Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντρέας Μεταξάς, Αρ. Υπόθεσης: 18/14, 23/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. Αντρέας Μεταξάς Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 23/02/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο : κα Άρτεμις Σαββίδου. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της πρόκληση βαρείας σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1). Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Στις 21.4.2013 και περί ώρα 20:30 και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν με φίλους της σε πάρκο στην περιοχή A.E.T.A. στην Πάφο, στο μέρος βρισκόταν και ο κατηγορούμενος ο οποίος στο παρελθόν διατηρούσε δεσμό με την παραπονούμενη και την πλησίασε. Όταν η παραπονούμενη τελείωσε από μια συζήτηση που είχε με μια κοπέλα και απευθύνθηκε προς τον κατηγορούμενο και του είπε να σταματήσει να ενοχλεί τόσο την ίδια όσο και τους φίλους της καθότι ο δεσμός τους είχε τελειώσει, αυτός την κτύπησε με το δεξί του χέρι στο αριστερό της μάγουλο και στο αυτί προκαλώντας της βαριά σωματική βλάβη. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 22/04/2013 το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και σημειώθηκε ως τεκμήριο Α, διαπιστώθηκε ρήξη τυμπάνου αριστερού αυτιού. Η παραπονούμενη λόγο του πόνου που είχε μετά το επεισόδιο αυτό, μετέβηκε στην αστυνομία, έκαμε καταγγελία, της δόθηκε ειδικό έντυπο για να επισκεφθεί το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου πράγμα το οποίο έπραξε. Μετέβηκε στις πρώτες βοήθειες και από εκεί παραπέμφθηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό σε ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο ο οποίος αφού εξέτασε την παραπονούμενη κατέγραψε τα ευρήματα του στο τεκμήριο Α. Προέβηκε σε γραπτή καταγγελία και στις 22.4.2013 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου, συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «επροκάλεσε με γι' αυτό το έκαμα, ζητώ συγνώμη». Κατηγορήθηκε στις 23.4.2013 γραπτώς και απάντησε «παραδέχομαι, ζητώ συγνώμη και απολογούμαι». Επίσης, λέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ότι υπάρχουν €75 έξοδα της διαδικασίας. Η ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη διατηρούσαν δεσμό για 1 ½ περίπου χρόνο και πριν από περίπου 5 - 6 μήνες από το επίδικο συμβάν είχαν χωρίσει και η παραπονούμενη σύναψε σχέση με άλλο πρόσωπο. Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη ήταν σε επαφή και μιλούσαν μεταξύ τους. Επειδή το τρίτο πρόσωπο με το οποίο η παραπονουμένη είχε συνάψει σχέση είχε αντιληφθεί το γεγονός αυτό, κάλεσε τον κατηγορούμενο να συναντηθούν σε συγκεκριμένο μέρος έτσι ώστε να ήταν παρούσα και η παραπονούμενη για να ξεκαθαρίσει το τι συνέβαινε μεταξύ τους. Και τούτο διότι ήταν ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι ήταν ο κατηγορούμενος που της τηλεφωνούσε ενώ ο κατηγορούμενος έλεγε ότι αυτό γινόταν διότι ήθελε και η παραπονούμενη. Αφού μετέβηκε στο συγκεκριμένο χώρο, στη διαδικασία επίλυσης της παρεξήγησης αυτής και όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη τον έμπαιζε, την κτύπησε με το αριστερό του χέρι στο μάγουλο. Πιο κάτω η συνήγορος ανάφερε ότι ο λόγος που η παραπονούμενη είχε διακόψει το δεσμό με τον κατηγορούμενο ήταν διότι την πίεζε ο πατέρας της και δεν ήταν δική της επιθυμία. Την ώρα που ο κατηγορούμενος την κτύπησε, είπε, είχε πρόσθεση να της επιτεθεί αλλά όχι να της προκαλέσει τα τραύματα που της προκάλεσε ούτε φαντάστηκε ότι θα υπήρχαν αυτές οι συνέπειες. Μετά από αυτό έφυγαν όλοι από τη σκηνή και την επομένη μέρα ο πατέρας της παραπονούμενης τηλεφώνησε του κατηγορούμενου και τον απείλησε και του ζήτησε να συναντηθούν αλλά ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θέλει να δώσει συνέχεια. Ακολούθως, ο πατέρας της παραπονουμένης την πήρε στην Αστυνομία όπου και έγινε η καταγγελία και ακολούθως μετάβηκαν στο Νοσοκομείο όπου και εξετάστηκε και διαπιστώθηκε το τραύμα που αναφέρθηκε. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε στην Αστυνομία, από την αρχή ανάφερε τα γεγονότα όπως είχαν γίνει και ζήτησε συγνώμη και απολογήθηκε. Ανάφερε επίσης ότι το έκανε πάνω στα νεύρα του και διότι αγαπούσε την παραπονούμενη και δεν ήθελε να καταστραφεί, έχοντας υπόψη το νέο της δεσμό. Επίσης, παραδέχθηκε ευθύς εξ' αρχής. Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο Β Βεβαίωση - Δήλωση της παραπονουμένης με την οποία αναφέρει ότι έχει συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο και δεν επιθυμεί την περαιτέρω ποινική του δίωξη, ούτε επιθυμεί να μαρτυρήσει εναντίον του στο Δικαστήριο. Επίσης, αναφέρθηκε ότι παρόλο που έχουν παρέλθει 5 και πλέον χρόνια από το όλο συμβάν ο κατηγορούμενος ουδέποτε απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη και ήταν ένα περιστατικό της κακιάς στιγμής και λόγω της έντασης της στιγμής. Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 24 χρόνων και προέρχεται από φτωχή οικογένεια. Οι γονείς του βρίσκονται σε διάσταση και ο ίδιος ολοκλήρωσε το νυχτερινό τμήμα της Τεχνικής Σχολής στους κλάδους Δομικά και Αρχιτεκτονικά Έργα και Ηλεκτρολογικές Εγκαταστάσεις. Διατηρεί αρμονικές σχέσεις με τους γονείς και την αδελφή του και είναι άνεργος και αναζητά εργασία μέσω του αρμόδιου τμήματος. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται στην Έκθεση ότι ο κατηγορούμενος διαμένει με την μητέρα του και συντηρείται από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ύψους €65,90 που λαμβάνει η οικογένεια του και στο οποίο είναι εξαρτώμενος. Επίσης, τον βοηθά και ο πατέρας του ο οποίος εργάζεται και έχει εισοδήματα ύψους €
- Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι γονείς συνδέονται στενά με τα παιδιά τους τα οποία αγαπούν. Mε τον κατηγορούμενο όμως δεν μπόρεσαν να ασκήσουν σωστό έλεγχο με αποτέλεσμα να παρουσιάσει αντικοινωνική συμπεριφορά. Αναφέρεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος φαίνεται προβληματισμένος για το αδίκημα που κατηγορείται καθώς και για τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να έχει. Δηλώνει μεταμέλεια και όπως αναφέρει η εμπλοκή του στο αδίκημα οφειλόταν στο νεαρό της ηλικίας του. Η συνήγορος του κατηγορουμένου, τόνισε επίσης το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, τις προσωπικές του συνθήκες, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, το γεγονός ότι έχει συμφιλιωθεί με το θύμα το οποίο δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο και ήταν η θέση της ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της. Αναμφίβολα το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Η σοβαρότητα τους διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνων. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού, έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στη προσωπικότητα, καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Τόκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» (βλ. επίσης Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 549). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταδείξει ότι σε αδικήματα βίας θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 327 και Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581. Προκύπτει επίσης, ότι η ενδεδειγμένη ποινή στις πλείστες περιπτώσεις είναι αυτή της φυλάκισης, η οποία κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 81, Αεροπόρος v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275, Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 A.A.Δ. 639, Χατζηπέτρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468 και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 800. Σημασία βέβαια για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών, και το Εφετείο τόνισε ότι «τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να αντιμετωπίσουν με τον κατάλληλο τρόπο το συνεχώς αυξανόμενο έγκλημα και ιδιαίτερα αυτό που αφορά σε επιθέσεις εναντίον προσώπου». Ακόμα, καθοδήγηση για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιας φύσης αδικήματος, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, προσφέρει το σύγγραμμα ´Sentencing in Cyprus´ του κ. Γ.Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 116-118. Ο κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση, κτύπησε την παραπονούμενη στο μάγουλο και στο αυτί με αποτέλεσμα να της προκαλέσει ρήξη τυμπάνου. Ο λόγος που προβλήθηκε για την πράξη του αυτή, είναι το γεγονός ότι η παραπονούμενη, με την οποία διατηρούσε δεσμό στο παρελθόν, τον ενέπαιζε και μιλούσε μαζί του ενώ ταυτόχρονα είχε συνάψει άλλο δεσμό. Τα πιο πάνω όμως, δεν μπορεί να αποτελούν επαρκή δικαιολογία για την πράξη του κατηγορούμενου. Η άσκηση βίας κατά του συνανθρώπου και όταν μάλιστα αυτή λαμβάνει χώρα σε δημόσιο χώρο, όπως στην παρούσα περίπτωση και στην παρουσία άλλων προσώπων, είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Ο κατηγορούμενος με κανένα τρόπο νομιμοποιείτο να κτυπήσει την παραπονούμενη προκαλώντας της το τραύμα το οποίο προέκυψε. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιου είδους συμπεριφορές και ενέργειες και θα πρέπει να σταλεί το μήνυμα ότι πράξεις που αποσκοπούν στον εκφοβισμό ή την εκδίκηση του θύματος μέσω ωμής χρήσης βίας και που έχουν ως αποτέλεσμα και την υπόθαλψη του αισθήματος ασφάλειας του πολίτη δεν μπορεί πλέον να γίνουν ανεκτές από την κοινωνία. Οι οποιεσδήποτε διαφορές των πολιτών επιλύονται δια της νομίμου οδού και ουδείς έχει δικαίωμα σε μια ευνομούμενη πολιτεία να παραγνωρίζει το γεγονός αυτό. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τους τραυματισμούς που υπέστηκε η παραπονούμενη από τον κατηγορούμενο για σκοπούς καθορισμού της σοβαρότητας των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης. Παρά τα πιο πάνω όμως, το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου και των περιστάσεων διάπραξης του αδικήματος δεν ατονεί, ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της (Βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Προς όφελος του κατηγορουμένου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: 1) Την παραδοχή του κατηγορουμένου, έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα. (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). 2) Το λευκό του ποινικό μητρώο και την απολογία του. 3) Την μεταμέλεια του η οποία προκύπτει να είναι έμπρακτη, αφού πέραν την παραδοχής και απολογίας τους ενώπιον του Δικαστηρίου, αμέσως κατά τη σύλληψη του ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος και απολογήθηκε. Επίσης, συμφιλιώθηκε με την παραπονουμένη και αυτή δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο. 4) Το νεαρό της ηλικίας του κατά τη διάπραξη του αδικήματος και την ανωριμότητα του που συνέβαλε στη διάπραξη του αδικήματος. 5) Τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα και την ένταση της στιγμής. 6) Τον τρόπο με τον οποίο κτύπησε την παραπονουμένη και το τραύμα που προκλήθηκε, που δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία να άφησε οποιαδήποτε κατάλοιπα. 7) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους συνθήκες όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έχουν εκτεθεί και ανωτέρω. 8) Το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 21/04/2013 και παρά το ότι η υπόθεση εξιχνιάστηκε πλήρως σε διάστημα τριών ημερών, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 03/01/2014 δηλαδή 8 και πλέον μήνες μετά, χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος γι αυτή τη καθυστέρηση από την κατηγορούσα αρχή. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι για την περαιτέρω καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος δεν φέρει οποιοδήποτε μερίδιο ευθύνης. Πέραν από την άρνηση του στην κατηγορία, που ήταν δικαίωμα του, προκύπτει ότι η υπόθεση η υπόθεση αναβαλλόταν λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και λόγω απουσίας των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής. Πέραν των πιο πάνω όμως, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν δραματική αλλαγή των προσωπικών συνθηκών τoυ κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν αυτό χρονικό διάστημα ούτε προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία και ειδικότερα την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά όμως, παραμένει ως γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 4 χρόνων και 10 μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος. Το γεγονός αυτό θα ληφθεί σοβαρά υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Σωτήρης Αβράαμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543). Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, την ανάγκη για αποτροπή και τις περιστάσεις διάπραξης του σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά που αναφέρθηκαν ανωτέρω και ειδικότερα του χρόνου που παρήλθε μέχρι σήμερα και του νεαρού της ηλικίας του, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος είναι σοβαρές καθώς επίσης και το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου. Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν στην 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Έχοντας καταλήξει στην πιο πάνω ποινή φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή της, όπως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Πέραν των πιο πάνω, στην πρόσφατη απόφαση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017 έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην παρούσα περίπτωση, το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αναφέρθηκε ανωτέρω. Λαμβάνω επίσης υπόψη τις περιστάσεις διάπραξης αδικήματος από τον κατηγορούμενο οι οποίες επίσης είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Αυτός σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων γνωστών της παραπονουμένης παράνομα της επέφερε το πιο πάνω αναφερόμενο τραύμα. Θα λάβω υπόψη μου όμως για σκοπούς του σταδίου αυτού το γεγονός ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός από τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος και ότι αυτό έλαβε χώρα σε μια στιγμή απώλειας της ψυχραιμίας του για τους λόγους που παράθεσε και αναφέρθηκαν ανωτέρω. Θα λάβω επίσης υπόψη μου τον τρόπο που επέφερε το τραύμα στην παραπονούμενη, τη φύση του και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε κατάλοιπα. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο του δίνει το δικαίωμα να έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του για το οποίο έχει εμπράκτως μεταμελήσει. Ομολόγησε αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος, προέβηκε σε παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει συμφιλιωθεί με την παραπονούμενη η οποία δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα δώσω στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες και ειδικότερα στο νεαρό της ηλικίας του. Κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν ηλικίας 19 ετών ενώ σήμερα είναι ηλικίας 24 ετών. Είναι άνεργος και αναζητεί εργασία μέσω του αρμόδιου τμήματος. Επίσης, υπόψη μου θα λάβω το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που ανέρχεται στα 5 σχεδόν χρόνια χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει απασχολήσει εκ νέου τη δικαιοσύνη. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Πρόκειται για νεαρό άτομο που λόγω της ανωριμότητας και επιπολαιότητας του υπέπεσε στο αναφερόμενο αδίκημα, κάτω από τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Τυχόν ποινή φυλάκισης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για το μέλλον του και την περαιτέρω ζωή του. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. €75 έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ)............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο