← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Αντωνιάδης, Αρ. Υπόθεσης: 553/15, 6/2/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Αντωνιάδης, Αρ. Υπόθεσης: 553/15, 6/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 553/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Γεώργιος Αντωνιάδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 06/02/2018. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Ζαννούπας. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία σύμφωνα με το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα ότι επέτρεψε ή ανέχθηκε όπως ο σκύλος του προκαλεί θόρυβο δια γαυγισμάτων, κατά παράβαση των άρθρων 2,18(ε)(ι) του περί Σκύλων Νόμου Ν. 184

(1)/02 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 137(Ι)/2005, ΚΔΠ 187/03, ΚΔΠ 734/04 και ΚΔΠ 742/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, αυτός κατηγορείται ότι την 15ην Οκτωβρίου του 2014 στη Xλώρακα, της Επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν ιδιοκτήτης σκύλου, επέτρεψε ή ανέχθηκε να προκαλέσει θόρυβο δια ηχηρών και συνεχών γαυγισμάτων, τα οποία προκάλεσαν οχληρία στο κοινό. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, την Αστ. 1842 Μέλανη Πατσαλίδου (Μ.Κ.1) και την κα Άντρη Ιακώβου (Μ.Κ.2). Η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως η εξεταστής της υπόθεσης και ανάφερε τις ενέργειες τις οποίες έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Μεταξύ αυτών ήταν και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  2. Σε αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι κάτοχος δύο σκύλων και ουδέποτε είχε πρόβλημα με τους γείτονες και η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε πρόβλημα ήταν πέρσι που τον κατάγγειλε η κα Άντρη και Αθηνά Γεωργίου οι οποίες είναι αδελφές. Στο Συμβούλιο της Χλώρακας δεν βρήκαν κάτι το μεμπτό και από εκείνη τη στιγμή και μετά τον παρενοχλούν συνέχεια. Σε σχέση με την άδεια κατοχής για τους εν λόγω σκύλους, αναφέρει ότι έχει κάνει αίτηση στο Συμβούλιο της Χλώρακας εδώ και περίπου ένα χρόνο αλλά κωλυσιεργούν, και ακόμη εκκρεμεί η έκδοση τους. Αρνείται ότι οι σκύλοι του προκαλούν οχληρία και ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω πρόσωπα έχουν από ένα σκύλο η κάθε μια και μπορεί να πει ότι προκαλούν περισσότερο θόρυβο. Πιστεύει ότι τα κίνητρα της καταγγελίας είναι αλλότρια και εκδικητικά. Επανερχόμενος στην μαρτυρία της Μ.Κ.1, αυτή είπε ότι την επόμενη μέρα της καταγγελίας μετέβηκε στην οικία του κατηγορούμενου και είδε τους σκύλους, συγκεκριμένα δύο σκύλους στα κλουβιά τους και στην παρουσία της δεν προκαλούσαν οποιαδήποτε οχληρία. Αυτή ήταν η μοναδική φορά που επισκέφθηκε την περιοχή και την οικία του κατηγορουμένου. Περιγράφοντας το μέρος που βρισκόταν η κατοικία του κατηγορουμένου είπε ότι αυτή ήταν στο τέρμα του δρόμου, σε ένα αδιέξοδο και τα κλουβιά ήταν τοποθετημένα σε εκείνο το σημείο. Το σπίτι της παραπονούμενης ήταν απέναντι από το δρόμο σε αρκετά κοντινή απόσταση και τα κλουβιά που βρίσκονταν στο τέρμα του δρόμου ήταν σε πιο κοντινή απόσταση από το σπίτι της παραπονούμενης παρά από το σπίτι του κατηγορούμενου. Δεν πήρε οποιαδήποτε άλλη κατάθεση από άλλα πρόσωπα στην περιοχή αν και έκανε προσπάθειες για να βρει και άλλη μαρτυρία. Μίλησε όμως, είπε, με το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας για να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε άδεια κατοχής των σκύλων και της είπαν ότι η αίτηση του εξετάζεται ακόμη λόγω παραπόνων που είχαν δεχθεί από την περιοχή για οχληρία. Δεν της είπαν ποιοι συγκεκριμένα έκαναν παράπονο. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι δεν έδωσε κατάθεση για την υπόθεση αυτή, διότι πρόκειται για φάκελο 2 και δεν είναι αναγκαίο να προβαίνουν σε γραπτή κατάθεση για τέτοιου είδους αδικήματα. Όταν επισκέφθηκε το χώρο, που αυτό έγινε στις 16/10/2014, παρέμεινε εκεί γύρω στη μισή ώρα. Εκεί που βρίσκεται το σπίτι του κατηγορούμενου, δεν υπάρχουν πολλά σπίτια. Υπάρχουν όμως είπε και άλλα σπίτια, πέραν αυτού της παραπονουμένης αλλά δεν θυμόταν να πει αν ήταν κοντά στο σπίτι του κατηγορούμενου. Πιο κάτω, είπε ότι το μοναδικό σπίτι που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από τα κλουβία των σκύλων ήταν αυτό της παραπονούμενης ενώ τα υπόλοιπα ήταν σε πολύ πιο μακρινή απόσταση. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη και καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ερωτούμενη να πεί τί έγινε στις 15/10/2014, είπε ότι δεν θα μιλήσει για τη συγκεκριμένη ημέρα αλλά για το τί είχε προηγηθεί. Από το 2010 έχει μεγάλο πρόβλημα με τους σκύλους του κατηγορούμενου. Υπήρχε μια κλούβα στην οποία είχε μέσα, αρχικά, ένα - δύο σκύλους. Στην πορεία έγιναν τρεις - τέσσερις και έφτασαν στους έξι. Λέει έξι είπε, διότι από το σπίτι της μπορούσε να τους δει και τους μέτρησε. Αποτάθηκε στο Συμβούλιο της Χλώρακας για να λύσει το πρόβλημα αλλά δυστυχώς δεν είχε λυθεί και αποφάσισε μετά να κάνει καταγγελία στην Αστυνομία τη συγκεκριμένη ημερομηνία και προφανώς στις 15/10/
  3. Συνεχίζοντας, είπε ότι το πρόβλημα ήταν ότι οι σκύλοι γαύγιζαν συνεχώς και ήταν μια κατάσταση ανυπόφορη πλέον που δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ. Δεν θα πει για την ημέρα, είπε, διότι κάπως «περνούσαν» αλλά το βράδυ ήταν το κάτι άλλο. Στις 15/10/2014 ήταν η μέρα που αποφάσισε να πάει να κάνει καταγγελία στην Αστυνομία για αυτό πήγε και έδωσε κατάθεση. Περιγράφοντας το σπίτι του κατηγορούμενου και την περιοχή, είπε ότι αυτό ήταν σε ένα αρκετά μεγάλο χωράφι, κτισμένο μόνο του, το οποίο συνορεύει με το δικό της. Η απόσταση του εν λόγω κλουβιού μέχρι το σπίτι της, είναι γύρω στα 100 μέτρα. Η περιοχή όπου διαμένουν είναι αραιοκατοικημένη. Το πιο κοντινό σπίτι από το κλουβί είναι της αδελφής της. Απέχει περίπου την ίδια απόσταση με το δικό της από το κλουβί και 70 περίπου μέτρα από το σπίτι της. Συνεχίζοντας, είπε ότι δεν έκανε οποιοδήποτε παράπονο προσωπικά στον κατηγορούμενο, παρά μόνο στο Συμβούλιο της Χλώρακας, το οποίο την ενημέρωσε με σχετική επιστολή για το παράπονο της, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  4. Η εν λόγω επιστολή φέρει ημερομηνία 19/11/2014 και, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, είναι σε απάντηση επιστολής των κ.κ. Ανδρούλλα Γεωργίου και Αθηνά Γεωργίου, ημερομηνίας 10/10/2014, το περιεχόμενο της οποίας εξετάστηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας στις 22/10/
  5. Στην πιο πάνω επιστολή τα εν λόγω πρόσωπα ενημερώνονταν ότι εξετάστηκε το αίτημα των Υβόν και Γιώργου Αντωνιάδη για έκδοση άδειας κατοχής σκύλων και ενέκρινε την έκδοση άδειας κατοχής για δύο σκύλους. Επιπλέον, αναφέρεται, ότι για τα θέματα που θίγονται στην επιστολή τους και συγκεκριμένα για παράνομα υποστατικά, αυτό θα εξεταστεί σε συνεργασία με τον Έπαρχο Πάφου ενώ για το θέμα της οχληρίας την νύκτα, έχει τονιστεί στους ιδιοκτήτες να το επιλύσουν λαμβάνοντας οι ίδιοι μέτρα προς τούτο. Συνεχίζοντας, αναφέρεται η εισήγηση του Κοινοτικού Συμβουλίου ότι σε περίπτωση που θα υπάρξει συνέχεια στο πρόβλημα, να κατατεθεί ιδιωτική αγωγή εναντίον των πιο πάνω ιδιοκτητών σκύλων με αξιόπιστη μαρτυρία. Η μάρτυρας πιο κάτω στη μαρτυρία της, αναφέρει ότι τα πράγματα είναι καλύτερα σήμερα και όπως βλέπει έχουν παραμένει δύο σκύλοι που αν και γαυγίζουν δεν έχει παράπονο. Τότε όμως είχε παράπονο. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι εξέφρασε παράπονο στην Αστυνομία πρώτη φορά στις 03/10/2014 και έδωσε κατάθεση στις 15/10/2014, την οποία αναγνώρισε όταν της υποδείχθηκε και την κατάθεσε ως τεκμήριο
  6. Είπε επίσης ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο και ότι είναι απλά γείτονας της, συμφωνώντας με το συνήγορο του ότι διαμένει στην περιοχή από το
  7. Δεν έχει καμία σχέση μαζί του, ούτε και οποιεσδήποτε προστριβές. Της υποβλήθηκε ότι ζήτησε πέρασμα από το τεμάχιο του κατηγορουμένου και της αρνήθηκε, καταχωρώντας μάλιστα - κατηγορούμενος - ιεραρχική προσφυγή, με τη μάρτυρα να απαντά ότι ουδέποτε έγινε τέτοιο πράγμα και ούτε έχουν προστριβές για τέτοιο ζήτημα. Παραδέχτηκε ότι η αδελφή της κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας και ότι τα τελευταία δύο χρόνια δεν εργάζεται πλέον. Είπε περαιτέρω ότι το πλησιέστερο σπίτι προς τα κλουβιά των σκύλων είναι το δικό της και ότι δεν γνωρίζει αν έχει και άλλα πρόσωπα που έχουν σκύλους στην περιοχή. Η ίδια είπε ότι δεν εργάζεται και πάει κάποιες ώρες το πρωί στην εργασία του συζύγου της και τον βοηθά και περί τις 13:00 επιστρέφει στο σπίτι της. Παραδέχθηκε ότι αν οι σκύλοι γαυγίζουν τις πρωινές ώρες που λείπει, δεν μπορεί να το ξέρει. Της υποβλήθηκε η θέση ότι η απόσταση της οικίας της από τα κλουβιά είναι 200 μέτρα και όχι 100 μέτρα με την μάρτυρα να λέει «Τί να πω, ότι δεν είναι 100 μέτρα αλλά 200 και δεν τους ακούω; Αφού τους ακούω.» Και συνέχισε, λέγοντας ότι οι σκύλοι που την ενοχλούν είναι αυτοί του κατηγορούμενου, απαντώντας σε ερώτηση ότι στην περιοχή έχει και άλλους σκύλους αλλά δεν έχει κάνει οποιοδήποτε παράπονο. Πέραν των πιο πάνω, στην κατάθεση της - τεκμήριο 3 - αναφέρει ότι το τεμάχιο του κατηγορούμενου χρησιμοποιείται και από τον αδελφότεκνο του, Νικόλα Νικολάου, για να βάζει και αυτός τους σκύλους του με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί η κατάσταση. Αντεξεταζόμενη γι αυτή την αναφορά είπε ότι δεν γνωρίζει το πιο πάνω πρόσωπο αλλά ερχόταν να πάρει τους σκύλους όποτε είχε κυνήγι και αυτό της το είπε η κα Υβόν σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η αδελφή της μαζί της και στην οποία της είπε ότι δεν είναι όλοι οι σκύλοι δικοί τους. Δεν τον κατάγγειλε αυτό είπε διότι οι σκύλοι ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου και αυτός έπρεπε να λάβει μέτρα. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθότι με τη μαρτυρία δεν έχει καταδειχθεί ότι οι σκύλοι του κατηγορούμενου ήταν σκύλοι εν τη έννοια του Νόμου. Επίσης, είπε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι προκαλείτο οχληρία στο κοινό, απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Περαιτέρω, είπε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ποιοι σκύλοι γαύγιζαν τη συγκεκριμένη μέρα, για ποιες ώρες γαύγιζαν και πώς προκαλούσαν οχληρία. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με την μαρτυρία που προσκομίστηκε έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Mετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να χρειάζεται να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Στην Δικαστική Πρακτική του 1962 [1962] 1 ALL ER 448 η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, o όρος « εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει μια προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα (βλ. Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250). Επίσης, να αναφερθεί ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, ο Δικαστής δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το Δικαστήριο προβαίνει σε μια αντικειμενική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 λέχθηκε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: « (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 ΑΑΔ 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πική και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή έγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Δράκου κ.α, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 5/2012, 6/2012, 7/2012, 8/2012 και 9/2012), Ημερ. 11/12/2012, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως στάδιο: «Αρχίζω υπενθυμίζοντας ότι το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου,(Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Πέραν των πιο πάνω, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ποια τα συστατικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν. Το άρθρο 18(ε)(
  1. i)του Περί Σκύλων Νόμου Ν. 184(Ι)/2002 προνοεί τα ακόλουθα: «18. Οποιοδήποτε πρόσωπο - (α)................... ...................... (ε) επιτρέπει ή ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φύλαξη του - (
  2. i)προξενεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχληρία στο κοινό, ...................... ....................... είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση πρώτης καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) το ηχηρό και συνεχές γαύγισμα σκύλου β) το οποίο να προκαλεί οχληρία στο κοινό και γ) ο ιδιοκτήτης ή αυτός που έχει τη φύλαξη του σκύλου να το επιτρέπει ή να το ανέχεται. Στην Σάββας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 216 με αναφορά στον Russel on Crime, 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 1387 εξηγείται τι συνιστά οχληρία και πώς διαχωρίζεται η κοινή ή δημόσια οχληρία από την ιδιωτική. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η οχληρία ή η ενόχληση σημαίνει οτιδήποτε το οποίο προκαλεί βλάβη, στεναχώρια ή ζημιά. Οι οχληρίες είναι δύο ειδών: δημόσια ή κοινή οχληρία η οποία επηρεάζει ουσιωδώς το κοινό, και αποτελεί ουσιώδη ενόχληση για όλους τους υπηκόους ....και ιδιωτική οχληρία η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν οτιδήποτε το οποίο προκαλεί ουσιαστική ανησυχία και ενόχληση, σε οποιοδήποτε άτομο κατά την χρήση για συνηθισμένους σκοπούς της κατοικίας του ή της περιουσίας του.» Επίσης, στην πιο πάνω απόφαση στην οποία εξεταζόταν κατηγορία δυνάμει του άρθρου 186 του Ποινικού Κώδικα, αποφασίστηκε ότι η δυσοσμία από τα επίδικα λύματα σε περιοχή που υπήρχε κτίριο της Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης, όπου εργάζονταν δεκάδες άτομα, η εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα και άλλες ιδιωτικές κατοικίες ήταν αισθητή, ενοχλητική και ανυπόφορη. Η μαρτυρία αυτή λέχθηκε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομολογίας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η σχετική μαρτυρία προέρχεται από μόνο ένα άτομο. Δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από πολλά άτομα. Αυτό που έχει σημασία είναι η ποιότητα της μαρτυρίας. Ουσιαστικά εκείνο που προκύπτει είναι ότι πρέπει να καθίσταται σαφές από τη μαρτυρία ότι η οποιαδήποτε φύση οχληρίας επηρεάζει την ποιότητα της ζωής των κατοίκων της περιοχής ασχέτως αν προέρχεται και μόνο από ένα άτομο. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως είναι συνταγμένο το πιο πάνω άρθρο του Νόμου 184
(1)/2002 αφορά και εννοεί δημόσια οχληρία αφού καθορίζει ότι μια τέτοια οχληρία θα πρέπει να προκαλείται στο κοινό. Πέραν των πιο πάνω, αναφορά θα πρέπει να γίνει και την ορισμό του σκύλου ο οποίος δίνεται στο πιο πάνω Νόμο. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του εν λόγων Νόμου, «σκύλος» για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία και λαμβάνοντας υπόψη μου τις εισηγήσεις της υπεράσπισης αλλά και τα όσα ανάφερε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Εξετάζοντας ολόκληρο το μαρτυρικό υλικό το οποίο τέθηκε ενώπιον μου και συγκεκριμένα τη μαρτυρία η οποία αφορά την απόδειξη του συστατικού στοιχείου της οχληρίας, παρατηρώ ότι αυτή, χωρίς να θέλω να υπεισέλθω σε λεπτομερή αξιολόγηση της, είναι γενική και αόριστη ή ακόμη μπορεί να λεχθεί και ανύπαρκτη. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 15/10/2014 ενώ ήταν ιδιοκτήτης σκύλου επέτρεψε ή ανέχθηκε αυτός με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα να προκαλεί οχληρία στο κοινό. Δεν παραγνωρίζω τα όσα ανάφερε η Μ.Κ.2 σε σχέση με το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και τις αναφορές της ότι τα τελευταία 4 χρόνια αντιμετωπίζει πρόβλημα με τους σκύλους του κατηγορουμένου, παρά ταύτα θα έπρεπε να είχε δοθεί συγκεκριμένη μαρτυρία για το τί ακριβώς έλαβε χώρα την ημέρα για την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε. Όταν ερωτήθηκε η Μ.Κ.2 συγκεκριμένα για να πεί τί έγινε στις 15/10/2014, η ίδια είπε ότι δεν θα πει τί έγινε την ημέρα εκείνη και προτίμησε να αναφερθεί γενικά στο παρελθόν και στο πρόβλημα, που όπως είπε, αντιμετωπίζει με τους σκύλους του κατηγορούμενου λέγοντας ότι οι σκύλοι του γαυγίζουν μέρα και νύκτα αλλά κυρίως τη νύκτα. Θεωρώ ότι έπρεπε να δοθεί συγκεκριμένη μαρτυρία για το τί πραγματικά έλαβε χώρα τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ότι το γαύγισμα ήταν συνεχές και ηχηρό καθώς επίσης και με ποιο τρόπο και πότε αυτό λάμβανε χώρα. Η μάρτυρας ανάφερε ότι και τη συγκεκριμένη μέρα οι σκύλοι γαύγιζαν όλη την ημέρα και νύκτα αλλά και τις επόμενες. Προέκυψε όμως κατά την αντεξέταση της ότι μέχρι το μεσημέρι τουλάχιστον, απουσίαζε από το σπίτι και επομένως δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει κάτι τέτοιο, όπως η ίδια παραδέχθηκε. Είπε όμως ότι θα μπορούσε η οχληρία να γινόταν μετά το μεσημέρι όταν θα ήταν σπίτι αλλά ιδιαίτερα το βράδυ, που ήταν και το πρόβλημα της το μεγάλο αφού δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Παρά ταύτα, δεν έδωσε συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που έλαβαν χώρα την ημέρα εκείνη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχει προκύψει ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να πει πόσους σκύλους είχε ο κατηγορούμενος κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, παρόλο που είχε ορατότητα από το σπίτι της όπως είπε και τους έβλεπε. Δηλαδή, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα οι δύο αυτοί οι σκύλοι του κατηγορούμενου μεταξύ συγκεκριμένων ωρών γαύγιζαν συνεχώς και ηχηρά. Ακόμη και να αποδεχθώ ότι τη συγκεκριμένη μέρα οι σκύλοι του κατηγορούμενου γαύγιζαν μέρα και νύκτα, κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει επί αυτής της γενικής και αόριστης μαρτυρίας. Δεν εξηγήθηκε πώς είναι εφικτό και λογικό ένας σκύλος να γαυγίζει ηχηρά και συνεχώς μέρα και νύκτα για 24 ώρες. Δεν έχει διευκρινιστεί ότι αυτό γινόταν κατά διαστήματα, όπως ανάφερε ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ούτε υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον μου η οποία μάλιστα να συγκεκριμενοποιεί αυτά τα διαστήματα. Θεωρώ ότι με την εν λόγω μαρτυρία και επί οιασδήποτε αξιολόγησης της, δεν θα μπορούσε ένα λογικό Δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Τυχόν κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα είχε ως αποτέλεσμα αυτός να καλείται να συμπληρώσει τα κενά και να συγκεκριμενοποιήσει την αοριστία της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι και η μαρτυρία η οποία τέθηκε για το ζήτημα της απόδειξης του συστατικού στοιχείου της πρόκλησης δημόσιας οχληρίας είναι ισχνή και αόριστη. Είναι δεδομένο ότι η περιοχή της κατοικίας του κατηγορούμενου είναι αραιοκατοικημένη και το πλησιέστερο σπίτι προς αυτή είναι αυτό της κατηγορουμένης το οποίο απέχει περί τα 100 ή 200 μέτρα. Τα άλλα σπίτια είναι σε μεγαλύτερη απόσταση. Επίσης, το σπίτι της αδελφής της παραπονούμενης απέχει περί τα 70 μέτρα από το δικό της και είναι παράλληλα από αυτό του κατηγορουμένου. Η Μ.Κ.1 δεν εξασφάλισε άλλη μαρτυρία από τους γείτονες που να καταδεικνύει ότι και αυτοί ενοχλούνται από τους σκύλους του κατηγορουμένου, ούτε ήταν σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει ή να πει αν υφίστατο ένα τέτοιο ζήτημα, πέραν από κάποιες γενικές αναφορές της για πληροφορίες που έλαβε από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Δεν παραγνωρίζω ότι υπήρχε καταγγελία τις προηγούμενες μέρες στο Κοινοτικό Συμβούλιο, μεταξύ άλλων και για το ζήτημα της οχληρίας των σκύλων του κατηγορούμενου, από την παραπονούμενη και την αδελφή της, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 2, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να καταδειχθεί ότι την ημερομηνία που κατηγορείται ο κατηγορούμενος η οχληρία ενδέχετο να επηρεάσει το κοινό στην περιοχή όπου βρίσκονταν οι σκύλοι. Υπενθυμίζω ότι η κατηγορία αφορά συγκεκριμένες λεπτομέρειες και συγκεκριμένη ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε το αδίκημα και όχι ενδεχόμενες άλλες περιπτώσεις ή περιστατικά και μάλιστα κατά γενικό και αόριστο τρόπο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και για τους λόγος που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δικαιούται σε αθώωση και απαλλαγή από το στάδιο αυτό. Τυχόν κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα είχε ως αποτέλεσμα να ζητείται από αυτό να συμπληρώσει κενά και αδυναμίες της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.