← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Eυαγόρας Ησαϊα, Αρ. Υπόθεσης: 14119/13, 29/1/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Eυαγόρας Ησαϊα, Αρ. Υπόθεσης: 14119/13, 29/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14119/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Eυαγόρας Ησαϊα Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 29/01/2018. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Περγαντή. Για τον κατηγορούμενο : κ. Κ. Δημητρίου. Κατηγορούμενος : παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά επτά

(7)κατηγορίες και συγκεκριμένα, την κατηγορία της Επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 1), την κατηγορία της Αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 2) την κατηγορία της Ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 3), την κατηγορία της Δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 4), την κατηγορία της Αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε (κατηγορία αρ. 5), την κατηγορία της Οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος και χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά παράβαση των Καν. 2, 58
(5)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Κανονισμών του 1984, όπως έχουν τροποποιηθεί από τον Κανονισμό 58
(14)(κατηγορία αρ. 6) και την κατηγορία της Ρύπανσης δημοσίου δρόμου κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(2)(α)(β) και 4 του Περί της Αποφυγής της Ρύπανσης Δημοσίων Δρόμων και Δημοσίων Χώρων Νόμο 19
(1)/1992, όπως έχει τροποποιηθεί (κατηγορία αρ. 7). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε τέσσερις
(3)μάρτυρες, τον Αστ. 2163 Χάρη Γεωργίου (Μ.Κ.1), τον Αστ. 2715 Τάσο Σαββίδη (Μ.Κ.2) και τον κ. Παύλο Καρσλίδη (Μ.Κ.3). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία. O κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Συνοπτικά, η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 ανάφερε στο Δικαστήριο, υιοθετώντας την γραπτή του κατάθεση (βλ. τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ότι στις 07/06/2013 και περί ώρα 19:30 κατόπιν οδηγιών του Αξιωματικού Υπηρεσίας, μετέφερε τον κρατούμενο Ευαγόρα Ησαϊα στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για να τύχει εξέτασης μετά από παράπονο που έκανε για προβλήματα υγείας. Αφού τον μετέφερε και ολοκληρώθηκε η ιατρική εξέταση, μετέφερε τον εν λόγω κρατούμενο στην Α.Δ.Ε. Πάφου. Αναφέρει επίσης στην κατάθεση του ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 22:35 - 22:45 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και αφού τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, του ανάφερε «Επιφυλάσσω κάθε νόμιμο δικαίωμα προκύπτει από τους Νόμους, το Σύνταγμα, τους Θεσμούς και τις αξίες αυτού του κράτους και ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο εφόσον κατηγορηθώ». Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 22:50 - 23:00 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και του έδωσε την ίδια πιο πάνω απάντηση. Κατάθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση και την γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 2 και
  1. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο ο κατηγορούμενος έτυχε ακτινολογικής εξέτασης στο Νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε με το μάρτυρα να απαντά ότι δεν γνωρίζει γι αυτό το ζήτημα. Αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του επίσης, το γεγονός ότι η κατάθεση του παραπονούμενου Αστυνομικού δεν ήταν έτοιμη κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, με το μάρτυρα να επιμένει στην θέση του ότι ήταν ήδη έτοιμη. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. τεκμήριο 4). Σε αυτή αναφέρει ότι στις 07/06/2013 και ώρα 17:00 ενώ βρισκόταν μηχανοκίνητη περιπολία στη Λεωφ. Αποστόλου Παύλου με την υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα ΚΒΖ 151, αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 513 κρατούσε το κινητό τηλέφωνο με τα δύο χέρια. Το εν λόγω όχημα ήταν σταματημένο στην ουρά πίσω από άλλα αυτοκίνητα στην διασταύρωση της Λεωφ. Αποστόλου Παύλου με Τάφοι Βασιλέων. Έκανε σήμα στον πιο πάνω οδηγό να σταματήσει για έλεγχο και σταμάτησε σε ανώνυμη πάροδο στην Λεωφ. Αποστόλου Παύλου. Από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε, δηλαδή οδήγηση με μη ελεύθερα χέρια και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «ατε ρε, εννα μου πεις εμένα τον νόμο; Είμαι δικηγόρος και εγώ λαλώ σου δικαιούμαι αφού ήμουν σταματημένος.» Στη συνέχεια, τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί για το πιο πάνω αδίκημα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «πε μου το όνομα σου κύριε αστυνομικέ. Επίες και έπιννες καφέ; Είσαι πεμπάμενος όξα εν μόνο σου που ήρτες. Εγώ εννα σε φκάλω φωτογραφία και εσένα και την μοτόρα σου». Ο μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του ότι χρησιμοποιώντας το κινητό του τηλέφωνο, ο κατηγορούμενος άρχισε να τον φωτογραφίζει καθώς προσπαθούσε να εκδώσει το εξώδικο πρόστιμο. Ακολούθως, του εξέδωσε το εξώδικο πρόστιμο με αρ. Η6440004055 για το ποσό των €85 και 2 βαθμούς ποινής. Αυτός εκκίνησε το όχημα του και φεύγοντας πέταξε το εξώδικο στο δρόμο και αφού ξερογύρισε το όχημα του έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και στο μέρος βρίσκονταν πεζοί οι οποίοι βρίσκονταν στην άκρια του δρόμου, θέτοντας τους σε κίνδυνο και συνέχισε οδηγώντας στην Αποστόλου Παύλου. Αμέσως τον ακολούθησε και του έκανε σήμα να σταματήσει, χρησιμοποιώντας τη σειρήνα και τους φάρους της μοτοσυκλέτας. Αυτός σταμάτησε αριστερά του δρόμου και άρχισε να φωνάζει «τι θέλεις πάλε εν και είμαι αθκιασερός σαν εσένα έχω ραντεβού τέλειωνε». Ακολούθως, πριν προλάβει να του πει οτιδήποτε άρχισε να λέει «φοούμε δαμέ που εσταμάτησα εννα φίω και έλα πίσω μου». Του ζήτησε να παραμείνει στο μέρος αλλά αυτός έφυγε και προχώρησε περίπου 50 μέτρα και σταμάτησε. Πήγε προς το μέρος του και αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε, δηλαδή ρύπανσης δημοσίας οδού, αλόγιστης επικίνδυνης οδήγησης, απείθειας σε οδηγίες αστυνομικού εν στολή και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε: «Μα τωρά σοβαρομιλάς ρε, είσαι αθκιασερός τέλειωνε βιάζουμε. Εγώ εν έσιρα το πρόστιμο έξω, έσιρα ένα χαρτούι που το ποτσίαρο μου.» Στη συνέχεια και ώρα 17:10 του εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο με αρ. Η6440004056 για το αδίκημα «ρύπανση δημόσιου δρόμου» και μόλις πήγε στο μέρος του να του το δώσει, άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνος «μα δε ήντα αστυνομικούς έχουμε, ήνταλος εκουρεύτηκες έτσι ρε, εκουρεύτηκες κκέλης όπως το βιλλοκέφαλο, είσαι ο ράμπο;» Αμέσως τον πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο διέπραττε δηλαδή ανησυχία και δημόσια εξύβριση και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «έννε εσένα που είπα ρε, τέλειωνε κατάγγειλε με να φύω». Η ώρα 17:15 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα πιο πάνω αδικήματα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «ρε μα είσαι παλαβός». Του ζήτησε να κατεβεί από το όχημα του για να του βάλει χειροπέδες αλλά αυτός αρνήθηκε και άρχισε να φωνάζει «βοήθεια βοήθεια δέρνει με η αστυνομία, τώρα να σε πιάω κάμερα με το τηλέφωνο». Επίσης, κλωτσούσε τα πόδια του στο ταμπλό του οχήματος και τον έσπρωχνε με τα χέρια του. Προσπαθούσε να του βάλει χειροπέδες και του ζήτησε να κατεβεί από το αυτοκίνητο αλλά αυτός αντιστεκόταν κουνώντας τα χέρια του δεξιά αριστερά. Στη συνέχεια άρχισε να τον κτυπά πάνω στο αριστερό χέρι για να μην του βάλει χειροπέδες. Αφού προσπάθησε επανειλημμένα και αντιστεκόταν στην σύλληψη, τότε ζήτησε βοήθεια από 2 άτομα που βρίσκονταν στο μέρος. Με την βοήθεια τους κατάφερε να τον βγάλει από το αυτοκίνητο και αφού αυτός συνέχισε να αντιστέκεται, χρησιμοποιώντας την ανάλογη βία υπό τις περιστάσεις κατάφερε να του βάλει χειροπέδες. Αυτός αφού έπεσε στο έδαφος συνέχισε να φωνάζει μεγαλοφώνος «αου αου θέλω γιατρό «δέρνει με η αστυνομία πάλε». Τον βοήθησε να σηκωστεί από το έδαφος και του ζήτησε να μην κινείται για να μην τραυματιστεί από τις χειροπέδες. Αυτός συνέχισε να φωνάζει και τον εξύβρισε λέγοντας «ρε κωλοαστυνομικέ είσαι παλαβός». Μετά του είπε ότι θέλει να φτύσει και του είπε να μην φτύσει και τότε του έφτυσε στον αριστερό ώμο και πρόσωπο. Στο μέρος είχαν μαζευτεί γύρω στα 30 άτομα. Ακολούθως η ώρα 17:30 έφθασαν στο μέρος οι Αστ. 3199, Αστ. 3882 και Α/Αστ. 300 της Τροχαίας Πάφου, αφού προηγουμένως κάλεσε για βοήθεια μέσω ασυρμάτου όπου μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον Κεντρικό Σταθμό, όπου τέθηκε υπό κράτηση. Τέλος, στην κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι τα δύο άτομα που τον βοήθησαν στην σύλληψη του κατηγορούμενου, ήταν ο Κωνσταντίνος Χορσουλίδης και ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους. Επίσης, αναφέρει ότι παρών ήταν και ο Παύλος Καρσλίδης ο οποίος είδε το περιστατικό. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι με τον κατηγορούμενο πριν την ώρα 17:00 που τον εντόπισε να κρατά το τηλέφωνο, δεν τον είχε συναντήσει προηγουμένως καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας. Ο μάρτυρας είπε επίσης ότι ο λόγος που ζήτησε βοήθεια από τα συγκεκριμένα πρόσωπα που αναφέρει, ήταν για να βγάλουν έξω από το αυτοκίνητο τον κατηγορούμενο ο οποίος αρνείτο να το πράξει για να του περάσει χειροπέδες. Είπε επίσης ότι αυτή του η ενέργεια ήταν νόμιμη. Αρνήθηκε ότι μετά που έβγαλε τον κατηγορούμενο από το αυτοκίνητο του και του πέρασε χειροπέδες, τον έριξε στο έδαφος και τον τραυμάτισε και είπε ότι ο κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος μόνος του. Αρνήθηκε επίσης υποβολή της υπεράσπισης ότι όλες οι ενέργειες που ο μάρτυρας έκανε μετά τις 17:15 είναι προϊόν παράνομης σύλληψης του κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή της υπεράσπισης ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 20 λεπτά περίπου πριν τις 17:00 στη θαλάσσια περιοχή της Κάτω Πάφου όπου είχε φωτογραφήσει την υπηρεσιακή του μοτοσυκλέτα, η οποία ήταν παρκαρισμένη παράνομα στο πεζοδρόμιο. Περαιτέρω, αρνήθηκε θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν πέταξε το εξώδικο έξω από το παράθυρο και γι αυτό το λόγο δεν το μάζεψε ο μάρτυρας και να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.3 κατάθεσε στο Δικαστήριο το ρώσικο κείμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία ως τεκμήριο 5 και το υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Στην προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να καταθέσει την πιστή μετάφραση του κειμένου αυτού στα ελληνικά ηγέρθη ένσταση από την υπεράσπιση και τελικά η κατηγορούσα αρχή ζήτησε και κατατέθηκε, η εν λόγω μετάφραση, ως τεκμήριο προς αναγνώριση Α. Δεν υπεβλήθηκαν οποιεσδήποτε άλλες ερωτήσεις στο μάρτυρα, δεν ανάφερε οτιδήποτε άλλο στην κυρίως του εξέτασης και ούτε κλήθηκε ο μεταφραστής για να υιοθετήσει τη μετάφραση αυτή και να γίνει κανονικό τεκμήριο. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της γραπτής του κατάθεσης στα ελληνικά, για το περιστατικό που ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα και αρνήθηκε τη θέση ότι η κατάθεση του είναι κατασκευασμένη από την Αστυνομία και ότι ο ίδιος δεν ήταν παρόντας στο περιστατικό. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως και παράθεσε την δική του εκδοχή αναφορικά με το επίδικο περιστατικό. Ουσιαστικά στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος είπε ότι κατά τις 07/06/2013 είχε τελειώσει την εργασία του στην περιοχή ΣΟΔΑΠ στην παραλιακή περιοχή της Πάφου και κατευθυνόταν προς το γραφείο του που βρίσκεται στην οδό Αναπαύσεως 7, στην Πάφο. Η ώρα ήταν 16:45, όταν στην πορεία του είδε αστυνομική μοτοσυκλέτα σταθμευμένη με προκλητικό τρόπο σε πεζοδρόμιο της παραλιακής Λεωφ. Ποσειδώνος στην Κάτω Πάφο. Ελαττώνοντας ταχύτητα, την φωτογράφισε και συνέχισε την πορεία του μέχρι τα φώτα τροχαίας στη συμβολή των οδών Αποστόλου Παύλου και Τάφοι των Βασιλέων. Συνεχίζοντας, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ενώ βρισκόταν στο κόκκινο φανάρι, στην αναμονή, τον προσέγγισε αστυνομική μοτοσυκλέτα και του υπέδειξε ότι θα καταγγελθεί για χρήση κινητού τηλεφώνου. Απάντησε ότι δεν χρησιμοποιεί κινητό, αλλά κοίταξε απλώς την ώρα και μέχρι να ανάψει το πράσινο φως, ο αστυνομικός του υπέδειξε πού να σταθμεύσει για να τον καταγγείλει. Υπάκουσε την οδηγία και προφορικά αντίδρασε ζητώντας από τον Αστυνομικό να του εξηγήσει τον λόγο της κατηγορίας. Του είπε επίσης ότι θα φωτογράφιζε εκ νέου την αστυνομική μοτοσυκλέτα όπως και τον ίδιο, ο αστυνομικός δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην οπτικογράφηση του γεγονότος, παρέλαβε το εξώδικο και συνέχισε την πορεία του. Στο σημείο που του υπέδειξε ο αστυνομικός να σταματήσει για να τον καταγγείλει βρισκόταν εφαπτόμενο σε παρακείμενο εργοτάξιο και επομένως οικοδομικά υλικά αλλά και κακής ποιότητα οδόστρωμα, συντέλεσαν στον να εκτιναχθούν ορισμένες πετρούλες από το λάστιχο την ώρα που έφευγε. Για να εξέλθει στον κύριο δρόμο της Λεωφ. Απ. Παύλου έπρεπε να διανύσει μια απόσταση 50 περίπου μέτρων στον παράδρομο και αν θεωρήθηκε επικίνδυνη η οδήγηση, θεωρεί πως είναι παράλογο και υποδεικνύει δόλο. Ακολούθως, αναφέρει ότι αφού εισήλθε στην Λεωφ. Απ. Παύλου και συνέχισε κανονικά την πορεία του, άκουσε αστυνομική σειρήνα, είδε από το καθρεφτάκι ότι επρόκειτο για τον ίδιο αστυνομικό και θεωρώντας πως ήταν επείγον, ελάττωσε ταχύτητα, άναψε φώτα κινδύνου, παραμέρισε στην αριστερή πλευρά του δρόμου και σταμάτησε για να περάσουν πεζοί στη διάβαση πεζών. Ο αστυνομικός του υπέδειξε εκ νέου ότι θα καταγγελθεί για ρύπανση και του είπε να ολοκληρώσει την εργασία του το συντομότερων, διότι στις 17:00 είχε ραντεβού στο γραφείο του και ήταν ήδη 16:
  2. Είπε επίσης του αστυνομικού ότι αρνείται να παραμείνει σταθμευμένος επί της Λεωφ. Αποστόλου Παύλου, μπροστά από τη διάβαση πεζών και του υπέδειξε ένα πλατύ πεζοδρόμιο περίπου 50 μέτρων πιο πάνω από εκεί που ήταν, στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Σταμάτησε η μοτοσυκλέτα περίπου 10 μέτρα μπροστά από το όχημα του επί του ιδίου πεζοδρομίου και του ανακοίνωσε ότι θα καταγγελθεί για ρύπανση δημοσίας οδού και προχώρησε στην έκδοση εξωδίκου. Την ώρα που ο εκτυπωτής εξέδιδε το εξώδικο, ο ίδιος από τη θέση του οδηγού, απευθυνόμενος σε πολίτη που εξερχόταν από το περίπτερο, έθιξε το θέμα της αστυνομικής ευσυνειδησίας και παραδειγματικής ευθύνης με έναν τρόπο ιδιαίτερο, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί προκλητικός αλλά ο ίδιος τον θεωρεί αποτελεσματικό και ο αστυνομικός αντίδρασε θεωρώντας ότι θίχτηκε και κινήθηκε για να τον συλλάβει. Φυσικά και αντιστάθηκε ζητώντας προφορικά τον λόγο της σύλληψης του, ο οποίος δεν του δόθηκε ποτέ σε όποιο τόνο και ύφος και αν ρώτησε. Συνεχίζοντας, ο κατηγορούμενος ανάφερε τα εξής: «Ως ανθρώπινο ον λογικό, δηλώνω ότι μερικές φορές με εξοργίζει όπως και με θλίβει αυτό που στην αρχαία τραγωδία και φιλοσοφικά κείμενα ονομάζεται βλακεία.» Πιο κάτω και συνεχίζοντας, είπε ότι χωρίς να έχει τον λόγο της σύλληψης του και με τον δεξιό του καρπό δεμένο με χειροπέδα, παρέμεινε περίπου μισή ώρα. Στη σκηνή κατέφθασαν γνωστοί του και φίλοι, μέλη της οικογένειας του καθώς και αρκετοί πολίτες μέχρι να ολοκληρωθεί το συμβάν με τη σύλληψη του. Κατόπιν αστυνομικών ενισχύσεων, μαζεύτηκαν περίπου 50 άτομα για να εξέλθει από το όχημα του. Δεν άκουσε τον αστυνομικό να υποδεικνύει σε οποιονδήποτε να τον βοηθήσει στη σύλληψη του παρά μόνο τον άκουσε να φωνάζει «Πάμπο, Πάμπο». Ακολούθως, ανάφερε ότι για να βγει από το αυτοκίνητο ή πιο σωστά για να καταφέρουν να τον βγάλουν από αυτό, κάποιος ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού με κάποιον τρόπο και κατάφερε να απασφαλίσει τη ζώνη ασφαλείας και κλωτσώντας τον κυριολεκτικά τον έσπρωξε προς τα έξω με το κεφάλι να εξέρχεται προς τα μπροστά πρώτο. Τον έβγαλαν έξω και τον έσυραν κάτω μέχρι να καταφέρει ο αστυνομικός να ασφαλίσει τις χειροπέδες. Διευκρίνισε επίσης ότι η αστυνομική μοτοσυκλέτα που τον καταδίωξε ήταν η ίδια που φωτογράφησε προηγουμένως και ήταν σταθμευμένη παράνομα. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι δεν είχε σημειώσει τους αριθμούς εγγραφής της μοτοσυκλέτας που φωτογράφησε αλλά νομίζει ότι αυτοί ήταν οι KBZ
  3. Το πρώτο περιστατικό, δηλαδή όταν τον κατάγγειλε για το κινητό τηλέφωνο έγινε στις 17:00 ενώ το επεισόδιο με τη φωτογράφηση της μοτοσυκλέτας έγινε δύο λεπτά προηγουμένως. Ο λόγος που τον οδήγησε να φωτογραφήσει την μοτοσυκλέτα ήταν η κοινωνική ευθύνη και η αξιοπρέπεια του υπεύθυνου πολίτη. Αυτό που αντιλήφθηκε ήταν ότι με το πρόσχημα της περιπολίας, κάπου ο αστυνομικός απολάμβανε τον καφέ του. Είπε επίσης ότι ο Μ.Κ.2 καθόταν στην καφετέρια και τον είδε που τον φωτογράφησε και αυτός ήταν και ο λόγος που τον ακολούθησε στη συνέχεια και τον κατάγγειλε. Όσον αφορά το κινητό τηλέφωνο, είπε ότι δεν το χρησιμοποιούσε άλλα το πήρε από τη τσάντα του ενώ ήταν σταματημένος στο φανάρι για να δει την ώρα. Αρνήθηκε επίσης ότι ανάφερε στον αστυνομικό τη στιγμή που του είπε ότι θα καταγγελθεί για το κινητό αυτά που εκείνος ανάφερε στη μαρτυρία του. Παραδέχθηκε όμως ότι του είπε ότι θα τον φωτογραφήσει και εκείνος δεν έφερε αντίρρηση και θεώρησε ότι ήταν με τη συγκατάθεση του. Είπε περαιτέρω ότι το εξώδικο που του εξέδωσε αρχειοθετήθηκε μαζί με τον φάκελο της υπόθεσης αυτής τον οποίο διατηρεί ο ίδιος, το έχει στην κατοχή του αλλά δεν θα το καταθέσει στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε επίσης ότι το πέταξε. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι «ξερογύρισε» το αυτοκίνητο του όταν έφυγε από το σημείο της πρώτης καταγγελίας και είπε ότι παρέλαβε το εξώδικο και έφυγε από το μέρος σιγά σιγά. Επίσης, ανάφερε ότι καθόλη τη διάρκεια της καταγγελίας αυτής ήταν ήπιος και δεν αντίδρασε. Σε σχέση με το δεύτερο επεισόδιο είπε ότι δεν ήταν αντιδραστικός και το μόνο που είπε στον αστυνομικό ήταν να ολοκληρώσει γρήγορα τη δουλειά του γιατί βιαζόταν. Κάτι το οποίο ήδη γνώριζε ο αστυνομικός από το πρώτο επεισόδιο και διερωτήθηκε γιατί τον καθυστερούσε σκόπιμα και αν αυτό γινόταν για να τον νευριάσει με σκοπό να τον συλλάβει. Στη συνέχεια, αρνήθηκε ότι ο αστυνομικός του έδωσε δεύτερο εξώδικο διότι εκείνη την ώρα απευθύνθηκε σε πολίτη και ο αστυνομικός νευρίασε και άφησε και έπεσε χάμω το «μηχανούι», όπως είπε, το οποίο πρέπει να έσπασε. Πιο κάτω αρνήθηκε ότι κτυπούσε τον αστυνομικό με το αριστερό του χέρι και ήταν η θέση του ότι ο αστυνομικός δεν κάλεσε κανένα πρόσωπο για να τον βοηθήσει για να τον συλλάβουν. Θεωρεί όμως ότι το ότι άκουσε τον αστυνομικό να λέει «Πάμπο, Πάμπο», αυτό ήταν κάποιου είδους βοήθεια. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 754). Ο Μ.Κ.1 ανάφερε τις ενέργειες τις οποίες έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και την όλη εμπλοκή του. Αναφέρθηκε στη μεταφορά του κατηγορουμένου στο Νοσοκομείο για σκοπούς εξέτασης του κατόπιν αιτήματος του τελευταίου και στη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από αυτόν και την γραπτή κατηγορία. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Η αντεξετάση του σε σχέση με το γεγονός ότι δεν υπήρχε η κατάθεση του Μ.Κ.2 προτού λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και εκείνο το οποίο αφέθηκε να νοηθεί ότι ουσιαστικά η όλη υπόθεση είναι κατασκευασμένη από την Αστυνομία, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, αφού αρνήθηκε ένα τέτοιο γεγονός. Ούτε από την υπόλοιπη μαρτυρία προκύπτει κάτι τέτοιο, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να αποδεχθώ τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος προέβηκε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας και είναι επί της μαρτυρίας του που στηρίζονται όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και έλαβα υπόψη μου του περιεχόμενο της σε αντιπαραβολή με την εκδοχή του κατηγορουμένου. Επίσης, έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που ο μάρτυρας αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και γενικά όλη την συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του κλονίστηκε η αξιοπιστία του ή διαφοροποίησε την εκδοχή του για τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο περιστατικό και τη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος. Δεν έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός εκδικητικά προχώρησε, αρχικά, να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για την οδήγηση του οχήματος του χωρίς να έχει ελεύθερα τα χέρια του, ούτε από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι προηγήθηκε οποιοδήποτε περιστατικό με τον κατηγορούμενο, όπως ο τελευταίος προσπάθησε να παρουσιάσει στην μαρτυρία του, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί. Κατ' αρχή το ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στη συγκεκριμένη οδό και ήταν σταματημένος στα φώτα τροχαίας, είναι κοινό έδαφος. Το ίδιο και το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός τον προσέγγισε και του ζήτησε να σταματήσει σε παρακείμενο σημείο. Επίσης, ο ίδιος ο κατηγορούμενος, προκύπτει να παραδέχεται ότι ασχολείτο με το κινητό του τηλέφωνο τη δεδομένη στιγμή, με τον τρόπο φυσικά που ο ίδιος περιέγραψε και θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Επί του σημείου αυτού αποδέχομαι την εκδοχή του μάρτυρα αυτού, στα πλαίσια της γενικότερης εντύπωσης που αποκόμισα από αυτόν και την υπόλοιπης εκδοχής του σε σχέση με το όλο περιστατικό. Δηλαδή ότι ενώ ο κατηγορούμενος ήταν σταματημένος στα φώτα τροχαίας της αναφερόμενης διασταύρωσης κρατούσε το κινητό του τηλέφωνο με τα δύο του χέρια. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος, αρχικά συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε και ανάφερε όσα είπε στη μαρτυρία του. Επίσης, αποδέχομαι ότι ο κατηγορούμενος πέταξε το εξώδικο το οποίο του παράδωσε. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μάζεψε από το έδαφος το εξώδικο, δεν θεωρώ ότι καταρρίπτει την εκδοχή του αυτή ή την αδυνατίζει. Ο μάρτυρας εξήγησε το τι ακολούθησε και για ποιο λόγο δεν μάζεψε το εξώδικο. Άλλωστε δεν έχει καταδειχθεί από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ο τρόπος επίσης με τον οποίο οδήγησε ο κατηγορούμενος και έφυγε από το σημείο αυτό το πρώτο που είχε σταματήσει, δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση ούτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα αυτό η εκδοχή που επιχείρησε ο κατηγορούμενος να παρουσιάσει περί της κατάστασης του δρόμου στο σημείο για να δώσει ο μάρτυρας αυτός την εκδοχή του. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ την εκδοχή του για το τι ακολούθησε και πώς συμπεριφέρθηκε ο κατηγορούμενος μετέπειτα. Ο μάρτυρας ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε επί αυτών των αναφορών του, πέραν από δύο γενικές υποβολές κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ότι ο κατηγορούμενος δεν του επιτέθηκε και δεν τον εξύβρισε. Ιδιαίτερα σημαντικό επίσης είναι ότι σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης, τέθηκε στο μάρτυρα η εκδοχή του κατηγορουμένου, όπως την παρουσίασε κατά την μαρτυρία του. Εκείνο στο οποίο επικεντρώθηκε η υπεράσπιση ήταν κατά πόσο ήταν νόμιμο ο μάρτυρας αυτός να καλέσει για βοήθεια πολίτες που ήταν στο μέρος για να τον βοηθήσουν να βγάλουν τον κατηγορούμενο από το αυτοκίνητο με σκοπό να τον συλλάβει. Κατ' αρχή επί τούτου, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του μάρτυρα ότι ο ίδιος ζήτησε μια τέτοια βοήθεια από τα συγκεκριμένα πρόσωπα που ανάφερε στην κυρίως του εξέταση, θέση την οποία επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του, αφού ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν και δεν συνεργαζόταν. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι άσκησαν βία στον κατηγορούμενο και τον έριξαν στο έδαφος τραυματίζοντας τον με το μάρτυρα να το αρνείται και να λέει ότι είναι από μόνος του ο κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε αντίφαση στις θέσεις του μάρτυρα αυτού αλλά ούτε και έχει προκύψει οτιδήποτε από την υπόλοιπη μαρτυρία ή αυτή του κατηγορουμένου που να υποδεικνύει οποιοδήποτε τραυματισμό του κατηγορουμένου κατά την ώρα της σύλληψης του. Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε την συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο και τον τρόπο που έγινε κατορθωτή η σύλληψη του ασκώντας, σύμφωνα με τον ίδιο, την ανάλογη βία. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός ήταν κατηγορηματικός ότι ποτέ προηγουμένως και μάλιστα 20 - 30 λεπτά είχε συναντηθεί με τον κατηγορούμενο ο οποίος είχε φωτογραφίσει τη μοτοσυκλέτα του. Άλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, επιχείρησε να παρουσιάσει μια διαφορετική εκδοχή λέγοντας ότι αυτό έγινε δύο λεπτά προηγουμένως με σκοπό να αποδώσει αλλότριο κίνητρο στην καταγγελία του από το μάρτυρα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία για να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότα και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 επιχείρησε να καταθέσει ως αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου. Κατάθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως του εξέτασης γραπτή κατάθεση στη ρώσικη γλώσσα, την οποία υιοθέτησε. Παρά ταύτα, ενώ έγινε προσπάθεια να κατατεθεί και πιστή μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης, αυτή εγκαταλείφθηκε από την κατηγορούσα αρχή, η οποία εν τέλει κατάθεσε μια τέτοια, κατά τη θέση της μετάφραση ως τεκμήριο για αναγνώριση. Μετά από αυτό δεν υποβλήθηκε στο μάρτυρα οποιαδήποτε άλλη ερώτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, παρέχεται η ευχέρεια σε ένα μάρτυρα να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης ή δήλωσης και να την καταθέσει στο Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση θεωρείται ότι αποτελεί της κυρίως εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής (βλ. Πιέρου ν. Ηλία
(2010)1(B) Α.Α.Δ. 843). Ο σκοπός της πιο πάνω πρόνοιας είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ. Παναγιώτης Ζερβού κ.α. v. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 1999). Στις περιπτώσεις που μια τέτοια κατάθεση λαμβάνεται από ένα μάρτυρα στην μητρική του γλώσσα, η πρακτική είναι ότι αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική, η οποία να αποδεικνύεται στο Δικαστήριο, σε περίπτωση αμφισβήτησης ή ένστασης. Στην παρούσα περίπτωση, η κατάθεση του μάρτυρα αυτού στη ρώσικη και μόνο, το περιεχόμενο της οποίας είναι μη κατανοητό στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να αποτελεί την κυρίως του εξέταση ή μαρτυρία που θα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατηγορούσα αρχή, εν όψει της ένστασης από την υπεράσπιση για την κατάθεση της μετάφρασης αυτής, δεν προέβηκε στις δέουσες ενέργειες για να την καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά μόνο περιορίστηκε στο να την καταθέσει ως τεκμήριο προς αναγνώριση, το οποίο παρέμεινε ως τέτοιο μέχρι το τέλος. Ούτε ζήτησε από το μάρτυρα να καταθέσει προφορικά ή να παραθέσει την εκδοχή του με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Εν όψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του μάρτυρα αυτού στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης. Δεδομένου τούτου, η όποια μαρτυρία προέκυψε κατά την αντεξέταση του και που βασιζόταν σε αναφορές του μάρτυρα στην κατάθεση του και συγκεκριμένα στο τεκμήριο προς αναγνώριση Α, δεν μπορεί να τύχει της ορθής αξιολόγησης και να ληφθεί υπόψη. Ούτε προκύπτει οποιοδήποτε νόημα από τις εν λόγω αναφορές του μάρτυρα. Ως εκ τούτου, η όποια μαρτυρία τέθηκε στο Δικαστήριο από το μάρτυρα αυτό, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ή να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος, κατάθεσε ενόρκως και πρόβαλε την δική του εκδοχή για το όλο συμβάν, ως αναφέρθηκε ανωτέρω και είναι καταγραμμένη και στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του κατηγορουμένου και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις από το εδώλιο του μάρτυρα και γενικότερα την όλη συμπεριφορά του. Ιδιαίτερα έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ως γενική αποτίμηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι αυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, κενά και αντιφάσεις σε βαθμό που δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επίσης, από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του έχω διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να δώσει μια εκδοχή απαντώντας ουσιαστικά στην εκδοχή του Μ.Κ.2 με απώτερο σκοπό να υποβαθμίσει το όλο συμβάν αλλά και να δώσει δικαιολογίες για την συμπεριφορά που κατηγορείται ότι επέδειξε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι θέσεις όμως που εξέφρασε παρουσιάζουν αντιφάσεις, κενά και αδυναμίες και δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Επιχείρησε κατ' αρχάς να αποδώσει αλλότριο κίνητρο στον Μ.Κ.2 για τον λόγο που τον προσέγγισε για να τον καταγγείλει, αρχικά, για την οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να είναι ελεύθερα τα χέρια του και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο. Είπε ή άφησε ξεκάθαρα να νοηθεί ότι ο λόγος που το έκανε ήταν διότι προηγουμένως είχε φωτογραφίσει την αστυνομική του μοτοσυκλέτα να βρίσκεται σε παρκαρισμένη πεζοδρόμιο και τον ίδιο να πίνει καφέ εν ώρα εργασίας. Ο λόγος που ο ίδιος το έκανε αυτό, είπε, ήταν η ευσυνειδησία του ως πολίτη. Παρά ταύτα όμως, η θέση του αυτή παρουσιάζει αντιφάσεις και αδυναμίες και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ενώ κατά την κυρίως του εξέταση αναφέρει ότι περί η ώρα 16:45 είδε την αστυνομική μοτοσυκλέτα παρκαρισμένη, με προκλητικό κατά αυτόν τρόπο, στο πεζοδρόμιο, ελάττωσε ταχύτητα όπως οδηγούσε, τη φωτογράφισε και συνέχισε την πορεία του. Αντεξεταζόμενος για το ζήτημα αυτό και το χρόνο που έγινε το πρώτο επεισόδιο με τον Μ.Κ.2 στα φώτα τροχαίας, είπε ότι το τελευταίο αυτό έγινε στις 17:00 ακριβώς διότι όπως είπε η φωτογράφιση της αστυνομικής μοτοσυκλέτας έγινε δύο λεπτά προηγουμένως. Ενώ δηλαδή κατά την κυρίως του εξέταση είπε ότι ήταν 15 λεπτά προηγουμένως, θέση που υποβλήθηκε και στον Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση του, είπε ότι αυτό έγινε μόλις δύο λεπτά προηγουμένως. Το ζήτημα αυτό των λεπτών προκύπτει να αποτελεί ουσιώδες ζήτημα καθότι κατά αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος επιχείρησε να μειώσει το χρόνο που προηγήθηκε η ισχυριζόμενη φωτογράφηση της αστυνομικής μοτοσυκλέτας με σκοπό να καταδείξει ότι ο αστυνομικός τον ακολούθησε και τον κατάγγειλε εκδικητικά. Πιο κάτω, ανάφερε ότι δεν ήταν σίγουρος για τους αριθμούς εγγραφής της εν λόγω μοτοσυκλέτας που είδε παρκαρισμένη κατά τη θέση του στο πεζοδρόμιο. Στη συνέχεια είπε ότι γνωρίζει και πόση ώρα ήταν παρκαρισμένη η εν λόγω μοτοσυκλέτα στο σημείο διότι τα καταστήματα εκεί διαθέτουν κάμερες και αφού ολοκληρώθηκε το γεγονός, απέκτησε πρόσβαση από τους ιδιώτες επιχειρηματίες. Προχωρώντας είπε ότι γνώριζε πού ήταν ο Μ.Κ.2 και τί έκανε. Ζητώντας του η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής να αναφέρει στο Δικαστήριο πού ήταν και τί έκανε ο Μ.Κ.2, ζήτησε άδεια να διαβουλευτεί με το δικηγόρο του για να απαντήσει την ερώτηση, για να επανέλθει και να πει ότι ο αστυνομικός ήταν στο διπλανό καφέ σε απόσταση 50 μέτρων και είχε οπτική επαφή με το όχημα και ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος αστυνομικής φύσεως. Είπε επίσης ότι ο Μ.Κ.2 τον είδε που τον φωτογράφισε διότι είχε ορατότητα από εκεί που καθόταν και το γνωρίζει αυτό διότι όπως είπε τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Στη συνέχεια, είπε ότι όταν σταμάτησε δίπλα του για να τον καταγγείλει κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ο Μ.Κ.2 του είπε «τί δουλειά έχεις εσύ να φκάλεις φωτογραφίες τους αστυνομικούς». Όλα τα πιο πάνω που ανάφερε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του, όπως προέκυψαν από τις σχετικές ερωτήσεις της κατηγορούσας αρχής, δεν είχαν αναφερθεί κατά την κυρίως του εξέταση, πέραν του γεγονότος ότι εν κινήσει φωτογράφισε μια αστυνομική μοτοσυκλέτα παρκαρισμένη στο πεζοδρόμιο. Ούτε ερωτήθηκε ή υποβλήθηκε η θέση στο Μ.Κ.2 ότι προέβηκε στις πιο αναφορές που του καταλογίζει ο κατηγορούμενος και τις ανάφερε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του. Πέραν τούτου, ερωτούμενος να πεί πώς είναι δυνατό μέσα σε δύο λεπτά από την ώρα που ισχυρίστηκε ότι προηγήθηκε το συμβάν με τη φωτογράφηση, ο Μ.Κ.2 να βρέθηκε δίπλα του στα φώτα της διασταύρωσης, η απάντηση του ήταν ότι προφανώς είναι και καλός αστυνομικός και ήταν σε ετοιμότητα. Όλα τα πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνουν αποδεχτά και ούτε συνάδουν με τη λογική. Και το πιο σημαντικό είναι ότι ο κατηγορούμενος για όλα αυτά που ισχυρίστηκε ότι συνέβηκαν, ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία οπουδήποτε. Ένας ευσυνείδητος πολίτης ο οποίος ενοχλείται από μια αστυνομική μοτοσυκλέτα που βρίσκεται σταθμευμένη στο πεζοδρόμιο και από ένα αστυνομικό ο οποίος εν ώρα καθήκοντος του απολαμβάνει το καφέ του, θα ενοχλείτο διπλά από το γεγονός ότι τον ακολούθησε και εκδικητικά επιχείρησε να τον καταγγείλει και όφειλε και είχε υποχρέωση να καταγγείλει το όλο συμβάν. Αντί αυτού ουδέποτε αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό και ουδέν έπραξε για αυτή την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Μ.Κ.2. Πέραν των πιο πάνω και όσο αφορά τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν, ούτε τις θέσεις αυτές του κατηγορούμενου μπορώ να αποδεχθώ. Παραδέχεται ότι φωτογράφισε τον Αστυνομικό την ώρα που τον κατάγγελλε και αυτό το έκανε είπε διότι ο αστυνομικός δεν έφερε αντίρρηση και θεώρησε ότι ήταν με τη συγκατάθεση του. Δημιουργείται το ερώτημα, κατά πρώτο, γιατί ο κατηγορούμενος να χρειαζόταν να φωτογραφήσει τον αστυνομικό κατά την άσκηση των καθηκόντων του και κατά δεύτερο γιατί εκείνος να μην φέρει αντίρρηση σε αυτό; Προς τί αυτή η ενέργεια του κατηγορουμένου; Δεν επεξηγήθηκε ούτε έδωσε κάποια εξήγηση για την ενέργεια του αυτή. Αρνήθηκε ότι πέταξε το εξώδικο που του εξέδωσε ο αστυνομικός και είπε ότι αυτό το αρχειοθέτησε στο φάκελο που διατηρεί και αφορά την υπόθεση αυτή. Αρνήθηκε όμως να το καταθέσει στο Δικαστήριο, λέγοντας ότι δεν θα το καταθέσει. Αφού όμως ο κατηγορούμενος πράγματι έχει το εν λόγω εξώδικο και δεν το είχε πετάξει από το παράθυρο του αυτοκινήτου του, όπως τον κατηγορούν, θα ήταν λογικό να το κατάθετε στο Δικαστήριο. Δεν έδωσε οποιοδήποτε λόγο για την μη κατάθεση του ούτε μπορώ να αντιληφθώ κάποιο λόγο που δεν το έκανε, πέραν του ότι δεν το είχε στη κατοχή του. Όσον αφορά το «ξερογύρισμα» και τον τρόπο που οδήγησε φεύγοντας από το πρώτο σημείο που του είχε υποδείξει ο Μ.Κ.2 να σταματήσει, ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά προβάλει στο Δικαστήριο την εκδοχή ότι στο σημείο ήταν ανοικτό εργοτάξιο με οικοδομικά υλικά παντού και μπορεί να πετάχτηκαν κάποιες πέτρες όταν έφευγε. Η θέση αυτή του κατηγορούμενου δεν υποβλήθηκε στο Μ.Κ.2 για να δώσει τη δική του εκδοχή ούτε φαίνεται κατά την αντεξέταση του να υποβάλλεται μια τέτοια θέση. Η εκδοχή του αυτή, είναι ουσιώδες και άπτεται μιας εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και ως τέτοια έπρεπε να είχε υποβληθεί στο Μ.Κ.2 για να δώσει την δική του θέση (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 και Βάσος Τάκη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599). Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του αυτή, πέραν της γενικότερης αποτίμησης της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος σε σχέση με το δεύτερο επεισόδιο και το τί ακολούθησε φαίνεται να μην μπορεί να δώσει μια σαφή εικόνα των γεγονότων και να επιχειρεί να προσαρμόσει την εκδοχή του σε αυτή του Μ.Κ.2 και να δικαιολογεί τις ενέργειες του ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να κατηγορεί τον Μ.Κ.2 για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του και να αφήνεται να νοηθεί ότι ο Μ.Κ.2 τον προκαλούσε. Είπε ότι ήταν σταματημένος στα διασταύρωση πεζών της Λεωφ. Απ. Παύλου και ο Μ.Κ.2 του υπέδειξε να σταματήσει εκεί χωρίς να το πράξει διότι ήταν επικίνδυνο για αυτό προχώρησε πιο πάνω σε κάποιο σημείο και σταμάτησε. Είπε επίσης, ότι ενώ ο Μ.Κ.2 γνώριζε από προηγουμένως ότι βιαζόταν, προσπαθούσε να τον καθυστερήσει και διερωτήθηκε αν ο λόγος ήταν διότι ήθελε να τον νευριάσει για να τον συλλάβει. Πιο κάτω και ερωτούμενος για το δεύτερο εξώδικο που του έδωσε ο Μ.Κ.2, ο κατηγορούμενος είπε ότι ποτέ δεν του έδωσε δεύτερο εξώδικο διότι, όπως είπε, ο Μ.Κ.2 νευρίασε όταν απευθύνθηκε σε πολίτη και άφησε το «μηχανούι» και έπεσε «χαμέ» και το οποίο πρέπει να έσπασε. Όλα αυτά περί εκνευρισμού του Μ.Κ.2 τα προβάλει για πρώτη φορά στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο και χωρίς να είχαν υποβληθεί στο Μ.Κ.
  1. Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος σε κάθε στάδιο του όλου συμβάντος επιχειρεί να επιρρίψει την ευθύνη στον Μ.Κ.2 για την πρόκληση του και ότι ο ίδιος είτε δεν έκανε οτιδήποτε είτε για τη συμπεριφορά του ευθύνεται ο Μ.Κ.
  2. Ακόμη και στα πιο πάνω που ανάφερε δημιουργείται το ερώτημα, ποιος ήταν ο λόγος ή ο σκοπός του κατηγορούμενου να απευθυνθεί προς το πολίτη, όπως ανάφερε, το οποίο ο κατηγορούμενος θέτει ως βάση για το λόγο που ο Μ.Κ.2 επιχείρησε να τον συλλάβει. Προκύπτει από όλη τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι ο Μ.Κ.2 για εκδικητικούς λόγους τον ακολούθησε για να τον καταγγείλει ότι χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο και ενώ του παραδίδει εξώδικο, ο κατηγορούμενος το παίρνει, δεν πετά από το παράθυρο του όπως τον κατηγορούν ούτε οδηγεί κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, εντούτοις όμως ο Μ.Κ.2, τον ακολουθεί εκ νέου, τον σταματά εκ νέου να τον καταγγείλει για κάτι που δεν διέπραξε, τον καθυστερεί ενώ γνωρίζει ότι βιαζόταν και με δόλιο τρόπο προσπαθεί να τον συλλάβει. Η πιο πάνω εκδοχή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν συνάδει με τη λογική ούτε δικαιολογείται από τα όσα ο κατηγορούμενος ανάφερε στο Δικαστήριο ή προέκυψαν από όλη τη ενώπιον μου μαρτυρία. Σε σχέση με σύλληψη του, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με βάση τα λεγόμενα του αντιστεκόταν σε αυτήν και δεν κατέβαινε από το αυτοκίνητο, μαζεύτηκε κόσμος στη σκηνή και ο ίδιος φώναζε. Και ενώ παρουσιάζεται αυτή η εικόνα, αρνείται ότι ο Μ.Κ.2 κάλεσε σε βοήθεια πολίτες για να γίνει κατορθωτή η σύλληψη του, κατά αντίθεση με τη θέση που υποβλήθηκε στο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση του ότι η ενέργεια αυτή του τελευταίου ήταν παράνομη. Πιο κάτω αναιρεί τα πιο πάνω και αναφέρει ότι θεωρεί ότι το «Πάμπο, Πάμπο» που άκουσε τον Μ.Κ.2 να φωνάζει, ήταν κάποιου είδους βοήθεια. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για του λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η μαρτυρία του κατηγορούμενου απορρίπτεται στην ολότητα της. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ως τα παρουσίασε ο Μ.Κ.2 κατά τη μαρτυρία του και θα αναφερθώ στα ουσιώδη τους μέρη κατωτέρω κατά την κατάληξη μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το Άρθρο 244(α) και (β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «
  3. Όποιος— (α) επιτίθεται εναντίον άλλου µε σκοπό διάπραξης κακουργήµατος ή αντίστασης ή µαταίωσης της νόµιµης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκηµα· ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεµµένα παρεµποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλο που παρέχει συνδροµή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης· ........................... είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Το Άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ότι «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δηµόσιο χώρο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών µηνών.» Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Σε σχέση με το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης το Άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «
  4. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297 "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Επίσης, στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος με μη ελεύθερα χέρια και συγκεκριμένα ότι κρατούσε κινητό τηλέφωνο με τα χέρια. Ο Κανονισμό 58
(14)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, όπως τροποποιήθηκαν προνοεί ως ακολούθως: «58
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Όσον αφορά την κατηγορία της Ρύπανσης δημόσιου δρόμου το Άρθρο 3
(1)(α) και (β) του Περί Αποφυγής της Ρύπανσης ∆ηµόσιων ∆ρόµων και ∆ηµόσιων Χώρων Νόµος του 1992 Ν. 19
(1)/1992 προνοεί ως ακολούθως: 3.—
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο— (α) Εναποθέτει, ρίπτει ή αφήνει ή ανέχεται ή επιτρέπει να εναποτίθενται, ρίπτονται ή αφήνονται, σε δηµόσιο δρόµο ή άλλο δηµόσιο χώρο οποιεσδήποτε ακαθαρσίες, απορρίµµατα, ρυπαρότητες, πέτρες, ξύλα, χαρτιά, φλούδες ή άλλα υπόλοιπα φρούτων, κενές φιάλες, κουτιά ή οποιαδήποτε άλλα άχρηστα αντικείµενα ή ουσίες, (β) ενώ βρίσκεται σε δηµόσιο δρόµο ή άλλο δηµόσιο χώρο προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α), είναι ένοχο ποινικού αδικήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι µήνες ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλια οκτακόσια ευρώ (€1.800) ή και στις δύο ποινές.» Τέλος, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, η οποία εδράζεται στο Άρθρο 7 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της φύσης, της κατάστασης και της χρήσης της οδού και του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο στην εν λόγω οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2563 (Λ.Κ. 1500) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου. Κρίνω ορθότερο να εξετάσω την κάθε κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος όχι με βάση τη σειρά που παρατίθεται στο κατηγορητήριο αλλά με βάση τη σειρά των γεγονότων, όπως έχουν προκύψει. Με βάση την αποδεχτή από το Δικαστήριο μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα στις 07/06/2013 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 513 στην Λεωφ. Αποστόλου Παύλου στη Πάφο και βρισκόταν σταματημένος στο κόκκινο φανάρι στα φώτα της διασταύρωσης με τη Λεωφ. Τάφοι των Βασιλέων. Έχει προκύψει επίσης ότι κατ' εκείνο το χρόνο κρατούσε το κινητό του τηλέφωνο με τα δύο του χέρια. Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο Νομοθέτης έχει δημιουργήσει αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Σε τέτοια αδικήματα η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη αποτελεί το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποια ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R. Criminal Appeal 4307, ημερ. 21.12.1982, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7897 ημερ. 28.4.2005). Στην περίπτωση του Κανονισμού 58
(14)προκύπτει ότι η υποχρέωση ενός οδηγού κατά την οδήγηση του οχήματος του είναι, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα τα χέρια του σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ένας οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου. Με την τελευταία αυτή πρόταση του Κανονισμού διασαφηνίζεται ότι το κράτημα κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση απαγορεύεται. Συνεπώς, από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης εξάγεται ως συμπέρασμα ότι το αδίκημα διαπράττεται όταν ο οδηγός κρατά κινητό τηλέφωνο κατά την οδήγηση. Η αναμονή ενός οδηγού στη σειρά, πίσω από άλλα αυτοκίνητα, όταν το φανάρι στα φώτα τροχαίας είναι κόκκινο εμπίπτει στον ορισμό του όρου «οδήγηση» ασχέτως ότι τη δεδομένη στιγμή το όχημα δεν ήταν σε κίνηση. Στην R v. MacDonagh
(1974)RTR 372, λέχθηκε ότι για να θεωρηθεί ότι κάποιο πρόσωπο οδηγούσε θα πρέπει, όχι μόνο να κάθεται στη θέση του οδηγού ή να έχει τον έλεγχο του τιμονιού του οχήματος, αλλά οι πράξεις του να εμπίπτουν στην καθημερινή έννοια της λέξης «οδήγηση» Παραπέμπω επίσης στην Stevens v. Thornborrow
(1969)3 All ER 1487, στην οποία αποφασίστηκε ότι δεν συνιστούσε οδήγηση η ενέργεια του οδηγού ο οποίος ευρισκόταν για 15 λεπτά εντός ακινητοποιημένου, αλλά όχι ξεκινημένου, οχήματος και συζητούσε με τους συνεπιβάτες του. Η αναμονή στα φώτα τροχαίας, όταν ο σηματοδότης είναι στα κόκκινο, κάτι που αποτελεί υποχρέωση ενός οδηγού, συνιστά οδήγηση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις πρόνοιες του Κανονισμού 58
(14), ως αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την κατηγορία αρ. 6 στον αναγκαίο βαθμό. Έχει περαιτέρω προκύψει ότι στο κατηγορούμενο εκδόθηκε εξώδικο πρόστιμο για την πιο πάνω παράβαση του, το οποίο αφού του δόθηκε, αυτός το πέταξε στο δρόμο και συγκεκριμένα στον παράδρομο όπου του είχε υποδειχθεί να σταματήσει. Ο χώρος όπου ο κατηγορούμενος πέταξε το εξώδικο πρόστιμο, το οποίο προφανές επρόκειτο για χαρτί, προκύπτει να ήταν δημόσιος δρόμος ή τουλάχιστον δημόσιος χώρος. Δεν παραγνωρίζω ότι η κατηγορία αρ. 7 εδράζεται στο άρθρο 3
(2)(α)(β) του σχετικού Νόμου αντί στο πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο 3
(1)(α)(β) που είναι το ορθό, αλλά θεωρώ ότι αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο στην κατηγορία αυτή που αντιμετωπίζει. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει, πρόκειται περί τυπικού ελαττώματος του κατηγορητηρίου για το οποίο ουδέποτε εγέρθηκε ένσταση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 66 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 αλλά ούτε και προκύπτει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του κατηγορουμένου. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας είναι σαφείς, το ίδιο και η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να την αντικρούσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό του (βλ. Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598 και Κοιλιαρής v. Δήμου Αγίου Δομετίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 350 και την επιφύλαξη του Άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155). Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην κατηγορία αρ. 7. Προχωρώντας στην κατηγορία 5 επί του κατηγορητηρίου, αυτή δηλαδή της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης, έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος μετά την καταγγελία του για την χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση του οχήματος του και αφού του παραδόθηκε εξώδικο πρόστιμο, αυτός, αφού «ξερογύρισε» το όχημα του, έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και στο μέρος υπήρχαν πεζοί οι οποίοι βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου, θέτοντας τους σε κίνδυνο και συνέχισε οδηγώντας στην Λεωφ. Αποστόλου Παύλου. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να οδηγήσει τη δεδομένη στιγμή με τον τρόπο τον οποίο οδήγησε δεν χωρεί αμφιβολία ότι ήταν εσφαλμένη. Αυτός ενώ ήταν σταματημένος σε παράδρομο της Λεωφ. Αποστόλου Παύλου εκκίνησε «ξερογυρίζοντας» το όχημα του και με ιλιγγιώδη ταχύτητα κατευθύνθηκε προς την Λεωφ. Αποστόλου Παύλου, όπου συνέχισε την πορεία του. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή και συγκεκριμένα την ύπαρξη πεζών στην άκρια του δρόμου, ο κατηγορούμενος επέδειξε επικίνδυνη συμπεριφορά κατά την οδήγηση του οχήματός του η οποία αποτέλεσε φόβο ή απειλή για τα εν λόγω πρόσωπα, αφού τους έθεσε σε κίνδυνο. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αυτή την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Προχωρώντας πιο κάτω, αναφέρω ότι έχουν προκύψει τα ακόλουθα γεγονότα: Μετά από την πιο πάνω συμπεριφορά και ενέργειες του κατηγορουμένου, ο Μ.Κ.2 ακολούθησε τον κατηγορούμενο και τον ανέκοψε και αφού πήγε προς το μέρος του και αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε, δηλαδή ρύπανσης δημοσίας οδού και αλόγιστης επικίνδυνης οδήγησης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε: «Μα τωρά σοβαρομιλάς ρε, είσαι αθκιασερός τέλειωνε βιάζουμε. Εγώ εν έσιρα το πρόστιμο έξω, έσιρα ένα χαρτούι που το ποτσίαρο μου.» Στη συνέχεια και ώρα 17:10 του εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο με αρ. Η6440004056 για το αδίκημα «ρύπανση δημόσιου δρόμου» και μόλις πήγε στο μέρος του να του το δώσει, άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνος «μα δε ήντα αστυνομικούς έχουμε, ήνταλος εκουρεύτηκες έτσι ρε, εκουρεύτηκες κκέλης όπως το βιλλοκέφαλο, είσαι ο ράμπο;» Αμέσως τον πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο διέπραττε δηλαδή ανησυχία και δημόσια εξύβριση και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «έννε εσένα που είπα ρε, τέλειωνε κατάγγειλε με να φύω». Η ώρα 17:15 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα πιο πάνω αδικήματα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «ρε μα είσαι παλαβός». Του ζήτησε να κατεβεί από το όχημα του για να του βάλει χειροπέδες αλλά αυτός αρνήθηκε και άρχισε να φωνάζει «βοήθεια βοήθεια δέρνει με η αστυνομία, τώρα να σε πιάω κάμερα με το τηλέφωνο». Επίσης, κλωτσούσε τα πόδια του στο ταμπλό του οχήματος και τον έσπρωχνε με τα χέρια του. Προσπαθούσε να του βάλει χειροπέδες και του ζήτησε να κατεβεί από το αυτοκίνητο αλλά αυτός αντιστεκόταν κουνώντας τα χέρια του δεξιά αριστερά. Στη συνέχεια άρχισε να τον κτυπά πάνω στο αριστερό χέρι για να μην του βάλει χειροπέδες. Αφού προσπάθησε επανειλημμένα και αντιστεκόταν στην σύλληψη, τότε ζήτησε βοήθεια από 2 άτομα που βρίσκονταν στο μέρος. Με την βοήθεια τους κατάφερε να τον βγάλει από το αυτοκίνητο και αφού αυτός συνέχισε να αντιστέκεται, χρησιμοποιώντας την ανάλογη βία υπό τις περιστάσεις κατάφερε να του βάλει χειροπέδες. Αυτός, αφού έπεσε στο έδαφος συνέχισε να φωνάζει μεγαλοφώνος «αου αου θέλω γιατρό «δέρνει με η αστυνομία πάλε». Τον βοήθησε να σηκωστεί από το έδαφος και του ζήτησε να μην κινείται για να μην τραυματιστεί από τις χειροπέδες. Αυτός συνέχισε να φωνάζει και τον εξύβρισε λέγοντας «ρε κωλοαστυνομικέ είσαι παλαβός». Μετά του είπε ότι θέλει να φτύσει και του είπε να μην φτύσει και τότε του έφτυσε στον αριστερό ώμο και πρόσωπο. Στο μέρος είχαν μαζευτεί γύρω στα 30 άτομα. Ακολούθως η ώρα 17:30 έφθασαν στο μέρος οι Αστ. 3199, Αστ. 3882 και Α/Αστ. 300 της Τροχαίας Πάφου, αφού προηγουμένως κάλεσε για βοήθεια μέσω ασυρμάτου όπου μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον Κεντρικό Σταθμό, όπου τέθηκε υπό κράτηση. Λαμβανομένου υπόψη των πιο πάνω γεγονότων, θα προχωρήσω να εξετάσω και τις υπόλοιπες κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αρχίζοντας από την κατηγορία αρ. 4 που αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Έχοντας υπόψη μου τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής και τα πιο πάνω ευρήματα γεγονότων, κρίνω ότι οι αναφορές του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.2 ««μα δε ήντα αστυνομικούς έχουμε, ήνταλος εκουρεύτηκες έτσι ρε, εκουρεύτηκες κκέλης όπως το βιλλοκέφαλο, είσαι ο ράμπο;», αντικειμενικά ιδωμένες αποτελούν εξύβριση. Ειδικότερα η αναφορά «εκουρεύτηκες κκέλης όπως το βιλλοκέφαλο» αναμφισβήτητα υπό τις περιστάσεις αποτελεί εξύβριση και δεν θεωρώ ότι απαιτείται περαιτέρω σχόλιο ή επεξήγηση της ερμηνείας τους. Το ίδιο και οι αναφορές του «ρε μα είσαι παλαβός» και «ρε κωλοαστυνομικέ είσαι παλαβός». Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εν λόγω βρισιές έλαβαν χώρα σε δημόσιο χώρο και συγκεκριμένα σε δημόσιο δρόμο και αυτές έγιναν μεγαλοφώνος και ήταν δυνατό να ακουστούν από τρίτα πρόσωπα και ειδικότερα στις τελευταίες πιο πάνω αναφερόμενες βρισίες, υπήρχαν παρόντες στο μέρος και άλλα πρόσωπα τα οποία μαζεύτηκαν στο μέρος. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αναμφίβολα οι βρισιές αυτές ενδέχετο να προκαλέσουν τον Μ.Κ.2 ή άλλο παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και η κατηγορία αρ. 4 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά την κατηγορία αρ. 3, που αφορά το αδίκημα της Ανησυχίας, από τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων, έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος από το σημείο που ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να του εκδώσει το δεύτερο εξώδικο, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, αυτός άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνος και να τον βρίζει. Στη συνέχεια και στην προσπάθεια του Μ.Κ.2 να τον συλλάβει αυτός κλωτσούσε τα πόδια του στο ταμπλό του αυτοκινήτου, φώναζε και στην συνέχεια όταν έγινε κατορθωτή η σύλληψη του έπεσε στο έδαφος συνέχισε να φωνάζει μεγαλοφώνος «αου αου θέλω γιατρό «δέρνει με η αστυνομία πάλε». Τον βοήθησε να σηκωστεί από το έδαφος και του ζήτησε να μην κινείται για να μην τραυματιστεί από τις χειροπέδες. Αυτός συνέχισε να φωνάζει και τον εξύβρισε λέγοντας «ρε κωλοαστυνομικέ είσαι παλαβός». Στη σκηνή είχαν μαζευτεί γύρω στα 30 άτομα. Να αναφερθεί επίσης ότι το όλο επεισόδιο διαδραματίστηκε σε δημόσιο δρόμο και κατ' επέκταση σε δημόσιο χώρο. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν και την απόδειξη και αυτού του αδικήματος, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκείνο το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχουν αποδειχθεί και τα αδικήματα των κατηγοριών αρ. 1 και 2 και συγκεκριμένα αυτά της επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης και της αντίστασης κατά της νομίμου σύλληψης. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά το στάδιο των αγορεύσεων εισηγήθηκε ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου ήταν παράνομη, στηρίζοντας το στο γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 χρησιμοποίησε δύο πολίτες για να γίνει κατορθωτή η σύλληψη του κατηγορούμενου, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Δεν είχε δικαίωμα υπό τις περιστάσεις να χρησιμοποιήσει πολίτες για τη σύλληψη του κατηγορούμενου, είπε, και κατ' επέκταση οι οποιεσδήποτε ενέργειες του από τη στιγμή εκείνη και μετέπειτα είναι παράνομες γι αυτό θα πρέπει να απορριφθούν οι σχετικές κατηγορίες. Θα προχωρήσω να εξετάσω ευρύτερα το ζήτημα της νομιμότητας της σύλληψης του κατηγορουμένου, κατά πόσο υπήρχε ένα τέτοιο δικαίωμα ευθύς εξ' αρχής και ακολούθως την πιο πάνω εισήγηση του συνηγόρου σε σχέση με τον τρόπο που αυτή επιτεύχθηκε. Από την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία έχει προκύψει ότι ο Μ.Κ.2 στην προσπάθεια του να εκδώσει εξώδικο πρόστιμο στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της ρύπανσης δημοσίου δρόμου, ο τελευταίος άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνως προκαλώντας ανησυχία και στην συνέχεια εξύβρισε τον Μ.Κ.2 με τις φράσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Εκείνη τη στιγμή ο Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε για τα πιο πάνω αδικήματα που διέπραττε, ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε τον προσοχή του στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 14(β) και (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, Αστυνομικός δύναται να συλλάβει οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς ένταλμα σύλληψης όταν διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση ή όταν παρεμποδίζεται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή απέδρασε ή αποπειράται να αποδράσει από νόμιμη κράτηση. Στην Kyriakides v. The Republic 1R.S.C.C. 66 λέχθηκε ότι ο όρος «αυτόφωρο» σημαίνει τη διάπραξη αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μια την άλλη χρονικά άμεσα και σε αλληλουχία (directly in point of time and in sequence). Τα αδικήματα της ανησυχίας και δημόσιας εξύβρισης επισύρουν ποινές φυλακίσεως με βάση το Νόμο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω στην νομική πτυχή και από τη στιγμή που αυτά διαπράχθηκαν στην παρουσία του Μ.Κ.2, αυτός είχε κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στη σύλληψη του κατηγορουμένου. Από εκεί και πέρα, έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, μετά που του ζητήθηκε από το Μ.Κ.2 να εξέλθει από το αυτοκίνητο του με σκοπό να του περάσει χειροπέδες αυτός αρνήθηκε. Επίσης, κλωτσούσε τα πόδια του στο ταμπλό του οχήματος και τον έσπρωχνε με τα χέρια του. Προσπαθούσε να του βάλει χειροπέδες και του ζήτησε να κατεβεί από το αυτοκίνητο αλλά αυτός αντιστεκόταν κουνώντας τα χέρια του δεξιά και αριστερά. Στη συνέχεια, άρχισε να κτυπά τον Μ.Κ.2 πάνω στο αριστερό χέρι για να μην του βάλει χειροπέδες. Αφού προσπάθησε επανειλημμένα και αντιστεκόταν στην σύλληψη, τότε ζήτησε βοήθεια από 2 άτομα που βρίσκονταν στο μέρος. Με την βοήθεια τους κατάφερε να τον βγάλει από το αυτοκίνητο και αφού αυτός συνέχισε να αντιστέκεται, χρησιμοποιώντας την ανάλογη βία υπό τις περιστάσεις κατάφερε να του βάλει χειροπέδες. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω γεγονότα και ειδικότερα ότι η συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επεδείκνυε τη δεδομένη στιγμή καθιστούσε αδύνατη τη σύλληψη του, η ενέργεια του Μ.Κ.2 να ζητήσει τη βοήθεια δύο πολιτών για να συλλάβει τον κατηγορούμενο, ήταν καθόλα νόμιμη και θεμιτή. Κατ΄ αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με το Άρθρο 15
(1)(δ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, κάθε ιδιώτης, δύναται χωρίς ένταλμα, να συλλαμβάνει άλλον, ο οποίος έχει αποδράσει από νόμιμη κράτηση ή ο οποίος αποπειράται να διαφύγει νόμιμη σύλληψη. Ο κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση, μπορεί να λεχθεί ότι τη στιγμή εκείνη αποπειράθηκε να διαφύγει της νόμιμης σύλληψης του. Αρνείτο να κατεβεί από το αυτοκίνητο για να του περάσει χειροπέδες ο Μ.Κ.2, κτυπούσε τα χέρια του στο ταμπλό του αυτοκινήτου και φώναζε. Επομένως, οι συγκεκριμένοι δύο πολίτες είχαν δικαίωμα να το συλλάβουν. Πέραν των πιο πάνω όμως, το Άρθρο 58 του Περί Αστυνομίας Νόμου Ν. 73
(1)/2004 παρέχει το δικαίωμα σε Αστυνομικό να ζητά βοήθεια για τη σύλληψη ενός πολίτη, υπό τις περιστάσεις που τάσσονται σε αυτό και μάλιστα τυχόν άρνηση του πολίτη να παράσχει τέτοια βοήθεια, συνιστά ποινικό αδίκημα. Το εν λόγω Άρθρο έχει ως ακολούθως: «58. Είναι νόμιμο για μέλος της Αστυνομίας το οποίο, ενώ ενεργεί κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, υφίσταται επίθεση ή αντιμετωπίζει αντίσταση ή κινδυνεύει να υποστεί επίθεση ή να αντιμετωπίσει αντίσταση να καλεί πρόσωπο να το βοηθήσει και πρόσωπο που καλείται με τον τρόπο αυτό και το οποίο, χωρίς εύλογη δικαιολογία, αρνείται ή αμελεί να παράσχει τέτοια βοήθεια στο μέτρο των ικανοτήτων του είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Δεδομένων των πιο πάνω και του γεγονότος ότι ο Μ.Κ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεχόταν αντίσταση από τον κατηγορούμενο στη σύλληψη του και ταυτόχρονα επίθεση αφού τον κτύπησε στα χέρια με σκοπό να μην του περάσει χειροπέδες, ήταν νόμιμο γι αυτόν να ζητήσει τη βοήθεια των δύο πολιτών με σκοπό να καταστεί κατορθωτή η σύλληψη του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι ο Μ.Κ.2 είναι Αστυνομικός και κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε τα καθήκοντα του. Ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα της ανησυχίας και της δημόσιας εξύβρισης και ο Μ.Κ.2 νόμιμα τον συνέλαβε. Ο κατηγορούμενος αντιστάθηκε της εν λόγω σύλληψης του, αρνούμενος να κατεβεί από το αυτοκίνητο του, κλωτσώντας τα πόδια του στο ταμπλό του αυτοκινήτου και φωνάζοντας, κουνούσε τα χέρια του δεξιά και αριστερά και κτύπησε τον Μ.Κ.2 στο αριστερό του χέρι με σκοπό να μην του περάσει χειροπέδες. Αφού ζητήθηκε βοήθεια από δύο πολίτες, ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να αντιστεκόταν της σύλληψης που εν τέλει έγινε κατορθωτή αφού ασκήθηκε η ανάλογη βία. Όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι τεκμηριώνουν και αποδεικνύουν και την κατηγορία αρ. 2, που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Επίσης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και η κατηγορία αρ. 1 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αφού αυτός κατά την ώρα που ο Μ.Κ.2 επιχείρησε να τον συλλάβει, τον έσπρωχνε με τα χέρια του, τον κτύπησε στο αριστερό του χέρι και μετέπειτα και αφού είχε συλληφθεί, έφτυσε του Μ.Κ.2 στον αριστερό του ώμο. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων ως αναφέρθηκαν αμέσως προηγουμένως, αναμφίβολα η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά επίθεση εναντίον του Μ.Κ.2, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε δεόντως τα καθήκοντα του και ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί και η κατηγορία αρ. 1. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και αυτός κρίνεται ένοχος σε αυτές και συγκεκριμένα στις κατηγορίες αρ. 1 - 7, συμπεριλαμβανομένων. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.