποίους συμμετείχε στην αστυνομική επιχείρηση προς διερεύνηση της πληροφορίας που λήφθηκε στην ΥΑΜ Πάφου. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ο ΜΚ2 έδωσε σαφή εξήγηση γιατί οι αστυφύλακες 6 και 3347 της ΥΑΜ Πάφου δεν βρίσκονταν στο ίδιο σημείο που ο εν λόγω μάρτυρας ήταν όταν συνέλαβε τον αλλοδαπό, εξήγηση την οποία κρίνω ικανοποιητική και πειστική και ως εκ τούτου αποδέχομαι. Αν η υπεράσπιση θεωρούσε ότι η μαρτυρία τους βοηθούσε την εκδοχή της τότε είχε κάθε δικαίωμα να τους παρουσιάσει ως μάρτυρες της, δικαίωμα όμως που για δικούς της λόγους που δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο επέλεξε να μην ασκήσει. Ακολούθως επιχειρήθηκε εκ νέου να πληγεί η αξιοπιστία του ΜΚ2 χρεώνοντας ψευδή την αναφορά του ότι προέβηκε σε παρακολούθηση του επιδίκου χώρου από ανοικτό χωράφι σε απέναντι πλευρά αφού κατά τη γνώμη της υπεράσπισης υπάρχει μόνο ένα τεμάχιο γκολφ με περίφραξη ύψους 7 μέτρων περίπου. Προς υποστήριξη της προσπάθειας αυτής επιστρατεύτηκε η κατάθεση πέντε έγχρωμων φωτογραφιών (Τεκμήρια 5Α-5(Ε)), η γνησιότητα των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι ο ΜΚ2 επικρίθηκε από την υπεράσπιση χωρίς προηγουμένως να του έχουν υποδειχτεί οι συγκεκριμένες φωτογραφίες για να μπορούσε ο ίδιος να τοποθετηθεί. Σε ότι αφορά τις εν λόγω φωτογραφίες, δέχομαι ότι αυτές αποτυπώνουν την κατάσταση των χώρων από τις γωνίες που έχουν ληφθεί κατά το χρόνο που αυτές έχουν ληφθεί που αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι έχουν ληφθεί λίγο πριν την ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 04.12.
  7. Ωστόσο δεν αποδέχομαι ότι η εικόνα των χώρων που παρουσιάζονται ήταν ακριβώς η ίδια την ημερομηνία που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό. Το ζήτημα αυτό αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και εφόσον αμφισβητήθηκε, η υπεράσπιση όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό που η ίδια προέβαλε. Η παράλειψη της να το πράξει καθιστά τον εν λόγω ισχυρισμό της μετέωρο και παράλληλα έκθετο σε απόρριψη. Συνεπώς οι εν λόγω φωτογραφίες αγνοούνται. Όπως ήδη έχει λεχθεί, η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν θετική, σαφής και διαφωτιστική για το Δικαστήριο αναφέροντας μόνο αυτά που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του αντίληψης. Ενδεικτικά του πιο πάνω αναφέρω ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στον επίδικο χώρο μόνο μετά που ο ίδιος μέσα από την παρακολούθηση του σιγουρεύτηκε για τις κινήσεις του αλλοδαπού. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν κινήθηκε όταν είδε τον αλλοδαπό να μεταφέρει στον ώμο του κλώνο με μπανάνες στο ημιφορτηγό παρά μόνο όταν ο αλλοδαπός αφού εισήλθε στο επίμαχο χωράφι και εξήλθε από αυτό κουβαλώντας νέο κλώνο με μπανάνες κατευθυνόμενος ξανά στο ημιφορτηγό έχοντας δίπλα του τον κατηγορούμενο
  8. Η δε υπόδειξη του κατηγορουμένου 1 ως τον εργοδότη του αλλοδαπού από τον τελευταίο έγινε στην παρουσία του ΜΚ
  9. Παράλληλα μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 παρέμεινε αναντίλεκτο. Ειδικότερα παρέμεινε αναντίλεκτη η ημερομηνία και ο τόπος που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό. Επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του ΜΚ2 για τον λόγο που προέβηκε σε παρακολούθηση του επιδίκου χωραφιού μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του. Ακόμη δεν αμφισβητήθηκε το κομμάτι εκείνο που αφορούσε τις έρευνες του ΜΚ2 μέσω της ΥΑΜ Πάφου ως προς το καθεστώς παραμονής του αλλοδαπού στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και το αποτέλεσμα αυτών αλλά και το ότι το άτομο αυτό τελικά συνελήφθηκε. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 που αποτελεί μέρος αυτής, ως αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ2 δέχομαι τα εξής, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Την 01.04.14 μετά από πληροφορία που διαβιβάστηκε στην υπηρεσία του ότι σε χωράφι που έχει φυτεία μπανάνες στην οδό Κοτσίας στη Χλώρακα παράνομα εργοδοτούνται αλλοδαποί, ο ΜΚ2 μετέβηκε μαζί με συναδέλφους του αστυφύλακες 6 και 3347 της ΥΑΜ Πάφου στο χώρο με σκοπό την διερεύνηση της. Για σκοπούς παρακολούθησης χρησιμοποίησε ανοικτό/άδειο τεμάχιο σε απέναντι πλευρά του επιδίκου χωραφιού χωρίς να γίνει αντιληπτός. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης πρόσεξε ένα αλλοδαπό να εξέρχεται από το χωράφι και να κουβαλεί μπανάνες στον ώμο, τις οποίες και μετέφερε σε ημιφορτηγό που ήταν σταθμευμένο στη γωνία που ήταν το επίδικο χωράφι με τις φυτείες μπανανών. Ακολούθως ο αλλοδαπός εισήλθε ξανά στο επίδικο χωράφι και εξήλθε από αυτό κουβαλώντας για δεύτερη φορά νέο κλώνο με μπανάνες κατευθυνόμενος ξανά στο ημιφορτηγό έχοντας στο πλάι του τον κατηγορούμενο
  10. Τότε ο κατηγορούμενος 1 κατευθύνθηκε στο επίδικο χωράφι όπου εξακρίβωσε τα στοιχεία ενός ατόμου που βρισκόταν εντός της κάσιας του ημιφορτηγού. Επιθεωρώντας την πολιτική ταυτότητα του που είχε στην κατοχή του διαπίστωσε ότι το άτομο αυτό ήταν κύπριος πολίτης. Οι δύο άλλοι συνάδελφοι του ΜΚ2 συνέχισαν την παρακολούθηση από άλλα σημεία για να διαπιστώσουν αν υπήρχαν άλλοι αλλοδαποί στο χώρο να εργάζονται. Επίσης ο ΜΚ2 προσέγγισε τον αλλοδαπό που κουβαλούσε μπανάνες στον ώμο του υποδεικνύοντας του την αστυνομική του ταυτότητα και αναφέροντας του την ιδιότητα. Κατόπιν έρευνας που διεξήχθη στο αρχείο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατάγεται από τη Μπαγκλαντές και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 05.02.10 ως φοιτητής στο κολλέγιο Alexander στη Λάρνακα μέχρι 09.02.
  11. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση παροχής πολιτικού ασύλου, η οποία απορρίφθηκε. Ακολούθως υπέβαλε έφεση στην αναθεωρητική αρχή, η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 06.11.12 και έκτοτε διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με τα στοιχεία του να είναι καταχωρημένα στον κατάλογο των ατόμων που αναζητούνταν δυνάμει σχετικού μηνύματος ημερομηνίας 17.04.
  12. Ο κατηγορούμενος 2 τότε συνελήφθηκε από τον ΜΚ
  13. Στην παρουσία του ΜΚ2 και σε ερώτηση ποιος ήταν ο εργοδότης του ο κατηγορούμενος 2 υπέδειξε τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν παρών στο μέρος κατά τη σύλληψη του αλλοδαπού. Ο ΜΚ2 αργότερα πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Μα σήμερα τον έφερα για δουλειά.' Ο ΜΥ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ένας από αυτούς που ήταν παρών στο χώρο όταν συνέβηκε το επίδικο περιστατικό σε όλη του τη διάρκεια αλλά από τον τρόπο που κατέθετε έκδηλα κατέστη αντιληπτό ότι δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει όλα όσα προσωπικά γνώριζε. Ορισμένες από τις απαντήσεις του αγγίζουν τα όρια της παραπλάνησης ενώ δεν διστάζει να προβεί σε εικασίες και να καταλήξει σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Μέρος δε της μαρτυρίας του συγκρούεται με μαρτυρία άλλων μαρτύρων υπεράσπισης αλλά και του κατηγορουμένου
  14. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Προκειμένου να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ2, ο ΜΥ1 έντεχνα απέφυγε στην κυρίως εξέταση του να αποκαλύψει ότι ήταν κάτοχος κυπριακής ταυτότητας και κατ' επέκταση κύπριος υπήκοος και περιορίστηκε να πει ότι καταγόταν από τη Συρία. Το ότι πολιτογραφήθηκε κύπριος πολίτης και κατείχε κυπριακή ταυτότητα υποχρεώθηκε να το αποκαλύψει στην αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα και πιέστηκε επί τούτου από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Η αναφορά του ΜΥ1 μέσα από την κυρίως εξέταση της ένορκης μαρτυρίας του ότι ο κατηγορούμενος 1 έκοβε μπανάνες, τις οποίες κουβαλούσε ο υιός του (ΜΥ3), συγκρούεται με την μαρτυρία του ιδίου του κατηγορουμένου 1, ο οποίος δήλωσε πως κατά διαστήματα κουβαλούσε ο ίδιος κλώνους με μπανάνες. Επίσης η αναφορά του ΜΥ1 ότι τη στιγμή που ήλθε στο χώρο η αστυνομία με τον αλλοδαπό η σύζυγος του κατηγορουμένου 1 (ΜΥ2) δίπλωνε σακούλες συγκρούεται με το Τεκμήριο 2 (απάντηση 6) στο οποίο σημειώνεται ότι τη στιγμή της σύλληψης του κατηγορουμένου 2 η ΜΥ2 κουβαλούσε μπανάνες. Ακόμη η αναφορά του ΜΥ1 ότι ο κατηγορούμενος 1 εξήλθε του επιδίκου χωραφιού όταν ήλθε η αστυνομία στο χώρο μετά που του είχε φωνάξει η σύζυγος του, συγκρούεται με τη διαφοροποιημένη θέση του κατηγορουμένου 1, όπως αυτή εκφράστηκε στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του, ότι ο ίδιος εξήλθε του χωραφιού μετά που ήλθε στο χωράφι ο υιός του και του είπε για το συμβάν και όχι από τη σύζυγο του. Επιπλέον παρόλο ότι ο ΜΥ1 άφησε να εννοηθεί ότι ήταν σίγουρος σ' αυτό που έλεγε ότι ο κατηγορούμενος 1 έκοβε μπανάνες στο χωράφι, εντούτοις στην πορεία παραδέχτηκε ότι το υπέθεσε και επομένως αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα του αφού όπως είπε δεν είχε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο 1 για να γνωρίζει τι ακριβώς έκανε. Αυθαίρετο συμπέρασμα του ΜΥ1 αποτελεί και η αναφορά του να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος 2 να εργαζόταν στο επίδικο χωράφι κατά τον ουσιώδη χρόνο επειδή θεωρούσε την ποσότητα της εργασίας τέτοια που κατά τη γνώμη του να μην ευνοεί την πληρωμή εργάτη για την εκτέλεση της. Πρόκειται για μία τοποθέτηση που δεν εδράζεται σε γεγονότα που εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής γνώσης του εν λόγω μάρτυρα αλλά πηγάζει καθαρά μέσα από έκφραση προσωπικής του γνώμης. Επιπροσθέτως ο ΜΥ1 δήλωσε πως την ημέρα που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό μετέβηκε την ίδια ώρα με τον κατηγορούμενο 1 στο επίμαχο χωράφι και συγκεκριμένα μεταξύ 09:00 και 10:00, του οποίου το όχημα προπορευόταν του ημιφορτηγού που ο εν λόγω μάρτυρας οδηγούσε, μία αναφορά που έρχεται σε αντίθεση με τις μαρτυρίες του κατηγορουμένου 1 και του ΜΥ3, οι οποίοι υποστήριξαν ότι στο επίμαχο χωράφι μετέβηκαν πρώτα αυτοί περί ώρα 10:00 και ακολούθως περί ώρα 11:00 έφθασε στο μέρος ο ΜΥ1 οδηγώντας το ημιφορτηγό. Περαιτέρω είναι άξιο απορίας πως η εκδοχή του ΜΥ1 ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε προηγουμένως συλληφθεί αλλού και μεταφέρθηκε από την αστυνομία με το αστυνομικό της όχημα στο σημείο του επιδίκου χωραφιού όπου βρισκόταν το ημιφορτηγό στην κάσια του οποίου βρισκόταν ο εν λόγω μάρτυρας και εργαζόταν, συγκρούεται με τη μαρτυρία της ΜΥ2, η οποία υποστήριξε ότι ενώ ήταν λίγα μέτρα απόσταση από το ημιφορτηγό μεταφέροντας διπλωμένα σακούλια την ακολούθησε ο κατηγορούμενος 2 ζητώντας επίμονα εργασία όταν σε κάποια στιγμή έφθασε στο μέρος η αστυνομία και εκεί τον συνέλαβε, τη στιγμή που ο μάρτυρας αυτός είχε αναφέρει ότι προτού η αστυνομία αφιχθεί στο μέρος η ΜΥ2 όντως δίπλωνε σακούλια δίπλα από το ημιφορτηγό εντός της κάσιας του οποίου ήταν αυτός και επομένως είχε οπτική επαφή του χώρου που αυτή εργαζόταν. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό που δικαιολογημένα δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί πάνω στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για να εξάγει με ασφάλεια τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ΜΥ3 έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εικόνα που έχω σχηματίσει για τον εν λόγω μάρτυρα είναι ότι ήλθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου 1 που είναι ο πατέρας του. Η μαρτυρία του εκτός από το ότι συγκρούεται με μαρτυρίες άλλων μαρτύρων υπεράσπισης σε ουσιώδη σημεία της στερείται λογικής και κατ' επέκταση πειστικότητας. Προς απόδειξη των πιο πάνω αναφέρω τα εξής:
(1)Η αναφορά του ΜΥ3 ότι η μόνη φορά που είδε τον κατηγορούμενο 2 ήταν μέσα σε αστυνομικό όχημα όταν επέστρεψε με τον κατηγορούμενο 1 που του είχε φωνάξει μετά από προτροπή της ΜΥ2 στερείται πειστικότητας δεδομένου ότι, όπως είπε, εφόσον το έπραξε αφού πρώτα είχε μεταφέρει τον κλώνο με τις μπανάνες που κουβαλούσε στο ημιφορτηγό λογικά θα έπρεπε από τότε να είχε προσέξει τουλάχιστο την παρουσία του κατηγορουμένου 2, αν όχι και το αστυνομικό όχημα, καθότι το όλο επίδικο περιστατικό εκτυλίχτηκε κοντά στο εν λόγω ημιφορτηγό όπου είχε προσεγγίσει για να ξεφορτώσει το βάρος που κρατούσε.
(2)Η τοποθέτηση του ΜΥ3 ότι ήταν ο μόνος που κουβαλούσε τους κλώνους με τις μπανάνες έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη δια ζώσης μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 στην οποίαν υποστήριξε ότι και ο ίδιος κατά διαστήματα κουβαλούσε μπανάνες όσο και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που λήφθηκε την ημέρα του επιδίκου περιστατικού όπου σημειώνεται η ενέργεια της ΜΥ2 να μεταφέρνει μπανάνες. Οι πιο πάνω περί του αντιθέτου αναφορές αφήνουν εκτεθειμένη την προαναφερόμενη τοποθέτηση του ΜΥ3 και παράλληλα δημιουργούν την ισχυρή εντύπωση ότι για τη μεταφορά των κλώνων με τις μπανάνες στο ημιφορτηγό απαιτούνταν οι υπηρεσίες πέραν του ενός ατόμου.
(3)Η αναφορά του ότι ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και την ΜΥ2 έφθασαν στο επίδικο χωράφι περί ώρα 08:30 της 01.04.14 ενώ ο ΜΥ1 με το ημιφορτηγό έφθασε στο ίδιο μέρος αργότερα και συγκεκριμένα περί ώρα 11:00 π.μ. της ίδιας ημέρας συγκρούεται κάθετα με την εκδοχή του ΜΥ1 που ανάφερε ότι όλοι έφθασαν ταυτόχρονα στον επίμαχο χώρο και μεταξύ των ωρών 09:00 και 10:00 της 01.04.14.
(4)Στην προσπάθεια του να πείσει για τη μικρή ποσότητα εργασίας που υπήρχε την ημέρα του επιδίκου περιστατικού και να δικαιολογήσει ότι δεν απαιτούνταν οι υπηρεσίες άλλου εργάτη προκειμένου να μπορέσει να καταρρίψει αντίστοιχη θέση της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΥ3 ανάφερε ότι ο χρόνος που απαιτείτο για την κοπή και μεταφορά από τον ίδιο στο ημιφορτηγό 40-50 κλώνων μπανανών ήταν 2-3 ώρες, αναφορά όμως που παρέμεινε εκτεθειμένη αφού ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει την παρουσία του ιδίου και των άλλων μελών της οικογένειας του στο επίδικο χωράφι για περίοδο 4,5-5 ώρες επικαλούμενος αδυναμία μνήμης.
(5)Η αναφορά του ΜΥ3 ότι η μητέρα του ήταν αυτή που του είχε πει να φωνάξει του κατηγορουμένου 1 επειδή αφίχθηκε στο μέρος η αστυνομία σχετικά με τον κατηγορούμενο 2 συγκρούεται με την εκδοχή του ΜΥ1 που είχε πει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε ειδοποιηθεί από την ΜΥ
  1. Κάτω από αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν θεωρεί την μαρτυρία του ΜΥ3 αληθή και αξιόπιστη και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται. Η ΜΥ2 επίσης μου έκανε φτωχή εντύπωση. Η απεγνωσμένη προσπάθεια της να βοηθήσει την υπόθεση του συζύγου της (κατηγορουμένου 1) είναι εμφανής. Η μαρτυρία της δεν χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνέπεια. Η εκδοχή της που καταγράφεται στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία την ημέρα συνέβηκε το επίδικο περιστατικό (Τεκμήριο 6) διαφοροποιείται ουσιωδώς 3 χρόνια και 8 μήνες μετά μέσα από τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της. Αυτό καταδεικνύει κατασκευή μαρτυρίας από την εν λόγω μάρτυρα προκειμένου να ευνοηθεί η υπόθεση του κατηγορουμένου 1 εις βάρος της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Περαιτέρω το Τεκμήριο 6 περιέχει σημεία που συγκρούονται κάθετα με την ανακριτική κατάθεση του συζύγου της που λήφθηκε την ίδια ημέρα αλλά και που στερούνται λογικής (Τεκμήριο 2). Πρόκειται για γνωρίσματα που σαφώς πλήττουν ανεπανόρθωτα την εικόνα αξιοπιστίας της ΜΥ
  2. Για καλύτερη αντίληψη των πιο πάνω σημειώνονται τα εξής: Στο Τεκμήριο 6 η εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι την ημέρα που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό η ίδια μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και τον ΜΥ3 ασχολούνταν με την κοπή μπανανών σε όλη την έκταση του χωραφιού, αναφορά που όμως έρχεται σε αντίθεση με το Τεκμήριο 2 (απάντηση 6) το οποίο εμφανίζει την εν λόγω μάρτυρα και τον ΜΥ3 να μεταφέρουν μπανάνες εκτός του χωραφιού. Επιπλέον μέσα από το Τεκμήριο 6 η ΜΥ2 αναφέρει ότι την ημέρα που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό για να αποφύγει τον κατηγορούμενο 2 που εκείνη την ημέρα επίμονα ζητούσε εργασία από την ίδια του έδωσε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου 1, τοποθέτηση που όμως συγκρούεται κάθετα με το Τεκμήριο 2 (απάντηση 5) όπου σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που έδωσε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του καιρό πριν από την ημερομηνία που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό. Εν πάση περιπτώσει κάποιος μπορεί να διερωτηθεί ποια η λογική της ισχυριζόμενης ενέργειας της ΜΥ2 να δώσει σε ένα άγνωστο της άτομο τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του συζύγου της. Εφόσον, όπως η ίδια επικαλείται στο Τεκμήριο 6, η σκέψη ήταν αυτοί να επικοινωνούσαν μαζί του σε περίπτωση που χρειάζονταν τη βοήθεια του και νοουμένου ότι τα έγγραφα που είχε επέτρεπαν κάτι τέτοιο, είναι άξιο απορίας γιατί η ίδια δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 τα στοιχεία επικοινωνίας του. Ειλικρινά αδυνατώ να αντιληφθώ πως θα του τηλεφωνούσαν αφού δεν είχαν τα στοιχεία επικοινωνίας του. Ένα ερώτημα που παρέμεινε αναπάντητο. Ακολούθως στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση της η ΜΥ2 διαφοροποιεί την εκδοχή της προσθέτοντας γεγονότα που δεν είχε αναφέρει στο Τεκμήριο 6 που είχε συνταχθεί την ημέρα του επιδίκου επεισοδίου όπου τα περιστατικά που το περιβάλλουν ήταν νωπά στη μνήμη της. Συγκεκριμένα ενώ στο Τεκμήριο 6 σημειώνεται ότι όταν αφίχθηκε η αστυνομία στο χώρο την ημέρα του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος 2 έτρεξε στις μπανάνες εντός του επίμαχου χωραφιού, στη ένορκη της μαρτυρία η εν λόγω μάρτυρας διαφοροποιείται αναφέροντας ότι ο αλλοδαπός προσπάθησε να τρέξει μέσα στις μπανάνες αλλά αμέσως συνελήφθηκε, τοποθετήθηκε μέσα σε αστυνομικό όχημα μαζί με ένα αστυνομικό ενώ άλλοι δύο αστυνομικοί παρέμειναν εκτός του οχήματος. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εκδοχή της ΜΥ2 επί του ζητήματος αυτού, τόσο όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 6 όσο όπως αυτή διατυπώθηκε στην ένορκη μαρτυρία της, συγκρούεται ουσιωδώς με την εκδοχή του ΜΥ1, η οποία σημειώνει ότι ο κατηγορούμενος 2 μεταφέρθηκε με το αστυνομικό όχημα στο χώρο του επιδίκου χωραφιού. Περαιτέρω ενώ στο Τεκμήριο 6 σημειώνεται ότι μετά που ο κατηγορούμενος 2 εισήλθε στις μπανάνες εντός του χωραφιού για να κρυφτεί η ίδια πήγε στο σημείο που ήταν ο κατηγορούμενος 1 μαζί με τον ΜΥ3 και όλοι συνέχισαν την κοπή μπανανών, στην ένορκη μαρτυρία της η εν λόγω μάρτυρας διαφοροποιείται δηλώνοντας πως μετά που ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε αστυφύλακας της είπε να φωνάξει του συζύγου της, αυτή έσπευσε να ανταποκριθεί αλλά βλέποντας τον υιό της να εξέρχεται του χωραφιού το ανάθεσε σ' αυτόν, πράγμα που έπραξε με αποτέλεσμα αμφότεροι να έλθουν από το χωράφι προς το σημείο που ήταν η αστυνομία και ότι τότε ήταν που είδαν τον κατηγορούμενος 2 που είχε συλληφθεί και ότι ακολούθησε συζήτηση με τους αστυνομικούς. Όλα αυτά είναι ισχυριζόμενα γεγονότα που για πρώτη φορά μετά από 3 χρόνια και 8 μήνες εισάγονται στην εκδοχή της ΜΥ
  3. Παράλληλα δεν παραγνωρίζω ότι η εκδοχή της ΜΥ2 επί του ζητήματος αυτού, όπως αυτή διατυπώθηκε στην ένορκη μαρτυρία της, συγκρούεται ουσιωδώς με την εκδοχή του ΜΥ1, η οποία σημειώνει ότι η ΜΥ2 ήταν αυτή που φώναξε στον κατηγορούμενο 1 και όχι ο ΜΥ
  4. Διάσταση μεταξύ της ένορκης μαρτυρίας της ΜΥ2 και του ΜΥ1 εντοπίζεται και στο σημείο που η ΜΥ2 βρισκόταν ακριβώς πριν από την άφιξη της αστυνομίας στο χώρο. Ειδικότερα ενώ η ΜΥ2 αναφέρει ότι περπατούσε καθ' οδό προς το ημιφορτηγό που βρισκόταν σταθμευμένο σε απόσταση λίγων μέτρων μεταφέροντας σακούλια που είχε διπλώσει προηγουμένως στην άκρια του χωραφιού, ο ΜΥ1 ανάφερε ότι τη στιγμή εκείνη η ΜΥ2 δίπλωνε σακούλες δίπλα από το φορτηγό. Δεν αγνοώ το λόγο που η ΜΥ2 προέβαλε προκειμένου να δικαιολογήσει την μεταγενέστερη επίκληση γεγονότων, πλην όμως κρίνω ότι δεν αποτελεί πειστική εξήγηση. Πέραν του ότι η διαφοροποίηση δεν περιορίζεται σε πρόσθεση ισχυριζόμενων γεγονότων αλλά επεκτείνεται και σε αλλοίωση τους, εφόσον, όπως η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε, δεν ερωτήθηκε μπορούσε η ίδια να τα αναφέρει και να τα προσθέσει στο Τεκμήριο 6 προτού υπογράψει το εν λόγω έγγραφο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα θεωρώ ότι η ΜΥ2 δεν είπε την αλήθεια ούτε τότε στην αστυνομία αλλά ούτε και εκ των υστέρων στο Δικαστήριο. Συνεπώς κρίνω ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 δεν είναι αληθή και αξιόπιστη με αποτέλεσμα να μην αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο κατηγορούμενος 1 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Από την αρχή και καθ' όλη τη διάρκεια της ένορκης μαρτυρίας του ήταν ανήσυχος και νευρικός. Σε ορισμένες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν δεν επέδειξε ενδιαφέρον στην απάντηση τους λέγοντας αυτά που είχε προσχεδιάσει στο μυαλό του και απλά ήθελε να πει στο Δικαστήριο, πράγμα που σε κάποιες περιπτώσεις υποχρέωσε τη συνήγορο του να προβεί σε σχετική παρατήρηση. Σε ορισμένες δε άλλες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν δεν απαντούσε ευθέως αλλά επέδειξε τάση υπεκφυγής στην απάντηση επί της ουσίας τους φλυαρώντας και σχολιάζοντας διαφορετικό και συνάμα άσχετο θέμα με αυτό που αφορούσε την ερώτηση. Συχνά παλινδρομούσε προβαίνοντας σε αναφορές που ουσιαστικά αναιρούσαν προηγούμενες τοποθετήσεις του. Στην προσπάθεια του να πείσει και να βοηθήσει την υπόθεση του ο κατηγορούμενος 1 δεν δίστασε μέσα από τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του να ισχυριστεί μία νέα εκδοχή γεγονότων, η οποία κατατέθηκε 3 χρόνια και 8 μήνες περίπου μετά το επίδικο περιστατικό, αντικαθιστώντας αυτά που είχε αναφέρει στο Τεκμήριο 2 την ημέρα που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό και τα γεγονότα που ήταν ακόμη φρέσκα στη μνήμη του. Η μαρτυρία του εκτός από το ότι συγκρούεται με μαρτυρίες μαρτύρων υπεράσπισης είναι διάτρητη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν τον κατηγορούμενο 1 άτομο μη φιλαλήθη και ανειλικρινή και μοιραία την μαρτυρία του μηδενικής αξιοπιστίας. Στα πλαίσια τεκμηρίωσης των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:
(1)Ενώ στο Τεκμήριο 2 αναφέρεται ότι οι ΜΥ2 και ΜΥ3 κουβαλούσαν τους κλώνους μπανανών που έκοβε ο κατηγορούμενος 1, στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 1 διαφοροποιείται λέγοντας ότι η σύζυγος του δίπλωνε σακούλια εκτός του επίμαχου χωραφιού και συγκεκριμένα πίσω από το φορτηγό ενώ οι κλώνοι μπανανών μεταφέρονταν από τον ΜΥ3 και κατά διαστήματα από τον ίδιο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε γι' αυτή την εκ των υστέρων διαφοροποίηση. Η αναφορά του κατηγορουμένου 1 στην ένορκη μαρτυρία του πως αυτά που είπε στο εν λόγω έγγραφο ήταν αυτά που του είχε πει η σύζυγος του μετά που εξήλθε του επιδίκου χωραφιού στερούνται πειστικότητας καθότι δεν εξηγήθηκε γιατί ο ίδιος δεν είχε προβεί στις εν λόγω διευκρινίσεις καταγράφοντας αυτά τα ισχυριζόμενα γεγονότα προτού αυτός συμφωνήσει με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και το υπογράψει. Επ' αυτού αν ληφθούν υπόψη τα λεγόμενα του ιδίου σύμφωνα με τα οποία ο ΜΥ3 τοποθετούσε τον ώμο του κάτω από τον κλώνο μπανάνας βάρους 25- 30 κιλών και ο κατηγορούμενος 1 τον έκοβε τότε φαντάζει δύσκολο έως αδύνατο ο κατηγορούμενος 1 να είχε ανάμιξη στη μεταφορά μπανανών επιπλέον της ενασχόλησης του με την επιλογή και κόψιμο των κλώνων. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που καθίσταται αντιληπτό είναι ότι για τη μεταφορά των κλώνων μπανανών απαιτείτο βοήθεια από περισσότερα του ενός ατόμου.
(2)Ενώ στο Τεκμήριο 2 σημειώνεται ότι η ΜΥ2 ήταν αυτή που του είχε φωνάξει να εξέλθει του επιδίκου χωραφιού λέγοντας του ότι είχε συλληφθεί ο κατηγορούμενος 2, στην ένορκη μαρτυρία του διαφοροποιείται αναφέροντας ότι ο ΜΥ3 ήταν αυτός που του φώναξε, χωρίς όμως να δοθεί οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτή την εκ των υστέρων διαφοροποίηση.
(3)Ενώ στο Τεκμήριο 2 σημειώνεται ως θέση του κατηγορουμένου 1 ότι ο κατηγορούμενος 2 ζητούσε επίμονα εργασία από την ΜΥ2, στην ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 1 ελίχθηκε λέγοντας πως αυτά που ανάφερε στο εν λόγω έγγραφο ήταν αυτά που του είχε πει η σύζυγος του, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν το είχε διευκρινίσει ή καταστήσει σαφές προτού αυτός συμφωνήσει με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και το υπογράψει.
(4)Ενώ στο Τεκμήριο 2 σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 εξήλθε του επιδίκου χωραφιού όταν η ΜΥ2 τον ειδοποίησε ότι είχε εμφανιστεί ο κατηγορούμενος 2 και ζητούσε εργασία και όταν το έπραξε αφίχθηκε η αστυνομία και παρά την προσπάθεια του κατηγορουμένου 2 να διαφύγει συνελήφθηκε στην παρουσία του κατηγορουμένου 1, στην ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι τη στιγμή της σύλληψης του κατηγορουμένου 2 αυτός βρισκόταν μέσα στο χωράφι εντοπίζοντας τις μπανάνες που ήταν ώριμες για κοπή χωρίς έτσι να αντιληφθεί οτιδήποτε και όταν εξήλθε μετά που του είχε φωνάξει ο ΜΥ3 είδε τον κατηγορούμενο 2 να κάθεται στο αστυνομικό όχημα δίπλα από ένα αστυνομικό. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε γι' αυτή την εκ των υστέρων αναίρεση των τοποθετήσεων στο εν λόγω έγγραφο.
(5)Ενώ στο Τεκμήριο 2 δεν αρνείται ότι ο κατηγορούμενος 2 τον είχε υποδείξει στους αστυνομικούς ως το εργοδότη του δίδοντας γι' αυτό τη δική του θέση, στην ένορκη μαρτυρία του το αρνείται ως γεγονός.
(6)Ενώ στο Τεκμήριο 2 σημειώνεται ότι την ημέρα του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος του είχε τηλεφωνήσει, στην ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε κάτι τέτοιο κατηγορηματικά. Όταν μάλιστα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής του υπέδειξε το Τεκμήριο 2, αυτός υπαναχώρησε εκ νέου δίδοντας έντεχνα μια διπλωματική απάντηση ότι δεν επιβεβαιώνει αλλά ούτε και διαψεύδει. Επιπρόσθετες αντιφατικές δηλώσεις και διαστάσεις στην μαρτυρία του αποτελούν και τα πιο κάτω: (α) Ενώ στο Τεκμήριο 2 σημειώνεται ότι λίγες ημέρες πριν από το επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος 1 είχε πει στον κατηγορούμενο 2 πως αν χρειαζόταν εργάτη θα του έλεγε να φέρει τα έγγραφα του που σχετίζονται με το καθεστώς διαμονής του, στο αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας για παράνομη εργοδότηση που του απαγγέλθηκε (Τεκμήριο 3), ο κατηγορούμενος 1 δήλωσε πως είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο 2 να του προσκομίσει σχετικά έγγραφα. (β) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε ως ψεύτικη την αναφορά του ΜΚ2 ως προς το χώρο παρακολούθησης, στην αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε που ο ΜΚ2 έκανε παρακολούθηση και ότι ούτε τον είχε δει που στεκόταν για παρακολούθηση (βλέπε πρακτικά ημερ. 04.12.17 σελ. 10). (γ) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε ως ψεύτικη την αναφορά του ΜΚ2 ως προς το χώρο παρακολούθησης επικαλούμενος στη συνέχεια ενημέρωση που είχε από τη σύζυγο του, στην αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι η ΜΥ2 δεν γνώριζε που ο ΜΚ2 έκανε παρακολούθηση και ότι ούτε τον είχε δει που στεκόταν για παρακολούθηση (βλέπε πρακτικά ημερ. 04.12.17 σελ. 11). Επίσης η αναφορά του κατηγορουμένου 1 στην ένορκη μαρτυρία του ότι κατά διαστήματα κουβαλούσε μπανάνες συγκρούεται με την μαρτυρία του ΜΥ3 ότι αυτός ήταν ο μόνος που μετέφερνε κλώνους μπανανών. Επίσης η τοποθέτηση του εν λόγω κατηγορουμένου ότι την ημέρα του επιδίκου περιστατικού μετέβηκε στο επίμαχο χωράφι περί ώρα 10:00 π.μ. μαζί με τους ΜΥ2 και ΜΥ3 και ακολούθως περί ώρα 11:00 π.μ. της ίδιας ημέρας μετέβηκε ο ΜΥ1, συγκρούεται πρώτο με την μαρτυρία του ΜΥ3 που στη δική του ένορκη μαρτυρία είχε δηλώσει πως εκείνη την ημέρα στο επίμαχο χωράφι μετέβηκαν γύρω στις 08:30 και δεύτερο με την μαρτυρία του ΜΥ1 που στη δική του ένορκη μαρτυρία είχε δηλώσει πως είχαν όλοι μεταβεί ταυτόχρονα μεταξύ των ωρών 09:00 και 10:
  1. Επιπλέον είναι άξιο απορίας γιατί ο κατηγορούμενος 1 να δώσει τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του σε ένα άγνωστο του πρόσωπο της στιγμή που δεν ήταν σίγουρος αν τον χρειαζόταν, εκτός εάν τελικά δεν του ήταν άγνωστο άτομο. Δεν μπορώ ακόμη να παραγνωρίσω το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του γιατί η αστυνομία δεν σύνδεσε τον κατηγορούμενο 2 είτε με την ΜΥ2 είτε με τον ΜΥ3 αλλά μόνο με τον ίδιο. Δεν μου έχει διαφύγει η θέση του κατηγορουμένου 1 ότι άτομο από την ΥΑΜ του είπε ότι έχει ξανασυμβεί να συλληφθεί αλλοδαπός και να αναφέρει δήθεν άτομο ως εργοδότη του με κίνητρο να επιστρέψει δωρεάν στην πατρίδα του. Ωστόσο πρόκειται για μία καθ' όλα γενική και αόριστη θέση που παραπέμπει σε εξ' ακοής δήλωση, για την οποία καμία σχετική λεπτομέρεια παρέχεται που να την καθιστά αληθοφανή. Ειδικότερα δεν κατονομάζεται το άτομο που προέβηκε στην αρχική δήλωση, δεν αναφέρεται πότε προέβηκε σε τέτοια δήλωση και δεν αναφέρεται πως και κάτω από ποιες συνθήκες το περιεχόμενο της περιήλθε στην αντίληψη του κατηγορουμένου
  2. Η απουσία των πιο πάνω στοιχείων την καθιστά άνευ αξίας και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Στη βάση των προαναφερομένων κρίνω ότι η αξιοπιστία του κατηγορουμένου 1 έχει εκμηδενιστεί. Στην προσπάθεια του να απεγκλωβιστεί από το επίδικο περιστατικό, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είπε την αλήθεια ούτε στην αστυνομία αλλά ούτε και μεταγενέστερα στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος της και κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ειδικότερα το εδάφιο
(1)του πιο πάνω άρθρου, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρει τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτεί, (β) τον κατηγορούμενο 2 που θεωρείται αλλοδαπός εν τη εννοία του νόμου, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Σε υποθέσεις όπως η παρούσα που αφορούν απασχόληση αλλοδαπού, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου κάτω από την έννοια και στο επίπεδο που απαιτείται στο αστικό δίκαιο. Στο ποινικό δίκαιο η εργοδότηση αλλοδαπού και κατ' επέκταση η απασχόληση του τελευταίου με την έννοια της ανάληψης εργασίας μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να απαιτείται συμφωνία εργοδότησης, έλεγχο από τον εργοδότη, ο καθορισμός ωρών εργασίας ή πληρωμή μισθού (Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227). Πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης που στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου με την ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας χάριν της ευόδωσης των σκοπών του νόμου (Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161 και Θεοχάρους κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 49, 50 & 51/2013, ημερομηνίας 26.11.14). Σύμφωνα με το άρθρο 19(κ) του Κεφ.105, είναι αξιόποινο η ανάληψη 'οποιουδήποτε είδους εργασίας' καλύπτοντας έτσι μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων. Από τη φύση της η ανάληψη εργασίας από αλλοδαπό κατά παράβαση όρων χορηγημένης άδειας εισόδου, παραμονής και εργασίας από την αρμόδια αρχή μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτω από πρόχειρες και ευτελείς συνθήκες. Ο ορισμός του 'αλλοδαπού' παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας που είναι το άρθρο 2 αυτής. Πρόκειται για ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε πρόσωπο που δεν είναι κύπριος υπήκοος. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου το αναντίλεκτο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 κατάγεται από τη Μπαγκλαντές. Χωρίς να υπάρχουν οποιαδήποτε άλλα περί του αντιθέτου στοιχεία το άτομο αυτό δεν θεωρείται κύπριος υπήκοος. Επομένως ο κατηγορούμενος 2 εμπίπτει στην κατηγορία του αλλοδαπού εν τη εννοία του Κεφ.105. Περαιτέρω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου τα επίσης αναντίλεκτα γεγονότα ότι κατά το χρόνο που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος 2 διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με τα στοιχεία του να είναι καταχωρημένα στον κατάλογο των ατόμων που αναζητούνταν δυνάμει σχετικού μηνύματος ημερομηνίας 17.04.13 αφού ενώ αρχικά είχε αφιχθεί στην Κύπρο στις 05.02.10 ως φοιτητής στο κολλέγιο Alexander στη Λάρνακα μέχρι 09.02.12, στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση παροχής πολιτικού ασύλου, η οποία απορρίφθηκε και ακολούθως υπέβαλε έφεση στην αναθεωρητική αρχή, η οποία και αυτή απορρίφθηκε στις 06.11.12 χωρίς οποιοδήποτε άλλο γεγονός να υπάρξει στο μεσοδιάστημα. Τα γεγονότα αυτά αποκλείουν χωρίς αμφιβολία το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος 2 να ήταν κάτοχος της απαιτούμενης από το νόμο σχετικής άδειας για εργασία εκδομένης από την αρμόδια αρχή (Αριστείδου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.212). Ούτε βέβαια τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε τέτοιο σχετικό έγγραφο από οποιοδήποτε μέρος. Αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο τον κατηγορούμενο
  1. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο κάτοχος και συνάμα διαχειριστής του επίμαχου χωραφιού στο οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο καλλιεργούνταν μπανάνες. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 2 εξήλθε από το επίμαχο χωράφι κουβαλώντας μπανάνες στον ώμο, τις οποίες και μετέφερε σε ημιφορτηγό που ήταν σταθμευμένο στη γωνία που ήταν το επίδικο χωράφι με τις φυτείες μπανανών και ακολούθως εισήλθε ξανά στο επίδικο χωράφι και εξήλθε από αυτό κουβαλώντας για δεύτερη φορά νέο κλώνο με μπανάνες κατευθυνόμενος ξανά στο ημιφορτηγό έχοντας στο πλάι του τον κατηγορούμενο
  2. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν μεταξύ τους επαγγελματική σχέση εργοδότη-εργοτούμενου που υπήρχε τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή. Αυτά είναι στοιχεία και δεδομένα που με οδηγούν στο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 2 στο εν λόγω χωράφι. Όπως προκύπτει, η εργασία του κατηγορουμένου 2 αλλοδαπού ήταν να μεταφέρει μπανάνες από το χωράφι στο ημιφορτηγό. Με βάση την ερμηνεία των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας αυτό αποτελεί ανάθεση εργασίας από τον κατηγορούμενο 1 και ταυτόχρονα ανάληψη εργασίας από τον κατηγορούμενο
  3. Στην κατάληξη του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί η αντίδραση τόσο του κατηγορουμένου 2 όσο και του κατηγορουμένου 1 μετά από σχετική ερώτηση του ΜΚ2 όπου ο κατηγορούμενος 2 υπέδειξε στην παρουσία του εν λόγω μάρτυρα τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη του και ο κατηγορούμενος 1 με την απάντηση του αναγνώρισε ότι όντως τον εργοδοτούσε την ημέρα του επιδίκου περιστατικού, γεγονότα που επίσης αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Όλα αυτά χωρίς να έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο η απαιτούμενη από το νόμο άδεια εργοδότησης από την αρμόδια αρχή. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου 1 αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει, ήτοι την πρώτη κατηγορία, στην οποίαν ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού/Άρθρο 14Β Κεφ.105/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.