Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννης Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 10149/14, 16/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10149/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Ιωάννης Σπύρου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 16/01/2018. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Κ. Μανώλη. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης υπό μη αποκατασταθέντος πτωχεύσαντος κατά παράβαση των άρθρων 2 και 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, όπως έχει τροποποιηθεί (βλ. κατηγορίες αρ. 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 27/03/2009 και 09/07/2010 στα γραφεία της Α.Η.Κ. Πάφου, ενώ κηρύχθηκε πτωχεύσας στις 23/03/2007 και δεν αποκαταστάθηκε, εξασφάλισε πίστωση πέραν των £10 χωρίς να πληροφορήσει τον πιστωτή του ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, δηλαδή κατόπιν συμφωνίας που σύναψε με την Α.Η.Κ. σύνδεσε ηλεκτρικό ρεύμα στο υποστατικό του που βρίσκεται στην οδό Ομήρου με την ονομασία «ΟΜΗΡΟΣ» στην Πάφο και στο διαμέρισμα του που βρίσκεται στην οδό Κόδρου 5β στην Πάφο και εξασφάλισε πίστωση ύψους €1496,68 και €811,51 αντίστοιχα, από την Α.Η.Κ. που αφορούσε κατανάλωση ρεύματος. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε οκτώ
(8)μάρτυρες κατηγορίας, τον Α/Αστ. 1830 Ν. Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1), τον κ. Ελευθέριο Σπύρου (Μ.Κ.2), τον κ. Κωνσταντίνο Μιχαήλ (Μ.Κ.3), την κα Μελίτα Γεωργίου (Μ.Κ.4), τον κ. Αντώνη Χατζήκκο (Μ.Κ.5), την κα Κατερίνα Χριστοφόρου (Μ.Κ.6), τον Αστ. 3892 Αχιλλέα Νικολάου (Μ.Κ.7) και τον κ. Μαρίνο Ευαγγελίδη (Μ.Κ.8). Το Δικαστήριο, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου γι αυτό κλήθηκε σε απολογία. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Περιληπτικά όμως, δόθηκε η κάτωθι μαρτυρία: Ο Μ.Κ.1 κατάθεσε ως ο υπεύθυνος της αποθήκης τεκμηρίων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και ο οποίος έχει υπό τη φύλαξη του τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατάθεσε δύο φακέλους οι οποίοι περιέχουν δύο συμφωνίες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ημερομηνίας 27/03/2009 και 09/07/2010 (βλ. τεκμήρια 1 και 2). Ο Μ.Κ.2 ανάφερε ότι κατά τις 27/03/2009 εργαζόταν ως γραφέας στα κεντρικά γραφεία της Α.Η.Κ. στην Πάφο και μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η εξυπηρέτηση πελατών όπως συνδέσεις και αποκοπές ηλεκτρικού ρεύματος. Στις 27/03/2009 ενώ βρισκόταν στο γραφείο του προσήλθε ο Ιωάννης Σπύρου, αρ. Δ.Τ. 757597 και του ζήτησε να συνδέσει ρεύμα στο υποστατικό που βρίσκεται στην οδό Ομήρου, Όμηρος Κόμπλεξ Μπλοκ Α, κατ. 5, Τ.Κ. 8020 Πάφος στο όνομα του. Ετοίμασε τη συμφωνία με αρ. λογαριασμού 3261395939 την οποία υπέγραψε στην παρουσία του όπως και ο ίδιος. Κατά την ετοιμασία της πιο πάνω σύνδεσης ο Ιωάννης Σπύρου δεν του ανάφερε ότι είναι πτωχεύσας. Σε περαιτέρω εξέταση του, ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε το τεκμήριο 1 ως τη συμφωνία - σύνδεση που ετοίμασε στις 27/03/2009 και την επεξήγησε. Αναγνώρισε επίσης σε αυτήν την υπογραφή του κατηγορουμένου στη θέση «Υπογραφή Καταναλωτή» και τη δική του υπογραφή στη θέση «Μάρτυρας». Πέραν των πιο πάνω, εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθούσε για να προχωρήσει με τη σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος σε ένα υποστατικό. Είπε ότι ζητά πάντοτε τα σχετικά στοιχεία, δηλαδή διεύθυνση, ενοικιαστήριο έγγραφο και αρ. ταυτότητας. Αν ο αιτητής είναι πτωχεύσας, τότε θα πρέπει να ακολουθήσει άλλη διαδικασία. Φωνάζει την προϊστάμενη του η οποία αρχίζει νέα διαδικασία. Θα μπορούσε και σε μια τέτοια περίπτωση, είπε, να γίνει σύνδεση με την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει εγγυητής. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα του τεκμηρίου 1 καθότι πουθενά δεν φαίνεται να υπογράφει η ΑΗΚ ως συμβαλλόμενο μέρος ούτε υπάρχει η σφραγίδα της. Ο μάρτυρας είπε ότι εκ μέρους της ΑΗΚ υπογράφει ο ίδιος στη θέση «Μάρτυρας» και είναι εξουσιοδοτημένος να το κάνει. Αυτό είπε, είναι στα πλαίσια των καθηκόντων του. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι είναι πτωχεύσας. Ο Μ.Κ.3 κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι είναι γραφέας στα κεντρικά γραφεία της ΑΗΚ στην Πάφο. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι η εξυπηρέτηση πελατών της ΑΗΚ όπως συνδέσεις και αποκοπές ηλεκτρικού ρεύματος. Στις 09/07/2010 ενώ βρισκόταν στο γραφείο του προσήλθε ο Ιωάννης Σπύρου, αρ. Δ.Τ. 757597 και του ζήτησε να συνδέσει ηλεκτρικό ρεύμα στο υποστατικό που βρίσκεται στον οδό Κοδρου 5Β, Διαμ. 202, Τ.Κ. 8020 στην Πάφο στο όνομα του. Ακολούθως, ετοίμασε τη Συμφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας με αριθμό λογαριασμού 50059872296 (βλ. τεκμήριο 2 το οποίο αναγνώρισε ως της συμφωνία που ετοίμασε) στο όνομα Ιωάννης Σπύρου την οποία υπέγραψε στην παρουσία του. Υπέγραψε και ο ίδιος την εν λόγω συμφωνία στη θέση του μάρτυρα. Κατά την ετοιμασία της πιο πάνω συμφωνίας, ο Ιωάννης Σπύρου δεν του ανάφερε, είπε, ότι είναι πτωχεύσας. Σε περαιτέρω εξέταση του ανάφερε και ο μάρτυρας αυτός ότι αν ο κατηγορούμενος του έλεγε ότι είναι πτωχεύσας, τότε θα μιλούσε με την προϊστάμενη του για του δώσει οδηγίες πώς θα προχωρήσει και αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται για τη σύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας. Η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού κινήθηκε στην ίδια γραμμή με αυτή του Μ.Κ.2, δηλαδή αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα του τεκμηρίου 2 καθότι δεν φέρει την υπογραφή και σφραγίδα της ΑΗΚ, με το μάρτυρα να απαντά ότι για λογαριασμό της ΑΗΚ υπέγραψε ο ίδιος στη θέση του μάρτυρα. Είναι μέσα στα καθήκοντα του, είπε, να πράττει αυτό. Η Μ.Κ.4 κατάθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Τμηματάρχης στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών της ΑΗΚ. Στις 22/11/2013 πληροφορήθηκε μέσω εσωτερικού σημειώματος από την γραμματέα της Νομικής Υπηρεσίας της ΑΗΚ ότι ο πελάτης τους Ιωάννης Σπύρου με αριθμό Δ.Τ. 757597 ενώ ήταν πτωχεύσας από τις 18/06/2006 με βάση Δικαστικό Διάταγμα στην αίτηση με αρ. 186/2005 παρουσιάστηκε στα γραφεία της ΑΗΚ σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες μεταγενέστερα και σύναψε συμφωνία παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αποκρύβοντας το γεγονός ότι ήταν πτωχεύσας. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στη συμφωνία ημερομηνίας 27/03/2009 και 09/07/2010, οι λογαριασμοί των οποίων τερματίστηκαν στις 09/02/2012 με υπόλοιπο €1491,68 και 05/06/2012 με υπόλοιπο €811,51 αντίστοιχα. Είπε περαιτέρω ότι σε καμία από τις δύο πιο πάνω περιπτώσεις πληροφόρησε τους λειτουργούς για το γεγονός ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 1 και 2 ως τις συμφωνίες στις οποίες αναφέρθηκε και τις οποίες παράδωσε στο Μ.Κ.
- Ανάφερε επίσης ότι οι λειτουργοί υπογράφουν στις εν λόγω συμφωνίες εκ μέρους της ΑΗΚ και είναι εξουσιοδοτημένοι να το κάνουν. Είναι μέσα στο καθήκοντα τους. Είπε επίσης ότι όταν ένας πελάτης είναι πτωχεύσας ο λειτουργός δεν μπορεί να συνάψει συμφωνία και πρέπει να το αναφέρει στην προϊστάμενη, στην προκειμένη, στην ίδια. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι οι εξουσιοδοτήσεις για την υπογραφή των συμφωνιών προκύπτουν από τη θέση που κατέχει ο καθένας στην ΑΗΚ και από τα καθήκοντα τους. Ο Μ.Κ.5 κατάθεσε ως Ανώτερος Εξεταστής στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ο οποίος έχει στην κατοχή του το φάκελο που αφορά την πτώχευση του Ιωάννη Σπύρου Δ.Τ.
- Στις 18/01/2006 εκδόθηκε εναντίον του πιο πάνω προσώπου διάταγμα παραλαβής και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε και παραλήπτης της περιουσίας του. Στις 23/03/2007 κηρύχθηκε σε πτώχευση και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πτώχευση. Kατάθεσε στο Δικαστήριο το διάταγμα παραλαβής ημερομηνίας 18/01/2006 Ε.Δ. Πάφου ως τεκμήριο 7 και το διάταγμα πτώχευσης ημερομηνίας 23/03/2007 ως τεκμήριο
- Ανάφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος στις 07/11/2015 έχει αποκατασταθεί αυτοδίκαια. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη και υπέβαλε έκθεση καταστάσεως. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου πότε αυτό έγινε, ο μάρτυρας είπε ότι ήταν στις 03/03/2011 και η πλευρά του κατηγορουμένου ζήτησε όπως κατατεθεί η εν λόγω έκθεση ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία και έγινε αποδεκτή και σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Η Μ.Κ.6 ανάφερε ότι εργάζεται στη Τμήμα Προσωπικού της ΑΗΚ Πάφου και κατάθεσε στο Δικαστήριο τις επιστολές διορισμού των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 στην ΑΗΚ ως τεκμήρια 10 και
- Κατάθεσε επίσης και το σχέδιο υπηρεσίας των προσώπων αυτών ως τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 13 Βεβαίωση για τα καθήκοντα των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 στην οποία αναφέρεται ότι τα άτομα αυτά εξουσιοδοτούνται από την Διεύθυνση της ΑΗΚ όπως μεταξύ άλλων ετοιμάζουν συμφωνίες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας μετά από αιτήματα πελατών για σύνδεση υποστατικών που κατέχουν στο όνομα τους. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή ανάφερε ότι ο σκοπός που ήρθε στο Δικαστήριο ήταν για να παρουσιάσει τα πιο πάνω έγγραφα, μεταξύ αυτών και το τεκμήριο 13 το οποίο υπογράφεται από κάποιο Μαρίνο Ευαγγελίδη που είναι ο αρμόδιος να υπογράφει τέτοια έγγραφα. Επέμενε επίσης στη θέση της ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν τις συμφωνίες σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος εκ μέρους της ΑΗΚ. Ο Μ.Κ.7 ανάφερε ότι στις 05/12/2013 και μεταξύ των ωρών 13.10 - 13.55 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Ιωάννη Σπύρου Δ.Τ. 757597 την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.8 ανάφερε ότι είναι Βοηθός Διευθυντής στο Τμήμα Προμήθειας της ΑΗΚ Πάφου και αναγνώρισε το τεκμήριο 13 ως την Βεβαίωση την οποία ετοίμασε ο ίδιος και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Είπε επίσης ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 είναι υπάλληλοι του Τμήματος του και έχουν εξουσιοδότηση να υπογράφουν αυτές τις συμφωνίες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Η εξουσιοδότηση τους αυτή απορρέει από τα σχέδια υπηρεσίας τους, από τα άρθρα του Κεφ. 171 και από τις συλλογικές συμβάσεις. Είπε περαιτέρω ότι το τεκμήριο 12 είναι το σχέδιο υπηρεσίας γενικών καθηκόντων και ότι οι συμφωνίες τεκμήρια 1 και 2 είναι έγκυρες συμβάσεις και είναι σαν αυτές που συνάπτει η ΑΗΚ καθημερινά με τους πελάτες της. Αντεξεταζόμενος είπε ότι στα τεκμήρια 1 και 2 η ΑΗΚ υπέγραψε μέσω των υπαλλήλων της εκεί που λέει «Μάρτυρας» και το έντυπο αυτό ανήκει στην ΑΗΚ. Παράπεμψε επίσης στο άρθρο 15 του σχεδίου υπηρεσίας και στο Νόμο για να πει ότι είναι από αυτά που απορρέει η εξουσιοδότηση των προσώπων αυτών να υπογράφουν στις εν λόγω συμφωνίες. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι τα τεκμήρια 1 και 2 είναι άκυρα διότι δεν φέρουν την σφραγίδα της ΑΗΚ και δεν υπογράφονται από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος από την αντίπερα όχθη, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Ο Μ.Κ.1 ήταν τυπικός μάρτυρας και ουσιαστικά σκοπός του ήταν να καταθέσει τα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία είχε στην κατοχή του ως υπεύθυνος της αποθήκης τεκμηρίων της Αστυνομίας. Επομένως, αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Οι Μ.Κ.2 και 3 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθαν στο Δικαστήριο για να αναφέρουν την εμπλοκή τους στην παρούσα υπόθεση και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι ενέργειες τους και η εμπλοκή τους σχετίζονται με την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως υπάλληλοι της ΑΗΚ και σε αυτό το πλαίσιο κατάθεσαν στο Δικαστήριο. Όπως έχει διαφανεί δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τον κατηγορούμενο και ανάφεραν και οι δύο τον τρόπο με τον οποίο εκτελούν τα καθήκοντα τους και συγκεκριμένα τη σύναψη συμφωνιών για σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος. Παρόλο που όπως έχει προκύψει εξυπηρετούν πολλούς πελάτες της ΑΗΚ καθημερινά και δεν θα ήταν λογικό και αναμενόμενο να θυμούνται έκαστο από αυτούς, εντούτοις το σημαντικό από τη μαρτυρία τους ήταν οι αναφορές τους για τον τρόπο που ενεργούν στην περίπτωση που κάποιο πρόσωπο τους αναφέρει ότι είναι πτωχεύσας. Ανάφεραν και οι δύο ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν έχουν εξουσία να προχωρήσουν και να ετοιμάσουν τη σχετική συμφωνία σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος και θα πρέπει να αποταθούν στην προϊστάμενη του Τμήματος τους για να λάβουν περαιτέρω οδηγίες και αυτές οι οδηγίες δίνονται γραπτώς. Είπαν συγκεκριμένα ότι στην περίπτωση που ένα πρόσωπο είναι σε πτώχευση, δεν σημαίνει κατά ανάγκη ότι δεν μπορεί να γίνει σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος σε υποστατικό του, αλλά συνήθως ζητείται να υπογράψει κάποιο αξιόχρεο πρόσωπο ως εγγυητής. Σε σχέση με τον Μ.Κ.2, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος κατά την προσέλευση του στα γραφεία της Α.Η.Κ. και την ετοιμασία του τεκμηρίου 1 δεν ανάφερε στο μάρτυρα αυτό ότι είναι πτωχεύσας. Δεν έχω διακρίνει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού αλλά και από την υπόλοιπη μαρτυρία ότι ενδεχομένως να είχε γίνει κάτι τέτοιο και ο μάρτυρας αυτός να μην ακολούθησε την ενδεδειγμένη διαδικασία, δηλαδή να αποταθεί στην προϊστάμενη του. Ούτε έχει προκύψει ότι θα μπορούσε να υπήρχε κάποιος λόγος γιατί να μην το κάνει αυτό. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τον Μ.Κ.3 για το πιο πάνω θέμα. Περαιτέρω, ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του παραδέχεται ότι δεν είχε αναφέρει στον εν λόγω μάρτυρα ότι ήταν πτωχεύσας κατά την επίσκεψη του στ γραφεία της Α.Η.Κ. και τη σύναψη του τεκμηρίου 2, για τους λόγους φυσικά που αναφέρει σε αυτή, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί. Επομένως, προκύπτει από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και ΜΚ.3 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος δεν τους είχε αναφέρει ότι ήταν πτωχεύσας, θέση την οποία αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, οι μάρτυρες αυτοί δεν ήταν σε θέση να αναφερθούν στο υπόλοιπο που φέρει ο λογαριασμός στην κάθε περίπτωση καθότι είναι εκτός αρμοδιότητας τους. Να σημειωθεί όμως ότι σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας των μαρτύρων αυτών αλλά και των άλλων μαρτύρων αμφισβητήθηκε η ύπαρξη των συγκεκριμένων υπολοίπων. Εκείνο το οποίο αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού που σχετίζεται με το υποστατικό του τεκμηρίου 1 ήταν ότι αυτό αποτελεί υπόλοιπο των τελευταίων 6 μηνών πριν την διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος αφού ο κατηγορούμενος αδυνατούσε να το καταβάλει με το μάρτυρα να μην ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει. Περαιτέρω, η αντεξέταση των μαρτύρων αυτών επικεντρώθηκε στο ζήτημα της εγκυρότητας ή μη των τεκμηρίων 1 και 2 τα οποία ετοίμασαν. Εκείνο το οποίο προκύπτει και μπορώ να αποδεχθώ από τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών είναι ότι αυτοί ενέργησαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Ήταν και οι δύο γραφείς γενικών καθηκόντων και εργάζονται στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών της ΑΗΚ και μεταξύ άλλων, τους είχε ανατεθεί και η σύνταξη και υπογραφή στη θέση του μάρτυρα των συμφωνιών σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος σε πελάτες της ΑΗΚ. Δεν έχει προκύψει ότι δεν ανατέθηκαν σε αυτούς τέτοια καθήκοντα ή ότι είναι άτομα που δεν είχαν καμία σχέση με την ΑΗΚ. Το κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθεί η ΑΗΚ είναι παράνομη και παράτυπη και ποια η σχετικότητα του ζητήματος αυτού με την παρούσα υπόθεση, είναι ζήτημα που θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω κατά την κατάληξη του, αν και εφόσον κριθεί αναγκαίο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων αυτών, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία τους και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.4 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην καταγγελία στην Αστυνομία της παρούσας υπόθεσης ως εκ της θέσεως της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ανάφερε και αυτή τη διαδικασία που ακολουθείται όταν ένας πελάτης είναι πτωχεύσας και είπε ότι στην παρούσα περίπτωση, δεν ακολουθήθηκε η εν λόγω διαδικασία διότι ο κατηγορούμενος δεν ανάφερε στους λειτουργούς ότι ήταν πτωχεύσας. Αποδέχομαι τη θέση της αυτή αφού συνάδει και υποστηρίζεται και από την εκδοχή των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, την μαρτυρία των οποίων έκανα αποδεκτή ανωτέρω. Είπε επίσης ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ήταν αρμόδια πρόσωπα να συντάσσουν και να υπογράφουν συμφωνίες σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος οι οποίες τυπώνονται από το λογισμικό του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η μάρτυρας αυτή ήταν η άμεσα προϊστάμενη των πιο πάνω προσώπων και μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της αυτή. Περαιτέρω, η μάρτυρας αυτή παρόλο που δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς προέκυψε το υπόλοιπο των δύο λογαριασμών, συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι λογικά αυτό θα προέκυψε τους τελευταίους μήνες πριν από την αποκοπή και όχι από την αρχή. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.5 κρίνω ότι είπε και αυτός την αλήθεια στο Δικαστήριο και τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ως εκ της θέσεως του. Η μαρτυρία του και ειδικότερα η ύπαρξη του διατάγματος παραλαβής και πτώχευσης εναντίον του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήρια 6 και 7) δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ούτε η υπόλοιπη μαρτυρία του και η αντεξέταση του είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.6 προσήλθε ουσιαστικά στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να καταδείξει ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 είχαν εξουσιοδότηση και αρμοδιότητα να συντάσσουν και υπογράφουν συμφωνίες σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος. Δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12 που είναι το Σχέδιο Υπηρεσίας που κατάθεσε αλλά η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι αυτό δεν κάλυπτε τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 να εκτελούν τέτοια καθήκοντα. Αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13 και ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο της αφού αυτό υπογράφεται από άλλο πρόσωπο. Επί αυτού παρατηρώ ότι η μάρτυρας είπε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να παρουσιάσει τα έγγραφα αυτά και δεν είχε άλλη εμπλοκή με την υπόθεση. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο συντάξας του τεκμηρίου 13, τελικά, προσήλθε στο Δικαστήριο και κατάθεσε και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ακολουθεί. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και τα έγγραφα που κατάθεσε αφού συνάδει και με άλλη αποδεχτή μαρτυρία και επίσης το τεκμήριο 13 και το ζήτημα της εξουσιοδότηση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 να υπογράφουν τις εν λόγω συμφωνίες εξηγήθηκε περαιτέρω και από τον Μ.Κ.8. Ο Μ.Κ.7 δεν έτυχε αντεξέτασης, ήταν τυπικός μάρτυρας και σκοπός του ήταν να καταθέσει στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.8 εκείνο το οποίο προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο είναι ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 είχαν εξουσία να υπογράφουν εκ μέρους της ΑΗΚ τα συγκεκριμένα συμβόλαια. Εξήγησε ότι η εξουσία τους αυτή πηγάζει από το Σχέδιο Υπηρεσίας, από το Νόμο και από τις συλλογικές συμβάσεις. Παράπεμψε στην παράγραφο 15 του Σχεδίου Υπηρεσίας, τεκμήριο 12, των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, στο οποίο αναφέρεται ότι μπορούν να εκτελούν οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα τους ανατεθούν. Ανάφερε επίσης ότι το τεκμήριο 1 το ετοίμασε ο ίδιος και ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν τέτοιες συμφωνίες. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν τέτοια εξουσιοδότηση γραπτή από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΗΚ και ο μάρτυρας είπε ότι αυτό μπορεί να γίνει και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ανήκει στη διεύθυνση του οργανισμού. Ουσιαστικά είπε ότι ο ίδιος μπορεί να βεβαιώσει αυτό το πράγμα και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε γραπτή εξουσιοδότηση. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του μάρτυρα ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσαν καθήκοντα σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος και υπέγραφαν ως μάρτυρες στα εν λόγω συμβόλαιο τα οποία ετοίμαζαν. Δεν προκύπτει τα εν λόγω πρόσωπα να ενεργούσαν αυθαίρετα. Αυτή ήταν η δουλεία που τους ανατέθηκε από τον οργανισμό και εν πάσει περιπτώσει η θέση αυτή της υπεράσπισης δεν συνδέθηκε με οποιεσδήποτε ενέργειες των εν λόγω προσώπων κατά την σύνταξη των επίδικων συμφωνιών. Ούτε εξηγήθηκε ο τρόπος που αυτό το θέμα επηρεάζει την παρούσα υπόθεση, όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου. Όσον αφορά την εν λόγω κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Από την κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου την αναφορά του ότι ο ίδιος γνώριζε ότι με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/03/2007 είχε κηρυχθεί ως πτωχεύσας και ότι στις 27/03/2009 υπέγραψε τη συμφωνία τεκμήριο
- Επίσης, αποδέχομαι από τη γραπτή του κατάθεση ότι ανάλογη συμφωνία σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος υπέγραψε και στις 09/03/2010 μαζί με την ΑΗΚ στην Πάφο και ότι δεν ανάφερε στον υπάλληλο ότι ήταν πτωχεύσας. Τα πιο πάνω αποτελούν τουλάχιστον δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου και οι υπογραφές των εν λόγω συμφωνιών υποστηρίζονται και από άλλη αποδεχτή μαρτυρία καθώς και η θέση του ότι στη δεύτερη συμφωνία δεν ανάφερε στον υπάλληλο ότι ήταν σε πτώχευση. Περαιτέρω, αποδέχομαι τη θέση του ότι για την συμφωνία ημερομηνίας 27/03/2009 υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €1,491.68 και για την συμφωνία ημερομηνίας 09/03/2010 χρεωστικό υπόλοιπο €811,
- Το γεγονός αυτό υποστηρίζεται και από άλλη αποδεκτή μαρτυρία και συγκεκριμένα από τις καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται στα τεκμήρια 1 και 2 και δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Επίσης, τα πιο πάνω αποτελούν δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του κατηγορουμένου στην κατάθεση του ότι προτού υπογράψει τη συμφωνία ημερομηνίας 27/03/2009 ανάφερε στον υπάλληλο της ΑΗΚ ότι είναι πτωχεύσας. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές του ότι δεν ανάφερε το γεγονός αυτό κατά τη σύναψη της δεύτερης συμφωνίας καθότι το είχε αναφέρει την πρώτη φορά. Αυτές οι αναφορές του αποτελούν εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν είναι γεγονότα τα οποία μπορούν να δώσουν μια άλλη υφή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που προκύπτουν από αξιόπιστη μαρτυρία. Επίσης οι αναφορές αυτές και συγκεκριμένα ότι ανάφερε στον υπάλληλο που ετοίμασε τη συμφωνία ημερομηνίας 27/03/2009 ότι ήταν πτωχεύσας, συγκρούονται με τη μαρτυρία του εν λόγω υπαλλήλου (Μ.Κ.2), η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος κατά τις 27/03/2009 μετέβηκε στα γραφεία της ΑΗΚ στην Πάφο με σκοπό να συνδέσει ηλεκτρικό ρεύμα στο υποστατικό το οποίο ενοικίαζε που βρισκόταν στην οδό Κούριουμ, Όμηρος Κόμπλεξ, Μπλοκ Α, Κατ. 5, 8020 Πάφος. Αφού έδωσε τα στοιχεία του στον Μ.Κ.2, υπάλληλο της ΑΗΚ και παρουσίασε ενοικιαστήριο έγγραφο, στη συνέχεια υπέγραψε Συμφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας ημερομηνίας 27/03/2009 (βλ. τεκμήριο 1) με αρ. λ/σμου 3261395939 7 και του παραχωρήθηκε ηλεκτρικό ρεύμα για εμπορική χρήση. Ο κατηγορούμενος κατά τις 09/07/2010 μετέβηκε στα γραφεία της ΑΗΚ στην Πάφο με σκοπό να συνδέσει ηλεκτρικό ρεύμα στο υποστατικό το οποίο ενοικίαζε που βρισκόταν στην οδό Κόδρου 5Β, Διαμ. 202, 8020 Πάφος. Αφού έδωσε τα στοιχεία του στον Μ.Κ.3, υπάλληλο της ΑΗΚ και παρουσίασε ενοικιαστήριο έγγραφο, στη συνέχεια υπέγραψε Συμφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας ημερομηνίας 09/07/2010 (βλ. τεκμήριο 2) με αρ. λ/σμου 5005987229 6 και του παραχωρήθηκε ηλεκτρικό ρεύμα για οικιστική χρήση. Οι πιο πάνω συμφωνίες εκτυπώνονται από σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή και φέρουν το όνομα της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και διέπονται από τις σχετικές νομοθεσίες, όπως αναφέρεται σε αυτές. Στη θέση του καταναλωτή υπέγραψε ο κατηγορούμενος ενώ στη θέση του μάρτυρα ο Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αντίστοιχα σε έκαστη από τις εν λόγω συμφωνίες. Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο εργάζονταν στην ΑΗΚ ως γραφείς και μεταξύ των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν ήταν να συνδέουν ηλεκτρικό ρεύμα σε πελάτες συντάσσοντας και υπογράφοντας στη θέση του μάρτυρα σχετικές συμφωνίες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Έχει προκύψει επίσης ότι εναντίον του κατηγορουμένου στις 18/01/2006 εκδόθηκε από το Ε.Δ. Πάφου διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην Άιτ. Αρ. 186/05 και στις 23/03/2007 διάταγμα πτώχευσης. Κατά τη σύναψη των πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών και την σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στα υποστατικά του, ο κατηγορούμενος δεν ανάφερε στους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ότι ήταν πτωχεύσας. Σε σχέση με το πρώτο συμβόλαιο και τον αρ. λ/μου 3261395939 7 ο κατηγορούμενος κατά την 29/02/2012 όφειλε στην ΑΗΚ το ποσό των €1,491.68 για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος ενώ σε σχέση με το δεύτερο συμβόλαιο και τον αρ. λ/σμου 5005987229 6 κατά την 26/06/2012 όφειλε στην ΑΗΚ το ποσό των €811,51 και οι συνδέσεις, όπως προκύπτει, αποκόπηκαν. Ο κατηγορούμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει τα πιο πάνω ποσά. Ο κατηγορούμενος, στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε στις 05/12/2013 σχετικά με τη διερεύνηση των υπό εκδίκαση αδικημάτων και σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ότι με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/03/2007 είχε κηρυχθεί ως πτωχεύσας, απάντησε ότι το γνώριζε. Επίσης, ανάφερε ότι για την σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο δεύτερο υποστατικό του στις 09/07/2010 δεν ανάφερε στον υπάλληλο ότι ήταν πτωχεύσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 117(α) του Περί Πτώχευσης Νόμο Κεφ. 5, στη βάση του οποίου κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο έχει ως ακολούθως: «
- Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε — (α) είτε µόνος είτε από κοινού µε άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των £10 ή πέραν των £10 από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ............... είναι ένοχος αδικήµατος και µε καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι τα ακόλουθα: 1) Ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν πτωχεύσας που δεν είχε αποκατασταθεί, 2) Ότι είτε μόνος του είτε από κοινού εξασφάλισε πίστωση στην έκταση των £10 (το αντίστοιχο σε ευρώ) ή πέραν των £10 (το αντίστοιχο σε ευρώ) από πρόσωπο, 3) Χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο αυτό ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Πέραν των πιο πάνω, απαιτείται ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που εξασφαλίζει πίστωση να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε (βλ. Χριστόφορος Χριστοφόρου v. Φάνου Γιάγκου
(2007)2 Α.Α.Δ. 145). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατ' αρχή έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν πτωχεύσας, ο οποίος δεν είχε αποκατασταθεί. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι εκδόθηκε εναντίον του κατηγορουμένου διάταγμα πτώχευση στις 23/03/2007 στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης Αρ. 186/2005 Ε.Δ. Πάφου. Το γεγονός αυτό άλλωστε ο κατηγορούμενος δεν το έχει αμφισβητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Επίσης, έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τους ουσιώδεις χρόνους, γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας που δεν είχε αποκατασταθεί. Ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την αγόρευση του ισχυρίζεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό αυτό στοιχείο καθότι δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία περί τούτου. Παρά ταύτα, αυτό έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένης και της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου, με βάση τη νομολογία, ο κατηγορούμενος σε αυτή ξεκάθαρα δηλώνει και αποδέχεται ότι γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας κατά τις 27/03/2009 και στις 09/07/2010 και προέβαλε τη θέση ότι στην μεν πρώτη περίπτωση είχε αναφέρει το γεγονός αυτό στον Μ.Κ.1 ενώ στη δε δεύτερη περίπτωση ότι δεν το είχε πράξει διότι θεώρησε ότι ήταν αρκετή η αναφορά του γεγονότος αυτού στην πρώτη περίπτωση. Το Δικαστήριο αποδέχτηκε μέρος των πιο πάνω αναφορών του κατά την αξιολόγηση της κατάθεσης του και συγκεκριμένα το γεγονός ότι γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας καθότι όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, αυτές αποτελούν δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση για αυτές τις αναφορές του αφού δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο, ούτε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας τέθηκε σε αμφισβήτηση το ζήτημα της γνώσης του ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, όπως αναφέρει ο ίδιος στην ανακριτική του κατάθεση. Άλλωστε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 από το συνήγορο του κατηγορουμένου, του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι ήταν πτωχεύσας. Δεδομένων όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι αυτός γνώριζε για το γεγονός αυτό κατά τους ουσιώδεις χρόνους και έχει αποδειχθεί και αυτό το συστατικό στοιχείο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το επόμενο συστατικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή είναι την εξασφάλιση πίστωσης από τον κατηγορούμενο, πέραν των £10. Η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επιχείρησε κατά την δίκη να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των δύο συμφωνιών που σύναψε με την Α.Η.Κ. και σε αυτό επικεντρώθηκε και εστιάστηκε η υπεράσπιση του. Εισηγείται η υπεράσπιση ότι αυτές είναι άκυρες διότι δεν φέρουν την σφραγίδα και υπογραφή της Α.Η.Κ. παρά μόνο την υπογραφή των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 στη θέση του μάρτυρα και ότι οι εν λόγω μάρτυρες δεν είχαν εξουσιοδότηση να υπογράφουν εκ μέρους της Α.Η.Κ. Παρά την πιο πάνω γραμμή της υπεράσπισης, εντούτοις δεν επεξηγήθηκε πώς αυτό επηρεάζει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε οι εν λόγω συμφωνίες κριθούν άκυρες. Θεωρώ ότι το όλο επιχείρημα είναι άσχετο και αδιάφορο με την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί είναι κατά πόσο αυτός εξασφάλισε πίστωση από την Α.Η.Κ. πέραν των €10 που αφορούσε την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Ασχέτως δηλαδή της εγκυρότητας ή μη των εν λόγω συμφωνιών, το ζητούμενο παραμένει ως ανωτέρω και αυτό είναι που θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 2, para. 1252, p. 630 όπου γίνεται αναφορά σε πανομοιότυπο αδίκημα με αυτό του άρθρου 117(α) του δικού μας Νόμου, ως ίσχυε και το οποίο περιλαμβανόταν στον Bankruptcy Act του 1914 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τhere is no need that there should be an express contract to give credit; the offence is complete if, in fact, credit is obtained, even though security for the debt is given.» Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, 2002 reissue, Vol.3
(2), para. 721, p. 405-406, όπου αναφέρεται ότι «Τhere need be no agreement to give credit if credit is in fact given; R. v. Peters
(1886)16 Q.B.D. 636.» Eπομένως, εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι κατά πόσο πράγματι, ο κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου αλλά και κοινό έδαφος των διαδίκων, ότι ο κατηγορούμενος τόσο στις 27/03/2009 όσο και στις 09/07/2010 επισκέφθηκε τα γραφεία της Α.Η.Κ. και εξασφάλισε τη σύνδεση και προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος στα συγκεκριμένα δύο υποστατικά του. Είναι προφανές επίσης ότι για την εξασφάλιση του εν λόγω ηλεκτρικού ρεύματος ο κατηγορούμενος όφειλε να πληρώνει την Α.Η.Κ., όπως άλλωστε προβλήθηκε ότι έπραττε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και ότι τα υπόλοιπα που προέκυψαν αφορούν τους τελευταίους μήνες πριν την αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Προκύπτει δηλαδή από όλα τα πιο πάνω, ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε την σύνδεση και προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος στα υποστατικά του από την Α.Η.Κ. με πίστωση. Εκείνο το οποίο περαιτέρω θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η πίστωση αυτή που εξασφάλισε είναι πέραν των £
- Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι για την πρώτη σύνδεση υπάρχει υπόλοιπο για μέρος της περιόδου από 27/03/2009 μέχρι 29/02/2012 και συγκεκριμένα το ποσό των €1,491.68 για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος ενώ σε σχέση με τη δεύτερη σύνδεση για μέρος της περιόδου από 09/07/2010 μέχρι 26/06/2012, υπάρχει υπόλοιπο το ποσό των €811,
- Δεν παραγνωρίζω ότι τα ποσά αυτά προέκυψαν από την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος σε κάποιο χρόνο μετά την σύνδεση του με τα υποστατικά του κατηγορούμενου και μέχρι την αποκοπή της σύνδεσης, αλλά αυτό δεν μπορεί να ανεραίσει την στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της εξασφάλισης πίστωσης πέραν των £
- Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, 2002 reissue, Vol.3
(2), para. 721, p. 406, σημείωση αρ. 2 αναφέρεται ότι «The prescribed amount may be reached by aggregating a serious of smaller sums and, once that figure is reached, any repayments count only in mitigation of the penalty:» (βλ. R v. Hartley [1972] 1 All E.R. 599 και R v. Juby
(1886), 55 L.T. 788). Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε ηλεκτρικό ρεύμα από την Α.Η.Κ. με πίστωση για το οποίο όφειλε να καταβάλλει την αξία του. Η αξία του εν λόγω ηλεκτρικού ρεύματος που εξασφάλισε με πίστωση ή το υπόλοιπο αυτού ανήλθε πέραν των £10 ως αναφέρθηκε ανωτέρω και επομένως κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι τόσο κατά τις 27/03/2009 όσο και κατά τις 09/07/2010 που ο κατηγορούμενος πέτυχε τη σύνδεση και την εξασφάλιση του ηλεκτρικού ρεύματος, δεν ανάφερε στους αρμόδιους υπαλλήλους της Α.Η.Κ. και κατ' επέκταση στην παραπονούμενη Α.Η.Κ. ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, ως είχε υποχρέωση να πράξει. Να σημειωθεί ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 δεν είναι πρόσωπα άσχετα με την Α.Η.Κ. Έχει προκύψει από όλη τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλοι της Α.Η.Κ. και μέρος των καθηκόντων τους ήταν και οι συνδέσεις ηλεκτρικού ρεύματος σε υποστατικά πελατών της Α.Η.Κ. Η ίδια η Α.Η.Κ. τους αναγνωρίζει ως αρμόδιους για το ζήτημα αυτό και δεσμεύεται από τις πράξεις τους. Εξηγήθηκε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου και η διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις που κάποιος πελάτης αναφέρει ότι είναι πτωχεύσας. Στην παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε διότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανάφερε, είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη περίπτωση, ότι ήταν πτωχεύσας που δεν είχε αποκατασταθεί. Η υποχρέωση που είχε ο κατηγορούμενος να αποκαλύψει ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε είναι απόλυτη. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, 2002 reissue, Vol.3
(2), para. 721, p. 406 αναφέρεται ότι «The obligation to disclose bankruptcy is absolute; reasonable belief that such disclosure has been made is no defence: R v. Duke of Leicester [1924] 1 KB 311, CCA.». Ούτε επηρεάζει την ποινική του ευθύνη η μεταγενέστερη αποκατάσταση του. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τόσο στην 1ης όσο και στην 2ην κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αυτός κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες αρ. 1 και 2 που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο