Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χαράλαμπου Κίτσιου, Αρ. Υπόθεσης: 384/17, 3/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 384/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Χαράλαμπου Κίτσιου Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 3 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος - παρών ------------- Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β (κατηγορίες 1 και 4), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια (κατηγορία 2), της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (κατηγορία 3) και της παράνομης χρήσης ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β (κατηγορίες 5 και 6) κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)(β)
(2)6
(1)-
(3), 10(α), 30, 30Α, 31, 31Α και 32 του Ν.29/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, αυτά διαπράχθηκαν στις 26.07.15, με εξαίρεση το αδίκημα της κατηγορίας 5 το οποίο τελέστηκε στις 25.07.
- Το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α ήταν μεταμφεταμίνη συνολικού βάρους 0,3779 γραμμαρίων, ενώ το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β ήταν κάνναβη συνολικού βάρους 0,1345 γραμμαρίων. Προς τον σκοπό επιβολής ποινής ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου όπως στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ληφθεί υπόψη και η υπόθεση με αριθμό 3013/17 Ε.Δ Πάφου. Η Κατηγορούσα Αρχή συναίνεσε στο εν λόγω αίτημα και το Δικαστήριο έδωσε άδεια όπως η προαναφερόμενη υπόθεση ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας. Στην 3013/17 Ε.Δ Πάφου ο Κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής, κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), της διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία 2) και της κλοπής από κατοικία (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος και άλλα δύο πρόσωπα την 01.05.14 διέρρηξαν και εισήλθαν σε οικία από την οποία έκλεψαν δύο παλαιούς χάλκινους δίσκους, ένα παλαιό σίδερο κάρβουνου και δύο λάμπες ασυτελίνης. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι τα γεγονότα τόσο της παρούσας υπόθεσης, όσο και της 3013/17 Ε.Δ Πάφου, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Ειδικότερα όσον αφορά την παρούσα υπόθεση σημειώνω ότι τα γεγονότα κατατέθηκαν και γραπτώς (Τεκμήριο Α). Επισημαίνω ότι το σύνολο των γεγονότων δεν έχει τύχει αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, βρίσκονται καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι, σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις διωκτικές αρχές και στις δύο υποθέσεις. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την παρούσα υπόθεση συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος στις 27.07.15 και κατηγορήθηκε γραπτώς στις 02.03.16, ενώ για την υπόθεση 3013/17 Ε.Δ Πάφου συνελήφθηκε στις 07.05.14 και κατηγορήθηκε γραπτώς στις 08.05.
- Επιπρόσθετα, ο κ. Συμεού ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη για την οποία εκτίει ποινή φυλάκισης 2 ετών. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στην υπόθεση με αρ. 10332/14 Ε.Δ Πάφου, στην οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της απόπειρας ληστείας και της κλοπής και του επιβλήθηκαν στις 13.03.17 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη εκείνη των 2 ετών που επιβλήθηκε στην κατηγορία της απόπειρας ληστείας. Στην προαναφερόμενη υπόθεση λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής 22 συνολικά υποθέσεις στις οποίες περιλαμβάνονταν και αδικήματα που αφορούσαν χρήση ναρκωτικών ουσιών. Τέλος, ο κ. Συμεού σημείωσε ότι δεν ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο όπως η παρούσα υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε ποινή στην 10332/14 Ε.Δ Πάφου, ξεκαθαρίζοντας ότι αν υποβαλλόταν τέτοιο αίτημα η Κατηγορούσα Αρχή θα συναινούσε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έχει εμπράκτως μεταμεληθεί, πράγμα το οποίο καταδεικνύεται με την παραδοχή του. Επισήμανε ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του έναν ειλικρινή Κατηγορούμενο, ο οποίος συνεργάστηκε με τις διωκτικές αρχές, με τη συνεργασία του μάλιστα να είναι βαρύνουσας σημασίας, αφού χωρίς αυτήν και χωρίς την παραδοχή του Κατηγορούμενου στα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 δεν θα μπορούσαν να αποδειχθούν οι εν λόγω κατηγορίες. Η ποσότητα της μεταμφεταμίνης είναι τέτοια που δεν εμπίπτει στο τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30Α του Ν.29/77 και επομένως χωρίς την παραδοχή του Κατηγορούμενου δεν θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν οι εν λόγω κατηγορίες. Ο κ. Σιαηλής κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 18 ετών, καθώς και τις πολύ μικρές ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών που εντοπίστηκαν στην κατοχή του. Επιπρόσθετα, ο κ. Σιαηλής τόνισε ότι ενώ το ανακριτικό έργο είχε συμπληρωθεί σχεδόν αυθημερόν, εντούτοις η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε 1½ έτος μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, ενώ η 3013/17 Ε.Δ Πάφου τρία έτη μετά τη διάπραξη τους. Στα πλαίσια του ίδιου συλλογισμού ο κ. Σιαηλής κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του πέραν της καθυστέρησης στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου και τον χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε στα πλαίσια αίτησης για έκδοση πιστοποιητικού δωρεάν νομικής αρωγής και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β. Σύμφωνα με αυτήν ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 20 ετών, προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 3 ετών και σε ηλικία 6 ετών, τόσο ο ίδιος όσο και τα δύο του αδέλφια, τέθηκαν υπό τη νομική προστασία της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και τοποθετήθηκαν σε κρατικά ιδρύματα λόγω της ανικανότητας των γονέων στην άσκηση των γονικών τους καθηκόντων. Επίσης, στη σχετική έκθεση καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών στην ηλικία των 14 ετών. Ο κ. Σιαηλής υπογράμμισε ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε ποινή στην υπόθεση 10332/14 Ε.Δ Πάφου. Πρόκειται δε για αδικήματα που διαπράχθηκαν εντός της ίδιας περιόδου και είναι ομοειδή, αφού στην προαναφερόμενη υπόθεση λήφθηκαν υπόψη και υποθέσεις που αφορούσαν την κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος, επικαλούμενος την αρχή της συνολικότητας της ποινής, εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει να επιβληθεί διαδοχική ποινή φυλάκισης. Η τιμωρία που επιβλήθηκε στην 10332/14 Ε.Δ Πάφου καλύπτει το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς που επέδειξε ο Κατηγορούμενος και η επιβολή διαδοχικής ποινής στην παρούσα υπόθεση, δεν θα εξυπηρετούσε την αναμόρφωση του Κατηγορούμενου. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για τη σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ναρκωτικά αποτελούν μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία, χωρίς δυστυχώς να παρουσιάζονται σημάδια αναχαίτισης. Το σημαντικό αυτό πρόβλημα και οι προεκτάσεις από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών αναγνωρίστηκαν από τον νομοθέτη δια της πρόβλεψης αυστηρών ποινών. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3, 5 και 6 προβλέπεται δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, για το αδίκημα της κατηγορίας 1 προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές και για το αδίκημα της κατηγορίας 4 ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια, ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά επιφέρουν ολέθριες συνέπειες, καθώς μπορούν να οδηγήσουν στη φυσική, ψυχική και οικονομική καταστροφή των συνανθρώπων μας που μπλέκονται στα δίχτυα τους. Τα Δικαστήρια μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών καλούνται να συμβάλουν στον αγώνα που η κοινωνία διεξάγει εναντίον των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 επισημάνθηκε η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών κυρίως λόγω της συχνότητας και έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από τη διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Τα ίδια τονίστηκαν και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΝΑΖΙΠ ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 6/14 ημερ. 21.11.14, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών.» Επίσης, στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 437 τονίσθηκε η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Επιπρόσθετα αναφέρθηκε ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας των ναρκωτικών. Παράλληλα επισημάνθηκε ότι στον καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών, όπως και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται καταλήγοντας ότι η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνδέεται με την πρόθεση εμπορίας. Η σοβαρότητα επομένως των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι στην προκείμενη περίπτωση η συνεργασία του Κατηγορούμενου ήταν ουσιαστικής σημασίας, αφού από τη δική του ομολογία προέκυψαν τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3. Σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, αν δεν υπήρχε η ομολογία του Κατηγορούμενου ενδεχομένως τα προαναφερόμενα αδικήματα να μην περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο. Προσμετρώ επίσης τις όντως δύσκολες προσωπικές περιστάσεις που βίωσε ο Κατηγορούμενος από πολύ μικρή ηλικία και οι οποίες καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας (Τεκμήριο Β). Τα όσα βίωσε ο Κατηγορούμενος τον καθιστούσαν, δυστυχώς, ευάλωτο στη διάπραξη αδικημάτων όπως τα υπό τιμωρία. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι από την ηλικία των 14 ετών ξεκίνησε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Μετριαστικό παράγοντα αποτελεί ταυτόχρονα και το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν 18 ετών (Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις μικρές ποσότητες των ανευρεθέντων ναρκωτικών ουσιών, καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης διάρκειας 2 ετών. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε όπως η παρούσα υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε της υπόθεσης 10332/14 Ε.Δ Πάφου. Σημειώνω ωστόσο ότι σύμφωνα με τη δήλωση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, σε περίπτωση που υποβαλλόταν τέτοιο αίτημα θα συναινούσε σε αυτό. Συνεπώς, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 81 του Κεφ. 155, η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να τεθεί και να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της 10332/14 Ε.Δ Πάφου. Το γεγονός δε ότι η παρούσα υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να το προσμετρήσει στα πλαίσια της επιμέτρησης της ποινής (Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 47). Στην υπόθεση Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 λέχθηκε ότι: «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.» Επιπλέον, προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπόψη μου και την καθυστέρηση που παρατηρείται σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν τον Ιούλιο του 2015 και η υπόθεση καταχωρήθηκε τον Ιανουάριο του 2017. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από την Κατηγορούσα Αρχή για την εν λόγω καθυστέρηση, η οποία συνεπώς τη βαρύνει αποκλειστικά. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (αρ. 2) κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ 623). Μέσα στα ίδια πλαίσια προσμετρώ και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Τέλος, λαμβάνω υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας ποινή 2 ετών, έχει απεξαρτηθεί από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Η εν λόγω δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου του δεν έχει αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Η απεξάρτηση ή η προσπάθεια απεξάρτησης αξιολογείται ως μετριαστικός παράγοντας αφού δεικνύει αλλαγή στάσης ζωής. Τα ελαφρυντικά ωστόσο του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που στα αδικήματα περιλαμβάνονται και κατηγορίες για προμήθεια ναρκωτικών και για κατοχή με σκοπό την προμήθεια. Έστω κι αν η ποσότητα της μεταμφεταμίνης ήταν μικρή, παραμένει γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατέστησε τον εαυτό του «εργαλείο» δια του οποίου διοχετεύονταν ναρκωτικά σε τρίτα πρόσωπα. Αποτιμώντας, από τη μια, τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα και από την άλλη το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες 2 και 3 ποινή φυλάκισης 8 μηνών σε έκαστη κατηγορία. Στις κατηγορίες 5 και 6 ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε έκαστη κατηγορία. Στην κατηγορία 1 δεν θα επιβάλω οποιαδήποτε ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της κατηγορίας 2 στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Στην κατηγορία 4 επίσης δεν θα επιβάλω ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της κατηγορίας 6 στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε, ορθά κατά την κρίση μου, ότι στην προκείμενη περίπτωση θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Ν.95/72. Εν πάση περιπτώσει περιορίζομαι να αναφέρω ότι ούτε οι περιστάσεις της υπόθεσης, αλλά ούτε και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου είναι τέτοια που να δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί. Στις περιπτώσεις ωστόσο που κατά την επιβολή ποινής φυλάκισης, ο Κατηγορούμενος εκτίει ήδη άλλη ποινή φυλάκισης, το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Εγείρεται επομένως ζήτημα κατά πόσο οι επιβληθείσες σήμερα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης θα πρέπει να είναι διαδοχικές των ποινών φυλάκισης που ήδη εκτίει ο Κατηγορούμενος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν ενδείκνυται η επιβολή διαδοχικών ποινών φυλάκισης. Τόνισε ο κ. Σιαηλής ότι η παρούσα θα μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε ποινή στην 10332/14 Ε.Δ Πάφου στις 13.03.17, έτσι ώστε ο Κατηγορούμενος να τιμωρηθεί μία φορά για το σύνολο της παραβατικής του συμπεριφοράς αφού όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν την ίδια χρονική περίοδο (2014 - 2015) και αφορούσαν ομοειδή αδικήματα. Το κατά πόσο ποινή φυλάκισης θα είναι διαδοχική προς άλλη ποινή φυλάκισης που ήδη επιβλήθηκε ή θα συντρέχει με αυτή εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155). Κατά κανόνα οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν όταν αφορούν αδικήματα ίδιας φύσης, ή όταν αποτελούν μέρος μίας ενιαίας εγκληματικής ενέργειας. Η διαδοχικότητα όμως της ποινής πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, σε σχέση με την οποία επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 443 ότι δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια και σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν με ποινή φυλάκισης που έκτιε ο εφεσείων, αναφέροντας σχετικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. V. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."» Όπως ήδη αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε όπως η παρούσα υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που επέβαλλε ποινή στην υπόθεση με αριθμό 10332/14 Ε.Δ. Πάφου. Το εν λόγω γεγονός ωστόσο δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του, καθώς το όλο ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια της προεξάρχουσας αρχής της συνολικότητας της ποινής (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Στην υπόθεση Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 257 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Συζητήθηκε σε έκταση πρωτοδίκως το Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που επιτρέπει τη λήψη υπόψη άλλων αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, των οποίων είτε δεν άρχισε ακόμη η δίωξη, είτε η δίκη επ' αυτών, και, τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε, ενώ έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, για να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε ζητηθεί από καμιά πλευρά να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση κατά την επιμέτρηση της ποινής που επεβλήθη από το Κακουργιοδικείο. Προχώρησε μάλιστα να καταγράψει ότι ασχέτως των λόγων που δεν ζητήθηκε να ληφθεί η υπόθεση υπόψη, ο εφεσείων μόνο τον εαυτό του θα έπρεπε να μέμφεται για το γεγονός ότι όντως δεν λήφθηκε υπόψη. Όμως η ταυτόχρονη διαπίστωση του κατά την παράθεση των λόγων που επιμέτρησαν προς όφελος του εφεσείοντος, ότι όντως θα μπορούσαν τα γεγονότα της υπό κρίση έφεσης να λαμβάνονταν υπόψη στην υπ' αρ. 3556/11 υπόθεση του Κακουργιοδικείου, αναιρεί τα πιο πάνω. Αυτή δε η διαπίστωση έπρεπε να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του εφεσείοντος υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.» Επομένως, έστω και αν η παρούσα υπόθεση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια επιβολής ποινής στην 10332/14 Ε.Δ Πάφου και παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος στην εν λόγω υπόθεση είναι διαφορετικής φύσης από αυτά της παρούσας, παρά ταύτα, ενόψει της νομολογίας που εκτέθηκε πιο πάνω, η αρχή της συνολικότητας της ποινής τυγχάνει εφαρμογής. Στην Παραρέ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης των δύο μηνών που επιβλήθηκε σε σχέση με αδικήματα κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο σε σχέση με αδικήματα διαφορετικής φύσης, ήτοι ένοπλης ληστείας και κλοπής. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ενώπιον μου, στα πλαίσια της υπόθεσης 10332/14 Ε.Δ Πάφου λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και υποθέσεις που αφορούσαν αδικήματα παράνομης κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς, ακόμα και αν τα αδικήματα της 10332/14 Ε.Δ Πάφου διαφέρουν από τα αδικήματα της παρούσας, προκύπτει από τα προαναφερόμενα ότι στα πλαίσια της πρώτης λήφθηκαν υπόψη και υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται με την κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Όσον αφορά τώρα το χρονικό εύρος της παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, σημειώνω ότι ο χρόνος διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων δεν συμπίπτει απόλυτα με τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων στην 10332/14 Ε.Δ Πάφου. Υπάρχει ωστόσο χρονική εγγύτητα, αφού τα αδικήματα της τελευταίας διαπράχθηκαν τον Φεβρουάριο του 2014 με την ποινή να επιβάλλεται στις 13.03.17, ενώ της παρούσας τον Ιούλιο του 2015 και της 3013/17 Ε.Δ Πάφου τον Μάιο του 2014. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή της συνολικότητας της ποινής και επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο σύνολο της. Θέτοντας επομένως το ερώτημα κατά πόσο η συνολική ποινή των 2 ετών και 8 μηνών που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη σε σχέση με τη συνολική παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι η απάντηση είναι καταφατική. Έχοντας ως δεδομένο την ποινή των 2 ετών που το Δικαστήριο έκρινε ως το ορθό μέτρο στην υπόθεση 10332/14 Ε.Δ Πάφου για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 284 Κεφ. 154 μπορεί να επιφέρει ποινή φυλάκισης δια βίου, δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο στην περίπτωση που η παρούσα υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επέβαλλε ποινή στην 10332/14 Ε.Δ Πάφου, η ποινή των 2 ετών θα ήταν αισθητά διαφορετική. Ως εκ των ανωτέρω οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σήμερα θα συντρέχουν με τις ήδη επιβληθείσες και εκτιόμενες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο στις 13.03.17 στην υπόθεση με αριθμό 10332/14 Ε.Δ Πάφου με μεγαλύτερη ποινή εκείνη των 2 ετών. Τα Τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν, ενώ τα Τεκμήρια της υπόθεσης 3013/17 Ε.Δ Πάφου να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας. Για σκοπούς επιβολής ποινής λήφθηκε υπόψη η υπόθεση με αριθμό 3013/17 Ε.Δ Πάφου. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο