← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. OSAMAH ADEL MOH'D HASAN, Αρ. Υπόθεσης: 539/14, 9/2/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. OSAMAH ADEL MOH'D HASAN, Αρ. Υπόθεσης: 539/14, 9/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 539/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. OSAMAH ADEL MOH'D HASAN Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.02.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 31.01.13 στην κοινότητα Κολώνης της επαρχίας Πάφου έκλεψε οικοδομικό σίδερο αξίας €500, περιουσία του Ανδρέα Γεωργίου από την Πάφο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση (ανώμοτη δήλωση) δίχως να καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν τέσσερα τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο Ανδρέας Γεωργίου, διευθυντής της εργοληπτικής εταιρείας Land Geo Construction. Στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ημερομηνίας 31.03.13, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  1. Όπως σημειώνεται στο εν λόγω έγγραφο, η πιο πάνω εταιρεία ανέλαβε την ανέγερση οικίας στην Κολώνη. Για το σκοπό αυτό υπήρχαν τοποθετημένα στο πεζοδρόμιο οικοδομικά σίδερα διαφόρων μεγεθών. Στις 31.03.13 ο εν λόγω μάρτυρας δέχτηκε τηλεφώνημα από τον υιό του, ο οποίος του είπε πως άτομο προσέγγισε την υπό ανέγερση οικοδομή και αφού φόρτωσε οικοδομικά σίδερα σε άσπρο όχημα τύπου pick-up με αριθμούς εγγραφής DBB643 αναχώρησε από το μέρος. Ο ίδιος ουδέποτε έδωσε άδεια σε οποιονδήποτε να μεταβεί στο υπό ανέγερση έργο και να παραλάβει οικοδομικά υλικά. Αμέσως ο μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος και αφού προέβηκε σε καταγραφή του υπάρχοντος οικοδομικού σίδερου διαπίστωσε ότι απουσίαζαν τέτοια υλικά μήκους 1-2 μέτρα διαφόρων διαμετρημάτων συνολικής αξίας €
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν συνέβηκε το επίδικο περιστατικό. ΜΚ2 ήταν ο Χρίστος Γεωργίου, υιός του ΜΚ1 και επίσης διευθυντής της προαναφερόμενης εταιρείας, του οποίου η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 19.06.13 που τέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 ουσιαστικά αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, στις 31.03.13 ο εν λόγω μάρτυρας από απόσταση περίπου 150-200 μέτρα αντιλήφθηκε ένα άνδρα να φορτώνει με τα χέρια του οικοδομικό σίδερο από το επίμαχο υπό ανέγερση έργο και να το τοποθετεί στην κάσια διπλοκάμπινου οχήματος. Όταν ο μάρτυρας πλησίασε την εν λόγω υπό ανέγερση οικοδομή ο άγνωστος άνδρας εισήλθε στο όχημα του και κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το μάρτυρα. Σε κάποια στιγμή τα δύο οχήματα βρέθηκαν πλάι-πλάι με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να προσέξει ότι το άλλο όχημα ήταν ημιφορτηγό χρώματος άσπρου με αριθμούς εγγραφής DBB643, τους οποίους και κατέγραψε. Αμέσως ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στην οικοδομή και μέσα από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι απουσίαζε οικοδομικό σίδερο αξίας €500 περίπου. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 ανάφερε ότι παρόλο που δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει το πρόσωπο του ατόμου που φόρτωνε το οικοδομικό σίδερο εντούτοις είναι σίγουρος για το όχημα και τους αριθμούς εγγραφής του, στο οποίο φορτώθηκε το υλικό της υπό ανέγερση οικοδομής από εκείνο το άτομο. Ακολούθως αμφότερες οι πλευρές έθεσαν από κοινού στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 20.06.13 ως Τεκμήριο 2 καθώς και το αστυνομικό έντυπο κατηγορίας ιδίας ημερομηνίας ως Τεκμήριο
  3. Με την κοινή προσκόμιση των πιο πάνω εγγράφων αμφότερα μέρη αναγνωρίζουν ως γεγονότα ότι στις 20.06.13 ο αστυφύλακας 2163 Χ. Γεωργίου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο καθώς επίσης ότι στη συνέχεια της ίδιας ημέρας ο αστυφύλακας 3290 Π. Ιωνά κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία που αντιμετωπίζει, ο οποίος απάντησε επί λέξει 'Δεν παραδέχομαι την κατηγορία.' Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής DBB
  4. Επίσης σημειώνει ότι τον ΜΚ2 τον είδε στο παρελθόν τυχαία σε μία υπό ανέγερση οικοδομή στα πλαίσια των προσπαθειών του ως άνεργος που ήταν να μαζεύει παλιοσίδερα από υπό ανέγερση έργα. Μάλιστα ο κατηγορούμενος επικαλείται συνομιλία που υπήρξε μεταξύ τους όταν ο ΜΚ2 ζήτησε το λόγο της παρουσίας του κατηγορουμένου στην υπό ανέγερση οικοδομή με τον τελευταίο να απαντά ότι θα ερωτούσε τους εργάτες αν υπήρχαν παλιοσίδερα που θ μπορούσε να μαζέψει. Ακολούθως, όπως επιπλέον καταγράφεται στο Τεκμήριο 2, ο ΜΚ2 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να εγκαταλείψει το χώρο και να μην ερχόταν ξανά, πράγμα που ο τελευταίος έπραξε χωρίς να πάρει τελικά οποιαδήποτε σίδερα. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση λέγοντας πως είναι αθώος και ότι δεν έχει κάνει που να είναι ποινικά επιλήψιμο. Τελικές Αγορεύσεις: Προβαίνοντας σε συνοπτική ανασκόπηση της προσαχθείσας μαρτυρίας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε την καταδίκη του κατηγορουμένου. Στη δική του νομική επιχειρηματολογία ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι από τη στιγμή που την ένορκη μαρτυρία του ο ΜΚ2 δήλωσε πως δεν θεωρεί τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που επικαλείται στη γραπτή του κατάθεση, ο πελάτης του θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχτεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 είναι ένας μάρτυρας με περιορισμένη ανάμιξη στην υπόθεση αυτή. Οι αναφορές του ως προς την ιδιότητα του και την επαγγελματική του σχέση με τα επίδικα αντικείμενα δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο εν λόγω μάρτυρας την ημερομηνία του επιδίκου περιστατικού καθώς επίσης η ορθότητα και αλήθεια των αποτελεσμάτων τους. Η μαρτυρία του ΜΚ1 παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Βέβαια το κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΚ1 που περιέχει αναφορά του, για την οποίαν αποκλειστική πηγή γνώσης του είναι η ενημέρωση που έλαβε τηλεφωνικά από τον υιό του, δεν λαμβάνεται υπόψη, όχι επειδή είναι εξ' ακοής μαρτυρία που σαφώς δεν αποκλείεται από αξιολόγηση ως τέτοια που είναι αφού αξιολογείται στη βάση παραμέτρων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία και παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.9), αλλά επειδή το άτομο αυτό προσήλθε στο Δικαστήριο όπου κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ2) και έτσι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει τις αναφορές του από τον ίδιο και έτσι να αξιολογήσει το σύνολο της δικής του μαρτυρίας. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Ο ΜΚ1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ένας εκ των διευθυντών της εργοληπτικής εταιρείας Land Geo Construction. (β) Κατά τον ουσιώδη χρόνο η πιο πάνω εργοληπτική εταιρεία ανέλαβε την ανέγερση οικίας στην κοινότητα Κολώνης της επαρχίας Πάφου που είναι και το επίδικο έργο. (γ) Στα πλαίσια αποπεράτωσης του υπό εκτέλεση έργου υπήρχαν τοποθετημένα στο πεζοδρόμιο οικοδομικά σίδερα διαφόρων μεγεθών, ιδιοκτησίας της προαναφερόμενης εργοληπτικής εταιρείας. (δ) Στις 31.01.13 και περί ώρα 12:30 μ.μ., μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον υιό του (ΜΚ2), ο ΜΚ1 μετέβηκε στην επίδικη υπό ανέγερση οικοδομή όπου και αυθημερόν προέβηκε σε καταγραφή του υπάρχοντος οικοδομικού σιδέρου σε συνάρτηση με την ποσότητα του υλικού αυτού που θα έπρεπε να βρισκόταν στο εργοτάξιο του επιδίκου έργου, ιδιοκτησίας της προαναφερόμενης εργοληπτικής εταιρείας. (ε) Μέσα από την πιο πάνω καταγραφή ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι από το εργοτάξιο του επίμαχου έργου απουσίαζε οικοδομικό σίδερο μήκους 1-2 μέτρα διαφόρων διαμετρημάτων, ιδιοκτησίας της προαναφερόμενης εργοληπτικής εταιρείας. (στ) Το οικοδομικό σίδερο που απουσίαζε δεν ήταν άχρηστο υλικό αλλά είχε αξία, το συνολικό ύψος της οποίας ο ΜΚ1 εκτιμά να ανέρχεται περίπου στα €
  1. (ζ) Ο ΜΚ1 ουδέποτε έδωσε άδεια σε οποιονδήποτε να μεταβεί στο υπό ανέγερση έργο και να παραλάβει οικοδομικά υλικά, συμπεριλαμβανομένου του οικοδομικού σιδέρου που εντοπίστηκε να απουσιάζει στις 31.01.18 κατόπιν σχετικής καταγραφής. Ο ΜΚ2 ήταν ο βασικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής. Τα γεγονότα που ανάφερε τόσο στην αστυνομία κατά την υποβολή της καταγγελίας όσο και αργότερα ενόρκως στο Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης ήταν αυτά που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του αντίληψης και αισθανόταν σίγουρος. Για όσα δεν γνώριζε το έλεγε ευθαρσώς χωρίς να προβαίνει σε εικασίες. Αυτά είναι στοιχεία που αναδεικνύουν τη φιλαλήθεια και την ειλικρίνεια του ενώ παράλληλα ενισχύουν την αξιοπιστία του. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ενδεικτικά αναφέρω ότι στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 4) ο εν λόγω μάρτυρας σημειώνει πως είναι σίγουρος για το όχημα που εντόπισε στην επίμαχη οικοδομή την ημέρα του επιδίκου περιστατικού του οποίου τους αριθμούς εγγραφής κατέγραψε εκείνη την ημέρα, θέση την οποίαν επανέλαβε με αυτοπεποίθηση και σαφήνεια στην ένορκη μαρτυρία του. Επίσης στο Τεκμήριο 4 ο εν λόγω μάρτυρας σημειώνει ότι παρόλο που είδε το πρόσωπο του ατόμου που οδηγούσε το εν λόγω όχημα εντούτοις δεν είναι σε θέση να το αναγνωρίσει, θέση που επανέλαβε αυθόρμητα και χωρίς περιστροφές στην ένορκη μαρτυρία του. Περαιτέρω η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας του με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί αναντίλεκτη. Πέραν όμως αυτού η μαρτυρία του ΜΚ2 ταυτίζεται σε ουσιώδη σημεία της με αναφορές του κατηγορουμένου που περιέχονται στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 2). Προς απόδειξη του πιο πάνω αναφέρω ότι η ύπαρξη του οχήματος με αριθμούς εγγραφής DBB643 επιβεβαιώνεται από τον κατηγορούμενο στο Τεκμήριο 2, στο οποίο δηλώνει ότι είναι ο ιδιοκτήτης του. Περαιτέρω η μαρτυρία του ΜΚ2 για την παρουσία ατόμου μαζί με το επίδικο όχημα στο χώρο της υπό ανέγερσης οικοδομής να επιζητεί οικοδομικό σίδερο επίσης επιβεβαιώνεται από τον κατηγορούμενο στο Τεκμήριο 2 όπου δηλώνει ότι μετέβηκε στο χώρο της υπό ανέγερση οικοδομής μαζί με το προαναφερόμενο όχημα του αναζητώντας σίδερο. Επιπλέον αυτό που καθίσταται αντιληπτό μέσα από το Τεκμήριο 4 είναι ότι ο ΜΚ2 πρώτη φορά αντίκριζε το άτομο που εντόπισε στην υπό ανέγερση οικοδομή και σε συνδυασμό με το ότι αυτό επιβεβαιώνεται και από τον κατηγορούμενο στο Τεκμήριο 2, προκύπτει αβίαστα ότι το άτομο εκείνο ήταν ο κατηγορούμενος και η ημερομηνία που θεάθηκε στην υπό ανέγερση οικοδομή μαζί με το προαναφερόμενο όχημα του ήταν η ημερομηνία του επιδίκου περιστατικού, ήτοι η 31η Ιανουαρίου
  2. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 που αποτελεί μέρος της. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΚ2 δέχομαι τα εξής, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Ο ΜΚ2 είναι διευθυντής της εργοληπτικής εταιρείας Land Geo Construction, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ανέλαβε την ανέγερση του επιδίκου έργου. Στις 31.03.13 ο ΜΚ2 από απόσταση περίπου 150-200 μέτρα αντιλήφθηκε ένα άνδρα να φορτώνει με τα χέρια του οικοδομικό σίδερο από το επίμαχο υπό ανέγερση έργο και να το τοποθετεί στην κάσια διπλοκάμπινου οχήματος. Επρόκειτο για αποκόμματα οικοδομικού σιδέρου που είχαν αποκοπεί κατόπιν χρήσης από τους εργάτες. Όταν ο μάρτυρας πλησίασε την εν λόγω υπό ανέγερση οικοδομή ο άγνωστος άνδρας εισήλθε στο όχημα του και κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το μάρτυρα. Σε κάποια στιγμή τα δύο οχήματα βρέθηκαν πλάι-πλάι με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να προσέξει ότι το άλλο όχημα ήταν ημιφορτηγό χρώματος άσπρου με αριθμούς εγγραφής DBB643, τους οποίους και κατέγραψε. Αμέσως ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στην οικοδομή και μέσα από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι απουσίαζε οικοδομικό σίδερο αξίας €500 περίπου, ιδιοκτησίας της πιο πάνω εργοληπτικής εταιρείας. Ο κατηγορούμενος, όπως ήδη λέχθηκε, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, ασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Η γενική και αόριστη μονολεκτική δήλωση του κατηγορουμένου δεν αφήνει περιθώριο για άλλη επιλογή αφού δεν προσθέτει οτιδήποτε στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης και ούτε περιέχει οτιδήποτε που να θεωρείται πειστική έχοντας υπόψη την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην εξέταση της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2). Κατόπιν μελέτης του Τεκμηρίου 2 παρατηρώ ότι περιέχονται δηλώσεις του κατηγορουμένου που είναι ενάντια στα συμφέροντα του. Καταγεγραμμένες σε γραπτή κατάθεση δηλώσεις ενός κατηγορουμένου που είναι εις βάρος των συμφερόντων του δύναται να αξιολογηθούν. Το γεγονός ότι τέτοιες δηλώσεις αποτελούν μέρος γραπτής κατάθεσης δεν εμποδίζουν την αποδοχή του μέρους αυτού του εγγράφου στο οποίο περιέχονται ανεξάρτητα αν το υπόλοιπο κομμάτι του εγγράφου αυτού στο οποίο περιέχονται διαφορετικές αναφορές που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές επειδή δεν δικαιολογείται. Συνεπώς η δυνατότητα αποδοχής τέτοιων δηλώσεων δεν προϋποθέτει την αποδοχή του εγγράφου στο οποίο αυτές εντάσσονται επί του συνόλου του περιεχομένου. Τα πιο πάνω υποστηρίζονται από νομολογία. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι είναι νομικά επιτρεπτό η αποδοχή μέρους γραπτής κατάθεσης κατηγορουμένου, στο κομμάτι της οποίας περιλαμβάνονται δηλώσεις που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και παράλληλα η απόρριψη άλλων ισχυρισμών που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία. Επίσης στην αγγλική υπόθεση Duncan 73 Cr. App. Rep. 359 αποφασίστηκε ότι το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Μνημόνευση των προαναφερόμενων υποθέσεων με ανασκόπηση των νομικών αρχών που αναλύονται σ' αυτές εκτίθενται στην υπόθεση Γαβριήλ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693, στην οποίαν και παραπέμπω. Βασική προϋπόθεση για την αποδοχή δήλωσης κατηγορουμένου εναντίον συμφέροντος του, ως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2011)1 Α.Α.Δ. 2330, είναι τέτοια αναφορά να καθορίζεται μέσα στο έγγραφο που παρουσιάζεται ως μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος μέσα από το Τεκμήριο 2 τοποθετεί τον εαυτό του στο χώρο της υπό ανέγερσης οικοδομής μία και μόνο φορά. Ο ίδιος αναφέρει ότι μετέβηκε στον επίμαχο χώρο με το ιδιοκτησίας του όχημα που φέρει αριθμούς εγγραφής DBB643. Ο κατηγορούμενος προσδιορίζει τη μοναδική φορά που μετέβηκε στον επίμαχο χώρο σε περίοδο, η οποία συνάδει με τον ουσιώδη χρόνο εντός του οποίου διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό. Ο ίδιος καθόρισε το σκοπό της μετάβασης του όντας άνεργος στη συλλογή σιδέρου από το εργοτάξιο του υπό ανέγερση έργου. Ακόμη ο ίδιος δηλώνει την εμφάνιση του ΜΚ2 εκείνη τη στιγμή στην επίδικη υπό ανέγερση οικοδομή. Οι δηλώσεις αυτές του κατηγορουμένου γίνονται αποδεκτές και κατ' επέκταση αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου επειδή επιβεβαιώνονται από την μαρτυρία του ΜΚ2 στην οποίαν ο εν λόγω μάρτυρας είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 31.01.13 άτομο που οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής DBB643 μετέβηκε στην υπό ανέγερση οικοδομή με σκοπό τη συλλογή σιδέρου που ο ΜΚ2 προσέγγισε όταν εμφανίστηκε στο εργοτάξιο του υπό ανέγερση έργου. Αντίθετα δεν αποδέχομαι την αναφορά του κατηγορουμένου ότι μεταξύ του ιδίου και του ΜΚ2 υπήρξε η συζήτηση που επικαλείται επειδή αν πραγματικά διεξαγόταν ο ΜΚ2 δεν είχε κανένα λόγο να την αποκρύψει. Μάλιστα σε τέτοια περίπτωση ο ΜΚ2 θα ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του κατηγορουμένου. Η αδυναμία όμως αναγνώρισης του προσώπου του κατηγορουμένου σε συνάρτηση με την δυνατότητα αναγνώρισης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής DBB643, αποδεικνύει το αβάσιμο της τοποθέτησης αυτής του κατηγορουμένου. Αυτό καταδεικνύει ότι ο έλεγχος του οχήματος του κατηγορουμένου από τον ΜΚ2 που ο κατηγορούμενος αναφέρει ήταν μόνο οπτικός και συνιστούσε απλά στην καταγραφή των αριθμών εγγραφής του, ως ήταν η αναφορά του ΜΚ2 στο σημείο αυτό, η οποία και επιβεβαιώνεται. Η απόρριψη της πιο πάνω αναφοράς του κατηγορουμένου συμπαρασύρει σε απόρριψη και της τοποθέτησης του ότι όταν αποχώρησε από το επίμαχο μέρος δεν είχε πάρει μαζί του οικοδομικό σίδερο επειδή αποτελεί προέκταση του προβαλλόμενου ισχυρισμού του που δεν έγινε δεκτός για το λόγο που εξηγήθηκε. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι το μέρος του Τεκμηρίου 2 που περιέχει τις δηλώσεις του κατηγορουμένου και ενάντια των συμφερόντων του, οι οποίες αφού έχουν εντοπιστεί και υποδειχτεί πιο πάνω ακολούθως έχουν σχολιαστεί ως προς τους λόγους που οι εν λόγω αναφορές γίνονται δεκτές. Αναφορικά με το Τεκμήριο 3, αυτό που αβίαστα προκύπτει ως γεγονός και συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι στις 20.06.13 ο αστυφύλακας 3290 Π. Ιωνά κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, απάντησε κατά λέξει 'Δεν παραδέχομαι την κατηγορία.' Πρόκειται για γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος των μερών. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 255 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ρητά τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
  1. i)με τέχνασμα· (
  2. ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος να αποκτήσει κατοχή και να αποκομίσει περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας και (β) η περιουσία να είναι τέτοια που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) η απόκτηση κατοχής της περιουσίας να γίνει χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης εταιρείας ως ιδιοκτήτριας και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας νόμιμα και με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από την παραπονούμενη εταιρεία και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει την περιουσία από την παραπονούμενη εταιρεία. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
  1. i)με τέχνασμα, (
  2. ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Στο άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα παρέχεται ο όρος 'περιουσία', ο οποίος καλύπτει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στην παραπονούμενη εταιρεία [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Έχει ακόμη εδώ λεχθεί ότι η περιστατική μαρτυρία, η οποία παρεμπιπτόντως με βάση την νομολογία δεν είναι υποδεέστερη σημασίας ή ισχύος από την άμεση μαρτυρία, δυνατό να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση γίνεται αντιληπτό ότι το επίμαχο υλικό που ενέχεται είναι οικοδομικό σίδερο που την ημέρα του επιδίκου περιστατικού βρισκόταν στο συγκεκριμένο εργοτάξιο του υπό ανέγερση έργου. Το ερώτημα που εγείρεται είναι εάν η ενεχόμενη ποσότητα του εν λόγω υλικού εμπίπτει στη σημασία του όρου 'περιουσία' που αποδίδεται από το άρθρο 4 του Κεφ.
  1. Με γνώμονα ότι η ενεχόμενη ποσότητα οικοδομικού σιδέρου βρισκόταν τοποθετημένη στο εργοτάξιο και εφόσον η χρήση τους στην ανέγερση της συγκεκριμένης οικίας στην κοινότητα Κολώνης της επαρχίας Πάφου δεν μπορούσε να αποκλειστεί παρόλο ότι ήταν αποκόμματα ευρύτερης ποσότητας σιδέρου που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί, χωρίς δεύτερη σκέψη η ποσότητα αυτή του εν λόγω οικοδομικού υλικού εμπίπτει στην έννοια της 'περιουσίας' που αποδίδεται από την κείμενη νομοθεσία. Το δεύτερο ερώτημα που αναδύεται είναι κατά πόσο η επίμαχη ποσότητα οικοδομικού σιδέρου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Από τη στιγμή που η εν λόγω ποσότητα του υλικού δεν θεωρείτο άχρηστη για να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό σημαίνει ότι το υλικό αυτό είχε κάποια αξία. Ενισχυτικό αυτού αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση αναντίλεκτης μαρτυρίας, τα οποία καθορίζουν την αξία της επίμαχης ποσότητας του εν λόγω υλικού στα €
  2. Αυτά είναι στοιχεία που καθιστούν την πιο πάνω περιουσία τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Το τρίτο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η παραπονούμενη εταιρεία είναι η ιδιοκτήτρια της επίμαχης περιουσίας. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη ποσότητα του οικοδομικού σιδέρου δεν θεωρείτο άχρηστη στα πλαίσια ανέγερσης της οικοδομής στην Κολώνη παρόλο ότι επρόκειτο για αποκόμματα σιδέρου. Εξ' ου και δεν είχε πεταχτεί σε κάλαθο αχρήστων υλικών (skip) αλλά βρισκόταν τοποθετημένη μαζί με τα υπόλοιπα οικοδομικά υλικά. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εργοληπτική εταιρεία Land Geo Construction ανέλαβε την εκτέλεση του επίμαχου έργου στο εργοτάξιο του οποίου υπήρχαν υλικά που θα χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό, μέρος των οποίων ήταν και η επίμαχη ποσότητα του οικοδομικού σιδέρου. Εφόσον κατοχή του εργοταξίου και γενικότερα του χώρου στον οποίον κατασκευαζόταν η επίμαχη οικία είχε μόνο η πιο πάνω εταιρεία, η οποία για τους σκοπούς της ανέγερσης χρησιμοποιούσε οικοδομικά υλικά που βρίσκονταν στο χώρο εκείνο καθώς και σε άλλους γειτονικούς χώρους, ανάμεσα στα οποία υλικά ήταν και η επίδικη ποσότητα οικοδομικού σιδέρου, τα οποία υλικά τελούσαν υπό τον έλεγχο και τη φύλαξη της εν λόγω εταιρείας, προκύπτει ότι η παραπονούμενη εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια της επίμαχης περιουσίας. Εν πάση όμως περιπτώσει, ανεξαρτήτως του πιο πάνω σκεπτικού, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ιδιοκτήτης της επίδικης περιουσίας ήταν η παραπονούμενη εταιρεία. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος κατονομάζεται ως ιδιοκτήτης της επίμαχης περιουσίας ο ΜΚ1, διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, υπό την προσωπική του ιδιότητα ενώ μέσα από τα ευρήματα του το Δικαστήριο κατέληξε ότι ιδιοκτήτης είναι η παραπονούμενη εταιρεία. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την πορεία της εκδίκασης αλλά ούτε και το αποτέλεσμα αυτής (άρθρο 85
(1)Κεφ. 155). Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι εάν υπήρξε απόκτηση κατοχής της επίμαχης περιουσίας χωρίς την άδεια της παραπονούμενης εταιρείας ως ιδιοκτήτριας. Μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύεται η παρουσία άνδρα στο χώρο ανέγερσης της οικοδομής όπου με τα χέρια του φορτώνει στην κάσια διπλοκάμπινου οχήματος χρώματος άσπρου με αριθμούς εγγραφής DBB643 οικοδομικό σίδερο που προοριζόταν για χρήση στο συγκεκριμένο υπό κατασκευή έργο, το οποίο κατόπιν σχετικής καταγραφής που πραγματοποιήθηκε επί των υλικών που έπρεπε να βρίσκονταν στο χώρο ήταν μήκους 1-2 μέτρων διαφόρων διαμετρημάτων. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το άτομο που φόρτωνε δεν είχε άδεια από την παραπονούμενη εταιρεία για να προβεί στην εν λόγω ενέργεια. Η μετακίνηση της επίμαχης περιουσίας από το χώρο που βρισκόταν στο προαναφερόμενο όχημα όπου αφού φορτώθηκε εντός της κάσιας αυτού αποχώρησε από το χώρο με οδηγό το άτομο που φόρτωνε χωρίς να είχε προηγουμένως εξασφαλιστεί η έγκριση από οποιοδήποτε υπεύθυνο για μια τέτοια πράξη και δίχως να περιέλθει εις γνώση οποιουδήποτε αρμοδίου παρά μόνο συμπτωματικά να περιπέσει στην αντίληψη ενός εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ2), είναι δεδομένα που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο άτομο απέκτησε κατοχή και αποκόμισε την επίμαχη περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας. Ακολούθως χρήζει εξέτασης κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο που απέκτησε κατοχή και αποκόμισε την επίμαχη περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας. Αυτό θα κριθεί στη βάση της υπάρχουσας αποδεκτής περιστατικής μαρτυρίας. Από την ενώπιον μου τέτοια μαρτυρία προκύπτει ότι την ημερομηνία του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην επίδικη υπό ανέγερση οικοδομή μαζί με το ιδιοκτησίας του όχημα με αριθμούς εγγραφής DBB643. Σκοπός της μετάβασης του ήταν να μαζέψει σίδερο που χρησιμοποιείται για την κατασκευή οικοδομικού έργου. Αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι την ίδια ημέρα στο ίδιο υπό ανέγερση έργο υπήρχε άνδρας που φόρτωνε οικοδομικό σίδερο ιδιοκτησίας της παραπονούμενης εταιρείας στο όχημα με αριθμούς εγγραφής DBB643, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα που προκύπτει δεν συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο άνδρας αυτός που με την πιο πάνω ενέργεια του απέκτησε κατοχή και αποκόμισε την επίμαχη περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας ήταν ο κατηγορούμενος (Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Ανδρέας Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι από τη στιγμή που στην ένορκη μαρτυρία του ο ΜΚ2 δήλωσε πως δεν θεωρεί τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που επικαλείται στη γραπτή του κατάθεση, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής οδηγείται σε αποτυχία. Με κάθε σεβασμό η θέση του αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατ' αρχήν ο ίδιος ο κατηγορούμενος τοποθετεί τον εαυτό του στον επίδικο χώρο την επίδικη ημερομηνία με σκοπό τη συλλογή οικοδομικού σιδέρου και σύμφωνα με τον ίδιο ήλθε σε επαφή με τον ΜΚ
  1. Πέραν αυτού όμως ο ΜΚ2 στην ένορκη μαρτυρία του δεν είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι το πρόσωπο που εντόπισε στην υπό ανέγερση οικοδομή να φορτώνει οικοδομικό σίδερο. Πρόκειται για διαπίστωση που εύκολα προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ
  2. Η μονολεκτική απάντηση του εν λόγω μάρτυρα με τη λέξη 'Μάλιστα' στη μοναδική ερώτηση που του υπεβλήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης δεν σημαίνει και ούτε εξυπακούει αυτό που λανθασμένα υπέθεσε ο κύριος Αλεξάνδρου. Ούτε όμως η δήλωση αυτή του ΜΚ2 πρέπει να αντικριστεί απομονωμένα και αποσπασματικά αλλά θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το σύνολο του περιεχομένου της μαρτυρίας του, περιλαμβανομένου της γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία. Μέσα από μια τέτοια σφαιρική προσέγγιση αυτό που ο ΜΚ2 είπε είναι ότι δεν ήταν σίγουρος ότι το άτομο που φόρτωνε ήταν ο κατηγορούμενος αλλά την ίδια στιγμή πρόσθεσε ότι γι' αυτό που ήταν σίγουρος είναι για τον τύπο, χρώμα και αριθμούς εγγραφής του οχήματος που το άτομο αυτό οδηγούσε τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή. Ερχόμενος στον τρόπο που έπραξε ο κατηγορούμενος διαπιστώνω ότι αυτός ενέργησε χωρίς να ενημερώσει οποιοδήποτε αρμόδιο, χωρίς να εξασφαλίσει άδεια από υπεύθυνο της παραπονούμενης εταιρείας, χωρίς να συζητήσει το ενδεχόμενο αγοράς του επίμαχου οικοδομικού υλικού και αφού το φόρτωσε στο δικό του όχημα εγκατέλειψε το χώρο. Αυτά είναι δεδομένα που σαφώς καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο. Την ίδια στιγμή τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν ότι σκοπός του κατηγορουμένου μέσα από την πιο πάνω συμπεριφορά του ήταν να οικειοποιηθεί τη συγκεκριμένη ποσότητα του εν λόγω υλικού εις βάρος της παραπονούμενης εταιρείας αποστερώντας έτσι από αυτήν την εν λόγω περιουσία. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή/Άρθρα 255 & 262 Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.