Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5938/17, 15/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5938/17 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ
- ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΣΑΜΑΡΑ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15.02.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η κα Ε. Σάββα για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενη 2: κα Γ. Ψαλτά για κ.κ. Ρ. Μαππουρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη 2 βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στις πιο κάτω κατηγορίες:
(1)Συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία).
(2)Κατοχή φυτοπροστατευτικών προϊόντων χωρίς χορήγηση σχετικής άδειας από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1), 12
(1)και 20
(1)(α) του περί Φυτοπροστατευτικών Προϊόντων Νόμου του 2011 (Ν.141(Ι)/2011)μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης των άρθρων 20 και 21 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία).
(3)Κατοχή εμπορευμάτων χωρίς την καταβολή δασμού ή φόρου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 93 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004)μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης των άρθρων 20 και 21 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία).
(4)Παράνομη διακίνηση εμπορευμάτων από μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές προς τις ελεγχόμενες περιοχές κατά παράβαση του Κανονισμού (Ε.Κ.) αρ.866/2004 του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 πρωτοκόλλου αριθμό 10 της πράξης προσχώρησης και κατά παράβαση των άρθρων 2 και 100 του Ν.94(Ι)/2004 καθώς επίσης των άρθρων 20 και 21 του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η κατηγορούμενη 2 στις 26.09.17 στην Πάφο συνομώτησε με άλλο άτομο και κατείχε και διακινούσε 66 συσκευασίες φυτοπροστατευτικών προϊόντων από τις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις ελεγχόμενες περιοχές, για τα οποία εμπορεύματα δεν είχε χορηγηθεί η προβλεπόμενη άδεια από την αρμόδια αρχή και δεν είχαν καταβληθεί οι απαιτούμενοι φόροι ή δασμοί στο Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου. Σχετικά με τον κατηγορούμενο 1, αυτός σε προγενέστερο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας προέβηκε σε παραδοχή των κατηγοριών και η παρούσα υπόθεση αφού λήφθηκε υπόψη σε άλλη ποινική υπόθεση που επίσης εκκρεμούσε εναντίον του, του επιβλήθηκε ποινή συνολικά και για τις δύο υποθέσεις που αντιμετώπιζε. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 26.09.17, κατόπιν πληροφορίας που διαβιβάστηκε στην αστυνομία ότι στο χωριό Σκούλλη της επαρχίας Πάφου θα διεξαγόταν αγοραπωλησία μη αδειούχων φυτοφαρμάκων, αστυνομικοί μετέβησαν στο καφενείο με την ονομασία 'Πλάτανος' που βρίσκεται στο προαναφερόμενο χωριό. Εκεί πρόσεξαν δύο γυναίκες να βρίσκονται έξω από ένα όχημα και να συνομιλούν με άγνωστα άτομα. Μόλις έγινε αντιληπτή η παρουσία των αστυνομικών, τα άγνωστα άτομα άφησαν στο μέρος δύο νάιλον τσάντες και τράπηκαν σε φυγή. Οι δύο γυναίκες παρέμειναν στο χώρο και διαπιστώθηκε ότι η μία από αυτές ήταν η κατηγορούμενη
- Ακολούθησε έλεγχος των σακουλιών και μέσα από αυτόν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για 10 σκευάσματα φυτοπροστατευτικών προϊόντων, τα οποία και κατασχέθηκαν. Ο έλεγχος επεκτάθηκε και στο όχημα με αριθμούς εγγραφής CZX501 ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης 2 όπου εντός του χώρου αποσκευών εντοπίστηκαν ακόμη 56 σκευάσματα φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Η έρευνα συνεχίστηκε όπου και εντοπίστηκαν χρηματικό ποσό ύψους €1.270, τρεις επιταγές συνολικού ποσού €730 και διάφορα σημειωματάρια με ονόματα. Τότε επιστήθηκε η προσοχή της κατηγορουμένης 2 στο νόμο και αυτή ανάφερε ότι τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν ήταν του συντρόφου της που είναι ο κατηγορούμενος
- Όλα τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν μεταφέρθηκαν στην αστυνομία όπου εκεί προσήλθε επιθεωρητής του Υπουργείου Γεωργίας και διαπίστωσε ότι όλα τα προϊόντα ήταν φυτοφάρμακα απαγορευμένου τύπου. Επίσης στην αστυνομία παρουσιάστηκε εξεταστής του Τμήματος Τελωνείου, ο οποίος διαπίστωσε ότι όλα τα προαναφερόμενα φυτοφάρμακα προέρχονταν από περιοχές μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατέχονταν παράνομα αφού γι' αυτά δεν είχε χορηγηθεί η προβλεπόμενη άδεια από την αρμόδια αρχή και δεν είχαν καταβληθεί οι απαιτούμενοι φόροι και δασμοί στο Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου. Όλα τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που εντοπίστηκαν κατασχέθηκαν. Στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης η κατηγορούμενη 2 έδωσε ανακριτική κατάθεση στην οποίαν προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων, ότι εκτέλεσε οδηγίες του συντρόφου της (κατηγορούμενος 1) που την είχε στείλει να παραδώσει τα προαναφερόμενα σακούλια στο συγκεκριμένο χώρο. Η κατηγορούμενη 2 κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε 'Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.' Σύμφωνα με πληροφόρηση που είχε η αστυνομία από λειτουργό του Υπουργείου Γεωργίας, τα συγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα δεν πληρούν τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Με τη χρήση αυτών των φυτοφαρμάκων δεν διασφαλίζεται η ποιότητα και ασφάλεια των προϊόντων που καταναλώνονται και γι' αυτό για σκοπούς προστασίας της δημόσιας υγείας το Υπουργείο Γεωργίας καταβάλλει προσπάθειες να μην διαρρεύσουν τα συγκεκριμένα σκευάσματα στην αγορά. Τα συγκεκριμένα φυτοφάρμακα που έχουν κατασχεθεί είναι χημικά παρασκευάσματα, τα οποία κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με τον περί Αποβλήτων Νόμο του 2011 (Ν.185(Ι)/2011)ως επικίνδυνα χημικά απόβλητα, η διαχείριση των οποίων προβλέπει καταστροφή τους σε ειδικά αδειοδοτημένες μονάδες. Το δε εμπλεκόμενο κόστος καταστροφής τους είναι υψηλό και για την πληρωμή του θα επιβαρυνθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, η κατηγορούμενη 2 είναι ηλικίας 36 ετών, άνεργη, άγαμη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 13 ετών και 10 μηνών αντίστοιχα. Νυν σύντροφος της είναι ο κατηγορούμενος
- Η κατηγορούμενη 2 προέρχεται από πενταμελή οικογένεια προσφύγων μέτριας οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας της απεβίωσε πρόσφατα ενώ η μητέρα της ηλικίας 66 ετών διαμένει μαζί με τον μεγαλύτερο υιό της σε προσφυγική κατοικία. Η κατηγορούμενη 2 φοίτησε μέχρι την Γ' Τάξη Γυμνασίου όπου και διέκοψε τη φοίτηση της λόγω μαθησιακών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Σε ηλικία 19 ετών έμεινε έγκυος το μεγαλύτερο παιδί της αλλά ο τότε σύντροφος της την εγκατέλειψε χωρίς να αναγνωρίσει το παιδί και δίχως μέχρι σήμερα να διατηρεί ουσιαστική επικοινωνία μαζί του. Το εν λόγω παιδί διαγνώστηκε με μαθησιακές δυσκολίες και γι' αυτό επανέλαβε τη Γ' Τάξη Δημοτικού Σχολείου. Η κατηγορούμενη 2 διατηρεί δεσμό με τον κατηγορούμενο 1 τα τελευταία τρία χρόνια. Καρπός της σχέσης τους είναι το νεαρότερο παιδί, το οποίο όμως μέχρι σήμερα δεν έχει αναγνωριστεί από το σύντροφο της. Επί σειρά ετών η κατηγορούμενη 2 λάμβανε οικονομική βοήθεια ενώ παράλληλα κατά διαστήματα εργαζόταν. Από το έτος 2014 δεν εργάζεται και λάμβανε ως βοήθημα το ποσό που αφορά το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα μέχρι τον Απρίλιο 2017 που τερματίστηκε. Αυτή την στιγμή η ίδια και τα παιδιά της συντηρούνται από το επίδομα μονογονιού που λαμβάνει από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας, το οποίο ανέρχεται στα €
- Αυτό αποτελεί τη μοναδική πηγή εισοδήματος της. Μετά το θάνατο του πατέρα της η κατηγορούμενη 2 μετακόμισε προσωρινά με τα παιδιά της στην οικία της μητέρας της χωρίς το σύντροφο της. Μοναδική ακίνητη περιουσία που δηλώνεται να είναι εγγεγραμμένη εις το όνομα της είναι ½ μερίδιο κατοικίας στα Κάτω Πολεμίδια άγνωστης αξίας. Σε ότι αφορά κινητή περιουσία αναφέρεται ένα όχημα μάρκας Polo Golf άγνωστης αξίας. Ουδεμία αναφορά γίνεται για ύπαρξη αποταμιεύσεων ενώ δηλώνεται η σύναψη δανείου ύψους €150.000, για το οποίο η μηνιαία δόση των €870 δεν καταβάλλεται. Επιπλέον σημειώνεται η μηνιαία πληρωμή ποσού €20 για διάφορα τροχαία αδικήματα που διέπραξε στο παρελθόν. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης στη γραπτή της αγόρευση κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο καθώς επίσης και την υπόσχεση της πελάτισσας της ότι δεν θα επαναλάβει τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων στο μέλλον. Η εν λόγω συνήγορος δήλωσε πως αναγνωρίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που η κατηγορούμενη 2 παραδέχτηκε ότι διέπραξε και την ανάγκη επιβολής ποινής αποτρεπτικής φύσεως, πλην όμως υπέδειξε πως υπάρχουν ιδιάζουσες προσωπικές περιστάσεις που δικαιολογούν αναστολή ποινής στερητικής της ελευθερίας της πελάτισσας της που πιθανολογεί ότι θα της επιβληθεί. Αναφερόμενη στις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης 2, η συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι πρόκειται για μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, της οποίας η περίπτωση καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμου του 2005 (Ν.33(Ι)/2005)αφού, όπως επισήμανε, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που η εν λόγω νομοθεσία θέτει για να επιτραπεί η επιβολή ποινή φυλάκισης άμεσης ισχύος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που η κατηγορούμενη 2 παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης μέσα από τη γραπτή αγόρευση της. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από τις σχετικές νομοθεσίες ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα η συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος τιμωρείται με βάση συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 372 και 35 του Κεφ.154 με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2.562,90 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω η κατοχή φυτοπροστατευτικού προϊόντος χωρίς να έχει χορηγηθεί η προβλεπόμενη άδεια επισύρει, δυνάμει συνδυασμένης μελέτης των άρθρων 12
(1)και 20
(1)του Ν.141(Ι)/2011, ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €20.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Η δε διάπραξη του αδικήματος της κατοχής εμπορευμάτων χωρίς την απαιτούμενη καταβολή φόρων και δασμών επισύρει σύμφωνα με το άρθρο 93 του Ν.94(Ι)/2004 ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €8.543,01 ή και τις δύο αυτές ποινές. Επιπλέον η παράνομη διακίνηση εμπορευμάτων από μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές προς τις ελεγχόμενες περιοχές υπόκειται δυνάμει συνδυασμένης μελέτης των προνοιών των άρθρων 2 και 100 του Ν.94(Ι)/2004 σε ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €3.417,20 ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης των προαναφερόμενων νομοθεσιών καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Ο Ν.141(Ι)/2011τέθηκε σε ισχύ για να ενεργεί βοηθητικά στην εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 που ασχολείται με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά. Όπως σημειώνεται στο άρθρο 2, σκοπός του νόμου αυτού είναι η λήψη των αναγκαίων συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των διατάξεων του πιο πάνω ευρωπαϊκού κανονισμού, περιλαμβανομένου των περιπτώσεων εκάστοτε τροποποίησης ή αντικατάστασης του. Ειδικότερα μέσα από τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας θεσπίζονται γενικές διατάξεις και κανόνες που αφορούν: (α) τη διαδικασία χορήγησης άδειας των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, (β) την εμπορία και διάθεση στο χρήστη φυτοπροστατευτικών προϊόντων, (γ) την ορθολογική χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, (δ) τους επίσημους ελέγχους των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και της χρήσης αυτών και (ε) τις κυρώσεις που επιβάλλονται στους παραβάτες των προνοιών του νόμου αυτού. Μελέτη των διατάξεων του Ν.141(Ι)/2011 καθιστά αντιληπτό ότι απώτερος στόχος θέσπισης της νομοθεσίας είναι η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, της γεωργικής παραγωγής και κτηνοτροφίας του νησιού που κατ' επέκταση οδηγούν στη διασφάλιση της δημόσιας υγείας από την ανεξέλεγκτη εμπορία και χρήση επικίνδυνων φυτοπροστατευτικών εμπορευμάτων σε γεωργικά προϊόντα που προορίζονται να διατεθούν στην αγορά για κατανάλωση από το κοινό με κίνητρο το εύκολο και συνάμα παράνομο οικονομικό όφελος. Παράλληλα επιδιώκεται η διαφύλαξη της αγοράς από αθέμιτο ανταγωνισμό, το στοιχείο του οποίου υπεισέρχεται στην περίπτωση που φυτοπροστατευτικά προϊόντα χωρίς έλεγχο, αμφιβόλου προέλευσης και παράδοξων αποτελεσμάτων αποκτήσουν εύκολη πρόσβαση στην κυπριακή κοινωνία. Η επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος, της ζωικής και ανθρώπινης ζωής ιδιαίτερα των ευπαθών ομάδων πληθυσμού, όπως για παράδειγμα των εγκύων, παιδιών, νηπίων και ηλικιωμένων, αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, για την εφαρμογή του οποίου στην Κύπρο θεσπίστηκε ο Ν.141(Ι)/2011. Η προσπάθεια εστιάζεται στη λήψη κατάλληλων μηχανισμών και μέτρων που να εντοπίζουν και να αποκλείουν κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιέχει ουσίες βλαβερές για την ανθρώπινη υγεία και ζωικό οργανισμό, αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια των γεωργικών προϊόντων καθώς επίσης προκαλούν καταστροφικές συνέπειες στο περιβάλλον των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό καταδεικνύεται μέσα το περιεχόμενο του εισαγωγικού πλαισίου καθώς και από τις πρόνοιες του άρθρου 3 του εν λόγω ευρωπαϊκού κανονισμού. Στα πλαίσια του πιο πάνω σκεπτικού απαγορεύεται με βάση το Ν.141(Ι)/2011, ανάμεσα σ' άλλα, η κατοχή, διακίνηση, διάθεση στην αγορά και χρήση οποιουδήποτε φυτοπροστατευτικού προϊόντος για το οποίο δεν έχει χορηγηθεί η προβλεπόμενη άδεια δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 (άρθρα 7
(1)και 12
(1)του Ν.141(Ι)/2011). Ο εντοπισμός τέτοιων εμπορευμάτων παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εκτός από την επιβολή ποινής στον παραβάτη, να διατάξει τη δήμευση και καταστροφή τους (άρθρο 20
(2)του Ν.141(Ι)/2011). Οι βλαβερές επιπτώσεις που δυνατό να επιφέρει η διάθεση στην αγορά και χρήση ακατάλληλων και συνάμα επικίνδυνων φυτοπροτατευτικών προϊόντων στη δημόσια υγεία, στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων, στους ζωικούς οργανισμούς και στο περιβάλλον της Κύπρου καθιστά τη διάπραξη αδικημάτων που εμπίπτουν στις πρόνοιες του Ν.141(Ι)/2011 σοβαρής φύσεως που απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια. Εξίσου σοβαρά χαρακτηρίζονται αδικήματα που σχετίζονται με την παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας (Ν.94(Ι)/2004). Θεωρούνται σοβαρά επειδή ενέχουν το στοιχείο της στέρησης εισοδημάτων που δικαιωματικά ανήκουν σε δημόσιο ταμείο στα πλαίσια εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες διεξαγωγής αποτελεσματικού ελέγχου η εφαρμογή του νόμου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που οι πολίτες αντιμετωπίζουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η σχετική νομοθεσία. Η σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών αναγνωρίζεται μέσα από τη νομολογία στην οποίαν τονίζεται αυστηρή αντιμετώπιση τους. Στην Attorney General v. Theofanous
(1965)2 CLR 26 και στην Alexandrou v. Director of Customs and Excise
(1985)2 C.L.R. 47 αναφέρονται τα εξής: "Τhere is no doubt that defrauding the revenue is a serious offence. Even in cases of first offenders, a trial Court, in certain cases, may very properly impose a sentence of imprisonment." Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών αποτελούν τα πιο κάτω αποσπάσματα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Πρόκειται για περίπτωση όπου η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης 2 εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, το περιβάλλον, ζωικούς οργανισμούς και την παραγωγή γεωργικών προϊόντων. Επιπλέον είναι μία περίπτωση όπου η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης 2 προκάλεσε οικονομικό κόστος στα δημόσια ταμεία εις βάρος των κύπριων φορολογούμενων πολιτών. Ένας παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση της κατηγορουμένης 2 είναι η οργανωμένη επιχείρηση που διεξήχθηκε με ένα εκ των πρωταγωνιστών να είναι η ίδια. Μαζί με το σύζυγο της ενέργησαν από κοινού στη βάση συντονισμένου σχεδίου δράσης. Η κατηγορούμενη 2 ήταν αυτή που έθεσε σε εφαρμογή την παράνομη επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί διαθέτοντας το όχημα της για την επίτευξη του παράνομου σκοπού αυτού. Ο εντοπισμός και η απόκτηση της επίμαχης μεγάλης ποσότητας φυτοπροστατευτικών προϊόντων από μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, η μεταφορά τους στις ελεγχόμενες περιοχές κάτω από πέπλο μυστικότητας για τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο και υπολογισμό φόρων και δασμών, η διάθεση τους στην αγορά με συνάντηση με πρόσωπα και ο εντοπισμός σημειωματάριου με αρκετά ονόματα είναι στοιχεία που καταδεικνύουν το πλαίσιο και την έκταση του οργανωμένου σχεδίου που τέθηκε σε εφαρμογή κατά τρόπο συντονισμένο, στην οποία επιχείριση βασικός συντελεστής ήταν η κατηγορούμενη 2. Μία άλλη παράμετρος που επιβαρύνει τη θέση της κατηγορουμένης 2 είναι η μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων που ενέχεται. Πρόκειται για 66 συσκευασίες φυτοπροστατευτικών προϊόντων που χωρίς αμφιβολία είναι μεγάλη. Την ίδια στιγμή καταδεικνύει ότι η παράνομη κατοχή αυτής της μεγάλης ποσότητας φυτοπροστατευτικών προϊόντων από την κατηγορούμενη 2 έγινε με μοναδικό σκοπό τη διάθεση της στην κυπριακή αγορά έναντι οικονομικού οφέλους. Ο εντοπισμός χρηματικού ποσού των €1.270 σε μετρητά καθώς και τριών επιταγών συνολικού ποσού €730 δείχνει τη συμμετοχή της κατηγορουμένης στην παράνομη διακίνηση και εμπορία φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην κυπριακή αγορά με απώτερο στόχο το εύκολο και συνάμα παράνομο κέρδος. Μάλιστα προκύπτει ότι η αγορά αυτών των εμπορευμάτων έγινε από τις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές, τα οποία και μεταφέρθηκαν στις ελεύθερες περιοχές χωρίς να έχουν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί και φόροι. Αυτό σημαίνει στέρηση και ταυτόχρονα απώλεια εισοδημάτων που προορίζονταν σε δημόσιο ταμείο. Ένα άλλο δεδομένο που σαφώς λαμβάνεται υπόψη και προσμετρά εναντίον της κατηγορουμένης 2 είναι το στοιχείο επικινδυνότητας που ενέχεται μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά της με πολλούς αποδέκτες. Εν γνώση της ότι η μεγάλη ποσότητα φυτοπροστατευτικών προϊόντων δεν τελούσε υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών, γνωρίζοντας ότι τέτοια σκευάσματα ήταν απαγορευμένου τύπου και δεν πληρούσαν τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις, επιχείρησε να τα διαθέσει στην κυπριακή αγορά με σκοπό το οικονομικό όφελος αγνοώντας τις βλαβερές συνέπειες που θα είχε η διάθεση και χρήση τους σε γεωργικά προϊόντα. Η επικινδυνότητα αυτών των φυτοπροστατευτικών προϊόντων διαφαίνεται από το γεγονός ότι πρόκειται για χημικά παρασκευάσματα που κατατάσσονται ως επικίνδυνα χημικά απόβλητα, η διαχείριση των οποίων προβλέπει καταστροφή τους σε ειδικά αδειοδοτημένες μονάδες. Σαφώς πρόκειται για εμπορεύματα που εκθέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και ζωικούς οργανισμούς και παράλληλα προκαλούν βλαβερές επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή και στο περιβάλλον της Κύπρου. Μπροστά στο βωμό του οικονομικού συμφέροντος η κατηγορούμενη 2 επέδειξε πλήρη αδιαφορία στις επικίνδυνες συνέπειες που θα προκαλούσε η διάθεση τέτοιων προϊόντων στην αγορά και χρήση τους σε γεωργικά προϊόντα. Η χρήση χημικών αποβλήτων σε γεωργικά προϊόντα μόνο επικίνδυνη μπορεί να είναι για τα γεωργικά προϊόντα, για τη δημόσια υγεία, για τα ζώα και για το περιβάλλον που θα έρχονταν σε επαφή μαζί τους. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το εμπλεκόμενο κόστος καταστροφής αυτών των επικίνδυνων φυτοπροστατευτικών προϊόντων είναι υψηλό και για την πληρωμή του θα επιβαρυνθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Η καταβολή του θα γίνει από δημόσιο ταμείο με τα χρήματα να εισπράττονται από φορολογία πολιτών. Αυτό σημαίνει τελικά ότι αυτός που τελικά θα επιβαρυνθεί εξ' υπαιτιότητας της παράνομης συμπεριφοράς της κατηγορουμένης 2 είναι ο κύπριος φορολογούμενος πολίτης. Η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης 2, η οποία περιλάμβανε βαθμό επικινδυνότητας και υποκινείτο από οικονομικά κίνητρα σε παράνομο πλαίσιο, μόνο καταδικαστέα μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς όφελος της κατηγορουμένης 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (β) Την παραδοχή της στο Δικαστήριο η οποία έγινε αμέσως και ως τέτοια της αποδίδεται η δέουσα βαρύτητα (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (γ) Την υπόσχεση της προς το Δικαστήριο ότι δεν θα επαναλάβει τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων στο μέλλον. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τη συγκεκριμένη υπόθεση ως μεμονωμένο περιστατικό. Με κάθε σεβασμό στην ευπαίδευτη συνήγορο, η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης 2 δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο γεγονός και ούτε μπορεί να αντικριστεί έτσι ως εισηγείται η εν λόγω συνήγορος. Η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης 2 θα πρέπει να ιδωθεί στο σύνολο της και περιλαμβάνει διάφορα στάδια όπως η συνεργασία της με το σύζυγο της για αγορά από τα κατεχόμενα μεγάλης ποσότητας επικίνδυνων εμπορευμάτων απαγορευμένου τύπου, η μεταφορά της στις ελεύθερες περιοχές, η απόκρυψη των επιδίκων εμπορευμάτων από τις αρμόδιες αρχές, η μη καταβολή σχετικών φόρων και δασμών, η επιχείρηση για διάθεση των εν λόγω εμπορευμάτων στην αγορά στη βάση συναντήσεων με πρόσωπα καθώς επίσης ο εντοπισμός χαρτοφυλακίου με ονόματα ατόμων, τα οποία είναι δεδομένα που δείχνουν τον τρόπο, βαθμό και έκταση της αξιόποινης συμπεριφοράς της. Από την άλλη θα μπορούσε να εκληφθεί αυτή η συμπεριφορά της ως ενιαία παρόλο ότι περιλαμβάνει διάφορα χρονικά στάδια. Υπό αυτή την έννοια το σύνολο αυτών των σταδίων που συνθέτουν την αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης 2 μπορεί να εκληφθεί ενιαίο και κατ' επέκταση να θεωρηθεί μεμονωμένο. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορουμένης 2, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι άνεργη, άγαμη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 13 ετών και 10 μηνών αντίστοιχα. · Προέρχεται από πενταμελή οικογένεια προσφύγων μέτριας οικονομικής κατάστασης · Το ότι σε ηλικία 19 ετών έμεινε έγκυος το μεγαλύτερο παιδί της αλλά ο τότε σύντροφος της την εγκατέλειψε χωρίς να αναγνωρίσει το παιδί και δίχως μέχρι σήμερα να διατηρεί ουσιαστική επικοινωνία μαζί του. · Το ότι το μεγαλύτερο παιδί της διαγνώστηκε με μαθησιακές δυσκολίες και γι' αυτό επανέλαβε τη Γ' Τάξη Δημοτικού Σχολείου. · Το ότι παρόλο ότι διατηρεί δεσμό με τον κατηγορούμενο 1 τα τελευταία τρία χρόνια και καρπός της σχέσης τους είναι το νεαρότερο παιδί της εντούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει αναγνωριστεί από το νυν σύντροφο της. · Μοναδικό εισόδημα της είναι το επίδομα μονογονιού που λαμβάνει από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας, το οποίο ανέρχεται στα €
- · Το ότι δεν διαθέτει αποταμιεύσεις. · Μοναδική ακίνητη περιουσία που υπάρχει εγγεγραμμένη εις το όνομα της είναι ½ μερίδιο κατοικίας στα Κάτω Πολεμίδια άγνωστης αξίας. · Μοναδική κινητή περιουσία που διαθέτει είναι ένα όχημα μάρκας Polo Golf άγνωστης αξίας. · Το ότι εμπλέκεται σε δάνειο ύψους €150.000, για το οποίο η μηνιαία δόση των €870 δεν καταβάλλεται. · Το ότι πληρώνει μηνιαίως ποσό €20 για διάφορα τροχαία αδικήματα που διέπραξε στο παρελθόν. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 2 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη 2 ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στην κατηγορούμενη 2 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 2 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 2 στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη 2 είναι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 10 μηνών περίπου. Ο Περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμος του 2005 (Ν.33(Ι)/2005) θεσπίστηκε για να παρέχει για ευνόητους λόγους, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, νομοθετική προστασία σε εγκύους γυναίκες ή μητέρες ανήλικου τέκνου ηλικίας μέχρι 3 ετών που υπό άλλες συνθήκες θα οδηγούνταν στη φυλακή (άρθρο 2-ερμηνευτικό πλαίσιο Ν.33(Ι)/2005). Το άρθρο 3
(1)του Ν.33(Ι)/2005 παρέχει ρητά τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να είναι νομοθετικά δυνατή η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης σε μια μητέρα που καλύπτεται από τον ορισμό της εν λόγω νομοθεσίας. Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "3.—
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, όπου σε νόμο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας για οποιοδήποτε αδίκημα, η εν λόγω ποινή δεν επιβάλλεται σε μητέρα, αν δε συντρέχουν στη δεδομένη περίπτωση όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το αδίκημα είναι κακούργημα ή είναι πλημμέλημα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης, (β) το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση βίας κατά του ατόμου και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το δικαστήριο κρίνει ότι η μητέρα αποτελεί άμεσο ή και συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία, και (γ) το δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δεδομένου του άμεσου ή και συνεχιζόμενου κινδύνου που η μητέρα αποτελεί για την κοινωνία, είναι ανεπαρκής για την προστασία της κοινωνίας, κάθε άλλη ποινή, κύρωση, ή μέτρο που το δικαστήριο δύναται να επιβάλει για το αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου, περιλαμβανομένης της προσφοράς κοινοτικής εργασίας, και δε δικαιολογείται επίσης η έκδοση διατάγματος αναστολής ποινής φυλάκισης κατά τα διαλαμβανόμενα σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο.
(2)Κανένα δικαστήριο δε διατάσσει την κράτηση μητέρας ύποπτης για τη διάπραξη πλημμελήματος ή κακουργήματος εκτός εάν το δικαστήριο θεωρεί το διερευνώμενο αδίκημα ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης.
(3)Οι διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με αδικήματα τιμωρητέα δυνάμει του εκάστοτε σε ισχύ περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, τα οποία κατά τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω Νόμο διαπράττονται από μητέρα εναντίον ανήλικου τέκνου της, φυσικού ή υιοθετημένου, ή εναντίον άλλου ανήλικου που διαμένει μαζί της ή σε σχέση με αδικήματα τιμωρητέα δυνάμει του εκάστοτε σε ισχύ περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου". Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων υποδεικνύουν ότι η πρώτη προϋπόθεση ισχύει αφού η κατηγορούμενη 2 στη βάση των περιστατικών που έχουν αναφερθεί διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα. Ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο με τις άλλες δύο προϋποθέσεις. Με δεδομένο ότι τελικά δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου, ως απαιτείται από αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το αδίκημα που η κατηγορούμενη 2 διέπραξε δεν εμπίπτει στον Περί Πρόληψης της Βίας στην Οικογένεια και την Προστασία των Θυμάτων Νόμο του 2000 (Ν.119(Ι)/2000)αλλά ούτε στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν. 29/77), κρίνω ότι υπάρχουν οι συνθήκες που συνηγορούν στην αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 2. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 2 ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη 2 η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). Δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(2)του Ν.141(Ι)/2011, οι 66 συσκευασίες φυτοπροστατευτικών προϊόντων να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη κατοχή και διακίνηση φυτοπροστατευτικών προϊόντων χωρίς άδεια και δίχως να καταβληθούν δασμοί και φόροι/Άρθρα 2, 7
(1), 12
(1)και 20
(1)(α) Ν.141(Ι)/2011, 20 και 21 του Κεφ.154, 2, 93 και 100 Ν.94(Ι)/2004/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο