← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ROBERT KRISTIAN KENTALA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 777/14, 26/1/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ROBERT KRISTIAN KENTALA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 777/14, 26/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 777/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.

  1. ROBERT KRISTIAN KENTALA
  2. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΙΖΕΡ
  3. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 26/01/
  4. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Κ. Σιαηλής. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Χ. Σιαηλής. Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 έχουν κριθεί ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κατηγορίες της διάρρηξης κτιρίου κατά παράβαση του άρθρου 294 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 2) και της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 3). Η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αρ. 3 διακόπηκε σε προγενέστερο στάδιο λόγω αδυναμίας εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Πέραν των πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής η Υπόθεση Αρ. 3031/15 Ε.Δ. Πάφου στην οποία οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκαν ενοχή στην κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και στην κατηγορία της κλοπής. Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 έχουν ως ακολούθως: Γεγονότα στην Υπόθεση Αρ. 777/14: Στις 2.6.2012 καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό σταθμό Κουκλιών από τον Μ.1, δηλαδή τον κ. Χρίστο Χριστοδούλου του Ταμείου Θήρας, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 28.5.2012 έως και 2.6.2012 άγνωστοι έσπασαν το κάγκελο εισόδου σε περιφραγμένο χώρο που βρίσκεται στην τοποθεσία «Μωρόκαμπος» του χωριού Τίμη, ιδιοκτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού παραβίασαν κλειστή μεταλλική πόρτα της αποθήκης, έκλεψαν από αυτήν τέσσερα αυτοκίνητα συνολικής αξίας €1200 ιδιοκτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα αυτοκίνητα αυτά σύμφωνα με τον Μ.1 που βρίσκονταν στην πιο πάνω αποθήκη, είχαν καταστραφεί ολοσχερώς από πυρκαγιά η οποία ξέσπασε στην περιοχή και επεκτάθηκε εντός της αποθήκης. Μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών μετέβηκαν στο εργοστάσιο ανακύκλωσης μετάλλων του κ. Μ. Χαραλάμπους που βρίσκεται στην τοποθεσία «Ανατολικό» στην Αγία Βαρβάρα και μετά από εξετάσεις εντοπίστηκε το πλαίσιο του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΚΝ 881 καθώς και η μηχανή του αυτοκινήτου ΒΑΚ 662 τα οποία είναι εξαρτήματα των αυτοκινήτων που κλάπηκαν. Ο υπεύθυνος παραλαβής μετάλλων του πιο πάνω εργοστασίου έδωσε κατάθεση όπου κατονόμασε τον 2ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που την 1ην.6.2012 μετέφερε μαζί με δεύτερο άλλο πρόσωπο τα αυτοκίνητα με εκσκαφέα στο υποστατικό τους. Επίσης, μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του εργοστασίου ο Μ.6, Αστ. 3835 Ι. Στυλιανού, είδε και αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο ο οποίος την 1η Ιουνίου μετέφερε το πιο πάνω αυτοκίνητο. Συνελήφθησαν και οι δυο κατηγορούμενοι και απάντησαν ότι νόμιζαν ότι δεν είναι κανενός τα αυτοκίνητα. Ο 1ος και 2ος κατηγορούμενος έδωσαν θεληματική κατάθεση στην αστυνομία. Ο 1ος κατηγορούμενος, επίσης, στις 3.6.2012 υπέδειξε περιφραγμένο χώρο, το συγκεκριμένο υποστατικό δηλαδή από όπου κλάπηκαν τα αυτοκίνητα και είπε ότι είναι «που δαμέ που πιάσαμε τα τρία αυτοκίνητα». Το ίδιο έγινε και με τον 2ο κατηγορούμενο. Υπέδειξε τη σκηνή και μάλιστα ο 2ος κατηγορούμενος είπε ότι «εφέραμε τα και επουλήσαμε τα ως παλιοσίδερα». Λέχθηκε επίσης από την κατηγορούσα αρχή ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες για τους κατηγορούμενους και ότι υπάρχουν €60 έξοδα της διαδικασίας. Γεγονότα στην υπόθεση 3031/15 Στις 6.4.2015 και η ώρα 12:45 και ενώ η Ann Denise Hone 71 ετών από την Αγγλία μαζί με τον σύζυγο της Tony Hone περπατούσαν κατά μήκους της Λεωφόρου Ποσειδώνος, κοντά στο ξενοδοχείο Phaethon, σταμάτησαν για να δουν τον χάρτη τους. Τότε, τους πλησίασαν δυο νεαρά πρόσωπα, ο ένας από αυτούς άρπαξε την τσάντα από τον ώμο της γυναίκας και άρχισαν να τρέχουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Από το τράβηγμα της τσάντας κόπηκε το λουρί. Το πρόσωπο που άρπαξε την τσάντα κατευθύνθηκε προς την παραλία, καταδιώχθηκε από δυο πολίτες άγνωστων στοιχείων και σε εκείνη την φάση της καταδίωξης πέταξε την τσάντα στο έδαφος και συνέχισε να τρέχει προς τον κύριο δρόμο. Το άλλο πρόσωπο πήγε σε άλλη κατεύθυνση. Οι δυο παραπονούμενοι, κάλεσαν σε βοήθεια τους περαστικούς καθώς και την Αστυνομία. Μετά από λίγα λεπτά και στην παρουσία της αστυνομίας, στο μέρος εμφανίστηκε ο Μ.Κ.2 Χρ. Θεοδοσίου ο οποίος είπε ότι περνούσε με το βαν αυτοκίνητο του και είδε το όλο περιστατικό και έδωσε τα στοιχεία του αυτοκινήτου που επέβαιναν τα δυο πρόσωπα, ότι δηλαδή επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KLR
  5. Στην πορεία τα πρόσωπα αυτά μέσω του ελέγχου που έγινε εντοπίστηκαν και συνελήφθηκαν. Ο 2ος κατηγορούμενος σε ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι συναντήθηκε με τον 1ο κατηγορούμενο στο σπίτι του τελευταίου και ότι πήγαν για βόλτα με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, δηλαδή το KLR 002 και αρνήθηκε κάθε ανάμειξη με την υπόθεση. Ο 2ος κατηγορούμενος σε ανακριτική του κατάθεση αρχικά και μετέπειτα σε θεληματική του κατάθεση, ομολόγησε την διάπραξη της κλοπής μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο. Περαιτέρω ανέφερε ότι παρέμειναν χωρίς λεφτά και τσιγάρα και πάνω στην απελπισία τους αποφάσισαν να κλέψουν, ότι είναι ο ίδιος που άρπαξε την τσάντα της παραπονούμενης αλλά αφού καταδιώχθηκαν από πολίτες αναγκάστηκε να την πετάξει στο έδαφος. Στις γραπτές τους κατηγορίες παραδέχθηκαν, απολογήθηκαν και ζήτησαν συγνώμη. Λέχθηκε επίσης ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες για τους τους κατηγορούμενους, ούτε και έξοδα. Τα τεκμήρια που είναι παρειακά επιχρίσματα, δειγματοληψίες και ένα κομματάκι χαρτί όπου έγραψε ο πολίτης τον αριθμό του αυτοκινήτου, ζητήθηκε να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του 1ους κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορουμένου για τη διάπραξη των αδικημάτων. Του έχει εξηγηθεί η σοβαρότητα τους, ανάφερε, και την έχει αντιληφθεί. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και την ομολογία και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές καθώς επίσης και το λευκό του ποινικό μητρώο. Όσον αφορά τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, είπε ότι δεν υπάρχει δικαιολογία για την επίδειξη εκ μέρους του κατηγορουμένου τέτοιας συμπεριφοράς. Την απέδωσε στο νεαρό της ηλικίας του και στο γεγονός ότι την εποχή εκείνη είχε παρασυρθεί από κακές παρέες, λόγω και της έλλειψη πατρικής φροντίδας. Αναφέρθηκε στον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζονται νεαροί παραβάτες και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη του το γεγονός αυτό και να δώσει την ανάλογη βαρύτητα. Προχώρησε περαιτέρω για να πει ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι εγκληματίας ούτε έχει ροπή στο έγκλημα και μπορεί να αναμορφωθεί. Υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας σήμερα 23 ετών και κατάγεται από τη Φιλανδία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν σε ηλικία 5 χρονών, ο ίδιος συνέχισε να διαμένει με τη μητέρα του και τη μικρότερη του αδελφή και σε ηλικία 7 χρονών εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Φοίτησε μέχρι την Β΄ τάξη Γυμνασίου και διέκοψε λόγω του μειωμένου ενδιαφέροντος για τα μαθήματα του. Εργάστηκε ως εργάτης σε οικοδομές, ως υπάλληλος σε ψησταριά και τον τελευταίο χρόνο ως σερβιτόρος σε εστιατόριο που ανήκει στον πατέρα της συμβίας του, με εισοδήματα ύψους €850 μηνιαίως. Τον 8ον/17, απέκτησε ένα παιδί με την συμβία του και μαζί τους διαμένει και η τρίχρονη κόρη της η οποία προέρχεται από την προηγούμενη της σχέση. Η συμβία του δεν εργάζεται στο παρόν στάδιο. Τέλος, στην Έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί αρκετά καλές σχέσεις με όλα τα μέλη της οικογένειας του, βοηθά στις οικιακές εργασίες, στη φροντίδα του παιδιού του και χαρακτηρίζεται ως καλό και ευαίσθητο άτομο. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή και ανέρχεται στα 5 ½ περίπου χρόνια. Στο διάστημα αυτό είπε έχουν αλλάξει οι προσωπικές του συνθήκες προς το καλύτερο. Πλέον έχει τη δική του οικογένεια και ένα παιδί ηλικίας 5 ½ μηνών. Έχει επίσης εργασία που του παρέχουν οι γονείς της γυναίκας του και προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή του. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι έτοιμος όπως εκδοθεί εναντίον του διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €500 το οποίο του αναλογεί και αντιστοιχεί στην αξία των αντικειμένων που δεν έχουν ανευρεθεί και επιστραφεί στη Κυπριακή Δημοκρατία, κάτι στο οποίο συμφώνησε η κατηγορούσα αρχή. Τέλος, ανάφερε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, τότε πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης της. Ο κατηγορούμενος έχει επανενταχθεί στη κοινωνία, αναμορφώθηκε και τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στον ίδιο και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Ο συνήγορος του 2ου κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση. Σε αυτή υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 23 ετών, άγαμος και άνεργος. Είναι το τρίτο στη σειρά από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του, με τους οποίους διαμένει. Αντιμετωπίζει εκ γενετής πρόβλημα υγείας (λαγώχειλο, λαγόστομο) και από ηλικίας τριών μηνών άρχισε να υποβάλλεται σε διάφορες εγχειρίσεις. Αναμένεται επίσης να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση την οποία όμως αναβάλει λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει. Φοίτησε για τρία χρόνια στο Συστήμα Μαθητείας (κλάδος μηχανικών αυτοκινήτων) αλλά δεν έχει εξασφαλίσει απολυτήριο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για 10 μήνες και στη συνέχεια πήρε αναστολή. Tο 2012 γνώρισε την κα Σόνια Χασάν από την Πάφο με την οποία σύναψε δεσμό και απέκτησαν ένα παιδί, ηλικίας 2 ½ χρόνων. Χώρισαν όταν ακόμη ήταν έγκυος η πιο πάνω Σόνια Χασάν. Το παιδί σήμερα διαμένει με τη μητέρα του και ο κατηγορούμενος έχει επικοινωνία μαζί του δύο φορές την εβδομάδα. Περαιτέρω, στην έκθεση αναφέρεται ότι τα έξοδα του κατηγορούμενου καλύπτονται από τους γονείς του ενώ ο ίδιος φαίνεται προβληματισμένος για τα αδίκημα που διέπραξε καθώς και τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να έχει. Δηλώνει μεταμέλεια και όπως αναφέρει η εμπλοκή του στο αδίκημα οφειλόταν στο νεαρό της ηλικίας του. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του 2ου κατηγορουμένου στην γραπτή του αγόρευση κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου και την απολογία του. Έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, είπε, και υπόσχεται στο μέλλον να μην απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είναι ένας άλλος άνθρωπος από τότε που διέπραξε τα αδικήματα. Τότε λόγω της ανωριμότητας και έλλειψης σοβαρότητας προχώρησε στη διάπραξη τους. Τώρα έχει ωριμάσει, είναι υπεύθυνος πατέρας και βλέπει τη ζωή διαφορετικά και προσπαθεί να αφήσει πίσω του τη νεανική παραβατική του συμπεριφορά και ζητά μια δεύτερη ευκαιρία. Τονίζει το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, το γεγονός ότι σήμερα είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει και την ειλικρινή του μεταμέλεια. Πέραν των πιο πάνω και αυτός ο κατηγορούμενος δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αποδέχεται να εκδοθεί εναντίον του διάταγμα αποζημίωσης ύψους €500 προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι με το οποίο συμφώνησε η κατηγορούσα αρχή. Τέλος, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, αυτή να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα ένεκα των όσων έχει αναφέρει ανωτέρω. Aναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους φαίνεται άλλωστε και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Το άρθρο 294(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνων στην περίπτωση διάρρηξης κτιρίου ενώ το άρθρο 262 του ιδίου Κώδικα προνοεί φυλάκιση μέχρι 3 χρόνων για το αδίκημα της κλοπής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας

(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (βλ. επίσης Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 2 Α.Α.Δ. 194). Οι πιο πάνω επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκαν και στην απόφαση στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 76 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο εφεσειών παραδέχθηκε ενοχή. Αυτή είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι συνέπειες τους για τα θύματα και την κοινωνία ευρύτερα. Συμφωνούμε επίσης, με τη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και κυρίως η συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται, επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους από τα Δικαστήρια. Είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε την επισήμανση της νομολογίας μας ότι τέτοια αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και δυναμιτίζουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.» Περαιτέρω, παραπέμπω στην Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 487, Αργυρού ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 57, Βαρνάβας Ευγένιου Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 και Xiaojin κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104) Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι δεδομένη καθώς επίσης και οι συνθήκες διάπραξης τους. Αυτοί διέρρηξαν και εισήλθαν στην αποθήκη του Ταμείου Θήρας όπου έκλεψαν τα αυτοκίνητα που αναφέρθηκαν στα γεγονότα χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό ή δικαιολογία, παρά μόνο, όπως προκύπτει, το οικονομικό όφελος, αφού στη συνέχεια τα πούλησαν ως παλιοσίδερα. Δεν παραγνωρίζω την κατάσταση στην οποία τα εν λόγω αυτοκίνητα βρίσκονταν, αλλά αυτό δεν έδινε κανένα δικαίωμα στους κατηγορούμενους να τα κλέψουν, πόσο μάλλον να διαρρήξουν και την εν λόγω αποθήκη για να το πράξουν. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν ήταν μεμονωμένη, αφού δύο χρόνια μετά είχαν προβεί και στην διάπραξη του αδικήματος της κλοπής της τσάντας της παραπονουμένης, με τον τρόπο και περιστάσεις που έχουν αναφερθεί ανωτέρω στα γεγονότα που αφορούν την Υπόθεση Αρ. 3031/15 Ε.Δ. Πάφου. Η εν λόγω συμπεριφορά είναι επίσης ιδιαίτερα σοβαρή, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι το θύμα, όπως προκύπτει, ήταν τουρίστρια. Τέτοιες ενέργειες και συμπεριφορές εναντίον τουριστών, όχι μόνο προσβάλουν τη χώρα μας διεθνώς και μειώνουν το αίσθημα ασφάλειας αλλά έχουν και ευρύτερες επιπτώσεις σε πολλές πτυχές της κοινωνίας μας. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, είναι νομολογημένο ότι στην περίπτωση που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή από αυτή που θα επέβαλλε αν είχε μόνο ενώπιον του μια υπόθεση ((βλ. Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Είναι ξεκάθαρο και αυτονόητο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες για οποιονδήποτε λόγο και αν λαμβάνουν χώρα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να στείλει το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι πράξεις που αποσκοπούν σε αποστέρηση περιουσίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος των κατηγορουμένων και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν τεθούν ενώπιον μου από τους συνηγόρους τους και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: 1) Tην ομολογία τους και συνεργασία τους με τις Αστυνομικές Αρχές, κάτι το οποίο βοήθησε στην πλήρη και ταχεία εξιχνίαση της υπόθεσης. 2) Την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, την απολογία τους, και την πρόθεση τους να αποδεχθούν διάταγμα αποζημίωσης για την εναπομείνασα αξία των αντικειμένων που δεν έχουν ανευρεθεί. Όλα αυτά καταδεικνύουν και την έμπρακτη μεταμέλεια τους, στοιχείο που θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. 3) Το λευκό τους ποινικό μητρώο, στοιχείο που τους δίνει τη δυνατότητα να αιτούνται της μέγιστης δυνατής επιείκειας του Δικαστηρίου. 4) Το γεγονός ότι δεν καταδεικνύεται μια συστηματική και κατά συρροή διάπραξη αδικημάτων από τους κατηγορούμενους. Δεν παραγνωρίζω ότι λαμβάνεται υπόψη και η Υπόθεση Αρ. 3031/15 που αφορά το ομοειδές αδίκημα της κλοπής που έλαβε χώρα δύο σχεδόν χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, αλλά από αυτό και μόνο δεν μπορεί να καταδειχθεί μια συστηματική παραβατική συμπεριφορά, λαμβάνοντας υπόψη και τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης. 5) Το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων, τόσο κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων όσο και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Προκύπτει αυτοί ήταν ηλικίας 18 χρόνων περίπου κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, 20 χρόνων κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων της Υπόθεσης Αρ. 3031/15 ενώ σήμερα είναι ηλικίας 23 χρόνων περίπου. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη την ανωριμότητα και επιπολαιότητα τους κάτι το οποίο συνέτεινε στη διάπραξη των αδικημάτων. Έχει νομολογηθεί ότι νεαρά άτομα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο με επιείκια και να τους δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να συνεχίσουν με τη ζωή τους εκεί όπου τα γεγονότα και οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Η έμφαση που πρέπει να δίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, p. 88-90). 6) Τη φύση των αντικειμένων που έκλεψαν και συγκεκριμένα ότι παρά το ότι επρόκειτο για αυτοκίνητα αυτά ήταν καμένα και καταστραμμένα καθώς επίσης και την αξία τους. 7) Το γεγονός ότι το θύμα στην Υπόθεση Αρ. 3031/15 δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά αφού η τσάντα της επιστράφηκε, με τον τρόπο φυσικά που αυτό έγινε και αφού οι κατηγορούμενου καταδιώχθηκαν. 8) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των κατηγορουμένων όπως εκτίθενται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν και από τους συνηγόρους τους. 9) Το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκαν την 01ην/06/2012 και παρά το ότι δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε πολυπλοκότητα της υπόθεσης ή δυσκολία στην εξιχνίαση της, η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 07/02/2014, δηλαδή 20 περίπου μήνες μετά, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από την κατηγορούσα αρχή. Για την μετέπειτα καθυστέρηση όμως, προκύπτει από το φάκελο ότι σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρουν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2. Πέραν από την επιλογή τους να απαντήσουν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, που ήταν δικαίωμα τους, προκύπτει ότι δεν ήταν συνεπείς στις εμφανίσεις τους στο Δικαστήριο και εκδίδονταν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους. Πέραν των πιο πάνω, θα λάβω υπόψη μου ότι στο μεσοδιάστημα ο 2ος κατηγορούμενος απέκτησε ένα ανήλικο τέκνο ηλικίας σήμερα 20 μηνών ενώ ο 1ος κατηγορούμενος αρραβωνιάστηκε και απέκτησε ένα ανήλικο τέκνο ηλικίας σήμερα 5 ½ περίπου μηνών. Επίσης, θα λάβω υπόψη μου ότι ο 1ος κατηγορούμενος τον τελευταίο ένα περίπου χρόνο άρχισε να εργάζεται σταθερά σε εργασία που του παρέχει ο πεθερός του και ότι ασχολείται με την οικογένεια και το ανήλικο του τέκνου προσπαθώντας να φτιάξει τη ζωή του. Δεν πρέπει όμως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβησαν στη διάπραξη και των αδικημάτων της Υπόθεσης Αρ. 3031/15 στις 16/04/2015 και ενώ εκκρεμούσε η παρούσα υπόθεση, η οποία καταχωρήθηκε άμεσα στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω που αφορούν το παράγοντα χρόνο, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα και τις περιστάσεις διάπραξης τους, η παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος από μόνη της δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση. Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και θα παίξει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του ύψους της. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638, Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 σε σχέση με τον τρόπο που λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση ως μετριαστικός παράγοντας) Συνεκτιμώντας, από την μια τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και από την άλλη όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά των κατηγορούμενων 1 και 2 και τις προσωπικές τους συνθήκες, αυτά δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας τους. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων 1 και 2 και την ανάγκη που υπάρχει για αναμόρφωση σε τέτοιου είδους παραβάτες παρά την τιμωρία, αλλά τα αδικήματα που διέπραξαν είναι ιδιαίτερα σοβαρά, βρίσκονται σε έξαρση και υπάρχει ανάγκη για αποτροπή και να σταλεί το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων 1 και 2 είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Παρόλα αυτά, όλα τα ανωτέρω θα ληφθούν υπόψη και θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο ύψος των ποινών που θα επιβληθούν. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο των κατηγορουμένων 1 και 2, επιβάλλονται σε αυτούς οι ακόλουθες ποινές: Στην 2ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών, σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και
  1. Στην 3ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών, σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και
  2. Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα αποζημίωσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 για το ποσό των €500 σε έκαστο από αυτούς προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όλες οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν να συντρέχουν. Για σκοπούς επιβολής των πιο πάνω ποινών, λήφθηκε υπόψη και η Ποιν. Υπόθεση Αρ. 3031/15 Ε.Δ. Πάφου. Έχοντας καταλήξει στις πιο πάνω ποινές φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή τους. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι σοβαρές και έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Δεν παραγνωρίζω ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη ακόμα μια υπόθεση που αφορά το αδίκημα της κλοπής και διαπράχθηκε μεταγενέστερα της διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Παρά ταύτα, από αυτό και μόνο και το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων δεν μπορεί να λεχθεί ότι καταδεικνύεται ροπή στο έγκλημα ή συστηματική διάπραξη αδικημάτων, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω. Επίσης, θα λάβω υπόψη του την ανωριμότητα και επιπολαιότητα τους, κάτι που συνέτεινε, όπως αναφέρθηκε στη διάπραξη των αδικημάτων. Πέραν τούτου, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό τους ποινικό μητρώο, στοιχείο που τους δίνει την ευχέρεια να αιτούνται της μέγιστης δυνατής επιείκιας του Δικαστηρίου. Επίσης, λαμβάνω υπόψη την μεταμέλεια τους όπως εκφράστηκε από τους συνηγόρους τους αλλά και προκύπτει και από την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές τους συνθήκες όπως περιγράφονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα το νεαρό της ηλικίας τους. Ήταν ηλικίας 18 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώ σήμερα είναι 23. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων χωρίς να έχουν εκ νέου απασχολήσει το Δικαστήριο και την αλλαγή στάσης και συμπεριφοράς. Προκύπτει να έχουν αλλάξει τρόπο ζωής, έχουν και οι δύο αποκτήσει ανήλικα τέκνα πολύ μικρής ηλικίας και ειδικότερα ο 1ος κατηγορούμενος αρραβωνιάστηκε και άρχισε να εργάζεται σταθερά το τελευταίο χρόνο. Έχω ιδιαίτερα προβληματιστεί κατά πόσο θα πρέπει στην παρούσα περίπτωση να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος των κατηγορουμένων εν όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν και της ανάγκης που υπάρχει για αποτροπή. Παρά ταύτα, εν όψει όλων των ανωτέρω, της φύσης των αντικειμένων που κλάπηκαν, την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης προς την παραπονούμενη, της μεταμέλειας των κατηγορουμένων, του χρόνου που παρήλθε και του γεγονότος ότι φαίνεται οι κατηγορούμενοι να απέχουν από οποιαδήποτε εγκληματική δραστηριότητα μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας τους και το γεγονός ότι είναι πατέρες ανήλικων τέκνων έχω καταλήξει όπως ικανοποιήσω το αίτημα τους και αναστείλω τις ποινές φυλακίσεως που επιβλήθηκαν. Και τούτο διότι θεωρώ ότι τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην μετέπειτα ζωή τους και ευρύτερα στις οικογένειες τους και στα ανήλικα τέκνα τους. Κρίνω ότι είναι ορθό να τους δοθεί μια δεύτερη και τελευταία ευκαιρία να συνεχίσουν τη ζωή τους και να αντιληφθούν την ανάγκη που υπάρχει να απέχουν από τέτοιου είδους εγκληματικές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. €60 έξοδα της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση να καταβληθούν από τους κατηγορουμένους. Τα τεκμήρια της Υπόθεσης Αρ. 3031/15 να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.