← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kυριάκος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5097/13, 6/2/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kυριάκος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5097/13, 6/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5097/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.

  1. Kυριάκος Κωνσταντίνου
  2. Χρίστος Χαραλάμπους Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 06/02/
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2 : κα Ά. Σαββίδου. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αρ. 2 έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία αρ.7) και σε μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής από κατοικία (κατηγορία αρ. 8). Η υπόθεση εναντίον κατηγορουμένου αρ. 1 διακόπηκε λόγω μη επίδοσης. Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: Μεταξύ των ημερομηνιών 23.3.2009 - 26.3.2009, διαρρήχθηκε η κατοικία του παραπονούμενου η οποία βρίσκεται στον Κάθηκα, ενώ ο ιδιοκτήτης της κατοικίας βρισκόταν στο εξωτερικό και από την εν λόγω κατοικία κλάπηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 8ης κατηγορίας. Από την επίσκεψη που έκανε η αστυνομία στο μέρος και από εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι ο δράστης ή δράστες πέτυχαν είσοδο και έξοδο στην εν λόγω κατοικία από αλουμινένια πόρτα αφού είχαν σπάσει το γυαλί της συγκεκριμένης πόρτας. Ακολούθως, λήφθηκε πληροφορία ότι δυο άλλα πρόσωπα εκτός από τον κατηγορούμενο, εμπλέκονταν σε αυτή τη διάρρηξη και ότι το ένα πρόσωπο πούλησε σε τρίτο πρόσωπο δυο τηλεοράσεις οι οποίες ήταν προϊόν κλοπής. Επρόκειτο για τις επίδικες τηλεοράσεις εκ των οποίων η μια βρέθηκε μετά από αυτή την πληροφορία στη κατοχή τρίτου προσώπου στην Χλώρακα σε ίντερνετ καφέ. Ο ίδιος πληροφοριοδότης ανέφερε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος ήταν μαζί με αυτά τα δυο άλλα πρόσωπα που συμμετείχαν στην εν λόγω διάρρηξη. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ανέφερε ότι του είχε τηλεφωνήσει συγκεκριμένο πρόσωπο να συναντηθούν στην Πέγεια, όπου εκεί το πρόσωπο εκείνο ήταν μαζί με ακόμα ένα άλλο πρόσωπο και με προτροπή του τελευταίου, αφού του είχε πει ότι η συγκεκριμένη οικία του παραπονούμενου δεν κατοικείται εκείνες τις μέρες, τους μετέφερε με το αυτοκίνητο του από την Πέγεια στον Κάθηκα. Το πρόσωπο εκείνο, τους περίμενε στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος μαζί με το άλλο πρόσωπο μετέβησαν στην οικία και έσπασαν το γυαλί της πόρτας με πέτρα και αφού εισήλθαν σε αυτή, έκλεψαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στην 8η κατηγορία. Μετά τους παρέλαβε το άλλο πρόσωπο και τους μετέφερε στην Πέγεια, τις τηλεοράσεις και τα άλλα αντικείμενα που έκλεψαν τα πήραν τα άλλα δυο πρόσωπα για να τις πουλήσουν και να του δώσουν μερίδιο, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Ο ίδιος κράτησε, όπως ανέφερε, ένα ρολόι τοίχου το οποίο ισχυρίστηκε ότι το πέταξε σε ένα κάλαθο. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στις 17.5.2009 και απάντησε «παραδέχομαι». Λέχθηκε επίσης ότι o κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες και ότι υπάρχουν €375 έξοδα. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναφέρθηκε και τόνισε την αρχή της συνολικότητας των ποινών λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 21/05/2009 σε ποινή φυλάκισης 22 μηνών για διάφορα άλλα ομοειδή αδικήματα και ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να είχε να ληφθεί υπόψη σε εκείνη για σκοπούς επιβολής ποινής. Με τη βοήθεια της κατηγορούσας αρχής, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 21/05/2009 καταδικάστηκε στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 13714/08 Ε.Δ. Πάφου σε ποινή φυλάκισης 22 μηνών για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξης και κλοπής από κατοικία. Στην πιο πάνω υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η Ποιν. Υπόθεση Αρ. 9682/07 Ε.Δ. Πάφου, στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τα αδικήματα της παράνομης εισόδου, κλοπής, κακόβουλης ζημιάς και απόπειρας κλοπής, η Ποινική Υπόθεση Αρ. 11139/07 Ε.Δ. Πάφου, στην οποία αντιμετώπιζε τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξης κακουργήματος, της διάρρηξης κατοικίας και της κλοπής από κατοικία και η Ποινική Υπόθεση Αρ. 8746/07 στην οποία αντιμετώπιζε το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συνεχίζοντας, η συνήγορος ανάφερε ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη στην πιο πάνω υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής αφού προκύπτει ότι η διερεύνηση της ολοκληρώθηκε στις 17.05.2009, προγενέστερα της επιβολής ποινής στην πιο πάνω υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση είπε, θα μπορούσε να είχε καταχωρηθεί και επιδοθεί ενωρίτερα από το χρόνο που αυτό έγινε και σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη. Ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο τότε, όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του και λήφθηκαν υπόψη στην πιο πάνω υπόθεση εκτός από αυτή. Ήταν η θέση της ότι αν η παρούσα λαμβανόταν υπόψη στην πιο πάνω υπόθεση, η ποινή που θα επιβαλλόταν δεν θα ήταν διαφορετική. Ο κατηγορούμενος έχει ήδη εκτίσει τη ποινή του και αποφυλακίστηκε. Ο κατηγορούμενος τότε είχε άλλες προσωπικές συνθήκες όπως φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Τότε είχε παρασυρθεί από άτομα πολύ μεγαλύτερης ηλικίας από αυτόν και διέπραξε τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Ο κατηγορούμενος είχε αποφασίσει να αλλάξει τρόπο ζωής, γι αυτό μάζεψε όλες τις υποθέσεις που αντιμετώπιζε, καταδικάστηκε και έκτισε την ποινή του. Μετά από αυτό παντρεύτηκε και μάλιστα σήμερα είναι και πατέρας ενός μικρού παιδιού. Ξέκοψε παντελώς από τις κακές παρέες της εποχής και γι αυτό καμία άλλη υπόθεση εκκρεμεί εναντίον του ούτε απασχόλησε την Αστυνομία ή το Δικαστήριο μετά την έκτιση της ποινής του. Πιο κάτω, είπε ότι ο λόγος που δεν προέβηκε σε παραδοχή σε αυτή την υπόθεση από την αρχή ήταν διότι θεωρούσε ότι η παρούσα υπόθεση είναι καταχρηστική αφού δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα, παρά μόνο τέσσερα και πλέον χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και ενώ αυτός είχε ήδη καταδικαστεί σε άλλη υπόθεση και είχε ήδη εκτίσει την ποινή του επιβλήθηκε. Τελικά, είπε, άλλαξε τη θέση του αυτή και προέβηκε σε παραδοχή. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρόνο που παρήλθε σε συνάρτηση με όλα τα πιο πάνω και την αλλαγή των προσωπικών του συνθηκών όπως φαίνεται και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία υιοθέτησε. Ο κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο περί τα 29 έτη, συνεργάστηκε πλήρως με την Αστυνομία και ο ίδιος δεν επωφελήθηκε οτιδήποτε από τη κλοπή εκτός από ένα ρολοϊ, η αξία του οποίου ήταν μηδαμινή και ο ιδιοκτήτης του ούτε καν το είχε αναφέρει στην κλοπιμαία περιουσία. Περαιτέρω, η συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και την αναμόρφωση του. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 χρόνων και προέρχεται από πολύτεκνη προσφυγική οικογένεια, η οποία αντιμετώπισε πολλές και σοβαρές δυσκολίες με αποκορύφωμα το θάνατο του πατέρα του από καρκίνο τον 6ον/
  4. Δεν είχε τις απαιτούμενες οικογενειακές συνθήκες για να αναπτύξει υγιή προσωπικότητα με αποτέλεσμα να διαπράξει διάφορες κλοπές. Η μητέρα του παντρεύτηκε δεύτερη φορά και τα παιδιά δεν αποδέχτηκαν τα γεγονός αυτό με αποτέλεσμα να υπάρχουν εντάσεις και τσακωμοί και λόγω των πολλαπλών δυσκολιών που αντιμετώπισε η οικογένεια, παρακολουθείτο από το Γραφείο Ευημερίας για σκοπούς στήριξης. Την χρονική περίοδο από τον 5ον/2009 μέχρι και τον 8ον/2010 βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές. Είναι έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού ηλικίας ενός έτους και περιγράφεται ως στοργικός σύζυγος και πατέρας. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του δεν εργάζονται και συντηρούνται από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ύψους €864 μηνιαίως. Αναφέρεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος φαίνεται προβληματισμένος για το αδίκημα που κατηγορείται καθώς και για τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να έχει για τον ίδιο και την οικογένεια του και δηλώνει μεταμέλεια. Τέλος, η συνήγορος, εισηγήθηκε ότι περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, αυτή να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα εν όψει όλων των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της συνολικότητας της ποινης. Aναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η 7η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας. Η σοβαρότητα του φαίνεται άλλωστε και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Το άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνων ενώ το άρθρο 262 του ιδίου Κώδικα προνοεί ως γενική ποινή για το αδίκημα της κλοπής αυτή της φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Αν το αντικείμενο κλαπεί από κατοικία και υπερβαίνει τις €5, τότε η ποινή αυξάνεται στα 5 χρόνια. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τέτοιου είδους προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας

(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (βλ. επίσης Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 2 Α.Α.Δ. 194). Οι πιο πάνω επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκαν και στην απόφαση στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 76 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο εφεσειών παραδέχθηκε ενοχή. Αυτή είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι συνέπειες τους για τα θύματα και την κοινωνία ευρύτερα. Συμφωνούμε επίσης, με τη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και κυρίως η συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται, επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους από τα Δικαστήρια. Είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε την επισήμανση της νομολογίας μας ότι τέτοια αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και δυναμιτίζουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.» Περαιτέρω, παραπέμπω στην Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 487, Αργυρού ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 57, Βαρνάβας Ευγένιου Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 και Xiaojin κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104) Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη καθώς επίσης και οι συνθήκες διάπραξης τους. Αυτός εισήλθε στην κατοικία του παραπονουμένου ή ιδιοκτήτη της ενώ αυτός απουσίαζε και το γνώριζε, σπάζοντας με πέτρα το γυάλινο παράθυρο αλουμινένιας πόρτας και έκλεψε από αυτή διάφορα αντικείμενα όπως αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας αρ. 8, όπως τηλεοράσεις και DVD PLAYRER συνολικής αξίας €1050. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμού η πιο πάνω πράξη και ενέργεια του κατηγορουμένου, η οποία όπως προκύπτει έλαβε χώρα με απώτερο σκοπό την αποστέρηση περιουσίας του ιδιοκτήτη της και την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ίδιος εν τέλει δεν είχε ένα τέτοιο όφελος αφού την κλοπιμαία περιουσία την πήραν τα άλλα άτομα τα οποία βρίσκονταν μαζί του, αλλά αυτό με κανένα τρόπο δεν μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και την συμμετοχή του αυτά. Είναι ξεκάθαρο και αυτονόητο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες για οποιονδήποτε λόγο και αν λαμβάνουν χώρα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να στείλει το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι πράξεις που αποσκοπούν σε αποστέρηση περιουσίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Τέτοιες ενέργειες μειώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη, ιδιαίτερα όταν αυτές λαμβάνουν χώρα στην ιδιωτική του εστία. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου την ομολογία του και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές από την πρώτη στιγμή που κλήθηκε για ανάκριση, κάτι το οποίο βοήθησε στην πλήρη και άμεση εξιχνίαση της υπόθεσης. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, την απολογία του, το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων και τις προσωπικές του συνθήκες όπως φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα θα λάβω υπόψη μου την έλλειψη καθοδήγησης από την οικογένεια του και τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετώπιζε καθώς επίσης και τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορουμένου, κάτι που τον έκανε ευάλωτο με αποτέλεσμα να παρασυρθεί στη διάπραξη των αδικημάτων από άλλα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Επίσης, ιδιαίτερη βαρύτητα θα δώσω στο χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή και ανέρχεται πέραν των 8 ½ χρόνων. Παρατηρείται μια υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης η οποία ανέρχεται στα τέσσερα χρόνια από τη διάπραξη των αδικημάτων ενώ αυτά φαίνεται να είχαν εξιχνιαστεί άμεσα και περί τον Μαϊο του 2009 χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Ακολούθως, προκύπτει ότι πέραν της επιλογής του κατηγορουμένου να προβεί σε μη παραδοχή στις κατηγορίες, που ήταν δικαίωμα του, ο ίδιος δεν φέρει οποιοδήποτε σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την περαιτέρω καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της υπόθεσης αφού αυτή αναβαλλόταν για λόγους που αφορά την μη παρουσία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής και λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι υπάρχει μια δραματική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης σε άλλες υποθέσεις, έκτισε την ποινή του και αποφυλακίστηκε τον 8ον/2010, παντρεύτηκε, απέκτησε ένα παιδί ηλικίας ενός έτους σήμερα και έκτοτε ουδέποτε απασχόλησε εκ νέου τη δικαιοσύνη. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση.» Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Πέραν των πιο πάνω, ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην αρχή της συνολικότητας της ποινής. Προκύπτει από όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην Ποιν. Υπόθεση Αρ. 13714/08 Ε.Δ. Πάφου, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 22 μηνών στις 21/05/2009 για πανομοιότυπα ή παρόμοια αδικήματα με αυτά της παρούσας. Ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει τότε όπως ληφθούν υπόψη όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του, χωρίς όμως να έχει ληφθεί υπόψη η παρούσα, η διερεύνηση της οποίας προκύπτει να ολοκληρώθηκε στις 17/05/2009, θέση με την οποία συμφώνησε και ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Όπως προκύπτει από τη νομολογία ο παράγοντας αυτός θα πρέπει να προσμετρηθεί υπέρ του κατηγορουμένου. Στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.» Το πιο πάνω γεγονός θα πρέπει να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Μιχάλης Παραρε v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 257. Στην εν λόγω απόφαση επίσης λέχθηκε ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου
(2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Θεοδώρου v. Δημοκρατίας,
(2011)2 Α.Α.Δ 376 και Κέρκης v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433). Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η ποινή που θα επιβαλλόταν στην άλλη υπόθεση που θα μπορούσε η παρούσα να ληφθεί υπόψη θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική και μεγαλύτερη από αυτή που ήδη έχει επιβληθεί. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, δεν θα μπορούσε να ήταν αισθητά ή ουσιωδώς μεγαλύτερη. Σε αυτή την περίπτωση η οποιαδήποτε ποινή επιβαλλόταν στην παρούσα θα έπρεπε να συνέτρεχε με αυτή που ήδη επιβλήθηκε στην άλλη υπόθεση. Αυτό όμως, θεωρώ ότι θα είχε σημασία στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος συνέχιζε να εκτίει την ποινή που επιβλήθηκε στην εν λόγω υπόθεση, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει τέτοια ποινή έτσι ώστε να μην καταλήγει αυτή να είναι υπέρμετρα δυσανάλογη. Στην Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 347, η οποία θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη σε άλλη υπόθεση στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον εφεσείοντα και η οποία δεν θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την 18μηνη ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε και διέταξε την άμεση αποφυλάκιση του αναφέροντας τα ακόλουθα στο τέλος της εν λόγω απόφασης: «Αφού λάβαμε υπόψιν ότι η ποινή του ενός έτους που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στην Υπόθεση Αρ. 30607/11, στις 03/10/2012, έχει ήδη λήξει, διατάσσουμε όπως η ποινή που επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, στην υπό έφεση υπόθεση, μειωθεί ανάλογα ώστε ο εφεσειών να αποφυλακιστεί σήμερα.» Ουσιαστικά το Εφετείο έκρινε ότι από την στιγμή που η ποινή φυλάκισης στην άλλη υπόθεση έληξε και ότι αν λαμβανόταν υπόψη η παρούσα δεν θα είχε διαφορά εκείνη η ποινή, τότε ο εφεσειών δεν θα έπρεπε να εκτίσει οποιαδήποτε άλλη ποινή φυλάκισης από εκείνη του επιβλήθηκε. Επίσης, αναφέρθηκε ότι ο εφεσειών επηρεάστηκε δυσμενώς από την παράληψη της κατηγορούσας αρχής να θέσει και εκείνη την υπόθεση ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας στην άλλη υπόθεση που αντιμετώπιζε. Έχω ιδιαίτερα προβληματιστεί αναφορικά με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να χειριστεί τον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση υπό το φως όλων των ανωτέρω. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπό άλλες περιστάσεις η ποινή που θα έπρεπε να επιβληθεί θα ήταν αυτή της πολύμηνης φυλάκισης, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Παρά ταύτα, δεν παύει το Δικαστήριο από το να έχει ενώπιον του μια υπόθεση με συγκεκριμένες κατηγορίες, ιδιαίτερα σοβαρές στις οποίες θα πρέπει να επιβάλει ποινή. Θα λάβω υπόψη μου όλα τα πιο πάνω αλλά και το χρόνο που παρήλθε και την αλλαγή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου αλλά κρίνω ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά, βρίσκονται σε έξαρση και είναι απόλυτα αναγκαίο να δοθεί το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές αντιμετωπίζονται αυστηρά. Δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει να ληφθούν υπόψη τότε όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του και αυτή δεν συμπεριλήφθηκε. Παρά ταύτα, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να ζητήσει συγκεκριμένα την παρούσα υπόθεση να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι λίγες μέρες νωρίτερα της επιβολής της ποινής κατηγορήθηκε και ο ίδιος γνώριζε για την ύπαρξη της. Η μη καταχώρηση της στο Δικαστήριο δεν εμπόδιζε τον κατηγορούμενο να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 81 του Κεφ. 155 και θα μπορούσε να προβεί σε τέτοιες διευθετήσεις έτσι ώστε και αυτή να τίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να ληφθεί υπόψη. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αναφορικά με το πότε ολοκληρώθηκε η διαδικασία στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 13714/08 και αν αυτό έγινε στις 21/05/2009 ή προγενέστερα και πριν τις 17/05/2009 οπόταν επιφυλάχθηκε και δόθηκε ποινή στις 21/05/2009. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος είχε και ο ίδιος ευθύνη να ζητήσει και αυτή την υπόθεση και ιδιαίτερα αν η διαδικασία ολοκληρώθηκε πριν τις 17/05/2009, εφόσον η ποινή επιβλήθηκε μεταγενέστερα θα έπρεπε να ζητήσει όπως συμπεριληφθεί και η παρούσα προτού επιβληθεί η ποινή στην πιο πάνω υπόθεση (βλ. Μιχάλη Θεοδούλου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 288/2015, Ημερ. 14/06/2011). Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η οποία όμως θα πρέπει να είναι αισθητά μειωμένη έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει και όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλονται σε αυτό οι ακόλουθες ποινές: Στην 7ην κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 8ην κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των πιο πάνω ποινών που επιβλήθηκαν. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Πέραν των πιο πάνω, στην πρόσφατη απόφαση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017 έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην παρούσα περίπτωση η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, το ίδιο και οι περιστάσεις διάπραξης τους. Λαμβάνω υπόψη μου όμως το γεγονός ότι, ένεκα των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνων, την έλλειψη καθοδήγησης και τα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε τον κατέστησαν ευάλωτο με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από άλλα άτομα και να επιδείξει εγκληματική συμπεριφορά. Θα λάβω υπόψη μου επίσης την παραδοχή του και μεταμέλεια του, όπως εκφράστηκε από τη συνήγορο του. Πέραν τούτου, θα λάβω σοβαρά υπόψη μου το γεγονός ότι έχουν παρέλθει 8 ½ και πλέον χρόνια από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή και έκτοτε ο κατηγορούμενος δεν έχει απασχολήσει εκ νέου τη δικαιοσύνη για οποιοδήποτε αδίκημα, στοιχείο που καταδεικνύει και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Επίσης, θα λάβω υπόψη μου το γεγονός ότι έχει αλλάξει και αναμορφωθεί, αυτός παντρεύτηκε και σήμερα είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, ηλικίας ενός έτους. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα δώσω επίσης στο σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα στην αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας των ποινών και στα γεγονότα που περιβάλουν το ζήτημα αυτό όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος τιμωρήθηκε για την εγκληματική συμπεριφορά που επέδειξε κατά τον ουσιώδη χρόνο, του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης την οποία έκτισε εδώ και πολλή καιρό και αν η παρούσα λαμβανόταν υπόψη στην άλλη υπόθεση που τιμωρήθηκε, όπως έχει κριθεί και ανωτέρω, η ποινή δεν θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική. Δεν παραγνωρίζω ότι το πιο πάνω γεγονός λήφθηκε υπόψη και έπαιξε ουσιώδη ρόλο στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε, εντούτοις δεν θα ήταν ορθό ο κατηγορούμενος να εκτίσει τις πιο πάνω ποινές φυλακίσεως που του επιβλήθηκαν κάτι το οποίο δεν θα γινόταν αν η παρούσα λαμβανόταν υπόψη στην άλλη ποινική υπόθεση που καταδικάστηκε. Επομένως, τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο και θα απέληγε σε δυσανάλογη ποινή. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη στην Υπόθεση Αρ. 13714/08 Ε.Δ. Πάφου και ότι εκ παραδρομής η κατηγορούσα αρχή δεν την είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου ούτε και ο κατηγορούμενος την είχε ειδικά ζητήσει, του γεγονότος ότι η ποινή των 22 μηνών που επιβλήθηκε σε εκείνη την υπόθεση δεν θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική, ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε σε εκείνη την υπόθεση, τα λεχθέντα στην Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου v. Αστυνομίας (ανωτέρω) αλλά και το χρόνο που παρήλθε σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και την αναμόρφωση του, κρίνω ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν και ως εκ τούτου αυτές αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. €375 έξοδα να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.