Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Πρόδρομου Αδάμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 948/13, 17/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 948/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Πρόδρομου Αδάμου
- Αντρέα Δημητρίου
- Ραφαήλ Ιωάννου
- Ευθύμιου Ιωάννου Κατηγορουμένων ---------------- Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τους Κατηγορούμενους 1 και 4: κα Δ. Μαππουρίδου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Μυτίδης Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Ρ. Ξιναρή Κατηγορούμενοι 1 - 4: παρόντες ---------------- Π Ο Ι Ν Η Το κατηγορητήριο, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του στις 14.12.17, περιλαμβάνει 13 συνολικά κατηγορίες και σε πέντε από αυτές καταχωρήθηκε προφορικά αναστολή της ποινικής δίωξης. Συγκεκριμένα διακόπηκε η ποινική δίωξη σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2, 4, 5 και 6 με αποτέλεσμα να παραμείνουν τα ακόλουθα αδικήματα: · Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 3 και 7) · Οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο κατά τη διάρκεια της νύκτας με σκοπό διάρρηξης ή εισόδου σε οποιοδήποτε κτίριο και διάπραξη κακουργήματος σε αυτό, κατά παράβαση του άρθρου 296(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 8) · Κάλυψη προσώπου με προσωπίδα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(ε) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 9) · Είσοδος σε κατοικία με σκοπό διάπραξης κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 293 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 10) · Παράνομη είσοδος σε περιουσία με σκοπό διάπραξης αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 11 και 13) · Κλοπή από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255, 266(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 12) Μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν άδεια για να αλλάξουν απάντηση στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετώπιζε. Πιο συγκεκριμένα οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 παραδέχθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών 3, 7, 10, 12 και 13, ενώ ο Κατηγορούμενος 4 επιπροσθέτως των προαναφερόμενων αδικημάτων παραδέχθηκε και τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 8 και
- Τέλος, ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου κατά την παράθεση τους από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισης και έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι. Δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω, περιορίζομαι ωστόσο να αναφέρω ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συνεργάστηκαν με την Αστυνομία δίδοντας θεληματικές καταθέσεις, κατονομάζοντας τους Κατηγορούμενους 3 και 4 και δίδοντας λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο διάπραξης των αδικημάτων. Επιπρόσθετα ο κ. Συμεού ανέφερε ότι από την επίθεση που δέχθηκαν οι Παραπονούμενοι, ο πρώτος Παραπονούμενος υπέστη αιμάτωμα δεξιού οφθαλμού και εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος του, καθώς επίσης και αιμάτωμα δεξιά τραχηλικής χώρας. Χρειάστηκε δε να παραμείνει κλινήρης στο Γ. Ν. Πάφου για τρεις ημέρες. Ο δεύτερος Παραπονούμενος υπέστη οίδημα ρινός, μώλωπα δεξιού κάτω βλεφάρου, οίδημα αριστερού άνω βλεφάρου και εκχυμώσεις. Τέλος ο κ. Συμεού δήλωσε ότι ουδείς εκ των Παραπονουμένων αποζημιώθηκε για τις ζημιές που υπέστη. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 4 ετοίμασε γραπτή αγόρευση προς μετριασμό της ποινής των πελατών της. Στην εν λόγω αγόρευση η κα Μαππουρίδου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 και απέδωσε τη διάπραξη τους στο νεαρό της ηλικίας των Κατηγορουμένων και στην επιπολαιότητα τους. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων ο μεν Κατηγορούμενος 1 ήταν 16 ετών, ο δε Κατηγορούμενος 4, 22 ετών. Οι συναναστροφές τους με «κακές παρέες» σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας και την επιπολαιότητα που τους διέκρινε τους οδήγησαν στη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Παράλληλα, η κα Μαππουρίδου υπογράμμισε ότι αποτελεί ένα μεμονωμένο συμβάν, αφού οι Κατηγορούμενοι στα πέντε χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι σήμερα δεν έχουν υποπέσει σε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Ανέφερε περαιτέρω ότι έχουν συνειδητοποιήσει το λάθος τους, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται έμπρακτα μέσω της παραδοχής τους. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων η ευπαίδευτη συνήγορος τους υιοθέτησε τις αντίστοιχες κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι είναι ηλικίας 21 ετών, αρραβωνιασμένος και διαμένει στην οικία της αρραβωνιαστικιάς του. Επί του παρόντος είναι άνεργος και τα έξοδα συντήρησης του καλύπτονται από την πατρική οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του. Ο Κατηγορούμενος 1 βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι γονείς του τόσο σε διαπροσωπικό επίπεδο, όσο και σε οικονομικό, με αποτέλεσμα η πατρική οικογένεια του Κατηγορούμενου 1 να επιβλέπεται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Κατά τη διάρκεια της φοίτησης του στο Γυμνάσιο μέχρι και την πρώτη τάξη Λυκείου παρουσίασε αντικοινωνική συμπεριφορά και παρέμεινε στάσιμος στην πρώτη τάξη Λυκείου. Ο Κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων Πάφου των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και με την υποστήριξη που έτυχε ξεκίνησε να παρακολουθεί σταθερά τα μαθήματα του βελτιώνοντας την επίδοση του και καταφέρνοντας να αποφοιτήσει από το Λύκειο. Ακολούθως υπηρέτησε κανονικά τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά και εργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα σε υπεραγορά. Επιπρόσθετα των όσων καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση, η κα Μαππουρίδου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 αναμένεται να γίνει πατέρας, καθώς η αρραβωνιαστικιά του είναι έγκυος τριών μηνών. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 4 στην κοινωνικοοικονομική έκθεση αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι σήμερα είναι 27 ετών, άγαμος, άνεργος και φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις στο Τμήμα Νομικής. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια η οποία αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες που συνέβαλαν στη δημιουργία διενέξεων και οδήγησαν τους γονείς του σε διάσταση για κάποιο χρονικό διάστημα. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο και αφού υπηρέτησε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες. Με τον μισθό που λάμβανε κάλυπτε τα προσωπικά του έξοδα αποταμιεύοντας ένα μέρος το οποίο χρησιμοποίησε για να ξεκινήσει τις σπουδές του τον Σεπτέμβριο του
- Όπως ήδη αναφέρθηκε επί του παρόντος είναι άνεργος, αναζητεί ωστόσο εργασία μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας απασχόλησης ενώ στον ελεύθερο του χρόνο βοηθά στις κτηνοτροφικές εργασίες της οικογένειας του. Ο πατέρας του Κατηγορούμενου 4 από τον Νοέμβριο του 2017 εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, ενώ η μητέρα του τον Απρίλιο του 2016 διαγνώστηκε με σοβαρό πρόβλημα υγείας και σε τακτά χρονικά διαστήματα υποβάλλεται σε κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 4 μετέφερε την προθυμία των πελατών της όπως εκτελέσουν κοινοτική εργασία χωρίς αμοιβή αντί άλλης ποινής και εισηγήθηκε ότι οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 4 είναι τέτοιες που δικαιολογούν την επιβολή εναλλακτικής ποινής, όπως είναι η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας. Σε περίπτωση ωστόσο που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, η κα Μαππουρίδου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία εμπλέκεται ο πελάτης του αποδίδοντας την παραβατική του συμπεριφορά στο νεαρό της ηλικίας του τονίζοντας ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων ήταν 14 ½ ετών. Ο κ. Μυτίδης ανέφερε ότι ο πελάτης του έχει μετανοήσει και έχει αλλάξει στάση ζωής, αφού η παρούσα υπόθεση και η επαφή που λόγω αυτής είχε με τα Δικαστήρια τον έχει συνετίσει. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέδειξε ότι έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι και σήμερα, γεγονός το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε την κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε γι' αυτόν στην οποία συνοπτικά αναφέρεται ότι είναι ηλικίας 19 ετών και φιλοξενείται στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού του από την πλευρά της μητέρας του. Οι γονείς του Κατηγορούμενου 2 έχουν χωρίσει και έχουν τελέσει άλλους γάμους με τον Κατηγορούμενο να έχει συνολικά έξι ετεροθαλή αδέλφια από τους γάμους των γονιών του. Τα παιδικά χρόνια του Κατηγορούμενου 2 χαρακτηρίζονται δύσκολα λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι γονείς του τα οποία οδήγησαν στον χωρισμό τους, ενώ και μετά το διαζύγιο οι σχέσεις των γονέων του δεν αποκαταστάθηκαν και δεν υπήρχε μεταξύ τους συνεργασία ούτε και για ζητήματα τα οποία αφορούσαν τον Κατηγορούμενο. Κατά τη φοίτηση του στο Δημοτικό Σχολείο δεν παρακολουθούσε κανονικά τα μαθήματα του διότι, μεταξύ άλλων, ο πατέρας του, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε τη φύλαξη του, δεν ασκούσε τον απαιτούμενο έλεγχο. Κατά τη φοίτηση του στο Γυμνάσιο ανέπτυξε αντικοινωνική συμπεριφορά, παρέμεινε στάσιμος στη Β' τάξη Γυμνασίου και διέκοψε τη φοίτηση του. Τον Οκτώβριο ωστόσο του 2014 φοίτησε σε νυχτερινό σχολείο, πλην όμως αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του διότι διαμένει σε απομακρυσμένη κοινότητα και συγκεκριμένα στην Ασπρογιά και δεν διαθέτει μεταφορικό μέσο. Στον ελεύθερο του χρόνο βοηθά τη γιαγιά του στις κτηνοτροφικές της ασχολίες. Τέλος, αναφέρεται ότι δεν έχει οποιαδήποτε οικονομική στήριξη από τους γονείς του με τους οποίους δεν διατηρεί καλές σχέσεις και ουσιαστικά στηρίζεται από τη γιαγιά και τον παππού του. Περαιτέρω, ο κος Μυτίδης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία και αναμένεται να απολυθεί το καλοκαίρι του
- Καταληκτικά εισηγήθηκε ότι το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου 2 και η μικρή εμπλοκή που είχε στα υπό τιμωρία αδικήματα σε συνάρτηση και με τις δύσκολες προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος κηδεμονίας. Σε περίπτωση ωστόσο που το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα πρέπει να επιβληθεί ποινή φυλάκισης, τότε, εισηγήθηκε ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης τέτοιας ποινής. Όσον αφορά τώρα τον Κατηγορούμενο 3, η ευπαίδευτη συνήγορος του μετέφερε την απολογία και την υπόσχεση του πελάτη της ότι δεν θα απασχολήσει ξανά τα Δικαστήρια με οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Η κα Ξιναρή αναφέρθηκε επίσης στο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα επισημαίνοντας ότι οι προσωπικές περιστάσεις του πελάτη της έχουν μεταβληθεί, καθώς ο τελευταίος έχει νυμφευθεί και είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Η κα Ξιναρή υιοθέτησε με τη σειρά της το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε για τον Κατηγορούμενο 3, στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρεται ότι ο τελευταίος είναι ηλικίας 26 ετών νυμφευμένος και πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 1 ½ έτους και 7 μηνών αντίστοιχα. Εργάζεται ως έκτακτος εργάτης στο Τμήμα Δασών για οκτώ μήνες ετησίως και τους υπόλοιπους μήνες λαμβάνει ανεργιακό επίδομα. Η σύζυγος του, με την οποία νυμφεύθηκε στις 21.10.2017, λόγω των βρεφών δεν εργάζεται. Ο Κατηγορούμενος προέρχεται από φτωχή πολυμελή οικογένεια, είναι απόφοιτος Λυκείου και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Ενόσω ήταν μαθητής, αλλά και κατά τον χρόνο που υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, βοηθούσε στις γεωργικές εργασίες τον πατέρα του ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Η κα Ξιναρή, όπως και οι υπόλοιποι συνήγοροι, πρότεινε την επιβολή εναλλακτικής ποινής μέσω της έκδοσης διατάγματος κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας. Εισηγήθηκε ωστόσο ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ως επιβεβλημένη την ποινή φυλάκισης, οι περιστάσεις της υπόθεσης σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 3 μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης της. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Στην προκείμενη περίπτωση τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι κρίνονται ως σοβαρά, αφού για το αδίκημα των κατηγοριών 3 και 7 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών, για τα αδικήματα των κατηγοριών 8, 9, 10 και 12 ποινή φυλάκισης 5 ετών, ενώ για το αδίκημα των κατηγοριών 11 και 13 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων διαφαίνεται και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε ορισμένες αποφάσεις που σχετίζονται με τα υπό τιμωρία αδικήματα, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι απλά ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565 το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι, κατά την πιο πάνω απόφαση, ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Περαιτέρω, στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Οι εν λόγω επισημάνσεις επαναδιατυπώθηκαν και στις πιο πρόσφατες αποφάσεις Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 και ΠΑΛΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 109/16 ημερ. 20.09.16. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έχει καθοδηγηθεί από τη νομολογία ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές. Όπως είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα στην υπόθεση Bandits v. Αστυνομίας, ποιν. ECLI:CY:AD:2015:B696, υποθ. 94/15 ημερ. 21.10.2015 να επαναλάβουμε: «Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης», οπότε η ποινή πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παρά το ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δέον να λαμβάνονται υπόψη, αυτό δεν πρέπει να γίνεται στο βαθμό και κατά την έκταση που να εξουδετερώνει το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.» Οι αναφορές στις αποφάσεις που παρατίθενται πιο πάνω ισχύουν mutatis mutandis και για το αδίκημα της κατηγορίας 10, αφού πρόκειται για ομοειδές αδίκημα το οποίο συνδέεται με τις διαρρήξεις και τις κλοπές. Όπως επισημάνθηκε στην ΠΑΛΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ με αναφορά στην Bandits v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B696, Ποιν. Έφεση 94/15 ημερ. 21.10.2015, αδικήματα αυτής της μορφής βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ενδεικτική της αυστηρότητας με την οποία τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τα αδικήματα των κατηγοριών 8 και 9 είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημοσθένους κ.α
(1993)2 Α.Α.Δ 88, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ανεπαρκή τιμωρία την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης πέντε μηνών στις κατηγορίες της κατοχής επικίνδυνου ή επιθετικού οργάνου και της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα και τις αύξησε σε ένα έτος. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Παύλου
(1997)2 Α.Α.Δ 170 ότι τέτοια αδικήματα δεν είναι διαδεδομένα. Αυτό, όμως, δεν μειώνει τη σοβαρότητά τους, ούτε και δικαιολογεί χαλάρωση στην αντιμετώπισή τους. Σε σοβαρές δε περιπτώσεις ενδείκνυται η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Στην ίδια υπόθεση τονίσθηκε ότι η αυθαίρετη είσοδος στην κατοικία άλλου πλήττει το απαραβίαστο της κατοικίας που κατοχυρώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου κάτω από το άρθρο 16 του Συντάγματος. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευθυμίου Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ 71 υπογραμμίσθηκε ότι είναι καθήκον των Δικαστηρίων να προστατεύουν αποτελεσματικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και το απαραβίαστο της κατοικίας τους. Στην Constandis Georghiou ν. The Police
(1967)2 C.L.R 292 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 μηνών στην κατηγορία για εγκληματική επέμβαση κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ. 154 και σε δύο κατηγορίες για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243. Η ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ομοίως αυστηρή είναι η αντιμετώπιση των Δικαστηρίων για το αδίκημα της επίθεσης, το οποίο έχει χαρακτηρισθεί ως ιδιάζουσας σοβαρότητας καθώς πλήττει τόσο τη σωματική ακεραιότητα του θύματος, όσο και την αξιοπρέπεια του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ 95, όπου η χρηματική ποινή των Λ.Κ.400,00 μετατράπηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιτότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέσει στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Επίσης, στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 581 η ποινή φυλάκισης ενός μήνα που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κρίθηκε ως υπερβολική, ενώ παράλληλα τονίστηκε ότι σε αδικήματα βίας θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος όλων των Κατηγορουμένων τα ακόλουθα: Την παραδοχή τους, η οποία σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 10 - 13 ήταν άμεση. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Το λευκό ποινικό μητρώο τους. Το νεαρό της ηλικίας τους κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ιδιαιτέρως των Κατηγορουμένων 1 και 2 οι οποίοι ήταν 16 και 14 ετών αντίστοιχα. Σύμφωνα με τη νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικού παράγοντα φθίνει. Στην προκείμενη περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ηλικίας 16 και 14 ετών αντίστοιχα κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, ήταν νεαρά πρόσωπα. Το γεγονός αυτό αποτελεί ουσιώδη ελαφρυντικό παράγοντα, καθώς o χαρακτήρας τους, ενόψει της ηλικίας τους, ήταν υπό διαμόρφωση και οι εμπειρίες ζωής σαφώς περιορισμένες. Οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 τώρα, ηλικίας 21 και 22 ετών αντίστοιχα κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν νεαρής σχετικά ηλικίας, ωστόσο ο συγκεκριμένος μετριαστικός παράγοντας θα ασκήσει στη δική τους περίπτωση λιγότερη επίδραση σε σύγκριση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις, όπως με λεπτομέρεια καταγράφονται στις σχετικές κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις, το περιεχόμενο των οποίων εκτέθηκε συνοπτικά πιο πάνω. Τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 623). Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος 1 αρραβωνιάστηκε και αναμένεται η έλευση του πρώτου παιδιού του, καθώς η αρραβωνιαστικιά του είναι έγκυος τριών μηνών. Ο Κατηγορούμενος 2 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Ο Κατηγορούμενος 3 νυμφεύθηκε στις 21.10.17 και είναι πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 1½ έτους και 7 μηνών αντίστοιχα, ενώ ο Κατηγορούμενος 4 είναι φοιτητής στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Νεάπολις. Από την άλλη, δεν παραβλέπω ότι οι Κατηγορούμενοι φέρουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης στην προκληθείσα καθυστέρηση αφού, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, αναβλήθηκε πέντε φορές εξ υπαιτιότητας των Κατηγορουμένων 1 και 4 και μία φορά εξ υπαιτιότητας του Κατηγορούμενου 2. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι μόλις στις 14.12.17 παραδέχθηκαν τις εις βάρος τους κατηγορίες. Δεν παραγνωρίζω φυσικά ότι στις 14.12.17 έλαβε χώρα τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης τεσσάρων κατηγοριών τις οποίες οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν, ενώ ταυτόχρονα αναστάλθηκαν πέντε κατηγορίες που περιλαμβάνονταν στο αρχικό κατηγορητήριο. Ωστόσο οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν τέσσερις κατηγορίες του αρχικού κατηγορητηρίου τις οποίες μπορούσαν ευθύς εξαρχής να παραδεχθούν. Παρά ταύτα παραμένει ως αντικειμενικό δεδομένο το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή πέντε χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα για τις περιπτώσεις που ο Κατηγορούμενος φέρει σημαντική ευθύνη για την καθυστέρηση: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Τέλος, αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 λαμβάνω επιπρόσθετα υπόψη μου τη συνεργασία τους με τις διωκτικές αρχές κατά τη διερεύνηση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Προτού προχωρήσω στην επιβολή της ποινής, θεωρώ ότι θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται διαφοροποίηση των ποινών που θα επιβληθούν στους Κατηγορούμενους ενόψει των προσωπικών περιστάσεων έκαστου εξ' αυτών και ειδικότερα έχοντας κατά νου τις ηλικίες τους, για τις οποίες έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, αλλά και τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του καθενός ξεχωριστά. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 έχουν κριθεί ένοχοι σε πέντε αδικήματα (κατηγορίες 3, 7, 10, 12 και 13), ο Κατηγορούμενος 2 σε δύο αδικήματα (κατηγορίες 3 και 11) και ο Κατηγορούμενος 4 σε επτά αδικήματα (κατηγορίες 3, 7, 8, 9, 10, 12 και 13). Η αρχή της ισότητας βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ευαγόρου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 593: «η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν έχει ως λόγο την αριθμητική εξίσωση της ποινής η οποία επιβάλλεται. Όπως και σε κάθε άλλο τομέα η αρχή της ισότητας συναρτάται με την ουσιαστική ομοιογένεια των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου και συνεπώς επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση όλων των ουσιαστικών στοιχείων που τείνουν να προσδιορίσουν την ομοιογένεια». Η έννοια της ισότητας δεν σημαίνει την ακριβή αριθμητική ισότητα και την εξίσωση ανόμοιων καταστάσεων, αλλά την ομοιόμορφη αντιμετώπιση όμοιων καταστάσεων. Το όλο θέμα τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Σιδερένου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 190: «Το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Όπως προβλέπει το άρθρο, ο κάθε πολίτης δικαιούται να τύχει ίσης προστασίας και μεταχείρισης. Σε ό,τι αφορά την επιβολή ποινής, η υποχρέωση του δικαστηρίου συνίσταται στην υποχρέωση να μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο όλους όσους βρίσκονται στην ίδια θέση (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251). Η σημασία της ανισότητας στη μεταχείριση παραβατών που είναι στην ίδια θέση, έγκειται στο ότι δημιουργεί αίσθημα αδικίας και τείνει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στον ίδιο το θεσμό της δικαιοσύνης. Ωστόσο ο όρος «ίσοι ενώπιον του νόμου .. και της δικαιοσύνης» στο Άρθρο 28.1 του Συντάγματος, δεν σημαίνει και την ακριβή αριθμητική εξίσωση της ποινής δύο παραβατών, αλλά διασφαλίζει μόνο την ισότητα έναντι αυθαίρετων διακρίσεων και καθόλου δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις (βλ. Ευαγόρου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 593, Mikrommatis v. Republic2 R.S.C.C. 125 και Λοΐζου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 546).» Περαιτέρω, στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 354 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση "πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων" (βλ. Republic v. Arakian and Others
(1972)3 C.L.R. 294). Όταν δύο περιπτώσεις δεν τελούν "υπό τας αυτάς συνθήκας" ή όταν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης δεν είναι ομοιογενή επιτρέπεται η διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση τους και δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ειδικά και σε σχέση με την μεταχείριση των παραβατών στο "Sentencing References 1998" του David Thomas, σελ. 45, το θέμα τίθεται ως εξής: "There is no disparity if a difference in sentence reflects a difference in the respective responsibilities of the offenders, or a difference in their ages, previous convictions, or the existence of personal mitigating factors peculiar to one of them. Where one offender has the benefit of personal mitigation which is not available to other offenders, the other offenders should not be given the benefit of that mitigation." Σε μετάφραση: "Δεν προκύπτει ανισότητα εάν η διαφορά στην ποινή αντανακλά τη διαφορά στις αντίστοιχες ευθύνες των παραβατών, ή διαφορά στην ηλικία τους, προηγούμενες καταδίκες, ή την ύπαρξη προσωπικών μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι σχετίζονται με ένα από αυτούς. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει το ευεργέτημα προσωπικών ελαφρυντικών περιστάσεων, το οποίο δεν διαθέτουν οι άλλοι παραβάτες, στους άλλους παραβάτες δεν πρέπει να δοθεί το ευεργέτημα εκείνου του ελαφρυντικού."» Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιοι λόγοι που δικαιολογούν τη διαφοροποίηση των ποινών που θα επιβληθούν στους Κατηγορούμενους, αφού αφενός εντοπίζεται σημαντική διαφορά στην ηλικία τους και αφετέρου η εγκληματική συμπεριφορά που επιδείχθηκε ήταν επίσης διαφορετικού βαθμού. Δεν παραβλέπω ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 έχουν κριθεί ένοχοι στα ίδια αδικήματα, ωστόσο, μεταξύ τους υπάρχει σημαντική διαφορά ηλικίας που επιβάλλει, κατά την άποψη μου, τη διαφορετική μεταχείριση τους. Η διαφορά των 6 και 8 ετών αντίστοιχα μεταξύ των ηλικιών που είχαν οι Κατηγορούμενοι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων είναι, για τις συγκεκριμένες ηλικίες, σημαντικού βαθμού. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν ανήλικοι και μπορούσαν ως εκ της ηλικίας τους πολύ πιο εύκολα να επηρεασθούν και να παρασυρθούν, ενώ η ικανότητα τους για αυτοέλεγχο ήταν ασφαλώς λιγότερο ανεπτυγμένη σε σύγκριση με έναν ενήλικα. Οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 από την άλλη, ήταν μεν νεαροί, ωστόσο ήταν ενήλικοι, είχαν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητα τους και ήταν εμφανώς σε καλύτερη θέση από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της έκνομης συμπεριφοράς τους. Ξεκινώντας επομένως από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και έχοντας κατά νου από τη μία τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έκαστος εξ αυτών διέπραξε και από την άλλη τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω, κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας για τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος σημειώνω ότι έχει εκφράσει τη συγκατάθεση του στην έκδοση τέτοιου διατάγματος, και η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας για τον Κατηγορούμενο 2 δυνάμει των άρθρων 5 και 6 του Ν.46(Ι)/
- Αποφασιστική σημασία στην προαναφερόμενη κατάληξη μου διαδραμάτισε το νεαρό της ηλικίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, αλλά και σήμερα που επιβάλλεται ποινή, έτσι ώστε η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας να αποτελεί την αρμόζουσα ποινή. Παράλληλα, από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι η παραβατική τους συμπεριφορά ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, αποτέλεσμα νεανικής επιπολαιότητας και όχι απόρροια συστηματικής εγκληματικής συμπεριφοράς ούτως ώστε να προβάλλει η ανάγκη αποτροπής και προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Επισημαίνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με παραβατική συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1 και 2 στη διάρκεια των πέντε ετών που μεσολάβησαν από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα. Είναι νομολογημένο ότι τα Δικαστήρια σε νεαρά κυρίως άτομα, έχουν την τάση να δίνουν μια δεύτερη ευκαιρία προκειμένου να αποδείξουν εκτός των φυλακών ότι θα σέβονται τον νόμο. Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus» του Γ.Μ. Πική 2η έκδοση, σελ. 89, αναφέρονται τα πιο κάτω: «There is marked disinclination to send young persons to prison. Sending young persons to prison should, as far as possible, be avoided, more so when it entails grave consequences for the future life and career of the defendants. Imprisonment should be avoided and if not possible, it should be kept down to the minimum if it will result in the interruption of the studies of a youth. The pursuit of higher studies is yet another consideration that may tip the scales in favour of not imprisoning a young person». Κατά συνέπεια και έχοντας υπόψη μου την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τη συνοδευτική επιστολή του, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι πρόσωπο κατάλληλο για εκτέλεση κοινοτικής εργασίας χωρίς αμοιβή. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας ως ακολούθως. Η περίοδος κηδεμονίας θα είναι διάρκειας 1 ½ έτους. Η κοινοτική εργασία, το είδος και ο χώρος εκτέλεσης της θα καθορισθεί από τον Κηδεμονικό Λειτουργό - Επιτηρητή, αφού ληφθεί εκ των προτέρων υπόψη η σύμφωνη γνώμη του Κατηγορούμενου 1 και καθορίζεται να διαρκέσει 140 ώρες. Η ως άνω κοινοτική εργασία θα εκτελείται σε μέρες και ώρες που θα καθορισθούν από τον Επιτηρητή - Κηδεμονικό Λειτουργό σε συνεννόηση με τον Κατηγορούμενο 1 και θα πρέπει να ολοκληρωθεί εντός της περιόδου που ισχύει το παρόν διάταγμα κηδεμονίας. Ο Κατηγορούμενος 1 θα συνεχίσει να διαμένει στην διεύθυνση που αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ήτοι στην Αργάκα. Σε περίπτωση αλλαγής της διεύθυνσης του Κατηγορουμένου 1 θα ειδοποιηθεί εκ των προτέρων ο Επιτηρητής - Κηδεμονικός Λειτουργός. Ο Κατηγορούμενος 1 υποχρεούται να συμμορφώνεται και να συνεργάζεται καθόλη την διάρκεια της περιόδου κηδεμονίας με τις υποδείξεις και τις απαιτήσεις του Επιτηρητή - Κηδεμονικού Λειτουργού τις οποίες αυτός θεωρεί αναγκαίες. Νοείται ότι ο Επιτηρητής - Κηδεμονικός Λειτουργός σε συνεννόηση και συνεργασία με τον Κατηγορούμενο 1 θα μπορεί να διαφοροποιεί τις ημέρες και τις ώρες κατά τις οποίες θα απασχολείται ο Κατηγορούμενος 1 λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις υποχρεώσεις και τις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου
- Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 εκδίδεται διάταγμα κηδεμονίας για περίοδο 1 έτους. Σημειώνω ότι το διάταγμα κηδεμονίας δεν περιλαμβάνει όρο κοινοτικής εργασίας διότι, ως αναφέρεται στη συνοδευτική επιστολή του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος 2 κατοικεί σε απομακρυσμένη περιοχή, δεν διαθέτει μεταφορικό μέσο και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να προσφέρει κοινοτική εργασία. Το διάταγμα κηδεμονίας εκδίδεται υπό τους ακόλουθους όρους: Ο Κατηγορούμενος 2 θα συνεχίσει να διαμένει στην διεύθυνση που αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ήτοι Ασπρογιά και δεν θα αλλάξει τόπο διαμονής παρά μόνο με την έγκριση του Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος 2 θα συμμορφώνεται καθόλη την διάρκεια της περιόδου κηδεμονίας με τις υποδείξεις και οδηγίες του Επιτηρητή - Κηδεμονικού Λειτουργού σε συνεννόηση, όπου απαιτείται, με την εκάστοτε μονάδα στην οποία υπηρετεί τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν θα διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα κατά τη διάρκεια της ισχύος του παρόντος διατάγματος. Όσον αφορά τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί για τους Κατηγορούμενους 1 και 2, ο Επιτηρητής - Κηδεμονικός Λειτουργός θα εφοδιάζει το Δικαστήριο κάθε 3 μήνες με έκθεση προόδου για κάθε Κατηγορούμενο αναφορικά με την τήρηση και εφαρμογή των διαταγμάτων. Οι πρώτες εκθέσεις θα αποσταλούν στο Δικαστήριο σε 3 μήνες από σήμερα. Σε περίπτωση που έκαστος των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των παρόντων διαταγμάτων ή παραλείπει να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του Επιτηρητή - Κηδεμονικού Λειτουργού το Δικαστήριο να ενημερωθεί αμέσως με σχετική έκθεση του Επιτηρητή - Κηδεμονικού Λειτουργού. Αντίγραφο των διαταγμάτων να παραδοθούν από τον Πρωτοκολλητή στον Κηδεμονικό Λειτουργό που είναι αποσπασμένος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Επίσης, αντίγραφα των διαταγμάτων να παραδοθούν αντίστοιχα στους Κατηγορούμενους 1 και
- Για σκοπούς εφαρμογής των διαταγμάτων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να αποταθούν στο Γραφείο Ευημερίας εντός 10 ημερών από σήμερα. Ερχόμενος τώρα στους Κατηγορούμενους 3 και 4, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους ότι η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας είναι η αρμόζουσα ποινή για τους Κατηγορούμενους 3 και
- Οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 είναι σήμερα ηλικίας 26 και 27 ετών αντίστοιχα και δεν θεωρώ ότι ένα διάταγμα κηδεμονίας θα ήταν κατάλληλη ποινή για αυτούς και θα συνέβαλλε στην αναμόρφωση τους. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, ήταν μεν νεαρής ηλικίας κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ωστόσο η διαφορά μεταξύ της ηλικίας τους και εκείνης των Κατηγορουμένων 1 και 2 ήταν ουσιώδης. Επαναλαμβάνω ότι οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 ήταν, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ενήλικοι και σε θέση να αντιληφθούν τη σοβαρότητα των πράξεων τους. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι ακόμα και στην περίπτωση νεαρών παραβατών ένα Δικαστήριο δεν θα διστάσει να επιβάλει ποινή φυλάκισης και, μάλιστα, πολυετή αν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή (Christos Charalambous Savvides v. The Republic
(1988)2 C.L.R 51, Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Έχοντας κατά νου το σύνολο των ελαφρυντικών και μετριαστικών παραγόντων των Κατηγορουμένων 3 και 4, θεωρώ ότι δεν μπορούν να υπερκεράσουν τη σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων. Η συμπεριφορά που επέδειξαν ήταν αδικαιολόγητη και απαράδεκτη. Συμπεριφορές αυτού του είδους πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας που ο κάθε πολίτης αναμένει να απολαμβάνει σε μία ευνομούμενη πολιτεία σε σχέση με τη σωματική ακεραιότητα και την περιουσία του. Τα Δικαστήρια στα πλαίσια του ρόλου που έχουν να διαδραματίσουν στη διασφάλιση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και της έννομης τάξης ευρύτερα, οφείλουν να στείλουν το μήνυμα ότι πράξεις, όπως οι υπό τιμωρία, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: 1. Στον Κατηγορούμενο 3: · Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης ενός μήνα. · Στην κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης ενός μήνα. · Στην κατηγορία 10 δεν θα επιβάλω ποινή, αφού τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στην κατηγορία 3 στην οποία επιβλήθηκε ποινή. · Στην κατηγορία 12 ποινή φυλάκισης έξι μηνών. · Στην κατηγορία 13 δεν θα επιβάλω ποινή, αφού τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στην κατηγορία 7 στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Στον Κατηγορούμενο 4: · Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης ενός μήνα. · Στην κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης ενός μήνα. · Στην κατηγορία 8 ποινή φυλάκισης έξι μηνών. · Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης έξι μηνών. · Στην κατηγορία 10 δεν θα επιβάλω ποινή, αφού τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στην κατηγορία 3 στην οποία επιβλήθηκε ποινή. · Στην κατηγορία 12 ποινή φυλάκισης έξι μηνών. · Στην κατηγορία 13 δεν θα επιβάλω ποινή, αφού τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στην κατηγορία 7 στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους Κατηγορούμενους 3 και 4 να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 3 και 4 για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Στην Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, αλλά και στην πιο πρόσφατη Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. Αρ.27/16 ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Τα περιστατικά της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 3 και 4 έχουν ήδη εκτεθεί και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Στα πλαίσια ωστόσο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης λαμβάνω υπόψη μου ως προς τις περιστάσεις της υπόθεσης το γεγονός ότι η κλοπιμαία περιουσία ήταν μικρής αξίας και ότι τα τραύματα που υπέστησαν οι Παραπονούμενοι δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρής μορφής. Ως προς τις προσωπικές τους περιστάσεις λαμβάνω υπόψη μου ότι έχουν μεταβληθεί σε σχέση με τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Ο μεν Κατηγορούμενος 3 έχει νυμφευθεί και είναι πατέρας δύο παιδιών, ο δε Κατηγορούμενος 4 είναι φοιτητής Νομικής από τον Σεπτέμβριο του
- Η πιο πάνω μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων τους δεν μπορεί παρά να αντικρισθεί θετικά, αφού καταδεικνύει αλλαγή στάσης ζωής εκ μέρους των Κατηγορουμένων 3 και
- Επιπροσθέτως των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου ότι στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 δεν υπέπεσαν σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο τους δίδουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να θεωρήσει τα υπό τιμωρία αδικήματα ως ένα μεμονωμένο περιστατικό που ανήκει στο παρελθόν των Κατηγορουμένων 3 και
- Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στους Κατηγορούμενους 3 και 4, με την προσδοκία ότι θα φανούν έμπρακτα αντάξιοι της ευκαιρίας που τους δίδει σήμερα το Δικαστήριο. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους Κατηγορούμενους 3 και 4 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 η έννοια του διατάγματος κηδεμονίας και στους Κατηγορούμενους 3 και 4 η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). Η ξύλινη σανίδα η οποία κατακρατείται ως Τεκμήριο να κατασχεθεί και να καταστραφεί. Έκαστος των Κατηγορουμένων 1 έως 4 να καταβάλει έξοδα ύψους €
- (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο