Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Salwan Rofaeel Butrus κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6954/16, 13/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6954/16 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Salwan Rofaeel Butrus
- Naisan Lina Jajeeb Naisan Κατηγορουμένων ---------------- Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Μ. Παπαδημήτρη Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ---------------- Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μετά από δική τους παραδοχή κρίθηκαν ένοχοι στα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 337 και 339 του Κεφ.154 (4η, 5η και 9η κατηγορία), της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Κεφ.154 (6η και 10η κατηγορία) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(λ) και 20 του Κεφ.105 (7η και 11η κατηγορία). Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την ευπαίδευτη συνήγορο των Κατηγορουμένων. Είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν θεωρώ σκόπιμο να προχωρήσω σε λεπτομερή αναπαραγωγή τους. Συνοπτικά αναφέρεται σε αυτά ότι κατά τη διάρκεια του διαβατηριακού ελέγχου των αναχωρούντων επιβατών που γινόταν στον αερολιμένα Πάφου στις 18.11.15 δημιουργήθηκαν υποψίες ότι τα βουλγάρικα δελτία ταυτότητας και το βουλγάρικο διαβατήριο που παρουσίασαν οι Κατηγορούμενοι δεν ήταν γνήσια. Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι τόσο ο ίδιος, όσο και η Κατηγορούμενη 2 αλλά και το ανήλικο παιδί τους δεν ήταν Βούλγαροι. Η κα. Περγαντή ανέφερε επίσης ότι οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν τα αδικήματα και απολογήθηκαν, είναι λευκού ποινικού μητρώου, καθώς και ότι είναι αιτητές πολιτικού ασύλου. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων, αφού μετέφερε την απολογία των πελατών της ανέφερε ότι οι τελευταίοι διέπραξαν τα υπό τιμωρία εγκλήματα λόγω των δυσμενών προσωπικών συνθηκών τους και της προσδοκίας τους για εξασφάλιση καλύτερου μέλλοντος. Συγκεκριμένα παροτρύνθηκαν από ομοεθνείς τους να μεταβούν στη Γερμανία με την ελπίδα ότι εκεί θα μπορούσαν να ζήσουν μία ασφαλή ζωή. Τα εν λόγω πρόσωπα έφεραν σε επαφή τον Κατηγορούμενο 1 με κύκλωμα που δρα στις κατεχόμενες περιοχές από το οποίο και εξασφάλισε ο Κατηγορούμενος 1 τα επίδικα πλαστά έγγραφα καταβάλλοντας μάλιστα το ποσό των €6.
- Η κα. Παπαδημήτρη αναγνωρίζοντας ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησαν οι Κατηγορούμενοι ήταν απαράδεκτη, τόνισε ωστόσο ότι υπήρξαν θύματα του πιο πάνω κυκλώματος. Υπογράμμισε ότι έχουν μετανιώσει για την παραβατική συμπεριφορά που υπέδειξαν, γεγονός το οποίο προκύπτει και από την άμεση παραδοχή τους, αλλά και τη συνεργασία τους με τις διωκτικές αρχές. Όσον αφορά τις προσωπικές τους περιστάσεις υιοθέτησε τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Σύμφωνα με τις σχετικές κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις οι Κατηγορούμενοι νυμφεύθηκαν στις 20.09.13 και έχουν αποκτήσει τρία παιδιά ηλικίας 3 ετών, 2 ετών και οκτώ μηνών αντίστοιχα. Μετά τον γάμο τους οι Κατηγορούμενοι, οι οποίοι κατάγονται από το Ιράκ, μετακινήθηκαν στην Τουρκία όπου και απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισαν ήλθαν στην Κύπρο στις 05.09.2015 και υπέβαλαν αίτηση πολιτικού ασύλου. Έκτοτε διαμένουν στην Κύπρο όπου και απέκτησαν και τα άλλα δύο παιδιά τους. Είναι και οι δύο άνεργοι και προσπαθούν να εξεύρουν εργασία μέσω της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης. Το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας προέρχεται από το δημόσιο βοήθημα που λαμβάνουν ύψους €735,00 μηνιαίως. Αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1, καταγράφεται ότι ο τελευταίος είναι 37 ετών, είναι ο ένατος από τα δέκα παιδιά της οικογένειας του και είναι απόφοιτος Γυμνασίου. Σε ηλικία 12 ετών απεβίωσε ο πατέρας του και σε ηλικία 16 ετών εργάστηκε σε εστιατόριο και στη συνέχεια υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για τρία χρόνια στη Βαγδάτη. Το 2005 μετέβηκε στην Ελλάδα και το 2007 επέστρεψε στη Βαγδάτη. Από την άλλη, η Κατηγορούμενη 2 είναι ηλικίας 26 ετών και είναι η μικρότερη από τα πέντε παιδιά της οικογένειας της. Το 2006 δολοφονήθηκε ο πατέρας της μπροστά στην ίδια και τη μητέρα της. Μετά το εν λόγω περιστατικό η μητέρα της παρουσίασε σοβαρή άνοια και φροντίζεται από τα αδέλφια της, καθώς δεν αυτοεξυπηρετείται. Η Κατηγορούμενη 2 είναι απόφοιτος Λυκείου και ουδέποτε εργάστηκε. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων υπογράμμισε ότι οι τελευταίοι διαμένουν μόνοι τους στην Κύπρο, χωρίς οποιουσδήποτε συγγενείς τους. Βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση, καθώς μετά δυσκολίας καλύπτουν τις βασικές βιοτικές ανάγκες της οικογένειας τους με το επίδομα που λαμβάνουν. Σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης οι επιπτώσεις θα είναι καταλυτικής σημασίας, αφού τα τρία ανήλικα παιδιά τους θα πρέπει να τοποθετηθούν σε παιδικές στέγες στερούμενα τη γονική φροντίδα και αγάπη. Ακόμα και αν επιβληθεί ποινή φυλάκισης μόνο στον Κατηγορούμενο 1, οι επιπτώσεις θα είναι και πάλι δραματικές. Κάλεσε η κα Παπαδημήτρη το Δικαστήριο να αναλογιστεί ότι η Κατηγορούμενη 2, ηλικίας 26 ετών, θα είναι μόνη της στην Κύπρο με τρία παιδιά, χωρίς να γνωρίζει να μιλά ελληνικά σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος ομιλεί την ελληνική. Ενόψει των πιο πάνω η κα. Παπαδημήτρη εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση ενδείκνυται όπως ανασταλεί η εκτέλεση ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Ιδιαιτέρως όσον αφορά την Κατηγορούμενη 2 η ευπαίδευτη συνήγορος παρέπεμψε και στον περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Υπόπτων Μητέρων Νόμος, Ν.33(Ι)/
- Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν oι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Οι πρόνοιες των άρθρων 337 και 339 του Κεφ.154 είναι ενδεικτικές της σοβαρότητας του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού επίσημου εγγράφου, αφού προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη. Για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500 ή και τις δύο αυτές ποινές. Σοβαρό επίσης είναι και το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Το άρθρο 19(λ) του Κεφ. 105 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή πρόστιμο μέχρι Λ.Κ.1.000 (το αντίστοιχο σε ευρώ) ή και τις δύο αυτές ποινές. Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 5 έτη, ωστόσο η σοβαρότητα που προσδίδεται στο έγκλημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Άλλωστε, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 632, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες μάλιστα τονίστηκε η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε ορισμένες αποφάσεις που σχετίζονται με τα υπό τιμωρία αδικήματα, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι απλά ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Η σοβαρότητα του αδικήματος της εμπορίας πλαστών διαβατηρίων και των αδικημάτων που σχετίζονται με αυτήν επισημάνθηκε από νωρίς από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ένα έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα της υπόθεσης Ματουρ κ.α ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 36 στην οποία τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση της φιλοξενίας που παρέχει η Κυπριακή Δημοκρατία: «Η εμπορία πλαστών διαβατηρίων μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα ή ένα έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Προσφέρουμε φιλοξενία στους ξένους με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στον τόπο μας ... ». Στην υπόθεση Borislav Petrov Borisov v. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2004)2 Α.Α.Δ 204 ο εφεσείων, που ήταν Βουλγάρικης καταγωγής και παντρεμένος με τρία παιδιά, εισήλθε στην Κύπρο όντας απαγορευμένος μετανάστης χρησιμοποιώντας πλαστό Ελληνικό διαβατήριο. Πέτυχε είσοδο χρησιμοποιώντας το πιο πάνω πλαστό διαβατήριο το οποίο είχε αποκτήσει παράνομα αφού γνώριζε ότι το Βουλγάρικό του όνομα βρισκόταν στον κατάλογο των ανεπιθύμητων επισκεπτών. Καταδικάσθηκε κατόπιν παραδοχής στα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του απαγορευμένου μετανάστη και του επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο το οποίο υπέδειξε ότι υπό το φως της όλης συμπεριφοράς του εφεσείοντα συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που αυτός είχε επιδείξει και κατά το παρελθόν στον τόπο μας, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως εντελώς απαράδεκτη, οι επιβληθείσες ποινές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και ως επιεικείς. Επίσης στην Eurgan Ali Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα διαβατηρίου καθώς επίσης και της πλαστοπροσωπίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινές φυλακίσεως 9 και 5 μηνών που επιβλήθηκαν πρωτόδικα. Περαιτέρω, στην υπόθεση Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 431 επικυρώθηκε ποινή 9 μηνών φυλάκισης παρότι κρίθηκε επιεικής από το Εφετείο σε αλλοδαπό που χρησιμοποίησε και επέδειξε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταβεί από την Κύπρο στην Αγγλία. Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών τονίστηκε και στην Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 192, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης 3 μηνών στην κατηγορία για πλαστοπροσωπία μαζί με άλλες ποινές με ανώτατη αυτή των 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας διαβατηρίου. Τέλος, το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αδίκημα που διαπράττεται με αυξανόμενη συχνότητα σε βαθμό που δικαίως μπορεί να θεωρείται ότι βρίσκεται σε έξαρση. Η ανησυχητική έξαρση στην διάπραξη του αδικήματος αυτού με όλες τις σοβαρές συνέπειες που συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αντιμετώπιση του με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσης αλλά και αδικήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα». Ιδιαιτέρως στην περίπτωση της πατρίδας μας η ανάγκη για περιφρούρηση της επικράτεις μας προβάλλει ακόμα πιο έντονη. Στην Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 231 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας." Ως εκ των ανωτέρω η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Εν προκειμένω προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων. Την παραδοχή τους, έστω και αν αυτή δεν ήταν άμεση. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τη συνεργασία τους με τις διωκτικές αρχές. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις τους όπως αυτές καταγράφονται στις σχετικές κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις. Ιδιαιτέρως λαμβάνω υπόψη μου ότι οι Κατηγορούμενοι είναι σύζυγοι και γονείς τριών ανήλικων παιδιών. Τον λόγο που τους οδήγησε στη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ο οποίος, όπως ανέφερε η κα. Παπαδημήτρη, ήταν η αναζήτηση μίας καλύτερης και ασφαλέστερης ζωής. Τις συνέπειες από τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης στην οικογένεια τους. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Tibor Domotov κ.α ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 328). Είμαι διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου τις συνέπειες από τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, ωστόσο, όπως επιτάσσει η νομολογία, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια των Κατηγορουμένων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής. Το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.15 - 18.11.15 και περιήλθαν στη γνώση των διωκτικών αρχών στις 18.11.
- Συνεπώς η καθυστέρηση ενός σχεδόν έτους μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου (καταχωρήθηκε στις 08.11.16) βαρύνει αποκλειστικά την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για αυτήν. Από την καταχώρηση όμως και έπειτα η καθυστέρηση βαρύνει τους Κατηγορούμενους, οι οποίοι αφού έλαβαν τέσσερις αναβολές για να απαντήσουν, αρχικά αρνήθηκαν τις κατηγορίες και άλλαξαν την απάντηση τους σε παραδοχή στις 05.12.
- Δεν παραβλέπω φυσικά ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία αναστάλθηκε η ποινική δίωξη σε σχέση με τέσσερις κατηγορίες. Το εν λόγω γεγονός ωστόσο δεν δικαιολογεί την στάση που τήρησαν στις κατηγορίες που σήμερα παραδέχονται σε σχέση με τις οποίες μπορούσαν ευθύς εξαρχής να δηλώσουν παραδοχή. Παρά ταύτα το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 365). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Τα ελαφρυντικά των Κατηγορούμενων και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου οι Κατηγορούμενοι επιχείρησαν να εξαπατήσουν τις αρχές της Δημοκρατίας παραβαίνοντας εν γνώσει τους τον νόμο σε έναν ευαίσθητο τομέα. Επομένως αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι Κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα και, από την άλλη, τους μετριαστικούς παράγοντες που εκτέθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τους Κατηγορούμενους ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες και τούτο έχοντας κατά νου ότι ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στους Κατηγορούμενους 1 και 2 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενος 1 Στις κατηγορίες 4 και 5, ποινή φυλάκισης 7 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 6 και 7, ποινή φυλάκισης 1 μήνα σε κάθε κατηγορία. Κατηγορούμενη 2 Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Στις κατηγορίες 10 και 11 ποινή φυλάκισης 1 μήνα σε κάθε κατηγορία. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν σε σχέση και με τους δύο Κατηγορούμενους. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου των Κατηγορουμένων για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Θα ξεκινήσω με την Κατηγορούμενη 2, η οποία, ως ήδη αναφέρθηκε, είναι μητέρα τριών παιδιών ηλικίας 3 ετών, 2 ετών και 8 μηνών. Η κα. Παπαδημήτρη ορθά υπέδειξε ότι στην περίπτωση της τυγχάνει εφαρμογής ο περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Υπόπτων Μητέρων Νόμος, Ν.33(Ι)/2005. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.33(Ι)/2005 «μητέρα» σημαίνει έγκυο ή και μητέρα ανήλικου τέκνου ηλικίας μέχρι τριών ετών και «ποινή στερητική της ελευθερίας» σημαίνει ποινή φυλάκισης, αλλά δεν περιλαμβάνει ποινή φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης ή ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή. Περαιτέρω το άρθρο 3
(1)του εν λόγω νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, όπου σε νόμο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας για οποιοδήποτε αδίκημα, η εν λόγω ποινή δεν επιβάλλεται σε μητέρα, αν δε συντρέχουν στη δεδομένη περίπτωση όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το αδίκημα είναι κακούργημα ή είναι πλημμέλημα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης, (β) το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση βίας κατά του ατόμου και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το δικαστήριο κρίνει ότι η μητέρα αποτελεί άμεσο ή και συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία, και (γ) το δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δεδομένου του άμεσου ή και συνεχιζόμενου κινδύνου που η μητέρα αποτελεί για την κοινωνία, είναι ανεπαρκής για την προστασία της κοινωνίας, κάθε άλλη ποινή, κύρωση, ή μέτρο που το δικαστήριο δύναται να επιβάλει για το αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου, περιλαμβανομένης της προσφοράς κοινοτικής εργασίας, και δε δικαιολογείται επίσης έκδοση διατάγματος αναστολής ποινής φυλάκισης κατά τα διαλαμβανόμενα σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο». Στην προκείμενη περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι η Κατηγορούμενη 2 εμπίπτει στην έννοια του όρου «μητέρα», όπως καθορίζεται στον προαναφερόμενο νόμο. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις (β) και (γ) του άρθρου 3
(1), ούτε και η εξαίρεση του άρθρου 3
(3)του Ν.33(Ι)/2005. Συνεπώς οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην Κατηγορούμενη 2 αναστέλλονται. Όσον αφορά τώρα τον Κατηγορούμενο 1, το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης ποινής φυλάκισης θα πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το άρθρο 3
(2)του Ν.95/72 προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Στην Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, αλλά και στην πιο πρόσφατη Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. Αρ.27/16 ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Τα περιστατικά της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1 έχουν ήδη εκτεθεί και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Στα πλαίσια άσκησης ωστόσο της διακριτικής μου ευχέρειας λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος 1 συνεργάστηκε εξαρχής με τις διωκτικές αρχές, γεγονός το οποίο δεικνύει και τη μεταμέλεια του. Λαμβάνω επίσης ιδιαίτερα υπόψη μου τις συνέπειες που θα επιφέρει στην οικογένεια του η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Οι Κατηγορούμενοι δεν έχουν οποιοδήποτε συγγενικό πρόσωπο στη Δημοκρατία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η Κατηγορούμενη 2 θα επωμιστεί πλήρως τη φροντίδα των τριών ανήλικων παιδιών τους χωρίς οποιαδήποτε βοήθεια. Σημειώνω επίσης ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1. Περαιτέρω, δεν είναι χωρίς σημασία και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 στο χρονικό διάστημα των 2 και πλέον ετών που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων δεν υπέπεσε σε άλλη παραβατική συμπεριφορά. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο 1. Εναπόκειται πλέον στους Κατηγορούμενους 1 και 2 να αδράξουν την ευκαιρία που τους δίδεται σήμερα και να μην διαπράξουν οποιοδήποτε άλλο αδίκημα επιδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο έμπρακτα τον σεβασμό τους στην χώρα που τους φιλοξενεί και στους πολίτες της. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). Τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο