Mayra Slitenko ν. Ιωάννης Κωμοδρόμος κ.α., Αγ. Αρ.: 3376/11, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 3376/11 Μεταξύ: Mayra Slitenko από τη Ρωσία Ενάγουσα και
- Ιωάννης Κωμοδρόμος από την Πάφο
- Μόνικα Τουρσιάδου από την Ελλάδα και τώρα στην Πάφο.
- ICOMO TRADING CO LTD από την Πάφο. Εναγόμενων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερ.: 31/01/
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Π. Κλεοβούλου μαζί με κα Ε. Σωκράτους. Για τους εναγόμενους 1,2 και 3: κα Σ. Κλεάνθους για κ.κ. Ιωάννης Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. A Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 το ποσό των €81,000 πλέον τόκους, ως αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας και/ή παρακράτησης χρημάτων και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις για απώλεια επενδυτικού κέρδους και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για απάτη και δόλο. Σύμφωνα με την τελευταία τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας, αυτή ισχυρίζεται ότι ήθελε να επενδύσει σε αγορά εμπορικού καταστήματος στη Λεμεσό και οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις με τη θυγατέρα της, περί τον Σεπτέμβριο του 2009, ανέλαβαν να της ανεύρουν εμπορικό κατάστημα και την δελέαζαν ότι στο εν λόγω κατάστημα θα στέγαζαν την κερδοφόρα, όπως της παρουσίαζαν, επιχείρηση τους με την επωνυμία «Εθος». Περί τον Ιανουάριο του 2010 και ενώ η ενάγουσα βρισκόταν στη Ρωσία, οι εναγόμενοι 1 και 2 την πληροφόρησαν ότι βρήκαν δύο εμπορικά καταστήματα στη Λεμεσό και το ένα πωλείτο σε τιμή ευκαιρίας €50,000 και ότι έπρεπε να βιαστεί γι αυτό στις 04/02/2010 ενέβασε στους εναγόμενους 1 και 2 το συνολικό ποσό των €50,000, δηλαδή το ποσό των €30,000 στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 και το ποσό των €20,000 στο λογαριασμό της εναγόμενης
- Μετά από αυτό, οι εναγόμενοι 1 και 2 ειδοποίησαν την ενάγουσα ότι απώλεσαν την υποτιθέμενη ευκαιρία και ότι θα προχωρούσαν με την διαπραγμάτευση του δεύτερου καταστήματος και ότι η υπόσχεση τους για να την καταστήσουν συνέταιρο τους, υλοποιείτο με την ίδρυση εταιρείας και ότι τόσο η αγορά του καταστήματος στη Λεμεσό και το έμβασμα της και η δήθεν συνεργασία τους ήταν υπό την εγγύηση του δικηγόρου τους, ο οποίος ζητούσε τη συγκατάθεση της για την ίδρυση εταιρείας με την επωνυμία KRENKA LTD. Περί το τέλος Μαρτίου του 2010, οι εναγόμενοι 1 και 2 δήλωσαν στην ενάγουσα ότι το τίμημα για το δεύτερο κατάστημα ανερχόταν στα €81,000 και ζήτησαν από αυτή να τους εμβάσει τα επιπλέον €31,
- Η ενάγουσα στις 31/03/2010 ενέβασε το ποσό των €24,000 σε λογαριασμό της εναγόμενης 3 και το ποσό των €7,000 σε λογαριασμό του εναγόμενου
- Αρχές Απριλίου του 2010, οι εναγόμενοι 1 και 2 πληροφόρησαν την ενάγουσα ότι και η δεύτερη προσπάθεια αγοράς καταστήματος στη Λεμεσό ναυάγησε λόγω της υποτιθέμενης υπαναχώρησης της πωλήτριας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 συνέχισαν να προτείνουν στην ενάγουσα δήθεν επενδυτικές προτάσεις, κάτι που δεν την ενδιέφερε και ζήτησε από αυτούς να μην δαπανήσουν το ποσό των €81,000 μέχρι να αφιχθεί στην Κύπρο. Οι εναγόμενοι δαπάνησαν τα εν λόγω κεφάλαια για ίδιον όφελος και στην προσπάθεια να δικαιολογήσουν την απορρόφηση του κεφαλαίου της ενάγουσας και να την παραπλανήσουν, λειτούργησαν στην Πόλη Χρυσοχούς κατάστημα της επιχείρησης τους προσπαθώντας να την πείσουν να καταστεί δήθεν συνέταιρος σε αυτό. Η ενάγουσα είχε ήδη αντιληφθεί ότι εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2 και στην προσπάθεια της να περιορίσει τη ζημιά της και για να ελέγξει την αξιοπιστία τους, τους κάλεσε να την καταστήσουν συνέταιρο στο κατάστημα «Εθος» στην Πάφο, το οποίο φαινόταν να έχει κάποια απόδοση αλλά αυτοί δεν αποδέχθηκαν την πρόταση της. Περί τον Οκτώβριο του 2010, η ενάγουσα επισκέφθηκε την Κύπρο με το σύζυγο της και σε συνάντηση που είχε με τους εναγόμενους 1 και 2, οι τελευταίοι δεσμεύτηκαν να της επιστρέψουν τα €81,000 μέχρι την 1/11/
- Αντί αυτού περί τον Νοέμβριο του 2010 οι εναγόμενοι 1 και 2 απέστειλαν άλλη πρόταση προς την ενάγουσα για αγορά δύο καταστημάτων από κάποιον Χαραλάμπους, την οποία η ενάγουσα απέρριψε. Ακολούθως, στην Έκθεση Απαίτησης της, η ενάγουσα παραθέτει λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση της ενάγουσας και όλους τους ισχυρισμούς της και ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα επένδυσε στην επιχείρηση των εναγομένων 1 και 2 με την επωνυμία «ΕΘΟΣ». Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εναγόμενοι 1 και 2 λειτουργούσαν την ως άνω αναφερόμενη επιχείρηση η οποία ασχολείτο με την πώληση γυναικείων εσωρούχων και η ενάγουσα, δυνάμει προφορικής συμφωνίας που έγινε κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2010, συμφώνησε όπως αγοράσει τη φήμη και πελατεία της πιο πάνω επιχείρησης κατ' αναλογία 1/3 μεριδίου και καταστεί συνέταιρος. Η επίδικη συμφωνία αφορούσε την αγορά από την ενάγουσα του 1/3 μεριδίου στην επιχείρηση «ΕΘΟΣ» έναντι του ποσού των €70,000 στο οποίο ποσό περιλαμβανόταν η εμπορική φήμη και πελατεία της επιχείρησης καθώς και η αναλογία του μεριδίου της στα έξοδα εξοπλισμού του καταστήματος. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε όπως καταβάλει το ποσό των €7,000 που αντιπροσώπευε το 1/3 μερίδιο του συνολικού ποσού που ξοδεύτηκε για την αγορά εμπορεύματος της τρέχουσας περιόδου και επιπλέον το ποσό των €4,000 το οποίο αντιπροσώπευε το ανάλογο μερίδιο συνεισφοράς της ενάγουσας για την αγορά και εξοπλισμό της επιχείρησης με το εμπόρευμα της επόμενης περιόδου, όλα μαζί συνολικού ποσού €81,
- Για σκοπούς καλύτερης διαχείρισης, συμφωνήθηκε η δημιουργία μιας νέας εταιρείας με την επωνυμία «ΚRENKA LTD» η οποία θα αναλάμβανε την διαχείριση της επιχείρησης «ΕΘΟΣ» με τη ανάληψη όλων των εργασιών της επιχείρησης από 01/04/
- Οι εναγόμενοι προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων και κατόπιν εξουσιοδότησης της ενάγουσας προχώρησαν στην εγγραφή της ως άνω εταιρείας και κατέστησαν την ενάγουσα συνέταιρο στην εν λόγω εταιρεία εκ 1/3 μεριδίου των μετοχών ήτοι 500 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστη. Κατόπιν έρευνας αγοράς, αποφασίστηκε με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας, η δημιουργία ενός νέου καταστήματος στην Πόλη Χρυσοχούς και όχι στη Λεμεσό διότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μεγάλη συνεισφορά από μέρους των μετόχων και θα ήταν ασύμφορο. Με τη δημιουργία του εν λόγω καταστήματος οι εναγόμενοι 1 και 2 ζήτησαν από την ενάγουσα συνεισφορά για τη λειτουργία του εν λόγω καταστήματος, όμως η ενάγουσα κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ουδέποτε την κατέβαλε, γεγονός που συντέλεσε στην μη κερδοφόρα λειτουργία του καταστήματος του οποίου ο εναγόμενοι αναγκάστηκαν να τερματίσουν τη λειτουργία του μετά από ένα έτος. Η συνεργασία των εναγόμενων 1 και 2 με την ενάγουσα προνοούσε ίση συμμετοχή στην επιχείρηση ενώ η επέκταση των εργασιών της επιχείρησης στην Λεμεσό ουδέποτε συμφωνήθηκε παρά μόνον έγιναν κάποιες προκαταρκτικές εργασίες για ανεύρεση καταστήματος, λόγω όμως του υψηλού κόστους αυτό δεν προωθήθηκε. Είναι η θέση των εναγομένων ότι τα χρήματα που η ενάγουσα κατέβαλε ήταν προς εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας για συμμετοχή στην ήδη υφιστάμενη επιχείρηση τους. Για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης της ενάγουσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατάθεσε η ίδια η ενάγουσα (Μ.Ε.1) και ο κ. Nikoly Slitenko (Μ.Ε.2). Για λογαριασμό της υπεράσπισης, κατάθεσαν ο εναγόμενος 1, κ. Ιωάννης Κωμοδρόμος (Μ.Υ.1) και η κα Ιλόνα Παρασκευοπούλου (Μ.Υ.2). Κατατέθηκαν και σημειώθηκαν επίσης 24 τεκμήρια, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω εφόσον κριθεί αναγκαίο. Πέραν των πιο πάνω, δηλώθηκαν τα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα: 1) Ο εναγόμενος 1 είναι ο αποκλειστικός μέτοχος της εναγόμενης
- 2) Η ενάγουσα στις 04/02/2010 ενέβασε σε λογαριασμό του εναγόμενου 1 το ποσό των €30,000 και σε λογαριασμό της εναγόμενης 2 το ποσό των €20,
- 3) Η ενάγουσα στις 31/03/2010 ενέβασε σε λογαριασμό της εναγόμενης 3 το ποσό των €24,000 και την ίδια ημερομηνία το ποσό των €7,000 σε λογαριασμό του εναγόμενου
- 4) Την 1ην/03/2010 ιδρύθηκε η εταιρεία KRENKA LTD με μετόχους τους εναγόμενους 1 και 2 και την ενάγουσα, με μετοχικό κεφάλαιο €1,500 διαιρεμένο σε 1500 μετοχές. Η κατανομή των μετοχών μεταξύ των μετόχων ήταν 500 μετοχές έκαστος. Η ίδρυση της εταιρείας έγινε με την συγκατάθεση της ενάγουσας στις 12/02/2010 με ηλεκτρονικό μήνυμα που απεστάλη στο δικηγόρο των εναγόμενων, κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία. 5) Οι διάδικοι μαζί με τους δικηγόρους τους είχαν διευθετήσει συνάντηση με σκοπό τον εξώδικο συμβιβασμό μέσω τηλεδιάσκεψης χωρίς να έχουν καταλήξει σε συμφωνία. Συνοπτικά η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: Η ενάγουσα (Μ.Ε.1) κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης, γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε (βλ. Έγγραφο 1Α και 1Β). Σε αυτή αναφέρει ότι κατάγεται από την Ρωσία, είναι δικηγόρος και διαμένει στην Αγία Πετρούπολη. Γνώρισε τους εναγόμενους 1 και 2 μέσω της θυγατέρας της, η οποία ζούσε στην Κύπρο, πριν γίνει η συναλλαγή και τους εμπιστευόταν, εμπιστοσύνη την οποία της μετέφερε. Προσπαθούσαν λέει, όπως αντιλήφθηκε αργότερα, να πείσουν την κόρη της να επενδύσει δήθεν στην επιχείρηση «ΕΘΟΣ» που διατηρούσαν με σκοπό να υφαρπάξουν τα κεφάλαια της. Η ίδια ήθελε να επενδύσει στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό σε αγορά καταστήματος και τον Σεπτέμβριο του 2009, όταν ήρθε στην Κύπρο γνώρισε τους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι μόλις αντιλήφθηκαν ότι ήθελε να επενδύσει, σταμάτησαν να γυροφέρνουν την κόρη της και προσπαθούσαν να πείσουν την ίδια να επενδύσει στην επιχείρηση τους. Ενδιαφέρθηκε λέει να ακούσει τις προτάσεις τους οι οποίες εν πολλοίς ήταν ακατανόητες. Κατάθεσε στο Δικαστήριο προσφορές στη Ρωσική γλώσσα μαζί με μετάφραση (βλ. τεκμήρια 2Α και 2Β) οι οποίες όπως είπε είναι ακατανόητες διότι οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν να γράφουν στη Ρωσική. Στο τεκμήριο αυτό, φαίνεται να γίνεται αναφορά στην επιχείρηση των εναγόμενων «ΕΘΟΣ». Το έγγραφο αυτό της αποστάληκε μετά τον Σεπτέμβριο του 2009, όταν είχε ήδη επιστρέψει στη Ρωσία και τηλεφώνησε στους εναγόμενους 1 και 2 προσπαθώντας να κατανοήσει τί ήθελαν να πουν και για το σκοπό αυτό κράτησε σημειώσεις (βλ. τεκμήρια 1Α και 1Β). Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι επειδή ούτε και μετά από την τηλεφωνική επικοινωνία κατάφερε να κατανοήσει τί ήθελαν οι εναγόμενοι 1 και 2 να της πουν και ποιες ήταν οι προτεινόμενες δήθεν επενδύσεις των εναγόμενων, διέκοψε να μιλά μαζί τους για τέτοιες επενδύσεις και τους ξεκαθάρισε ότι η μόνη επένδυση η οποία την ενδιέφερε ήταν η αγορά καταστήματος στη Λεμεσό, την οποία τους κοινοποίησε. Περί τον Ιανουάριο του 2010, οι εναγόμενοι επανήλθαν τηλεφωνικώς και της ανακοίνωσαν ότι της βρήκαν κατάστημα στη Λεμεσό, το οποίο η δήθεν Ρωσίδα ιδιοκτήτρια πωλούσε και ότι έπρεπε να βιαστούν διότι ήταν ευκαιρία και την πειθανάγκασαν με τον τρόπο αυτό να εμβάσει στους εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €50,000, δηλαδή €30,000 επ' ονόματι του εναγόμενου 1 και €20,000 επ' ονόματι της εναγόμενης
- Το εν λόγω ποσό, όπως την βεβαίωναν, αποτελούσε την προκαταβολή της αγοράς καταστήματος στη Λεμεσό, το οποίο θα πλήρωναν στην πωλήτρια του καταστήματος, ώστε να συναφθεί το αγοραπωλητήριο. Μετά το πιο πάνω έμβασμα, οι εναγόμενοι με ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου τους ημερ. 12/02/2010, ζήτησαν την συγκατάθεση της για την ίδρυση εταιρείας με το όνομα KRENKA LTD, την οποία έδωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 13/02/2010 και εξ' όσων διαπίστωσε πρόσφατα οι εναγόμενοι ίδρυσαν εταιρεία αλλά με το όνομα KREKNA LTD, για την οποία ουδέποτε της κοινοποίησαν οποιονδήποτε έγγραφο. Κατάθεσε στο Δικαστήριο το ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου των εναγόμενων ως τεκμήριο 4Α και 4Β και τη δική της συγκατάθεση ως τεκμήριο 5Α και 5Β. Με την ίδρυση της πιο πάνω εταιρείας, οι εναγόμενοι 1 και 2 την κάλεσαν να τους εμβάσει την ισχυριζόμενη δεύτερη δόση του τιμήματος αγοράς του εν λόγω καταστήματος στη Λεμεσό, δηλαδή ακόμη €31,000, κάτι το οποίο έπραξε κατόπιν υποδείξεων τους, δηλαδή €24,000 σε λογαριασμό της εναγόμενης 3 και το ποσό των €7,000 στο λογαριασμό του εναγόμενου
- Η ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 3 χρησιμοποιήθηκε για να συγκαλύψει τις έκνομες ενέργειες του εναγόμενου 1 και ουδεμία σχέση είχε με τη λοιπή συναλλαγή των εναγόμενων 1 και
- Αφού οι εναγόμενοι εισέπραξαν το συνολικό ποσό των €80,000, της ανακοίνωσαν ότι η πράξη αγοράς του καταστήματος στη Λεμεσό ναυάγησε, λόγω υποτιθέμενης υπαναχώρησης της υποτιθέμενης πωλήτριας. Ανησύχησε για την εν λόγω εξέλιξη και η ανησυχία της επιτάθηκε όταν οι εναγόμενοι 1 και 2 της υπέβαλαν εναλλακτική πρόταση, της χαμένης, όπως την αποκάλεσαν, ευκαιρίας αγοράς του καταστήματος στη Λεμεσό, να ενοικιάσουν κατάστημα στην Πόλη Χρυσοχούς, πρόταση την οποία αντιμετώπισε με καχυποψία καθότι επρόκειτο για πρόταση εντελώς ασυνάρτητη και κάλεσε τους εναγόμενους να μην δαπανήσουν το ποσό των €81,000 μέχρι να μεταβεί στην Κύπρο για να εξετάσει από κοντά τα γεγονότα. Ακολούθως, αναφέρει ότι είχε πλέον αντιληφθεί ότι εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους και στην προσπάθεια της να περιορίσει τη ζημία της τους κάλεσε να την κάνουν συνέταιρο στο κατάστημα «ΕΘΟΣ» που διατηρούσαν στην Πάφο, αλλά οι εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν την πρόταση της και στο μεταξύ συνέχισαν να αρνούνται να της παραδώσουν οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την ίδρυση της εταιρείας KREKNA LTD και αρνούντο να την πληροφορήσουν ποιόν σκοπό η εν λόγω εταιρεία εξυπηρετούσε και πως λειτουργούσε και γιατί ιδρύθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 2010, απαίτησε από τους εναγόμενους να της επιστρέψουν το ποσό των €81,000 και επειδή αρνούντο, περί τον Οκτώβριο του 2010 επισκέφθηκε την Κύπρο με τον σύζυγο της. Σε συνάντηση που είχαν και υπό την απειλή ότι θα καταγγείλει την απάτη στην Αστυνομία, οι εναγόμενοι δεσμεύθηκαν να της επιστρέψουν το πιο πάνω ποσό μέχρι την 1ην/11/
- Εντούτοις, συνεχίζει, περί τον Νοέμβριο του 2010 της απέστειλαν άλλη πρόταση η οποία συνίστατο στην εκ μέρους της αγοράς δύο καταστημάτων με δύο διαμερίσματα από κάποιον Χαραλάμπους ο οποίος, όπως ο εναγόμενος 1 την πληροφόρησε με ένα ασύντακτο και όχι έξυπνο ηλεκτρονικό μήνυμα, πωλούσε τα ακίνητα αυτά στο ποσό των €570,000 αλλά ο εναγόμενος 1 τα εκτίμησε στο ποσό των €520,000 και μετά από πίεση ο εν λόγω Χαραλάμπους συμφώνησε στην τιμή των €500,
- Κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 30/11/2010 ως τεκμήριο 14). Στις 11/01/2011, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την εναγόμενη 2, την κάλεσε επιτακτικά να της επιστρέψει το ανωτέρω κεφάλαιο αλλά αρνήθηκε γι αυτό καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Πιο κάτω στη γραπτή της δήλωση, αναφέρει ότι εκ των υστέρων συνειδητοποίησε ότι έπεσε θύμα μιας καλοστημένης απάτης των εναγόμενων 1 και 2, οι οποίοι όταν πληροφορήθηκαν από την κόρη της ότι διέθετε κεφάλαιο για επένδυση στην Κύπρο και ότι ενδιαφερόταν να επενδύσει μεθόδευσαν την απόσπαση κεφαλαίων τα οποία χρησιμοποίησαν για δικό τους όφελος. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τα χρησιμοποίησαν για να πληρώσουν άλλο Ρώσο ή επενδυτή, τον οποίον επίσης εξαπάτησαν και αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπο να διευθετήσουν την απάτη τους. Στις 12/01/11 απέστειλε, αναφέρει, ηλεκτρονικό μήνυμα στον δικηγόρο των εναγόμενων κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία, στον οποίο κατάγγελλε την συμπεριφορά τους αλλά δεν της απάντησε (βλ. τεκμήριο 8Α και 8Β). Μετά έμαθε, λέει, ότι ο κ. Παπαζαχαρία είναι συγγενής του εναγόμενου 1 και εμπλάκηκε στην υπόθεση γι αυτό το λόγο. Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα κατάθεσε στο Δικαστήριο ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 06/12/2010 και 19/12/2010 που απέστειλε στον εναγόμενο 1 (βλ. τεκμήρια 6Α και 6Β και 7Α και 7Β). Κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο ένα τετράδιο το οποίο χρησιμοποιούσε σαν ημερολόγιο που σημείωνε τις σκέψεις της και τα γεγονότα που συνέβαιναν σχετικά με την υπόθεση αυτή (βλ. τεκμήριο 9Α και 9Β). Περαιτέρω, κατάθεσε στο Δικαστήριο και τα κάτωθι έγγραφα: 1) Ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 01/02/2010 και 02/02/2010 από τον εναγόμενο 1 σχετικά με πληροφορίες των λογαριασμών που θα γίνονταν τα εμβάσματα (βλ. τεκμήρια 10 και 11). 2) Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.24/06/2010 από τον εναγόμενο 1 μαζί με φωτογραφίες του καταστήματος της Πόλης Χρυσοχούς. Είπε επίσης ότι αυτό της το έδειξαν οι εναγόμενοι 1 και 2 όταν ήρθε στην Κύπρο και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 02/07/2010 (βλ. τεκμήρια 12 και 13). 3) Σετ από τρία έγγραφα από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών σχετικά με το κατάστημα και την εμπορική επωνυμία «ΕΘΟΣ» Αντεξεταζόμενη, η ενάγουσα είπε, ότι οι εναγόμενοι προσπάθησαν να ξεγελάσουν την κόρη της αλλά αυτό δεν συνέβηκε σε εκείνη και συνέβηκε στην ίδια, δηλαδή την ξεγέλασαν αυτή, χωρίς να απαντά πώς προσπάθησαν να ξεγελάσουν την κόρη της. Είπε επίσης ότι η εναγόμενη 2 την ευχαρίστησε για τα χρήματα που τους απέστειλε καθότι είχαν δυσκολίες και μπορούσε να πάει στη φυλακή ο εναγόμενος 1 αλλά αρνήθηκε ότι τους δάνεισε τα χρήματα αυτά λέγοντας ότι ο σκοπός που τα έστειλε ήταν για να αγοράσει ακίνητο. Σε σχέση με το τεκμήριο 2 και τις προσφορές σε αυτό για επένδυση στην επιχείρηση των εναγόμενων 1 και 2, είπε ότι ούτε που το κοίταξε, καθότι τέτοιες προσφορές είχε πολλές. Αυτό ήταν ιδέα του εναγόμενου 1 και η ίδια δεν ενδιαφερόταν για συνεργασία με τους εναγόμενους. Η ίδια είναι δικηγόρος είπε και δεν δικαιούται να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις και την πολιτική και δεν θα ρίσκαρε την άδεια της. Αρνήθηκε ότι κρατούσε σημειώσεις στο τετράδιο της διότι συζητούσε με τους εναγόμενους για να επενδύσει στην επιχείρηση τους και είπε ότι το έκανε αυτό για να καταλάβει τα κίνητρα και τους στόχους τους. Όταν τις κάνουν προτάσεις είπε, κρατά σημειώσεις αλλά δεν σημαίνει ότι θα αποδεχθεί να κάνει αυτό που της προτείνουν και ισχυρίστηκε ότι δεν συμφώνησε τίποτε με τους εναγόμενους. Επίσης, είπε ότι τα χρήματα αυτά τα απέστειλε με σκοπό να αγοράσει ακίνητο στη Λεμεσό και τα εμβάσματα έγιναν σε λογαριασμούς που της υπέδειξε η εναγόμενη
- Γνώριζε την διαδικασία αγοράς ακινήτου στην Κύπρο είπε διότι έκτισε διαμέρισμα και αγόρασαν το σπίτι τους στην Κύπρο και γνώριζε ότι δεν θα χάνονταν τα χρήματα. Ερωτούμενη να πει κατά πόσο γνώριζε τα στοιχεία του ακινήτου που θα αγόραζε στη Λεμεσό, απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι της τα έλεγε η εναγόμενη 2 αλλά παρά το ότι της ζήτησε φωτογραφίες εντούτοις δεν της έστειλε. Ζητούσε είπε λεπτομέρειες και σχέδια αλλά της είπαν ότι ήταν επείγον να πληρώσει για να μην χαθεί η ευκαιρία και μετά θα της έστελναν όλα τα σχετικά χαρτιά. Είπε, περαιτέρω, ότι δεν γνώριζε σε ποιους άνηκαν οι λογαριασμοί στους οποίους έστειλε τα χρήματα και εκ των υστέρων όταν πήγε σε δικηγόρο το έμαθε. Πιο κάτω, αναγνώρισε τα ηλεκτρονικά μηνύματα που της αποστάληκαν με τα στοιχεία των λογαριασμών των εναγόμενων 1, 2 και 3 και τα κατάθεσε ως τεκμήρια 16, 17 και
- Δεν γνώριζε να πει για ποιο λόγο απόστελλε χρήματα σε τρεις διαφορετικούς λογαριασμούς και το έκανε διότι έτσι της έλεγαν ενώ στην πορεία είπε ότι το έκανε διότι της έλεγαν ότι έτσι θα πλήρωνε λιγότερο φόρο και γι αυτό δεν της κίνησε την υποψία. Αρνήθηκε ότι επινόησε αυτό το σενάριο για να αποδεσμευτεί από τη συμφωνία με τους εναγόμενους που ήταν η επένδυση στην επιχείρηση τους και επέμεινε ότι τα χρήματα τα έδωσε για αγορά ακινήτου στη Λεμεσό για να το έχουν οι κόρες της, οι οποίες μπορούσαν αν ήθελαν να κάνουν επιχείρηση ή να το ενοικιάζουν και να έχουν εισόδημα. Όσον αφορά τη δημιουργία της εταιρείας, είπε ότι η ίδια είχε άλλους στόχους ενώ οι εναγόμενοι διαφορετικούς και δεν καταλαβαίνει γιατί ήθελαν να δημιουργήσουν εταιρεία. Η ίδια δεν χρειαζόταν την εταιρεία αυτή και δεν ήθελε να γίνει και οι εναγόμενοι την ειδοποίησαν εκ των υστέρων για τη δημιουργία της. Μετά έμαθε τί είχε γίνει είπε αφού μετά που έστειλε τα χρήματα δεν την ενημέρωναν. Προσπάθησε να σώσει τα χρήματα της και τους πρότεινε να τα χρησιμοποιήσουν για την επιχείρηση που είχαν στην Πάφο και να βρει αργότερα ακίνητο να αγοράσει. Πιο κάτω είπε ότι ο εναγόμενος 1 δεν είναι επιχειρηματίας και αν ήθελε να μιλήσει με κάποιο, αυτός θα ήταν ο αδελφός του που είναι καλή η δουλειά του. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι οι εναγόμενοι την ενημέρωσαν όταν χάθηκε το ακίνητο για το οποίο έστειλε τα χρήματα και αυτό έγινε όταν ακόμη δεν είχε στείλει ολόκληρο το ποσό των €81,
- Τα υπόλοιπα χρήματα τα έστειλε όταν την ενημέρωσαν ότι θα έκαναν άλλο σχέδιο. Μετά της είπαν ότι δεν μπορεί να βρεθεί άλλο τέτοιο ακίνητο στη Λεμεσό και ότι μπορούν να βρουν ακίνητο στη Πόλη Χρυσοχούς. Αρνήθηκε υποβολή ότι τα χρήματα αυτά τα απέστειλε για να κάνει επιχείρηση με τους εναγόμενους και ότι οι εναγόμενοι την ενημέρωναν για τις κινήσεις του λογαριασμού. Αν κάποια φορά της έστελλαν κάποιους λογαριασμούς, είπε, ο στόχος τους δεν ήταν να την ενημερώνουν αλλά να δείξουν μεγάλη κίνηση στις δουλείες τους για να δικαιολογήσουν στο μέλλον την πτώχευση τους. Αναγνώρισε και κατάθεσε στο Δικαστήριο τρία ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 17/08/2010 που της αποστάληκαν από τον εναγόμενο 1 με επισυνημμένες καταστάσεις λογαριασμού και επεξηγήσεις (βλ. τεκμήρια 19Α, 19Β και 19Γ). Είπε επίσης, ότι ο λόγος που έκανε καταγγελία στην Αστυνομία το 2015 και όχι το 2010 που όπως είπε διαπίστωσε ότι εξαπατήθηκε ήταν διότι όταν ήρθε με το σύζυγο της στην Κύπρο και συναντήθηκε με τους εναγόμενους, της υποσχέθηκε ο εναγόμενος 1 ότι θα της επέστρεφε τα χρήματα της μέχρι την 1ην/11 και αρνήθηκε ότι αυτό έγινε διότι τότε σκηνοθέτησε την υπόθεση περί απάτης. Περαιτέρω, είπε ότι δεν προώθησε την καταγγελία της αυτή διότι ο διερμηνέας στην Αστυνομία της φάνηκε πολύ γνωστός της εναγόμενης
- Δεν είχε στοιχεία για τον συγκεκριμένο Ρώσο που ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι ξεγέλασαν και χρησιμοποίησαν τα δικά της χρήματα για να τον αποζημιώσουν, όπως ισχυρίστηκε στην γραπτή της κατάθεση. Αντεξεταζόμενη για το τεκμήριο 9, το τετράδιο με τις σημειώσεις της όπως είπε, δεν θυμόταν να πει πότε συντάχθηκε και ανάφερε ότι απλώς μετάφερε κάποιες σκέψεις σε αυτό. Αρνήθηκε ότι στην παράγραφο 3 αυτού αναφέρει ότι συμφώνησε να δανείσει τους εναγόμενους €51,000 και είπε ότι η εναγόμενη 2 ήταν απλά μεσίτης για την αγορά ακινήτου. Είπε επίσης ότι όλες αυτές οι σημειώσεις στο τετράδιο είναι υποδείξεις προς τον δικηγόρο για την πορεία που θα ακολουθήσουν με την υπόθεση. Σε επανεξέταση της διευκρίνισε ότι αυτά τα έγραψε προετοιμαζόμενη για τις συνομιλίες που θα έκανε με τους εναγόμενους. Σημείωσε σε αυτό τη στάση τη δική της και ότι το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να σώσει τα χρήματα της. Η εναγόμενη 2, αντιλήφθηκε, ότι καταλάβαινε κάτι διαφορετικό για τις δουλειές τους και ζήτησε να της πουν ότι αν πράγματι χρειάζονταν χρήματα, ήταν έτοιμη να τους τα δώσει χωρίς τόκο αλλά να γίνουν έγγραφα για δανεισμό. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι είναι ο σύζυγος της ενάγουσας και ότι γνωρίζει τους εναγόμενους 1 και 2 από τη συνάντηση που είχε μαζί τους, μαζί την σύζυγο του περί τον Σεπτέμβριο του
- Του είχε πει η σύζυγος του ότι είχε δώσει χρήματα στους εναγόμενους ως προκαταβολή για αγορά ακινήτου και στη συνάντηση πήγαν για να συζητήσουν την αγορά ακινήτου και τους έδειξαν ένα κατάστημα στην Πάφο, εκεί στο εστιατόριο που έτρωγαν. Δεν τους άρεσε όμως το μέγεθος του και τα τετραγωνικά του μέτρα δεν ήταν αυτά που ήθελαν. Είπε επίσης ότι είχαν και άλλη συνάντηση στο ίδιο εστιατόριο αλλά είχαν καταλάβει ότι δεν προλάβαιναν να αγοράσουν ακίνητο γι αυτό η σύζυγος του απαίτησε να της επιστρέψουν τα χρήματα που τους είχε δώσει. Κατάλαβαν όμως ότι χρήματα δεν υπήρχαν αλλά ο εναγόμενος 1 είπε της συζύγου του ότι τον επόμενο Ιανουάριο δηλαδή εννοούσε το 2011 θα της τα επέστρεφε. Αντέδρασε η εναγόμενη 2 σε αυτό η οποία ρωτούσε τον εναγόμενο 1 πού θα έβρισκε τα χρήματα για να τα επιστρέψει και εκείνος επέμενε ότι θα τα έβρισκε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός και ζητώντας του να πει κατά πόσο γνωρίζει το σκοπό που αποστάληκαν από την σύζυγο του τα χρήματα, είπε ότι αυτά γνώριζε ότι στάληκαν για αγορά ακινήτου το οποίο ήθελαν να ενοικιάσουν στην εναγόμενη 2 και να τους πληρώνει ενοίκιο. Γνωρίζει ότι η εναγόμενη 2 ήθελε επείγον χρήματα για να μπορεί να κάνει γρήγορα την πράξη όταν βρεθεί το κατάλληλο ακίνητο. Αρνήθηκε ότι τα χρήματα μπορεί να δόθηκαν από τη σύζυγο του για άλλο σκοπό και συγκεκριμένα για την εξαγορά του 1/3 μεριδίου στην επιχείρηση των εναγόμενων. Είπε επίσης ότι το κάθε μαγαζί που είχε η εναγόμενη 2 άξιζε €3,
- Πωλούσαν γυναικεία εσώρουχα. Δεν γνώριζε επίσης κατά πόσο είχε δημιουργηθεί εταιρεία στην οποία συμμετείχε και η σύζυγος του και επέμεινε ότι στη συνάντηση τον Σεπτέμβριο του 2010 οι εναγόμενοι υποσχέθηκαν ότι θα επέστρεφαν τα χρήματα. Ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο 2). Σε αυτή αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτης της εμπορικής επωνυμίας «ΕΘΟΣ» και μαζί με την εναγόμενη 2 συνιδιοκτήτες της επιχείρησης με την ίδια επωνυμία η οποία στεγαζόταν στην οδό Αγαπήνωρος 73 στα καταστήματα αρ. 1 και αρ. 2 και η οποία ασχολείτο με την πώληση εσωρούχων. Κατά το έτος 2008, μέσω της συντρόφου του, γνώρισε την Ευγενία, θυγατέρα της ενάγουσας και σταδιακά ανάπτυξαν φιλικές σχέσεις. Το καλοκαίρι του 2009 η εν λόγω Ευγενία εξέφρασε τη θέληση της να συμμετάσχει στην επιχείρηση «ΕΘΟΣ» και μετά από συζητήσεις που είχαν, του ζήτησε να καθαρογράψει τα όσα συζήτησαν και να παραδώσει το κείμενο στην μητέρα της η οποία θα ερχόταν στην Κύπρο σύντομα, κάτι το οποίο έκανε. Συναντήθηκε με την ενάγουσα περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2009 οπόταν της παράδωσε το φάκελο τον οποίο από ότι τον ενημέρωσε η Ευγενία τον παράλαβε και θα τον ενημέρωνε μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων για την απόφαση της. Αρχές Ιανουαρίου του 2010 του τηλεφώνησε η ενάγουσα και τον ενημέρωσε ότι η θυγατέρα της δεν επιθυμούσε σε αυτό το στάδιο οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους καθότι αντιμετώπιζε προβλήματα στο γάμο της και βρισκόταν σε διαδικασία διαζυγίου με το σύζυγο της. Ταυτόχρονα, η ενάγουσα εξέφρασε την επιθυμία να συνεργαστεί μαζί τους η ίδια και τους ζήτησε να αποστείλουν εκ νέου την πρόταση για συνεργασία κάτι το οποίο έγινε στις 25/01/2010 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος (βλ. τεκμήριο 21). Το κείμενο της συνεργασίας, είπε, είναι το τεκμήριο 2Α και 2Β. Μετά από αυτό, η ενάγουσα επικοινώνησε μαζί τους τηλεφωνικώς ζητώντας διευκρινήσεις ως προς τα όσα περιλαμβάνονταν στο κείμενο και υπήρξαν συνομιλίες και τελικά συμφώνησαν να συνεργαστούν στη βάση της πρότασης υπό σημείο αρ. 3 του εγγράφου. Ο μάρτυρας πιο κάτω στην γραπτή του δήλωση, παραθέτει λεπτομέρειες της προφορικής συμφωνίας τους με την ενάγουσα, στις οποίες αναφέρει ότι συμφωνήθηκε ότι η τρέχουσα αξία της επιχείρησης «ΕΘΟΣ» ανερχόταν στα €210,000 και ότι η ενάγουσα θα συμμετείχε σε αυτή κατά το 1/3 μερίδιο. Τα προϊόντα της εταιρείας «MILAVITSA» τα οποία αποτελούσαν το κυρίως εμπόρευμα της επιχείρησης «ΕΘΟΣ» των οποίων αποκλειστική αντιπροσωπεία είχε η εναγόμενη αρ. 3 θα συνέχιζαν να πωλούνται στην επιχείρηση «ΕΘΟΣ» σε τιμές κόστους. Ως αντάλλαγμα της πιο πάνω συμφωνίας η ενάγουσα θα κατέβαλλε ποσό €70,000 στον ίδιο και στην εναγόμενη
- Επίσης, θα κατέβαλλε ποσό ύψους €7,000 το οποίο αντιστοιχούσε στο 1/3 της αξίας του εμπορεύματος της τρέχουσας περιόδου που είχε ήδη πληρωθεί από τους ίδιους καθώς και €4,000 το οποίο αντιπροσώπευε το 1/3 μερίδιο συνεισφοράς της ενάγουσας για την αγορά και του εμπορεύματος της καλοκαιρινής περιόδου. Για σκοπούς καλύτερης διαχείρισης της επιχείρησης θα εγγράφετο εταιρεία στην οποία θα συμμετείχαν και οι τρεις κατά ίσα μερίδια και στην οποία θα μεταβιβαζόταν η διαχείριση της επιχείρησης «ΕΘΟΣ». Μεταξύ άλλων, η υπό σύσταση εταιρεία θα αναλάμβανε όπως εξασφαλίσει την αποκλειστική αντιπροσωπεία της εταιρείας «MILAVISTA» τα προϊόντα της οποίας πωλούνταν αποκλειστικά στο κατάστημα «ΕΘΟΣ» και με αυτό τον τρόπο θα ήταν δυνατή η πώληση των εμπορευμάτων από την επιχείρηση «ΕΘΟΣ» χωρίς την μεσολάβηση της εναγόμενης αρ.
- Ακολούθως και προς εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας, η ενάγουσα πίστωσε στις 04/02/2010 το λογαριασμό του μάρτυρα με το ποσό των €30,000 και το λογαριασμό της εναγόμενης 2 με το ποσό των €20,
- Συνεχίζοντας πιο κάτω στη γραπτή του δήλωση, ο μάρτυρας αναφέρει ότι κατά τον ίδιο χρόνο που συμφώνησαν για την συμμετοχή της ενάγουσας στην επιχείρηση, ταυτόχρονα συζήτησαν και το ενδεχόμενο να λειτουργήσουν και δεύτερο κατάστημα, κατά προτίμηση στην επαρχία Λεμεσού. Αρχές Μαρτίου έκανε μια προκαταρκτική έρευνα στη Λεμεσό και περί τα μέσα Μαρτίου ενημέρωσε τηλεφωνικά την ενάγουσα για τα αποτελέσματα αυτής. Ουσιαστικά, αναφέρει ότι τα έξοδα ήταν ψηλά και αφού ενημερώθηκε η ενάγουσα, αποφάσισαν από κοινού να μην προχωρήσουν με την επέκταση των εργασιών τους στη Λεμεσό αλλά να αναζητήσουν άλλο κατάστημα το οποίο θα στοίχιζε λιγότερα. Είχαν ήδη παραγγείλει το εμπόρευμα για το δεύτερο κατάστημα γι αυτό θα έπρεπε να βρουν χώρο και τελικά βρήκα κατάστημα στην Πόλη Χρυσοχούς και κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της ενάγουσας αποφάσισαν την λειτουργία του η οποία άρχισε περί τα μέσα Ιουνίου του
- Με τη λειτουργία του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην ενάγουσα με επισυνημμένες φωτογραφίες ώστε να δει και η ίδια το τελικό αποτέλεσμα των όσων είχαν συμφωνήσει, το οποίο είναι το τεκμήριο
- Αναφέρει επίσης ότι στο μεταξύ και ενώ έψαχναν για δεύτερο κατάστημα, είχαν ήδη δώσει οδηγίες στο δικηγόρο τους για εγγραφή της εταιρείας, όπως είχε συμφωνηθεί, η οποία συστάθηκε την 1ην/03/2010 με το όνομα «KREKNA LTD». Η ενάγουσα ενημερώθηκε από τους ίδιους για τη σύσταση της εταιρείας και της ζητήθηκε αρκετές φορές να παρουσιαστεί στα γραφείο του δικηγόρου τους για υπογραφή γραπτής συμφωνίας που θα περιλαμβάνονταν οι όροι της συνεργασίας τους και η ίδια ουδέποτε παρουσιάστηκε. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι μετά που η ενάγουσα ενημερώθηκε για τη σύσταση της εταιρείας περί τα μέσα Μαρτίου του 2010, πίστωσε στις 31/03/2010 το ποσό των €7,000 σε λογαριασμό του και το υπόλοιπο ποσό των €24,000 σε λογαριασμό της εναγόμενης αρ.
- Αναφέρει επίσης ότι είναι η ίδια η ενάγουσα που τους ζήτησε να εμβάσει τα χρήματα σε λογαριασμό της εταιρείας καθότι πίστευε ότι με αυτό τον τρόπο θα απέφευγε τη διπλή φορολογία και αυτή ήταν η τακτική της. Όταν απέστειλε το ποσό των €20,000 σε λογαριασμό της εναγόμενης 2 διαπίστωσαν ότι στις λεπτομέρειες μεταφοράς αναφέρεται «Transfer of Free Funds as Gift» και προς υποστήριξη τούτου κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρει ότι μετά τη συμφωνία που έκαναν με την ενάγουσα, από την 01/03/2010 ανοίχθηκε και λειτούργησε νέος λογαριασμός κοινός επ' ονόματι του και της εναγομένης 2, ο οποίος αφορούσε την λειτουργία της επιχείρησης «ΕΘΟΣ» και στις 17/08/2010 κοινοποίησε στην ενάγουσα αναλυτική κατάσταση αυτού, παραπέμποντας και επεξηγώντας το τεκμήριο
- Είπε ότι η συνεισφορά της για τη λειτουργία της επιχείρησης ανερχόταν στα €11,500 και της ζητούσε να τα καταβάλει λέγοντας του ότι όταν θα ερχόταν στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 2010, θα συζητούσαν για τα έξοδα και την συνεισφορά που έπρεπε να καταβάλει. Κατά τη συνάντηση που είχαν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου το 2010 στο εστιατόριο «Ατλαντίδα» στην Πάφο, ο ίδιος, η εναγόμενη 2 και η ενάγουσα με το σύζυγο της, αφού συζήτησαν τα όσα αφορούσε τη συνεισφορά που έπρεπε να δοθεί εκ μέρους της σύμφωνα με τα όσα της απεστάλησαν με το τεκμήριο 19, η ενάγουσα φάνηκε ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει την συνεργασία της μαζί τους ψάχνοντας να βρει τρόπους για να τους πείσει να ακυρωθεί η συμφωνία χωρίς όμως να το πετύχει. Αυτό το οποίο της πρότειναν, ισχυρίζεται, ως λύση ήταν να βρει ενδιαφερόμενο πρόσωπο στο οποίο θα πωλούσε το μερίδιο της στην επιχείρηση. Η συνάντηση έληξε σε καλό κλίμα και χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία. Κατά την συνάντηση, η ενάγουσα του ζήτησε επίσης να μάθει κατά πόσο ο ιδιοκτήτης του ακινήτου σε μέρος τους οποίου στεγαζόταν το κατάστημα «ΕΘΟΣ» στην Πάφο, κ. Γιώργος Χαραλάμπους ενδιαφερόταν να πωλήσει ολόκληρο το ακίνητο στην ενάγουσα και σε ποια τιμή. Επικοινώνησε με το εν λόγω πρόσωπο και παράπεμψε στο τεκμήριο 14 για τα αποτελέσματα της επικοινωνίας του αυτής. Σε απάντηση του πιο πάνω μηνύματος του όπως φαίνεται στο τεκμήριο 14, η ενάγουσα στις 06/10/2010 ζητούσε πλέον ξεκάθαρα να της επιστρέψουν πίσω το ποσό που κατέβαλε και ο ίδιος με ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 15/12/2010 (βλ. τεκμήριο 24) επανέλαβε την συμφωνία τους και ότι αν ήθελε να αποχωρήσει θα μπορούσε να πωλήσει το μερίδιο της σε κάποιον τρίτο. Ακολούθως, η ενάγουσα απάντησε με ηλεκτρονικό της μήνυμα στις 19/12/2010 επιμένοντας να της επιστρέψουμε τα χρήματα της (βλ. τεκμήριο 7) και το ίδιο μήνυμα έστειλε προς το δικηγόρο τους στις 12/01/2011 (βλ. τεκμήριο 8) τερματίζοντας την συνεργασία τους και ανακαλώντας την εξουσιοδότηση που του δόθηκε για την εταιρεία. Τέλος, ο μάρτυρας στην γραπτή του δήλωση αρνείται τα όσα η ενάγουσα ανάφερε στο Δικαστήριο περί εξαπάτησης της και ότι ο σκοπός της αποστολής των χρημάτων ήταν για αγορά ακινήτου στη Λεμεσό. Ουδέποτε δεσμευθήκαν να της επιστρέψουν πίσω τα χρήματα και η θέση τους ήταν πάντα ότι θα έπρεπε να βρει αγοραστή για το μερίδιο της. Ούτε κλήθηκε ποτέ στην Αστυνομία για κατάθεση ή ενημερώθηκε ότι εκκρεμεί προς διερεύνηση παράπονο ή καταγγελία της ενάγουσας. Σε περαιτέρω εξέταση του, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 20 το έγγραφο με τις προτάσεις συνεργασίας τους με την Ευγενία, θυγατέρα της ενάγουσας το οποίο απέστειλε στην τελευταία. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανάφερε ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της εμπορικής επωνυμίας «ΕΘΟΣ» αλλά η επιχείρηση άνηκε και στους δύο, δηλαδή στον ίδιο και στην εναγόμενη
- Η Ευγενία, η κόρη της ενάγουσας είδε τις πωλήσεις και κερδοφορία της επιχείρησης κατά τις συζητήσεις που είχαν και η ίδια ήθελε να συμμετάσχει στην επιχείρηση. Καθαρόγραψε αυτά που συζητούσαν και της έστειλε τις προτάσεις τους ως το τεκμήριο 20, μέσω της ενάγουσας. Απέστειλε μετά στην ενάγουσα το ίδιο έγγραφο αλλά με την προσθήκη μιας επιπρόσθετης παραγράφου η οποία αφορούσε εμπόρευμα αξίας που είχε ήδη παραγγελθεί για το κατάστημα και πληρώθηκε. Αυτό είναι το τεκμήριο
- Αντεξετάστηκε επίσης στις προτάσεις που περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 20 και 2 και του ζητήθηκε να τις επεξηγήσει. Του υποβλήθηκε ότι οι εν λόγω προτάσεις δεν είναι προτάσεις που μπορεί κάποιος να κατανοήσει για να γίνει συνέταιρος με το μάρτυρα να απαντά ότι για κάποιο που τις έχει συζητήσει είναι κατανοητές και σοβαρές προτάσεις. Η συμφωνία με την ενάγουσα είπε ότι έγινε προφορικά σύμφωνα με την παράγραφο 3 του τεκμηρίου 2 με τη μόνη διαφορά ότι το κέρδος των €10,000 το χρόνο που εγγυήθηκε ότι θα υπήρχε, θα ξεκινούσε μετά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας. Γνώριζε τη συμφωνία είπε η ενάγουσα και γι αυτό απέστελλε τα εμβάσματα και αρνήθηκε τη θέση ότι τα χρήματα αυτά στάληκαν για να αγοραστεί εκ μέρους της ενάγουσας κατάστημα στη Λεμεσό. Ποτέ δεν τέθηκε έτσι θέμα είπε και ποτέ η ενάγουσα ήθελε να αγοράσει κατάστημα στη Λεμεσό. Όλες οι συζητήσεις έγιναν με σκοπό να μπει συνέταιρος το κατάστημα. Όσον αφορά την συμφωνία που είπε ότι έγινε με την ενάγουσα, είπε ότι αυτή δεν περιλάμβανε αρχικά τη δημιουργία άλλου καταστήματος και ότι περί τον Φεβρουάριο του 2010 άρχισαν να ψάχνουν για άλλο κατάστημα, αρχικά στη Λεμεσό. Είπε επίσης ότι στην πορεία και μετά από παραίνεση του λογιστή του αποφασίστηκε ότι θα ήταν καλύτερα να συστήσουν εταιρεία για τη διαχείριση της επιχείρησης και αυτή να αναλάμβανε την αντιπροσωπεία του εργοστασίου παραγωγής εσωρούχων κάτι το οποίο διαφάνηκε στην πορεία ότι δεν ήταν εφικτό. Γι αυτό η εταιρεία έμεινε ανενεργή. Περαιτέρω, είπε ότι το κατάστημα έκλεισε πριν από 5 μήνες και δεν δόθηκε ποτέ μερίδιο από τα κέρδη του στην ενάγουσα διότι τον πρώτο χρόνο έπρεπε να συνεισφέρει στο κατάστημα ένα μερίδιο για τη δημιουργία του καταστήματος στην Πόλη Χρυσοχούς και κάποια άλλα έξοδα τα οποία συμποσούνταν σε €11,000, όπως της τα κοινοποίησε με το τεκμήριο
- Μετά είπε η ίδια αρνείτο να συμμετάσχει στην επιχείρηση και δεν υπήρχε επικοινωνία. Είπε περαιτέρω ότι όταν η ενάγουσα ήρθε στην Κύπρο με το σύζυγο της περί τον Μάρτιο του 2010 και της ζήτησαν να πάνε στο δικηγόρο τους για να γίνει συμφωνία, η ίδια το απέφευγε και τους παρακάλεσε στις συναντήσεις τους να μην μπλέξουν τα επαγγελματικά με τα οικογενειακά ζητήματα της διότι προσπαθούσε να επανασυνδεθεί, από ότι τους είπε με το σύζυγο της. Πέραν των πιο πάνω αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της αλληλογραφίας ημερομηνίας 15/12/2010 (τεκμήριο 24) και 06/12/2010 στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας. Το ίδιο έγινε και σε σχέση με τα τεκμήρια 19Α, 19Β και 19Γ. Η Μ.Υ.2 κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι εργαζόταν στο κατάστημα των εναγόμενων 1 και 2 με την επωνυμία «ΕΘΟΣ» για περίπου 2 - 3 χρόνια, τα καλοκαίρια διότι σπούδαζε. Κατά το έτος 2010 - 2011 δούλευε για αρκετό καιρό διότι ήταν έγκυος. Γνώρισε την ενάγουσα στο κατάστημα η οποία της συστήθηκε ως συνέταιρος των εναγόμενων 1 και
- Την είδε 3 - 4 φορές. Όταν της συστήθηκε, την βοήθησε λίγο να για το πώς να εξυπηρετεί τους Ρώσους πελάτες. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι αυτό έγινε το 2011 διότι το 2010 - 2011 ήταν εκεί για 9 μήνες λόγω της εγκυμοσύνης της. Όταν εργαζόταν εκεί το κατάστημα πήγαινε καλά είπε και έκανε πωλήσεις αλλά δεν γνώριζε να πει πόσο κέρδος έκανε. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται(βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η ενάγουσα (Μ.Ε.1), επί της μαρτυρίας της οποίας στηρίζεται η υπόθεση της, πρόβαλε στο Δικαστήριο, ουσιαστικά, την εκδοχή ότι εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους αποστέλλοντας σε αυτούς το ποσό των €81,000 το οποίο προοριζόταν για την αγορά καταστήματος στη Λεμεσό και ότι ουδέποτε η ίδια ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους και να μετέχει στην επιχείρηση που αυτοί διατηρούσαν στην Πάφο. Η ίδια ήθελε να επενδύσει στη Κύπρο με τη μορφή αγοράς ακινήτου και όχι να μετέχει σε επιχείρηση και ο λόγος που έστειλε τα εν λόγω χρήματα ήταν διότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι, όπως σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας της είπε, ενεργούσαν ως «μεσίτες» της, την ενημέρωσαν ότι της βρήκαν κατάστημα για να αγοράσει. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της θα πρέπει να γίνει στη βάση της πιο πάνω βασικής εκδοχής της μάρτυρος την οποία προώθησε με τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο και έχοντας υπόψη και την υπεράσπιση των εναγόμενων, εκείνο το οποίο αναδύεται ως βασικό επίδικο θέμα πραγματικού γεγονότος είναι κατά πόσο πράγματι η ενάγουσα με δόλο ή απάτη ή ψευδείς παραστάσεις που έγιναν από τους εναγόμενους 1 και 2 σε αυτή περί αγοράς για λογαριασμό της καταστήματος στη Λεμεσό, βασίστηκε στα όσα της ανάφεραν και τους απέστειλε το ποσό των €81,
- Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της ενάγουσας, έλαβα υπόψη μου την έγγραφη μαρτυρία την οποία η ίδια κατάθεσε στο Δικαστήριο καθώς επίσης και ολόκληρη τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε αντιπαραβολή με την εκδοχή που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι. Ως γενική διαπίστωση, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η θέση της μάρτυρος αυτής για τον σκοπό αποστολής των χρημάτων, τα οποία διεκδικεί, στους εναγόμενους, στερείται πειστικότητας, συγκρούεται ή τουλάχιστον δεν συνάδει ούτε υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία που η ίδια κατάθεσε στο Δικαστήριο και παρουσιάζει αδυναμίες, κενά και αντιφάσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την προφορική της μαρτυρία και στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει αναφορές τόσο της ίδιας όσο άλλες αναφορές στην έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων και αναιρούσε με ευκολία αρχικούς της ισχυρισμούς ή έδινε άλλες εκδοχές και ερμηνείες. Γενικά η μάρτυρας αυτή δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι σκοπός της δεν ήταν να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ολοκληρωμένα τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά προώθησε μια εκδοχή που κατά τη θέση της θα την βοηθούσε να ανακτήσει τα ποσά τα οποία απέστειλε στους εναγόμενους. Επίσης, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της κατά την αντεξέταση της απέφευγε να απαντά ευθέως τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και οι απαντήσεις της δεν ήταν πειστικές. Περαιτέρω, η εκδοχή της δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, με την έννοια ότι σε καμία περίπτωση κατά τη μαρτυρία της η ενάγουσα συσχετίζει την αποστολή των χρημάτων της και τον σκοπό της αγοράς του καταστήματος στη Λεμεσό με την επιχείρηση των εναγόμενων, όπως αναφέρει στην παράγραφο 19 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης της αλλά και σε άλλα μέρη της Έκθεσης Απαίτησης της. Για σκοπούς υποστηρίξεως των όσων αναφέρω ανωτέρω, θα αναφερθώ κατωτέρω σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας και εκδοχής της ενάγουσας. Η ενάγουσα απορρίπτει τη θέση ότι ήθελε καθοιονδήποτε στάδιο να επενδύσει στην επιχείρηση των εναγόμενων και ότι ο μοναδικός σκοπός που απέστειλε τα χρήματα ήταν για να της αγοράσουν ακίνητο στη Λεμεσό, το οποίο όπως είπε θα μπορούσαν να το αξιοποιήσουν οι θυγατέρες της, είτε ανοίγοντας επιχείρηση είτε ενοικιάζοντας το. Η ίδια είπε ότι είναι δικηγόρος και ανάφερε και τα προσόντα της στο Δικαστήριο, ότι είχε αγοράσει και στο παρελθόν ακίνητα στην Κύπρο και γνώριζε τις διαδικασίες. Παρά ταύτα προβάλει τη θέση ότι απέστειλε τις πρώτες €50,000 στους εναγόμενους διότι η εναγόμενη 2 της είπε ότι υπήρχε ένα κατάστημα προς πώληση στη Λεμεσό, ήταν ευκαιρία και έπρεπε επείγον να της αποστείλει τα χρήματα αυτά για σκοπούς προκαταβολής για μην χαθεί η ευκαιρία. Αντεξεταζόμενη, διαφάνηκε ότι η ίδια δεν μπορούσε έστω να περιγράψει το εν λόγω κατάστημα, πόσα τετραγωνικά μέτρα ήταν, πού βρισκόταν, ούτε ήταν σε θέση να δώσει άλλες λεπτομέρειες. Δεν ζήτησε σχετικά σχέδια ή έγγραφα και ανάφερε ότι αυτά θα τα έπαιρνε μετά. Όπως προκύπτει η μεταφορά των πρώτων χρημάτων γίνεται αρχές Φεβρουαρίου του 2010, ενώ τους εναγόμενους 1 και 2, η ενάγουσα τους είχε γνωρίσει περί τον Σεπτέμβριο του
- Παρά ταύτα, ισχυρίζεται ότι τους εμπιστευόταν διότι γνώριζαν την θυγατέρα της η οποία τους εμπιστευόταν και αυτή την εμπιστοσύνη της, την μετέφερε και σε αυτήν. Είναι δύσκολο αυτή η θέση της από μόνη της, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία που υπάρχουν να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο. Μια δικηγόρος με αρκετά προσόντα και πείρα στην αγορά ακινήτων στην Κύπρο, να αποστέλλει το ποσό των €50,000 σε κάποιους, άγνωστους σχεδόν γι αυτή, για να της αγοράσουν ακίνητο στη Λεμεσό για το οποίο δεν γνώριζε οποιαδήποτε στοιχεία του. Ενώ στην γραπτή της δήλωση αναφέρει ότι ακολούθως οι εναγόμενοι την κάλεσαν να τους εμβάσει τη δεύτερη δόση για την αγορά του εν λόγω καταστήματος ύψους €31,000, κάτι που έπραξε, τότε την ενημέρωσαν ότι η πράξη αγοράς του ναυάγησε λόγω υποτιθέμενης υπαναχώρησης της πωλήτριας. Ούτε η θέση της αυτή πείθει. Ακόμη και να δεχθώ ότι τις πρώτες €50,000 τις απέστειλε λόγω του ότι της είχε αναφερθεί ότι ήταν επείγον για να μην χαθεί η ευκαιρία, δεν υπήρχε κανένας λόγος να αποστείλει και περαιτέρω χρήματα χωρίς η ίδια να απαιτήσει να της δοθούν συγκεκριμένα στοιχεία και αποδείξεις για το ακίνητο. Η ίδια είπε ότι μετά την προκαταβολή θα ετοιμαζόταν αγοραπωλητήριο έγγραφο και θα λάμβανε όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως το σχέδιο και τίτλο για να λάβει γνώση περί τίνος επρόκειτο. Γιατί δεν ζήτησε αυτά τα στοιχεία ή τουλάχιστον να βεβαιωθεί ότι δόθηκε η προκαταβολή που έστειλε, όπως είπε και μετά να αποστείλει και τα υπόλοιπα; Πόσο τελικά της είπαν ότι ήταν το τίμημα αγοράς του εν λόγω ακινήτου, δεν ανάφερε στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου, κατά την αντεξέταση της είπε ότι ανακάλυψε ότι εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους όταν ακόμη δεν είχε στείλει όλα τα χρήματα, σε αντίθεση με τα όσα ανάφερε αρχικά στην γραπτή της δήλωση. Τότε αφού ένοιωθε ότι εξαπατήθηκε γιατί απέστειλε και τη δεύτερη δόση όπως την αποκαλεί; Η απάντηση της ήταν ότι της είπαν οι εναγόμενοι ότι υπάρχει άλλο σχέδιο. Η ενάγουσα επίσης είπε ότι λόγω του επαγγέλματος της δεν μπορεί να ασχοληθεί με επιχειρήσεις και την πολιτική και δεν θα ρίσκαρε την άδεια της για να κάνει επιχειρήσεις με τους εναγόμενους και τούτο για να ενισχύσει τη θέση της ότι σε καμία περίπτωση απέστειλε τα χρήματα αυτά για να καταστεί συνέταιρος στην επιχείρηση των εναγόμενων. Σε άλλο σημείο της γραπτής της δήλωσης όμως, αναφέρει ότι μετά που είχε αντιληφθεί ότι είχε εξαπατηθεί από τους εναγόμενους και για να περιορίσει τη ζημιά της, η ίδια τους κάλεσε να την κάνουν συνέταιρο στο κατάστημα «ΕΘΟΣ» αλλά εκείνοι δεν αποδέχθηκαν. Δηλαδή, να εκλάβω ότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα κινδύνευε να απωλέσει την άδεια της και θα μπορούσε να κάνει επιχείρηση με τους εναγομένους; Επίσης, πώς είναι δυνατό να αντιλαμβάνεται ότι εξαπατήθηκε από τους εναγομένους και αντί να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, αυτοί να τιμωρηθούν και η ίδια να ανακτήσει τα χρήματα της, τους προτείνει να γίνει και συνέταιρος τους; Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της δεν αντέχουν στην λογική και δεν πείθουν. Να σημειωθεί επίσης ότι πρόβαλε τη θέση ότι κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία περί τον Σεπτέμβριο του 2015, δηλαδή 5 χρόνια μετά που αντιλήφθηκε ότι εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους αλλά δεν προώθησε την καταγγελία της, προβάλλοντας τον γενικό, αόριστο και μη πειστικό ισχυρισμό ότι δήθεν η διερμηνέας στην Αστυνομία ήταν φίλη της εναγόμενης
- Επανήλθε με νέα καταγγελία είπε το 2016 όταν άλλαξε δικηγόρο. Σε καμία περίπτωση έχει προκύψει ότι σε οποιονδήποτε στάδιο η ενάγουσα προχώρησε σε καταγγελία της ισχυριζόμενης απάτης που έτυχε από τους εναγόμενους 1 και 2 στην Αστυνομία, όπως η ίδια επιχείρησε να προβάλει στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 2 Α και 2 Β καθώς και το τεκμήριο 20 εκ μέρους του εναγομένου 1, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ακολουθεί, στα οποία από το περιεχόμενο τους προκύπτει ότι κοινοποιήθηκαν προτάσεις από τους εναγόμενους 1 και 2 προς την ενάγουσα για να καταστεί συνέταιρος στην επιχείρηση πώλησης εσωρούχων με την επωνυμία «ΕΘΟΣ» που διατηρούσαν στην Πάφο οι εναγόμενοι 1 και
- Σε αυτά τα τεκμήρια καταγράφονται, έστω με τον τρόπο που καταγράφονται, κάποια σενάρια - προσφορές με τις οποίες η ενάγουσα θα μπορούσε να καταστεί συνέταιρος στην εν λόγω επιχείρηση και ανάλογα θα κατάβαλλε και συγκεκριμένο ποσό. Το ότι η ενάγουσα παρέλαβε τις εν λόγω προτάσεις και μάλιστα τις συζητούσε με τους εναγόμενους, δεν το αρνείται. Αναφέρει όμως ότι δεν ενδιαφερόταν και απλώς ήθελε να ακούσει τις θέσεις τους, διότι τέτοιες προσφορές είχε πολλές. Αφού δεν ενδιαφερόταν να επενδύσει σε επιχειρήσεις και δεν μπορούσε να το πράξει όπως είπε διότι δεν της επιτρεπόταν, δημιουργείται το ερώτημα για ποιο λόγο τότε να συζητά με τους εναγόμενους γι αυτές; Και όπως προκύπτει και είπε, όχι μόνο συζητούσε αλλά κρατούσε και σημειώσεις και προς υποστήριξη τούτου, κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 9 Α και 9 Β που είναι ένα τετράδιο με αυτές. Στο τεκμήριο αυτό όμως, φαίνεται η ίδια να αναφέρει στη σελίδα 2 ότι επειδή καταλάβαινε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συμφώνησε να τους δανείσει €51,000, όπως της ζήτησαν αρχικά χωρίς τόκο. Στη συνέχεια, αναφέρει στην ίδια σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου, άρχισαν να τις στέλνουν πολλές εμπορικές προτάσεις για τις οποίες δεν έδωσε σημασία. Αντεξεταζόμενη κατά πόσο τα χρήματα που έδωσε στους εναγομένους 1 και 2 ήταν υπό μορφή δανείου, το απέρριψε κατηγορηματικά και επέμεινε ότι τα έδωσε για αγορά καταστήματος στη Λεμεσό. Στη σελίδα 3 του τεκμηρίου 9, κάνει αναφορά στη δική της πρόταση που ήταν ότι έπρεπε να εισαχθεί ως μέτοχος με ποσοστό ίσο των χρημάτων που μετέφερε και καταγράφει τη διαφωνία της για το άνοιγμα καταστήματος στην Πόλη. Αναφέρει επίσης ότι τους βοήθησε με τα χρήματα της και αυτό ήταν αρκετό γι αυτή και δεν χρειαζόταν να την εντάξουν στην επιχείρηση τους. Παρά ταύτα, φαίνεται και προκύπτει ότι η ίδια στις 13/02/2010 σε απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος του δικηγόρου των εναγόμενων, δίνει τη συγκατάθεση της για την εγγραφή της εταιρείας «KRENKA LTD» και στην οποία θα είναι μέτοχος κατά 1/3 μαζί με τους εναγομένους 1 και
- Ερωτούμενη περαιτέρω κατά την αντεξέταση της να εξηγήσει τις αναφορές της στο τεκμήριο 9, αναφέρει ότι αυτά ήταν κάποιες σκέψεις δικές της όταν συζητούσε με τους εναγόμενους 1 και
- Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της όμως και ερωτούμενη να πει πότε κατέγραψε αυτές τις σημειώσεις, είπε ότι δεν θυμάται και μετά είπε ότι αυτά τα κατάγραψε για τον δικηγόρο της για σκοπούς της υπόθεσης της. Πέραν των πιο πάνω, με το τεκμήριο 8, το οποίο είναι ένα ηλεκτρονικό μήνυμα της ενάγουσας προς το δικηγόρο των εναγομένων ημερομηνίας 12/01/2011, φαίνεται η ίδια να αναφέρεται σε συνεργασία με τους εναγομένους 1 και 2 και ότι δεν ήταν ευχαριστημένη από αυτή και ότι ήθελε να αποχωρήσει από την εταιρεία και να πάρει πίσω το κεφάλαιο που έχει καταβάλει. Συγκεκριμένα, αναφέρει σε αυτή, στην τρίτη παράγραφο, ότι οι επενδυτικές προτάσεις που έλαβε πριν να συσταθεί η εταιρεία και να εμβάσει τα χρήματα της δεν ανταποκρίνοντο στα όσα συμφώνησαν αρχικά. Ωστόσο, συνεχίζει, δεν έχει την πιθανότητα να βεβαιωθεί ότι το κεφάλαιο της επενδύθηκε όπως συμφωνήθηκε και οι συναλλαγές αυτές δεν την βρίσκουν σύμφωνη, σε κάθε περίπτωση. Πιο κάτω αναφέρεται σε συνεταίρους της και ότι η ψεύτικη πράξη ίδρυσης νέας εταιρείας με τη σύσταση νέας επιχείρησης δεν της προσφέρει νομική βεβαιότητα μέχρι τώρα και όλα αυτά είναι καλοί λόγοι να τερματίσει τη συνεργασία της και να αποχωρήσει από την εταιρεία μαζί με το κεφάλαιο που έχει προσφέρει. Η μάρτυρας στο εν λόγω μήνυμα αναφέρεται σε συνεργάτες και κεφάλαιο και στις επενδυτικές προτάσεις που της αποστάληκαν πριν από την αποστολή των χρημάτων καθώς επίσης και σε αποχώρηση της από την εταιρεία και τερματισμό της συνεργασίας της. Επομένως, προκύπτει από το πιο πάνω μήνυμα αλλά και από τα υπόλοιπα τεκμήρια και αλληλογραφία ότι η ενάγουσα ενεπλάκηκε σε κάποιου είδους συνεργασία με τους εναγόμενους, για την οποία δεν ήταν ευχαριστημένη και ήθελε να αποχωρήσει. Περαιτέρω, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι αντί να της επιστρέψουν τα χρήματα της όπως της είχαν υποσχεθεί, περί τον Νοέμβριο του 2010 της απέστειλαν άλλη πρόταση για αγορά ακινήτων από κάποιο κ. Χαραλάμπους. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο
- Το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού όμως, δεν φαίνεται να υποστηρίζει τα όσα αναφέρει. δηλαδή ότι πρόκειται για άλλη πρόταση. Αντιθέτως, προκύπτει από αυτό ότι ο εναγόμενος 1 ρώτησε το συγκεκριμένο πρόσωπο κατά πόσο ενδιαφέρεται να πωλήσει τα ακίνητα του και καταγράφει την τιμή την οποία ζητά. Τελειώνοντας το μήνυμα αυτό αναφέρει ότι αν η ενάγουσα συνεχίζει να ενδιαφέρεται, ο εναγόμενος 1 μπορεί να ζητήσει και να της αποστείλει περισσότερες λεπτομέρειες. Φαίνεται δηλαδή, ότι η ενάγουσα επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά αυτών των ακινήτων και εν πάσει περιπτώσει δεν φαίνεται να αποτελεί άλλη πρόταση από τους εναγόμενους που να σχετίζεται με τα χρήματα που τους κατέβαλε. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ενάγουσας και τα τεκμήρια τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της και να εξάξω οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα. Ιδιαίτερα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της ότι ο σκοπός που αυτή απέστειλε τα χρήματα προς τους εναγόμενους ήταν για να αγοράσει κατάστημα στη Λεμεσό και ότι ουδέποτε επιθυμούσε να συνεργαστεί με τους εναγόμενους στην επιχείρηση που διατηρούσαν στην Πάφο. Πέραν των προσφορών που της αποστάληκαν από τους εναγόμενους για επένδυση των χρημάτων της στην επιχείρηση που διατηρούσαν με την επωνυμία «ΕΘΟΣ» πριν από την αποστολή των χρημάτων που διεκδικεί, η ίδια φαίνεται να συγκατατίθεται στην εγγραφή εταιρείας στην οποία θα ήταν μέτοχος μαζί με τους εναγομένους 1 και 2 κατά 1/3 μερίδιο. Η μετέπειτα αλληλογραφία επίσης και η υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία, την οποία η ίδια κατάθεσε στο Δικαστήριο καταδεικνύει ότι αυτή είχε εμπλακεί σε κάποιου είδους συνεργασία με τους εναγόμενους, από την οποία στην πορεία προσπαθούσε να απεμπλακεί. Ως εκ τούτου, η θέση της ότι ουδέποτε συνεργάστηκε με τους εναγόμενους στην επιχείρηση τους και ότι τα χρήματα της αποστάληκαν για σκοπό αγοράς καταστήματος στη Λεμεσό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Το κατά πόσο η ενάγουσα ξεγελάστηκε από τους εναγομένους 1 και 2 να επενδύσει στην επιχείρηση τους, παρουσιάζοντας της ανακριβή ή αναληθή στοιχεία, είναι άλλο ζήτημα και η ενάγουσα δεν προώθησε στο Δικαστήριο τέτοια εκδοχή. Ούτε η ενάγουσα προώθησε τη θέση ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παράβηκαν όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και συνεργασίας. Η μαρτυρία της απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο σύζυγος της ενάγουσας και από τη μαρτυρία του διαφάνηκε ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και για ποιο σκοπό η ενάγουσα απέστειλε τα χρήματα προς τους εναγομένους. Παρά ταύτα επιχείρησε να πει στο Δικαστήριο ότι ο σκοπός που τα απέστειλε ήταν για να αγοράσει κατάστημα στη Λεμεσό, κάτι που γνωρίζει από τα όσα η ενάγουσα του ανάφερε, η μαρτυρία της οποίας έχει αξιολογηθεί ανωτέρω και δεν έγινε δεκτή η θέση της αυτή. Συσχέτισε επίσης τα πιο πάνω για να πεί ότι σε συνάντηση που είχαν με τους εναγομένους, ο εναγόμενος 1 τους υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα, χωρίς όμως να δίνει περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες για τον τρόπο που αυτό θα γινόταν και αν αφορούσε ολόκληρο ή μέρος του ποσού αυτού και για ποιο λόγο. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και κρίνω ότι ο μοναδικός στόχος και σκοπός του ήταν να βοηθήσει την εκδοχή της ενάγουσας και συζύγου στην παρούσα υπόθεση. Aπό την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος 1 παρουσίασε την εκδοχή ότι τα χρήματα τα οποία αποστάληκαν από την ενάγουσα ήταν δυνάμει συμφωνίας που έγινε με την ίδια για να συμμετάσχει κατά 1/3 μερίδιο στην επιχείρηση που διατηρούσε με την εναγομένη 2 με την επωνυμία «ΕΘΟΣ». Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας και του μάρτυρα αυτού και έλαβα υπόψη μου ολόκληρο το περιεχόμενο της σε συνδυασμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Παρά το ότι έχω διαπιστώσει η μαρτυρία του να παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες σε σχέση με το τί επ' ακριβώς είχε συμφωνηθεί με την ενάγουσα και πώς προχώρησε η συνεργασία τους μέχρι που η ενάγουσα απαίτησε πίσω τα χρήματα της, εντούτοις η βασική του θέση του ότι τα χρήματα αυτά στάληκαν με σκοπό η ενάγουσα να συνεργαστεί μαζί τους στην επιχείρηση που διατηρούσαν και ότι σε καμία περίπτωση αυτά στάληκαν για να αγοράσουν για λογαριασμό της κατάστημα στη Λεμεσο, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός ήταν σταθερός και κατηγορηματικός για το ζήτημα αυτό και σε καμία περίπτωση κλονίστηκε αυτή η θέση του. Επίσης, η εκδοχή του αυτή φαίνεται να υποστηρίζεται και από την αλληλογραφία και υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, παρουσιάζει μια συνοχή και λογική. Έχουν κατατεθεί ενώπιον μου οι προσφορές που αποστάληκαν στην ενάγουσα για σκοπούς συμμετοχής της στην επιχείρηση των εναγόμενων και τις επιλογές που της έδιναν. Είναι γεγονός ότι οι εν λόγω προσφορές είναι πρόχειρες και συνοπτικές, αλλά ο μάρτυρας εξήγησε ότι είχαν τηλεφωνικές επικοινωνίες με την ενάγουσα όπου συζήτησαν και διευκρινίσαν τις προτάσεις αυτές. Κατάθεσε το τεκμήριο 21, το οποίο είναι ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστάληκε στην ενάγουσα στις 25/01/2010 μαζί με τις διάφορες προτάσεις για συνεργασία. Εξήγησε την πρόταση με αρ. 3, η οποία περιλάμβανε την καταβολή από την ενάγουσα του ποσού των €70,000 για να καταστεί συνέταιρος στην επιχείρηση «ΕΘΟΣ» στην Πάφο κατά 33%. Υπήρχε επίσης σημείωση ότι για αυτή την προσφορά θα απαιτείτο επιπρόσθετα το ποσό των €7,000 για το εμπόρευμα του καταστήματος από 9/2009 μέχρι 1/2010, το οποίο είχε ήδη αγοραστεί. Περαιτέρω, είπε ότι κατά τις προφορικές τους συζητήσεις συμφωνήθηκε να καταβληθεί και ένα επιπλέον ποσό των €4,000 το οποίο αποτελούσε το μερίδιο της ενάγουσας για το εμπόρευμα της καλοκαιρινής περιόδου. Μετά από αυτή την πρόταση προκύπτει να ακολουθεί έμβασμα από την ενάγουσα συνολικού ποσού €50,000 στις 04/02/
- Μετά φαίνεται να ακολουθεί η σύσταση της εταιρείας, με την ενάγουσα να συγκατατίθεται σε αυτό και να συμμετέχει κατά 1/3 μερίδιο. Από την αντεξέταση του μάρτυρα δεν προκύπτει αυτό να είχε συμφωνηθεί εκ των πρότερον αλλά στην πορεία. Παρά ταύτα, η ενάγουσα φαίνεται να συμφώνησε σε αυτό. Στην πορεία ακολουθεί η αποστολή και των υπόλοιπων €31,000 από την ενάγουσα και μετέπειτα φαίνεται να υπάρχει ενημέρωση αυτής από τους εναγομένους για το κατάστημα στην Πόλη Χρυσοχούς το οποίο στην πορεία λειτούργησε. Η ίδια η ενάγουσα είπε σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας της ότι όταν ήρθε στην Κύπρο της υποδείχθηκε. Επίσης, αποστάληκαν κάποιοι λογαριασμοί σε αυτήν με επεξηγήσεις. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι για το θέμα του ανοίγματος καταστήματος στη Λεμεσό όπως ήταν αρχικά τα πλάνα, αυτό δεν ήταν εφικτό λόγω του ψηλού κόστους. Από όλα τα πιο πάνω, φαίνεται να υποστηρίζεται η θέση του μάρτυρα ότι ο σκοπός της αποστολής των χρημάτων από την ενάγουσα αφορούσε το θέμα της επιχείρησης των εναγόμενων και όχι την αγορά καταστήματος για λογαριασμό της, όπως ήταν η θέση που προέβαλε κατά τη μαρτυρία της η ίδια. Το αν αυτά που οι εναγόμενοι της παρουσίαζαν για την επιχείρηση τους και αν ήταν συμφέρουσα η συμμετοχή της ενάγουσας σε αυτή, όπως επιχειρήθηκε να καταδειχθεί κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, δεν θεωρώ ότι αποτελούν επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη μου την εκδοχή που η ενάγουσα προώθησε στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στην βασική εκδοχή του εναγόμενου 1 και στα όσα ανάφερε για το σκοπό που αποστάληκαν τα χρήματα από την ενάγουσα, γι αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Τυχόν αδυναμίες στο περιεχόμενο των όσων συμφώνησαν με την ενάγουσα δεν θεωρώ ότι επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την βασική του εκδοχή περί συνεργασίας με την ενάγουσα και ότι τα χρήματα αυτά δεν τα αποκόμισαν με σκοπό την αγορά εκ μέρους της καταστήματος στη Λεμεσό. Η Μ.Ε.2 προσήλθε ουσιαστικά στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την εκδοχή των εναγόμενων περί συνεργασίας τους με την ενάγουσα για να πει ότι η ενάγουσα πήγε στο κατάστημα των εναγόμενων και της είπε ότι ήταν συνέταιρος και ιδιοκτήτρια. Λαμβάνω υπόψη μου τις σχέσεις που η μάρτυρας αυτή είχε και έχει με τους εναγόμενους 1 και 2 αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Αυτή, για το ζήτημα του πότε η ενάγουσα πήγε στο κατάστημα παρουσιάζει αδυναμίες και φάνηκε η μάρτυρας να μην θυμόταν ή να ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την ενάγουσα. Θεωρώ επικίνδυνο να δώσω βαρύτητα στα όσα ανάφερε γι αυτό και δεν θα αποδεχθώ τη μαρτυρία της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο εναγόμενος 1 και η εναγόμενη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ζευγάρι και διατηρούσαν από κοινού την επιχείρηση πώλησης γυναικείων εσωρούχων με την επωνυμία «ΕΘΟΣ», η οποία ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εναγομένου
- Η εν λόγω επιχείρηση στεγαζόταν στην οδό Αγαπήνωρος 73, στην Πάφο, στα καταστήματα αρ. 1 και
- Η εναγόμενη 3 ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της οποίας ήταν ο εναγόμενος
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν την θυγατέρα της ενάγουσας, επ' ονόματι Ευγενία με την οποία είχαν αναπτύξει φιλικές σχέσεις και σε κάποιο στάδιο περί το καλοκαίρι του 2009 συζητούσαν με αυτή με σκοπό να συνεργαστούν στην επιχείρηση την οποία διατηρούσαν, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Περί τον Σεπτέμβριο του 2009 επισκέφθηκε την Κύπρο η ενάγουσα, με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν γνωριστεί και είχαν παραδώσει τις προτάσεις που είχαν συζητήσει και καθαρογράψει κατόπιν συζητήσεων με την κόρη της ενάγουσας με σκοπό να τις της παραδώσει, όπως τους είχε ζητήσει αφού εν τω μεταξύ είχε μεταβεί στη Ρωσία. Τελικά, για προσωπικούς της λόγους, η κόρη της ενάγουσας δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οποιαδήποτε συνεργασία με τους εναγομένους και περί τον Ιανουάριο, είχαν εμπλακεί σε συζητήσεις με την ίδια την ενάγουσα, με σκοπό πλέον η ίδια να επενδύσει στην εν λόγω επιχείρηση τους. Περί τις 25/01/20010 είχαν αποστείλει εκ νέου τις προτάσεις τους στην ενάγουσα, με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις όσον αφορά την καταβολή συγκεκριμένων ποσών προς αυτούς με σκοπό να καταστεί συνέταιρος στην εν λόγω επιχείρηση κατά 1/3 μερίδιο. Σύμφωνα με την πρόταση των εναγόμενων, η ενάγουσα θα συμμετείχε στο κατάστημα τους στην Πάφο με την εμπορική επωνυμία «ΕΘΟΣ» με ποσοστό 33% καταβάλλοντας σε αυτούς το ποσό των €70,000 και επιπλέον το ποσό των €7,000 το οποίο αφορούσε το 1/3 της αξίας του εμπορεύματος της τρέχουσας περιόδου από τον 9ον/2009 - 09/01/2010, που είχε ήδη πληρωθεί. Επίσης, περιλάμβανε την καταβολή του ποσού των €4,000, όπως είχε αναφερθεί προφορικά, ποσό που αντιστοιχούσε το 1/3 μερίδιο της συνεισφοράς της ενάγουσας για την αγορά και του εμπορεύματος της καλοκαιρινής περιόδου. Στην πιο πάνω πρόταση οι εναγόμενοι ανάφεραν ότι το προβλεπόμενο κέρδος θα ήταν €31,000 και το εγγυημένο κέρδος €10,000, μετά το πρώτο χρόνο λειτουργίας των καταστημάτων (Πάφου και Λεμεσού) για πέντε χρόνια αν συνεχίσουν να λειτουργούν. Συζητούσαν επίσης, όπως λειτουργήσουν και δεύτερο κατάστημα στη Λεμεσό. Μετά τα πιο πάνω, η ενάγουσα στις 04/02/2010 ενέβασε στο λογαριασμό του εναγομένου 1 το ποσό των €30,000 και στον λογαριασμό της εναγομένης 2 το ποσό των €20,
- Κατόπιν τούτου και στην πορεία αποφασίστηκε η σύσταση εταιρείας στην οποία η ενάγουσα θα ήταν μέτοχος κατά 1/3 και την 01ην/03/2010 με τη συγκατάθεση της ενάγουσας ενεγράφηκε η εταιρεία με την επωνυμία ΚREKNA LTD. Στη συνέχεια, η ενάγουσα απέστειλε στις 31/03/2010 το ποσό των €7,000 το οποίο ενέβασε στο λογαριασμό του εναγομένου 1 και το ποσό των €24,000 το οποίο ενέβασε στο λογαριασμό της εναγομένης
- Τελικά, δεν ανοίχθηκε το δεύτερο κατάστημα στη Λεμεσό και αποφασίστηκε όπως αυτό ανοιχθεί στην Πόλη Χρυσοχούς, το οποίο και λειτούργησε περί τα μέσα Ιουνίου του
- Ο εναγόμενος 1 με σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24/06/2010 ενημέρωσε την ενάγουσα για το νέο αυτό κατάστημα και επισύναψε σε αυτό φωτογραφίες του. Στις 17/08/2010 αποστάληκαν στην ενάγουσα καταστάσεις του κοινού λογαριασμού της εναγόμενης 1 και 2 και επεξηγήσεις για τα έσοδα και έξοδα και ζήτησαν από την ενάγουσα όπως καταβάλει το επιπλέον ποσό των €11,500 ως τη συνεισφορά της για τη λειτουργία του καταστήματος στην Πάφο καθώς επίσης και για τη δημιουργία και λειτουργία νέου καταστήματος στην Πόλη Χρυσοχούς. Περί τον Σεπτέμβριο του 2010, όταν η ενάγουσα επισκέφθηκε την Κύπρο, σε συνάντηση που είχαν οι διάδικοι στην παρουσία του συζύγου της ενάγουσας, και αφού συζητήθηκε η συνεισφορά που έπρεπε να καταβάλει ως ανωτέρω, η ενάγουσα φάνηκε να μην ήθελε τη συνεργασία με τους εναγομένους και προσπαθούσε να βρει τρόπο να λύσει τη συνεργασία της και να της επιστραφεί το ποσό που είχε ήδη καταβάλει. Περί τον Δεκέμβριο του 2010, με σχετικά ηλεκτρονικά μηνύματα, η ενάγουσα απαίτησε την επιστροφή του ποσού που είχε καταβάλει στους εναγομένους και αρχές του Ιανουάριου του 2011, με σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στο δικηγόρο των εναγομένων τερμάτισε τη συμφωνία και ανακάλεσε την εξουσιοδότηση που είχε δώσει στον εναγόμενο 1 για την εταιρεία που συστάθηκε. Τέλος, να αναφερθεί ότι η εταιρεία που συστάθηκε παρέμεινε ανενεργή και όπως προκύπτει η λειτουργία των καταστημάτων γινόταν από τους εναγομένους χρησιμοποιώντας κοινό λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2 . ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η ενάγουσα, στην Έκθεση Απαίτησης της, στηρίζει την αξίωση της στο δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις. Επίσης, βασίζεται στην παράβαση σύμβασης και στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 έχει ως ακολούθως: «
- Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, µε σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει µε βάση αυτή: Νοείται ότι καµιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε µε σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγµατι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε µε βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζηµιά: Νοείται περαιτέρω ότι καµιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συµπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευµα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε µε σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρηµάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόµενο.» Στο σύγγραμμα ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ, Τόμος 1, των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελ. 120, αναφέρεται ότι «Τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ' αυτή, (δ) ότι ο ενάγων ενήργησε με βάση αυτή και, (ε) υπέστη ζημιά.» Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα με παραπομπή στην Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332, το άρθρο 36 του Κεφαλαίου 148 αναπαράγει το κοινό δίκαιο επί του προκειμένου (action for deceit). Όσον αφορά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αυτές ενσωματώνονται στο άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο έχει ως ακολούθως: «70. Αν κάποιος πράξει κάτι νόµιµα για λογαριασµό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζηµιώσει τον πρώτο σε σχέση µε την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγµα που παραδόθηκε.» Όπως έχει λεχθεί και στην Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ., το άρθρο αυτό προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση εκτός και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συμβατικού πλαισίου ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο αυτό ενσωματώνει τις αρχές του Δικαίου της Επιείκιας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution). Δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής αλλά εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το Δίκαιο της Επιείκιας για να συμπληρώσουν τις ατέλειες και ελλείψεις του Κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικό πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας όταν το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο να διατάξει επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλ. Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Για να δημιουργηθεί δικαίωμα αγωγής βάσει του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να συντρέχουν τέσσερις προϋποθέσεις. Η πράξη να έχει γίνει νόμιμα, για κάποιο άλλο πρόσωπο, από πρόσωπο που δεν είχε πρόθεση να ενεργήσει χαριστικά και το πρόσωπο για το οποίο έγινε η πράξη να απολαμβάνει τα οφέλη της (βλ. Ismini Kyriakou Hajiloizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 CLR 11). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Η ενάγουσα έχει προωθήσει τη θέση και εκδοχή στο Δικαστήριο ότι απέστειλε στους εναγόμενους το ποσό των €81,000 με σκοπό αυτοί να της αγοράσουν κατάστημα στη Λεμεσό. Η θέση της ήταν ότι εξαπατήθηκε από τους εναγομένους στην αποστολή των χρημάτων αυτών για δήθεν αγορά καταστήματος για λογαριασμό της, κάτι που ουδέποτε έγινε. Στη συνέχεια, ήταν η θέση της ότι όταν αντιλήφθηκε την απάτη αυτή, ζήτησε από αυτούς να μην χρησιμοποιήσουν το ποσό αυτό για άλλο σκοπό και αντ' αυτού αυτοί επιχείρησαν να την καταστήσουν συνέταιρο στην επιχείρηση τους και να χρησιμοποιήσουν το πιο πάνω ποσό για δικό τους όφελος. Η πιο πάνω εκδοχή της ενάγουσας έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο για τους λόγους που έχουν παρατεθεί ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Ουσιαστικά το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση της ότι ο σκοπός της αποστολής του συγκεκριμένου ποσού στους εναγομένους ήταν για την αγορά εκ μέρους της καταστήματος στη Λεμεσό. Δεν έχει προκύψει ως εύρημα πραγματικού γεγονότος ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 της παρέστησαν ψευδώς ότι υπήρχε κατάστημα στη Λεμεσό το οποίο πωλείτο από την ιδιοκτήτρια της και ήταν ευκαιρία, γι αυτό έπρεπε επείγον να αποστείλει χρήματα για να καταβληθούν ως προκαταβολή. Ούτε έχει προκύψει ότι είναι επί των πιο πάνω παραστάσεων που βασίστηκε και απέστειλε να εν λόγω χρήματα προς ζημιά της. Αντιθέτως, έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέστειλε τα συγκεκριμένα χρήματα στους εναγομένους με σκοπό να επενδύσει και να καταστεί συνέταιρος στην επιχείρηση την οποία οι τελευταίοι διατηρούσαν στην Πάφο, στη βάση ανταλλαγής και συζήτησης συγκεκριμένων προτάσεων και προς υλοποίηση της συμφωνίας που είχαν καταλήξει. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε απάτη ή δόλος ή ψευδείς παραστάσεις στη βάση των οποίων η ενάγουσα ενέργησε προς ζημιά της. Δηλαδή, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 την έπεισαν να τους αποστείλει το εν λόγω ποσό με σκοπό την αγορά εκ μέρους της καταστήματος στη Λεμεσό, κάτι το οποίο ήταν ψευδές. Ως εκ τούτου, η βάση αυτή της αγωγής δεν μπορεί να επιτύχει. Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα στηρίζει την αξίωση της και στην παράβαση σύμβασης και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ούτε αυτή η βάση αγωγής, θεωρώ ότι μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, εν όψει την απόρριψης της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο. Η θέση της όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω ότι δηλαδή απέστειλε τα εν λόγω χρήματα με σκοπό να επενδυθούν στην αγορά καταστήματος για λογαριασμό της στη Λεμεσό και αντί αυτού χρησιμοποιήθηκαν από τους εναγόμενους για δικό τους όφελος, έχει απορριφθεί. Δεν τίθεται επομένως ζήτημα παράβασης σύμβασης στα πλαίσια της πιο πάνω εκδοχής. Η ενάγουσα, έχει προκύψει να απέστειλε αυτά τα χρήματα με σκοπό να καταστεί συνέταιρος στην επιχείρηση των εναγόμενων, στη βάση συγκεκριμένης πρότασης και συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους. Δεν έχει προωθηθεί η εκδοχή στο Δικαστήριο ότι υπήρξε παράβαση της εν λόγω συμφωνίας και ότι δεν αποδόθηκαν από τους εναγόμενους ενδεχόμενα κέρδη από την επιχείρηση στην ενάγουσα ή ότι ξεγελάστηκε στην συνομολόγηση μιας τέτοιας συμφωνίας και έχει δικαίωμα ακύρωσης της και επιστροφής των χρημάτων της. Η αντεξέταση του εναγόμενου 1 που είχε σκοπό σε κάποιο μέρος της να καταδείξει ότι δεν ήταν σοβαρή η πρόταση τους και δεν ήταν συμφέρουσα για την ενάγουσα η συμμετοχή της στην επιχείρηση τους και ότι δεν της αποδόθηκαν αυτά που έπρεπε να της αποδοθούν, συγκρούεται με την εκδοχή που προωθήθηκε από την ενάγουσα και απορρίφθηκε. Αν η ενάγουσα επιθυμούσε να προωθήσει μια τέτοια εκδοχή και να διεκδικήσει την επιστροφή των χρημάτων της και απώλεια επενδυτικού κέρδους, όπως επίσης αξιώνει στην αγωγή της, όφειλε να το πράξει. Δεν μπορεί όμως να προωθεί μια άλλη εκδοχή, να απορρίπτεται αλλά να ζητά να της αποδοθεί θεραπεία στη βάση της εκδοχής των εναγόμενων και των διαζευκτικών θεραπειών που αξιώνει με την αγωγή της (βλ. Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Άλλωστε οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους επικεντρώθηκαν στο να καταρρίψουν την εκδοχή της ενάγουσας σε σχέση με το σκοπό που τους δόθηκαν τα χρήματα και σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ο εναγόμενος 1, ανάφερε ότι αν υπάρχει εκκρεμότητα στις μεταξύ τους σχέσεις αυτό θα πρέπει να εξεταστεί. Επομένως, δεν προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου οι εναγόμενοι να κατακρατούν τα χρήματα που η ενάγουσα αξιώνει παράνομα και τα οποία θα πρέπει να αποδοθούν στην ενάγουσα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αξίωση της εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 και ως εκ τούτου, η αγωγή της δεν μπορεί να επιτύχει. Επομένως, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1, 2 και 3 και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο